ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 225/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 225/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 225/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 225 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 225/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Ν. του Π., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ε. Ο., ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι έχει ήδη παραιτηθεί από το δικόγραφο της από 24-7-2020 προηγηθείσας αίτησης αναίρεσης, όπως αναφέρεται και στις από 31-5-2023 προτάσεις του ενώπιον του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Ν. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουραντή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-5-2021 αίτησή του και τους από 26-4-2023 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά το άρθρο 555 ΚΠολΔ, δεύτερη αναίρεση του ίδιου διαδίκου κατά της αυτής απόφασης, ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο, δεν επιτρέπεται. Πάντως, αν υπάρχει παραίτηση από το δικόγραφο προηγούμενης αναίρεσης, (άρθρ. 295,299 ΚΠολΔ) τότε η νέα αναίρεση είναι παραδεκτή (ΟλΑΠ 27/2005, ΟλΑΠ 25/2005, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 1853/2005, ΑΠ 1000/2004). Η παραίτηση δε από την ασκηθείσα πρώτη (αρχική) αναίρεση μπορεί να γίνει ή με το δικόγραφο της δεύτερης αναίρεσης, υπό τον όρο, ότι υπάρχει προθεσμία για την άσκηση της δεύτερης αναίρεσης, ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου πριν τη συζήτηση της δεύτερης αναίρεσης ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιο του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο και το οποίο (έγγραφο) κατ' άρθρο 118 ΚΠολΔ είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο. Με βάση τα παραπάνω η παραίτηση από το ένδικο μέσο της αναίρεσης μπορεί να γίνει με εξώδικη δήλωση του παραιτούμενου που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τούτου (ΑΠ 1918/2022, ΑΠ 1390/2021). Η προθεσμία της αναίρεσης είναι γνήσια και καταχρηστική. Η γνήσια προθεσμία της αναίρεσης αρχίζει πάντοτε από την νόμιμη επίδοση του κυρωμένου αντίγραφου, της προσβαλλόμενης απόφασης και είναι τριάντα ημέρες αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα (άρθρ 564 παρ.1 ΚΠολΔ). Αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιδόθηκε, η (καταχρηστική) προθεσμία της αναίρεσης είναι διετής και αρχίζει από την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης αυτής (άρθρ 564 παρ 3 ΚΠολΔ).Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων,.... Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων, δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ με την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48/) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων,..... Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους". Και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021(A' 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021" (ΑΠ 1130/2022). 2. Στην προκείμενη περίπτωση, ασκήθηκε, αρχικά, από τον ήδη αναιρεσείοντα κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου, προ πάσης επιδόσεως, η από 24-7-2020 αίτηση αναίρεσης, με αίτημα να αναιρεθεί η υπ` αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, ο αναιρεσείων, με εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 26-5-2023 (βλ. την υπ'αριθμ.... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Β. Δ.), αλλά και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του Ευάγγελου Οικονομίδη, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης, παραιτήθηκε, παραδεκτά, από το δικόγραφο της πρώτης (αρχικής) αναίρεσης. H ένδικη από 13-5-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας ως άνω υπ' αριθμ. ... τελεσίδικης απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ.... απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να του καταβάλει το ποσό των 9.600 ευρώ νομιμοτόκως, ως αποζημίωση χρήσης κοινού ακινήτου, ασκήθηκε εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 29-1-2021 (βλ. σχετική επί του σώματός της βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου ... Ι. Κ.) και η αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου ... στις 13-5-2021 (βλ. έκθεση κατάθεσης δικογράφου αναίρεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου ...). Ειδικότερα, η ως άνω, κατ' άρθρο 564 παρ.1 του ΚΠολΔ, προθεσμία των τριάντα ημερών, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε την 28.2.2021, δεν άρχισε να τρέχει από την επομένη της επιδόσεως της απόφασης (30-1-2021), αφού, λόγω της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 18.11.2020 έως 6.4.2021, αλλά άρχισε από την επομένη της λήξης της αναστολής, ήτοι από 7-4-2021, και συμπληρώθηκε, με συνυπολογισμό επί πλέον δέκα ημερών, στις 16-5-2021 και, ως εκ τούτου, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 13.5.2021, ασκήθηκε πριν τη συμπλήρωση της ανωτέρω προθεσμίας. Επομένως, η ως άνω αίτηση αναίρεσης, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).Παραδεκτοί, επίσης, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 26-04-2023 (βλ. 80/2023 πράξη κατάθεσης πρόσθετων λόγων του Γραμματέα του Αρείου Πάγου κάτω από το δικόγραφο αυτό) και επιδόθηκε νομότυπα στον αναιρεσίβλητο, στις 26-04-2023 (βλ. την υπ'αριθμ.7200/26-4-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Β. Δ.), ήτοι τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αυτό διαμορφώθηκε, δυνάμει των άρθρων 37 και 120 του ν. 4842/2021 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 4912/2022, ισχύει δε από 1-1-2022 και, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2β του τελευταίου ν. 4912/2022, καταλαμβάνει και τα εκκρεμή ένδικα μέσα. Πρέπει, επομένως, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
3. Κατά την έννοια των παρ. 2 και 3 του άρθρου 31 ΚΠολΔ, σε περίπτωση κύριων συναφών δικών, υπαγόμενων αυτοτελώς σε διάφορα καθ` ύλην αρμόδια δικαστήρια, αποκλειστικώς αρμόδιο καθ` ύλην και κατά τόπον είναι το ιεραρχικώς ανώτερο δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 3 ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων του ειρηνοδικείου ή του πρωτοδικείου που δίκασε έφεση κατά της αποφάσεως του ειρηνοδικείου, επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν το προαναφερόμενο σφάλμα αφορά την αρμοδιότητα του ίδιου του Μονομελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο και εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και όχι όταν το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο, επιλαμβανόμενο της εφέσεως, που υπάγεται κατά το άρθρο 17Α ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 3994/2011 (πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 του Ν.4842/2021), στην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ` ύλην (Ολ ΑΠ 5/2003, Ολ ΑΠ 30/1995,ΑΠ 473/2019, ΑΠ 446/2019). Η ένσταση της καθ'ύλην (αν)αρμοδιότητας αφορά τη δημόσια τάξη και επομένως λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης και στον Άρειο Πάγο, κατ'άρθρο 562 παρ.2γ ΚΠολΔ, εφόσον τα περιστατικά που τη συγκροτούν προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση ή προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1289/2014,ΑΠ 1408/2012,ΑΠ 638/2011,ΑΠ 82/2011). Επομένως, ο πρώτος, από τον αρ. 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν είχε την καθ'ύλην αρμοδιότητα να κρίνει ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ότι εσφαλμένως δέχθηκε υλική αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου για την επίδικη διαφορά, διότι εκκρεμούσε συναφής κύρια αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο πράγμα που γνώριζε το Ειρηνοδικείο, όπως και το Μονομελές Πρωτοδικείο, αφού είχε προσκομιστεί με επίκληση η εν λόγω αγωγή, είναι απαράδεκτος, καθόσον η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα να επιληφθεί της έφεσης κατά της εκδοθείσας από το Ειρηνοδικείο απόφασης (αφού το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., αρμοδίως, κατά το άρθρο 17Α ΚΠολΔ, δίκασε έφεση κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου ...), αλλά ότι εσφαλμένα έκρινε πως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν αρμόδιο καθ' ύλην.
4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ. 2, 961, 962 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν απ' αυτόν που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματος τους, μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της, επιπλέον της ιδανικής του μερίδας, χρήσης του κοινού (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 1121/2017). Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν εκ των κοινωνών, δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα, κατά το άρθρο 1098 ΑΚ ή και αδικοπρακτική ευθύνη του, κατά τα άρθρα 914 ή και 1099 ΑΚ, αν, παράνομα και υπαίτια, εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 362/2010) ή, πολύ περισσότερο, αν τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού. Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, ήτοι, ακινήτου που από την κατασκευή του είναι προορισμένο να χρησιμοποιείται για κατοικία ή γραφείο ή κατάστημα, το όφελος αυτό συνίσταται στην, κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως, μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια, που προσδιορίζεται με βάση τη μισθωτική αξία του πράγματος, χωρίς να μεταβάλλεται σε αξίωση απόδοσης μισθωμάτων (ΑΠ 2348/2009). Κατά τα λοιπά, ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του, το κοινό πράγμα, είναι, κατ' αρχήν, αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή, προκειμένου για ακίνητο, διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον, με τον τρόπο αυτό αποκλείει, στην πράξη, τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 276/2016).
Συνεπώς, στη σχετική αγωγή αποζημίωσης, καθώς και στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που θα εκδοθεί, αρκεί, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, να αναφέρεται το κοινό ακίνητο, η επ' αυτού μερίδα του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και επίσης, το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγόμενου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, συνιστάμενο στην αξία αυτής, η οποία, προκειμένου περί αστικού ακινήτου ταυτίζεται με την μισθωτική αξία του μεριδίου, του εκτός χρήσεως κοινωνού, της οποίας, συνεπώς, αρκεί η αναφορά (ΑΠ 187/2015, ΑΠ 564/2012). Άλλο στοιχείο και, μάλιστα, αναφορά στη σχετική αγωγή, συγκριτικών στοιχείων για την εξεύρεση της μισθωτικής αξίας του κοινού ακινήτου ή αναφορά των μισθωτικών συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή αυτού ή λεπτομερής περιγραφή της κατάστασης τούτου ή ακόμα και αναφορά των παραμέτρων που δικαιολογούν την κατ' έτος αναπροσαρμογή της μισθωτικής του αξίας, δεν απαιτείται, αφού η εν λόγω αξία θα προκύψει από τις αποδείξεις (ΑΠ 1465/2006,ΑΠ 1480/2000). Δεν απαιτείται, επίσης, να αναφέρεται στην αγωγή άλλη έννομη σχέση, βάσει της οποίας ο εναγόμενος συγκοινωνός κάνει χρήση του κοινού πράγματος και κατά τη μερίδα του ενάγοντος, αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο η προβολή ισχυρισμού (ένστασης), ότι κατέχει το κοινό πράγμα κατά το, πέραν της μερίδας του, ποσοστό, βάσει ορισμένης έννομης σχέσης και ότι, συνακόλουθα, δεν υποχρεούται στην καταβολή της αξιούμενης με την αγωγή αποζημιώσεως (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 564/2012). Αίτημα της αγωγής αυτής είναι η απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε ο κοινωνός που έκανε την αποκλειστική χρήση. Εξάλλου, ο κοινωνός, όταν ασκεί αγωγή αποζημίωσης κατά άλλου κοινωνού για το όφελος που αποκόμισε, δεν είναι υποχρεωμένος να εκθέτει και να αφαιρεί τις δαπάνες του εναγόμενου και να απαιτεί το υπόλοιπο, διότι, οι δαπάνες δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αγωγής του, αλλά μπορεί να τις απαιτήσει ο εναγόμενος και κατ' ένσταση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, και πριν την τροποποίησή του με το Ν.4842/2021,"κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 KΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΟλΑΠ 894/2018, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Άλλες αιτιάσεις, πλην των περιοριστικά αναφερομένων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο επί εφέσεως κατά αποφάσεως του ειρηνοδικείου, δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 304/2021, ΑΠ 298/2020, ΑΠ 1321/2020,ΑΠ 1032/2019, ΑΠ 74/2019).Εξ` αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 KΠολΔ, λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 14 που ιδρύεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα,έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο" (ΑΠ 1351/2023). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και αντίστοιχο άρθρο 560 αριθ.1 ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ (αντίστοιχο άρθρο 560 αριθ.5) λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α` και β` ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 671/2022,ΑΠ 333/2021). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ(αντίστοιχη του άρθρου 560 αριθ.1 εδ,β' του ΚΠολΔ), ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 45/2019). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής (ΑΠ 110/2019), ή εσφαλμένα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, έστω και αυτεπάγγελτα, προκειμένου να προσδιορίσει, με βάση αυτά, την αληθή έννοια ορισμένου (του ad hoc εφαρμοστέου) κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει ή να υπαγάγει (ή όχι) σ' αυτόν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της εκάστοτε διαφοράς (ΟλΑΠ 9-13/2005, ΑΠ 110/2019, 45/2019, ΑΠ 690/2018, ΑΠ 1751/2017, ΑΠ 969/2011), όχι, όμως, και όταν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για τη στήριξη της έμμεσης απόδειξης ή για την εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, γιατί στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 74/2019, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 176/2011).
5. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη αγωγή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., εξέθετε ότι δυνάμει συμβολαιογραφικού εγγράφου αγοραπωλησίας, νομίμως μεταγραφέντος, απέκτησαν ο ίδιος και ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, την ψιλή κυριότητα και ο πατέρας αυτών, Π. Ν., την επικαρπία, ενός οικοπέδου εκτάσεως 490 τ.μ. εντός του οικισμού .... Ότι στο οικόπεδο ανηγέρθη η αναλυτικά περιγραφόμενη διώροφη οικοδομή με υπόγειο και δώμα. Ότι στο ισόγειο και τον πρώτο όροφο κατασκευάστηκαν συνολικά πέντε τετράκλινα και επτά δίκλινα ενοικιαζόμενα δωμάτια. Ότι την 30η-07-1995 απεβίωσε ο πατέρας των διαδίκων και οι ίδιοι κατέστησαν αποκλειστικοί κύριοι και νομείς του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 50% έκαστος εξ αυτών. Ότι στο επίδικο ακίνητο ο εναγόμενος ασκεί ατομική επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων και χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται μόνος αυτός το ως άνω ακίνητο, χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση χρήσεως για το ποσοστό συνιδιοκτησίας του. Ότι ήδη από το έτος 2006 έχει ζητήσει από τον εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ ετησίως ως αντάλλαγμα για την αποκλειστική χρήση ολόκληρου του επιδίκου αλλά ο εναγόμενος αρνείται να του καταβάλει το αντιστοιχούν στο 50% εξ αδιαιρέτου της ως άνω ιδιοκτησίας τους ποσό ως αποζημίωση χρήσης, ενώ η μισθωτική αξία του ως άνω ακινήτου υπερβαίνει τις 24.000 ευρώ ετησίως και είναι βέβαιο ότι ο ίδιος θα εισέπραττε κατ' ελάχιστο ετήσιο μίσθωμα το ποσό των 12.000 ευρώ για το ποσοστό επί του επιδίκου που του ανήκει. Ότι το όφελος που αποκόμισε ο εναγόμενος από την αποκλειστική χρήση του ως άνω ακινήτου για το έτος 2014 ανέρχεται στο ποσό των 12.000 ευρώ και ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει για αποζημίωση χρήσης του ως άνω ακινήτου, που του ανήκει κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, το συνολικό ποσό των 12.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Ειρηνοδικείο ...,με την ... εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε, την ως άνω αγωγή, ορισμένη και νόμιμη. Με τον πρώτο λόγο της έφεσής του κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι εσφαλμένως το πρωτόδικο δικαστήριο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, διότι δεν εξέθετε "πως, πόσο, με ποια κριτήρια και επί τη βάση ποίου δεδομένου και ποίων αντικειμενικών ή εμπορικών ή συγκριτικών στοιχείων υπολόγισε τη μισθωτική αξία του όλου ακινήτου στο ποσό των 24.000 ευρώ". Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον παραπάνω λόγο έφεσης με την ακόλουθη αιτιολογία "Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί διότι,...ο ενάγων - εφεσίβλητος περιελάμβανε στην αγωγή του: 1) το κοινό ακίνητο, 2) τη μερίδα του ενάγοντος σε αυτό, 3) ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και 4) το κατά τον κρίσιμο χρόνο όφελος του εναγόμενου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται τα επικαλούμενα από τον εκκαλούντα περιστατικά, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στα στοιχεία που είναι αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής κοινωνού για την απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε άλλος κοινωνός από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, αφού όλα αυτά τα στοιχεία θα προκύψουν από τις αποδείξεις". Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, άλλως επικουρικώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο εσφαλμένα δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεώς του και συναφούς λόγου εφέσεώς του, λόγω μη αναφοράς των αναγκαίων στοιχείων για την εξεύρεση της μισθωτικής αξίας του κοινού ακινήτου και συγκεκριμένα της παλαιότητας αυτού, των τετραγωνικών μέτρων εκάστου διαμερίσματος αυτού, της κατάστασής του, των συνθηκών τουρισμού της περιοχής και της κατάστασης στην αγορά ακινήτων αυτής. Η ανωτέρω αιτίαση αφορά ποσοτική, και όχι νομική, αοριστία της αγωγής, η οποία συναρτάται με την ίδρυση της κατ' αρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλειας, πλην, όμως, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ τέτοιος λόγος κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως κατά το οικείο σκέλος του είναι προεχόντως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή είναι ορισμένη η αγωγή, δεχόμενο ότι, για την πληρότητα αυτής δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στα στοιχεία που είναι αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής κοινωνού για την απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε άλλος κοινωνός από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, αφού όλα αυτά τα στοιχεία θα προκύψουν από τις αποδείξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 785 επ., 961, 962 και 1113 του ΑΚ (σε συνδ. με 216 παρ.1 ΚΠολΔ) και δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που οι εν λόγω διατάξεις απαιτούν για την εφαρμογή τους. Επομένως, ο παραπάνω, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ,με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο εσφαλμένα χρησιμοποίησε διδάγματα της κοινής πείρας για την εξεύρεση της μισθωτικής αξίας του κοινού ακινήτου, παρότι δεν αναφέρονται στην αγωγή τα ανωτέρω πραγματικά στοιχεία (παλαιότητα, τετραγωνικά μέτρα, κατάσταση, συνθήκες τουρισμού της περιοχής και κατάσταση στην αγορά ακινήτων αυτής) που υπήγαγε στον κανόνα εξευρέσεως της μισθωτικής αξίας του κοινού ακινήτου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις αναφέρονται όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που έχουν γίνει δεκτά, αλλά ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ). 6. Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 16/2006, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου (ΟλΑΠ 6/2016). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.5 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 261/2021,ΑΠ 65/2020,ΑΠ 1230/2019,ΑΠ 499/2017).
Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (AΠ 191/2016, ΑΠ 2027/2014), με αποτέλεσμα την εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, τη θετική ή αρνητική αξιολόγηση της νομικής και ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 1231/2019,ΑΠ 637/2017, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 431/2019, ΑΠ 250/2014).
7.Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό του, που προβλήθηκε με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς του, με τον οποίο παραπονέθηκε για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του, με τον οποίο ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ως καταχρηστικής, διότι ο ίδιος, μετά το έτος 2013 που ο αναιρεσίβλητος-ενάγων ήγειρε τις σχετικές αξιώσεις του, ουδέποτε αρνήθηκε τον καθορισμό αποζημιώσεως κατά το προσήκον μέτρο, ενώ η αιτηθείσα αποζημίωση χρήσης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τυχόν δε αποδοχή της θα αποβεί επιζήμια για την επιχείρησή του και δεν λαμβάνει υπόψη της την οικονομική κρίση στο χώρο του τουρισμού, τα αληθή εισοδήματα του από τη λειτουργία του ξενοδοχείου και το γεγονός ότι ο ενάγων κάνει ακώλυτη και αποκλειστική χρήση τον A11 διαμερίσματος. Ο λόγος αυτός, τυγχάνει αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον, προβληθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα με τον δεύτερο λόγο εφέσεως, ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε, ως μη νόμιμο, χωρίς να ελέγχεται (με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο) η ορθότητα ή μη της απορριπτικής κρίσεως. Περαιτέρω, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, εσφαλμένα απέρριψε τον ως άνω ουσιώδη ισχυρισμό του που προβλήθηκε με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς του (κατάχρηση δικαιώματος). Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος με την ακόλουθη αιτιολογία: "Τα ως άνω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος, αφού δεν είναι ικανά να υπερβούν τα τεθέντα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια ούτε προκαλούν έντονη εντύπωση αδικίας σε βάρος του υπόχρεου σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου. Άλλωστε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν αρκεί μόνο η επί μακρό χρόνο μη άσκηση του δικαιώματος από το δικαιούχο, αλλά απαιτείται πρόσθετα και η συνδρομή άλλων περιστατικών, από τα οποία εμφανίζεται συμπεριφορά που δημιουργεί εύλογα την πεποίθηση στον υπόχρεο, ότι ο δικαιούχος δεν θα ασκήσει πλέον το δικαίωμα του με τρόπο, ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος αυτού, που τείνει στην ανατροπή μιας κατάστασης, η οποία δημιουργήθηκε κάτω από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο και προκαλεί επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, να αντίκειται, κατά προφανή τρόπο, στις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού τον δικαιώματος, συνθήκες που εν προκειμένω δεν ισχύουν". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δεδομένου ότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά από μόνα τους, και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν συμπεριφορά του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, που να δικαιολογεί την δημιουργία στον εναγόμενο-αναιρεσείοντα, εύλογης πεποιθήσεως, ότι δεν θα ασκηθεί κατ' αυτού το αγωγικό δικαίωμα, ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, να μην δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα τασσόμενα από το άρθρ. 281 ΑΚ όρια, εφόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε επί πλέον συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η αδράνεια συνοδευόταν από ειδικές περιστάσεις που συνδέονταν με προηγούμενη συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου και ότι αυτός, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις. Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
8. Από τη διάταξη του άρθρου 794 ΑΚ, που ορίζει ότι κάθε κοινωνός ενέχεται απέναντι στους λοιπούς, κατά την αναλογία της μερίδας του, για τα έξοδα της συντήρησης, της διοίκησης και της χρησιμοποίησης του κοινού, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 785,788, 789, 790, 730 επ. , 904 επ. , 1101,1107 και 1113 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο συγκύριος που κατέβαλε έξοδα πέραν της μερίδας του, δικαιούται να αναζητήσει από τους λοιπούς, κατ` αναλογία των μερίδων τους, τη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε, τα έξοδα και τα βάρη που κατέβαλε, πέραν της αναλογίας του. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 794 ΑΚ, στα έξοδα διοίκησης και χρησιμοποίησης περιλαμβάνονται και τα βάρη του κοινού πράγματος, δηλαδή, όλες οι τακτικές επιβαρύνσεις ενός πράγματος ανάλογα με τη φύση του, όπως είναι, μεταξύ άλλων, φόροι, τέλη και οι πληρωμές σε υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, ενώ δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο κοινωνός, όταν χρησιμοποιεί προσωπικά - αποκλειστικά - το πράγμα. Η αναζήτηση των παραπάνω εξόδων γίνεται απ` ευθείας, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 794 ΑΚ, εφόσον πρόκειται για έξοδα που έγιναν με τις προϋποθέσεις των άρθρων 788-790 ΑΚ, δηλαδή κατόπιν απόφασης όλων των συγκυρίων ή της πλειοψηφίας αυτών ή του δικαστηρίου ή αφορούν μέτρα που λήφθηκαν για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου. Εάν, όμως, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, οι εν λόγω δαπάνες αναζητούνται κατά τις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον βεβαίως πληρούνται οι όροι εφαρμογής των τελευταίων αυτών διατάξεων (ΑΠ 316/2021, ΑΠ 1208/2018,ΑΠ 825/2014, ΑΠ 251/2014). Ειδικότερα, εάν η αναζήτηση των δαπανών γίνεται κατά τις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων, απαιτείται να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις,οι οποίες και πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση: α) ότι εκείνος που υποβλήθηκε στα έξοδα και τα βάρη ανέλαβε αυτοβούλως τη διοίκηση αλλότριας υπόθεσης, χωρίς, δηλαδή, τη ρητή εντολή του κυρίου της, β) ότι ο διοικητής διαχειρίζεται την υπόθεση, εν γνώσει του ότι είναι ξένη. Το γεγονός ότι με τη διαχείριση της ξένης υπόθεσης εξυπηρετείται συγχρόνως έμμεσα ή εν μέρει και το συμφέρον του διοικητή, έστω και αν τούτο προέχει, δεν εμποδίζει την εφαρμογή των διατάξεων περί διοικήσεως αλλοτρίων. Αν, όμως, η υπόθεση είναι ταυτόχρονα εν μέρει ξένη και εν μέρει του διοικητή, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του συγκυρίου που διεξάγει τις υποθέσεις του κοινού πράγματος, τότε υπάρχει διοίκηση αλλοτρίων μόνον ως προς το μη ανήκον σε αυτόν μέρος, γ) ότι η πρόθεση αυτού ήταν να διοικήσει την αναληφθείσα υπόθεση σαν ξένη, δ) ότι ο τελευταίος διεξήγαγε την εν λόγω υπόθεση κατά το συμφέρον και κατά την πραγματική ή την εικαζομένη θέληση του κυρίου της και ε) ότι γίνεται αναφορά των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε ο διοικητής κατά την διεξαγωγή της υπόθεσης (ΑΠ 316/2021,ΑΠ 1208/2018,ΑΠ 1604/2013,ΑΠ 1024/2009). Η αξίωση του διοικητή για απόδοση των δαπανών περιλαμβάνει τις δαπάνες που έκανε αυτός για την κανονική διεξαγωγή της υποθέσεως, θεωρώντας δικαιολογημένα με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως ότι αυτές ήταν εύλογες (ΑΠ 316/2021,ΑΠ 825/2014). Σε αυτές περιλαμβάνεται, ειδικότερα, κάθε δαπάνη που ο διοικητής έκρινε χρήσιμη και επωφελή για την υπόθεση, συνυπολογιζομένων όμως των συναλλακτικών συνηθειών, των συντρεχουσών περιστάσεων και των επιδιώξεων του κυρίου (ΑΠ 316/2021,ΑΠ 1208/2018). Περαιτέρω, η αναζήτηση των εν λόγω εξόδων ή βαρών γίνεται κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, υπό τις προϋποθέσεις: α) ότι, λόγω της καταβολής των, ως άνω, εξόδων ή βαρών, επήλθε πράγματι πλουτισμός, β) ότι ο πλουτισμός αυτός έλαβε χώρα σε βάρος της περιουσίας αυτού που τα κατέβαλε και γ) ότι η συγκεκριμένη περιουσιακή μετακίνηση έγινε χωρίς νόμιμη αιτία (ΑΠ 1604/2013, ΑΠ 1024/2009). Η αναζήτηση αυτή, δύναται να επιδιωχθεί και με ανταγωγή ή και με ένσταση του εναγομένου κοινωνού, με την άσκηση συγχρόνως και του δικαιώματος επίσχεσης ως προς αυτά, για το ορισμένο και παραδεκτό της οποίας (ανταγωγής ή ένστασης), πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που συνθέτουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τη συνδρομή των προαναφερόμενων προϋποθέσεων, διαφορετικά (η ανταγωγή ή η ένσταση) τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, η δε ένσταση επισχέσεως πρέπει να καθορίζει σαφώς και κατά τρόπο ορισμένο, μεταξύ άλλων, το ύψος κάθε μιας δαπάνης χωριστά με ειδική ονοματοδοσία του περιεχομένου της (πρβλ.ΑΠ 634/2021, ΑΠ 944/2013). Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
9. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό του, που προβλήθηκε με τον πέμπτο λόγο της εφέσεώς του, με τον οποίο παραπονέθηκε για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του, ήτοι της ένστασης επισχέσεως δαπανών, οι οποίες έλαβαν χώρα σύμφωνα με τη διοίκηση και χρησιμοποίηση του κοινού πράγματος στα πλαίσια της κοινωνίας, άλλως κατά τις διατάξεις της διοίκησης αλλοτρίων, άλλως λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού που σώζεται, αφού επαύξησαν την αγοραία αξία του κοινού ακινήτου από 150.000 ευρώ σε 320.000 ευρώ, οι οποίες ανέρχονται, κατά την αναλογία της ιδανικής μερίδας του ενάγοντος, στο ποσό των 123.674,905 ευρώ. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι από το έτος 2003 έως και τη συζήτηση της αγωγής: α) προέβη σε δαπάνες που έγιναν για την ανακαίνιση των δωματίων, ηλεκτρικών εργασιών, αλλαγές στους πίνακες καλωδίωσης, τοποθέτηση ειδών υγιεινής εξαερισμού μπάνιων, σύνδεση σωληνώσεων με καινούργιο μηχανοστάσιο, οικοδομικά, υλικά για την αποκατάσταση των φθορών του παλαιού κτίσματος, αντικατάσταση των ξύλινων κουφωμάτων με αλουμίνια, αλλαγή στις πόρτες κλπ, οι οποίες ανήλθαν τουλάχιστον στο ποσό των 101.349,81 ευρώ, εκ των οποίων ο ενάγων υποχρεούται να του καταβάλει κατά την αναλογία της μερίδας του, το ήμισυ αυτών και δη το ποσό των 50.674,905 ευρώ, β) το έτος 2003 έλαβε τοκοχρεωλυτικό στεγαστικό δάνειο ποσού 35.000 ευρώ από την …… - κατάστημα ..., το οποίο χρησιμοποιήθηκε εξ ολοκλήρου, με τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντος - συνοφειλέτη του, για την ανακαίνιση του κοινού ακινήτου, εκ των οποίου ο ενάγων υποχρεούται να του καταβάλει κατά την αναλογία της μερίδας του, το ήμισυ αυτού και δη το ποσό των 17.500 ευρώ, γ) το έτος 2005 έλαβε τοκοχρεωλυτικό δάνειο ποσού 41.000 ευρώ από την ….. - κατάστημα ..., το οποίο χρησιμοποιήθηκε εξ ολοκλήρου, με τη σύμφωνη γνώμη τον ενάγοντος, για την ανακαίνιση τον κοινού ακινήτου, εκ των οποίου ο ενάγων υποχρεούται να τον καταβάλει κατά την αναλογία της μερίδας του, το ήμισυ αυτού και δη το ποσό των 20.500 ευρώ, δ) το έτος 2003 έλαβε τοκοχρεωλυτικό δάνειο ποσού 15.000 ευρώ από την ……- κατάστημα ..., το οποίο χρησιμοποιήθηκε εξ ολοκλήρου, με τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντος - συνοφειλέτη τον, για την ανακαίνιση του κοινού ακινήτου, εκ των οποίου ο ενάγων υποχρεούται να τον καταβάλει, κατά την αναλογία της μερίδας του, το ήμισυ αυτού και δη το ποσό των 7.500 ευρώ, ε) από το Μάιο του έτους 2011 έως το Μάιο του έτους 2016 παρείχε καθημερινώς την προσωπική του εργασία στο ξενοδοχείο επί 12 ώρες ημερησίως για την οποία θα έπρεπε να αμείβεται ημερησίως με το ποσό των 50 ευρώ και συνολικά για το ανωτέρω χρονικό διάστημα με το ποσό 90.000 ευρώ, εκ των οποίου ο ενάγων υποχρεούται να του καταβάλει κατά την αναλογία της μερίδας του, το ήμισυ αυτού και δη το ποσό των 45.000 ευρώ. Ότι οι ανωτέρω δαπάνες συναρτώνται απολύτως με τη διοίκηση και χρησιμοποίηση του κοινού πράγματος και έγιναν με τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντος, άλλως με την εικαζόμενη βούλησή του, άλλως οφείλονται κατά τις διατάξεις περί της διοίκησης αλλοτρίων. Ο λόγος αυτός, τυγχάνει αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον, προβληθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα με τον πέμπτο λόγο εφέσεως, ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ως μη νόμιμο και αόριστο κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, χωρίς να ελέγχεται (με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο) η ορθότητα ή μη της απορριπτικής κρίσεως. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης,ο αναιρεσείων, επικουρικά, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, εσφαλμένα απέρριψε τον ως άνω ουσιώδη ισχυρισμό του που προβλήθηκε με τον πέμπτο λόγο της εφέσεώς του. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος με την ακόλουθη αιτιολογία "Με αυτό το περιεχόμενο η ένστασή του πρέπει να απορριφθεί : 1) ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας σε ότι αφορά τα ποσό, των τραπεζικών δανείων (υπό στοιχεία β. γ. και δ.) καθώς δεν αναφέρονται οι εργασίες ανακαίνισης στις οποίες αναλώθηκε το προϊόν των δανείων ώστε αφενός να ελεγχθεί εάν ταυτίζονται και σε ποιο βαθμό με τις εργασίες ανακαίνισης που αναφέρει στο υπό στοιχείο α. και αφετέρου, εάν δεν ταυτίζονται, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν αυτές αφορούσαν πράγματι στη συντήρηση τον κοινού πράγματος και εάν ήταν αναγκαίες ή επωφελείς, 2) ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας σε ότι αφορά το ποσό υπό στοιχείο α, καθώς αναφέρει γενικά και αόριστα διάφορες εργασίες και ακολούθως προσκομίζει τιμολόγια και αποδείξεις, χωρίς να αντιστοιχεί τις εργασίες που ισχυρίζεται ότι έλαβαν χώρα με το ποσό που για εκάστη απαιτήθηκε και χωρίς να αναφέρει ποιες από τις εργασίες ήταν αναγκαίες, ποιες εργασίες ήταν χρήσιμες και επωφελείς, ποιες από αυτές αφορούν σε συνήθεις δαπάνες συντήρησης, σε ποιους χώρους έλαβαν χώρα και ποιες από αυτές έλαβαν χώρα με τη σύμφωνη γνώμη του αντιδίκου του ή ποιες έλαβαν χώρα με την εικαζόμενη συναίνεσή του, ώστε να δύναται το δικαστήριο να τάξει αποδείξεις και ο ενάγων να αμυνθεί, 3) ως μη νόμιμη καθ' ο μέρος αιτείται,να του καταβληθεί το ήμισυ των χρημάτων που έπρεπε να λάβει για την παρεχόμενη εργασία του για το χρονικό διάστημα από το Μάιο του έτους 2011 έως το Μάιο του έτους 2016 καθώς, ...δεν περιλαμβάνονται στις αιτηθείσες δαπάνες τα έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο κοινωνός, όταν χρησιμοποιεί προσωπικά το πράγμα, η δε αιτηθείσα αμοιβή για την παρεχόμενη εργασία του προκύπτει εκ της χρήσεως του κοινού πράγματος ως επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων, χωρίς να προσαυξάνει την αξία αυτής αλλά ανάγεται στις επιχειρηματικές αποφάσεις του. Το ανωτέρω κονδύλιο δεν είναι δυνατό να αναζητηθεί ούτε με τις περί διοίκησης αλλότριων διατάξεις αλλά ούτε με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς δεν αφορά σε πραγματοποιηθείσα δαπάνη". Η ανωτέρω αιτίαση, αναφορικά με την εν μέρει απόρριψη της ένστασης επίσχεσης του εναγομένου-αναιρεσείοντος, αφορά ποσοτική, και όχι νομική, αοριστία της ένστασης, η οποία συναρτάται με την ίδρυση της κατ' αρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλειας, πλην, όμως, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ τέτοιος λόγος κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως κατά το οικείο σκέλος του είναι προεχόντως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, ορθώς το Εφετείο απέρριψε εν μέρει ως αόριστη την ένσταση επίσχεσης του εναγομένου-αναιρεσείοντος, απορρίπτοντας ως αβάσιμο το σχετικό πέμπτο λόγο της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, καθώς ο αναιρεσείων δεν προσδιόρισε τις εργασίες ανακαίνισης του επικοίνου στις οποίες αναλώθηκε το προϊόν των δανείων προκειμένου να διαπιστωθεί εάν αυτές αφορούσαν πράγματι στη συντήρηση τον κοινού πράγματος και εάν ήταν αναγκαίες ή επωφελείς και ποιες από αυτές έλαβαν χώρα με τη σύμφωνη γνώμη του αντιδίκου του ή ποιες έλαβαν χώρα με την εικαζόμενη συναίνεσή του, στοιχεία απαραίτητα για το ορισμένο της ενστάσεώς του. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο ελέγχονται τα σφάλματα κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων (ΑΠ 214/2006), καθ'ο μέρος αφορά στην απόρριψη εν μέρει ως μη νόμιμης της ένστασης επίσχεσης του εναγομένου-αναιρεσείοντος είναι ομοίως αβάσιμος, διότι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 794, 785, 788, 789, 792,730 επ.,904 επ., 1101, 1106, 1113 και 325, 326 του ΑΚ και δεν απαίτησε περισσότερα από τα απαιτούμενα κατά το νόμο στοιχεία για το νόμιμο της ως άνω ενστάσεως επισχέσεως του αναιρεσείοντος, αναφορικά με το ποσό που έπρεπε να λάβει για την παρεχόμενη εργασία του στο κοινό ακίνητο για το χρονικό διάστημα από το Μάιο του έτους 2011 έως το Μάιο του έτους 2016, καθώς το ποσό αυτό δεν περιλαμβάνεται στα έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο κοινωνός, όταν χρησιμοποιεί προσωπικά το πράγμα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.
10. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ.2 εδ. β του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 686/2021). Στην προκειμένη περίπτωση,με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης,ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό του, που προβλήθηκε με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς του, με τον οποίο παραπονέθηκε για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του, που αφορά ένσταση αποδυνάμωσης δικαιώματος, διότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε της απόληψης καρπών και προσόδων από τα δωμάτια πλην αυτού που διέμενε. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ο δε τέταρτος λόγος εφέσεως αφορά στην εκτίμηση της αξίας του Α11 διαμερίσματος και στην ένσταση συμψηφισμού της επιδικασθησομένης αποζημίωσης χρήσης με την αποζημίωσης χρήσης που δικαιούται λόγω της αποκλειστικής χρήσης από τον αναιρεσίβλητο του κοινού Α11 διαμερίσματος. 11.Συνακόλουθα και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος,κύριος ή πρόσθετος, προς έρευνα, η ως άνω αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, όπως και οι από 26-4-2023 πρόσθετοι λόγοι αυτής, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 13-5-2021 αίτηση αναίρεσης του Π. Ν., για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., και τους από 26-4-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
-Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή