ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 237/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 237/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 237/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 237 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 237/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Α. Ν., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό των Οικονομικών, κάτοικο Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ε. Τ., Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία ανακάλεσε την με ημερομηνία κατάθεσης 9-11-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13662/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1693/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-12-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Εθνική Τράπεζα, με την από 27-12-2016 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ..., ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: Α) 'Οτι την 23-5-2007 σύναψε με την λειτουργούσα στον νομό ..., μη διάδικο, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", ως πιστούχο και τον Λ. Μ., ως εγγυητή, την με αριθμό ... σύμβαση χρεολυτικού δανείου, με την οποία χορήγησε στην πιστούχο δάνειο ποσού 3.121.360,39 ευρώ, αποκλειστικά για τη ρύθμιση των αναφερομένων στην αγωγή, χρονικά προγενέστερων οφειλών της προς την ίδια (την ενάγουσα) από τρεις άλλες συμβάσεις δανείων. Ότι το δάνειο καλύπτεται με την εγγύηση του εναγομένου ..., σε ποσοστό 80%, εγγύηση που παρασχέθηκε στα πλαίσια της υπ' αρ. 2/27281/0025/8-8-2006 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και μετά από τα αναφερόμενα στην αγωγή έγγραφα - αποφάσεις της 25ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους του Υπουργείου Οικονομικών, υπό τον όρο της εγγραφής υπέρ του Δημοσίου, προς εξασφάλισή του, υποθήκης Δ' σειράς ποσού 3.697.088,31 ευρώ στο ευρισκόμενο στην περιοχή της ..., και περιγραφόμενο στο αναφερόμενο στην αγωγή συμβόλαιο, ακίνητο ιδιοκτησίας της πιστούχου, όρος ο οποίος και εκπληρώθηκε. Ότι επί του ιδίου αυτού ακινήτου είχε εγγραφεί προηγουμένως υπέρ της ιδίας α) προσημείωση υποθήκης για ποσό 150.000.000 δραχμών στις 19-1-1996, για εξασφάλιση του κατωτέρω υπό στοιχείο Γ' ισόποσου δανείου με αλληλόχρεο λογαριασμό, που χορήγησε στην πιστούχο και β) υποθήκη ποσού 300 ευρώ στις 30-6-2006 και προσημείωση υποθήκης ποσού 1.500.000 στις 27-7-2006 για εξασφάλιση της απαίτησης της από τα ανωτέρω δάνεια, που ρυθμίστηκαν με την ανωτέρω υπό στοιχείο Α' σύμβαση. Ότι το ... καλύπτει με την εγγύησή του το κεφάλαιο, τους τόκους, περιλαμβανόμενων και των τόκων υπερημερίας, μέχρι τριμήνου από την καταγγελία, όπως και τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας κλεισίματος του τηρούμενου λογαριασμού. Ότι η σύμβαση δανείου περιείχε τους ειδικότερα αναφερόμενους συμβατικούς όρους και είχε συμφωνηθεί η εξόφλησή του να γίνει σε 18 συνεχείς και διαδοχικές εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, με βάση το κεφάλαιο που θα διαμορφωθεί στις 31-12-2007, της πρώτης δόσης καταβλητέας στις 30-6-2008 και της τελευταίας στις 31-12-2016, ενώ προβλεπόταν δικαίωμα καταγγελίας της δανειακής σύμβασης και του τηρούμενου γι' αυτήν λογαριασμού και σε περίπτωση μη εξόφλησης από τη δανειζόμενη εταιρεία δύο συνεχόμενων χρεολυτικών δόσεων με τους αναλογούντες τόκους, οπότε όλο το ποσό του ανεξόφλητου δανείου καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, έχοντας το δικαίωμα η ενάγουσα να αξιώσει την εξόφλησή του με τους τόκους και τις λοιπές επιβαρύνσεις Ότι με την από 15-6-2009 Πρόσθετη Πράξη, που συνάφθηκε μεταξύ των ιδίων ανωτέρω συμβαλλομένων, στα πλαίσια της νεότερης Υπουργικής Απόφασης υπ' αρ. 2/95281/0025/16-1-2009, νομίμως δημοσιευθείσας, τροποποιήθηκε ο τρόπος εξόφλησης του δανείου και ορίσθηκε ότι η εξόφλησή του θα γίνει σε 16 συνεχείς και διαδοχικές εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, καταβαλλόμενες στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους, με την πρώτη από αυτές να είναι καταβλητέα την 30-6-2009 και την τελευταία την 31-12-2016, με βάση το κεφάλαιο που θα διαμορφωθεί στις 31-12-2008, ενώ συνέχισαν να ισχύουν όλοι οι λοιποί όροι της σύμβασης και της αρχικής Υπουργικής απόφασης. Ότι επειδή στα πλαίσια λειτουργίας της άνω σύμβασης εμφανίσθηκε καθυστέρηση στην εξυπηρέτησή της εκ μέρους της πιστούχου, καταρτίσθηκε μεταξύ των ιδίων ανωτέρω συμβαλλομένων η με αριθμό ... Σύμβαση Ρύθμισης Οφειλής, κατ' εφαρμογή της υπ' αρ. ... Υπουργικής απόφασης, με την οποία, αφού αναγνωρίσθηκε από την πιστούχο ότι η οφειλή της στις 30-6-2009 ανερχόταν στο ποσό των 3.482.388,45 ευρώ, ρυθμίσθηκε η πληρωμή του (μικρότερου) ποσού των 3.464.093,15 ευρώ και ορίσθηκε ότι η εξόφλησή του θα γίνει σε 17 συνεχείς και διαδοχικές εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις με την πρώτη καταβλητέα την 31-12-2010 και την τελευταία καταβλητέα την 31-12-2018. Ότι λόγω μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων της δανειζόμενης εταιρείας και μη καταβολής των οφειλομένων δόσεων, οι τηρούμενοι και ειδικώς αναφερόμενοι λογαριασμοί, που εξυπηρετούσαν την επίμαχη δανειακή σύμβαση, παρουσίασαν χρεωστικό σε βάρος της υπόλοιπο, οπότε η ίδια, η ενάγουσα, στις 17-11-2016, κατήγγειλε την εν λόγω σύμβαση και κήρυξε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό στο σύνολό του το παραπάνω δάνειο, με το συνολικά οφειλόμενο χρεωστικό σε βάρος της πιστούχου κατάλοιπο να ανέρχεται στο ποσό των 5.255.404,32 ευρώ, όπως αυτό διαμορφώθηκε με τις χρεοπιστώσεις, που αναφέρονται αναλυτικά στα ενσωματωμένα στην αγωγή αντίγραφα της κίνησης των άνω λογαριασμών μέχρι τον χρόνο της καταγγελίας και των λογαριασμών καθυστερήσεως. Ότι την καταγγελία αυτή επέδωσε δια αρμοδίου δικαστικού επιμελητή, στις 18-11-2016 στην αντισυμβαλλόμενη της εταιρεία και στον εγγυητή, και στις 21-11-2016 στην αρμόδια 25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων του Υπουργείου Οικονομικών. Ότι από το ανωτέρω οφειλόμενο εκ μέρους της πιστούχου χρωστικό κατάλοιπο, η χορηγηθείσα εγγύηση του εναγόμενου ... καλύπτει (εγγυημένο κεφάλαιο και έξοδα καταγγελίας) το ποσό των 2.876. 553,29 ευρώ. Β) Ότι επίσης στις 23-5-2007 σύναψε με την ίδια μη διάδικο εταιρεία "..." και τον ίδιο ανωτέρω εγγυητή και την με αρ. 2107026854 σύμβαση χρεολυτικού δανείου, με την οποία χορήγησε στην πιστούχο δάνειο ποσού 1.500.000 ευρώ, ως κεφάλαιο κίνησης, στα πλαίσια της ιδίας ανωτέρω υπ' αρ. 2/27281/0025/8-8-2006 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και μετά από την έκδοση των αναφερομένων στην αγωγή εγγράφων της 25ης Διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών. Ότι και το δάνειο αυτό καλύπτεται με την εγγύηση του εναγόμενου ..., σε ποσοστό 80%, προς εξασφάλισή του οποίου χορηγήθηκε από την πιστούχο η ίδια ανωτέρω υποθήκη Δ' σειράς ποσού 3.697.088,31 ευρώ, στο ευρισκόμενο στην περιοχή της ... ακίνητο της πιστούχου. Ότι η αποπληρωμή του δανείου συμφωνήθηκε να γίνει σε 18 συνεχείς και διαδοχικές εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, με την πρώτη δόση να πρέπει να καταβληθεί στις 30-6-2008 και την τελευταία στις 31-12-2016, ενώ προβλεπόταν δικαίωμα καταγγελίας της δανειακής σύμβασης και του τηρούμενου γι' αυτήν λογαριασμού και σε περίπτωση μη εξόφλησης από τη δανειζόμενη εταιρεία δύο συνεχόμενων χρεολυτικών δόσεων με τους αναλογούντες τόκους, οπότε όλο το ποσό του ανεξόφλητου δανείου καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, έχοντας το δικαίωμα η ενάγουσα να αξιώσει την εξόφλησή του με τους τόκους και τις λοιπές επιβαρύνσεις. Ότι με την από 15-6-2009 Πρόσθετη Πράξη, που συνάφθηκε μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων, στα πλαίσια της νεότερης Υπουργικής Απόφασης υπ' αρ. 2/95281/0025/16-1-2009, τροποποιήθηκε ο τρόπος εξόφλησης του δανείου και ορίσθηκε ότι η εξόφλησή του θα γίνει σε 16 συνεχείς και διαδοχικές εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, με την πρώτη από αυτές να είναι καταβλητέα την 30-6-2009 και την τελευταία την 31-12-2016, ενώ συνέχισαν να ισχύουν όλοι οι λοιποί όροι της σύμβασης και της αρχικής Υπουργικής απόφασης. Ότι επειδή στα πλαίσια λειτουργίας της άνω πίστωσης εμφανίσθηκε καθυστέρηση στην εξυπηρέτησή της εκ μέρους της δανειολήπτριας, καταρτίσθηκε μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων η με αριθμό 2107056230/29-12-2010 Σύμβαση Ρύθμισης Οφειλής, κατ' εφαρμογή της υπ' αρ. ... Υπουργικής απόφασης, με την οποία, αφού αναγνωρίσθηκε από την πιστούχο ότι η οφειλή της στις 30-6-2009 ανερχόταν στο ποσό των 1 587.705,46 ευρώ, ρυθμίσθηκε η πληρωμή του (μικρότερου) ποσού των 1.581.992,78 ευρώ και ορίσθηκε ότι η εξόφλησή του θα γίνει σε 17 συνεχείς και διαδοχικές εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, με την πρώτη καταβλητέα την 31- 12-2010 και την τελευταία καταβλητέα την 31-12-2018. Ότι λόγω μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων της δανειζόμενης εταιρείας και τη μη καταβολή των οφειλόμενων δόσεων, οι τηρούμενοι και ειδικώς αναφερόμενοι λογαριασμοί που εξυπηρετούσαν την επίμαχη πίστωση, παρουσίασαν χρεωστικό σε βάρος της υπόλοιπο, με αποτέλεσμα η ενάγουσα, στις 17-11-2016, να καταγγείλει την σύμβαση, και να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό στο σύνολό του το παραπάνω δάνειο, με το συνολικά οφειλόμενο χρεωστικό σε βάρος της πιστούχου κατάλοιπο να ανέρχεται στο ποσό των 2.343.470,80 ευρώ, όπως αυτό διαμορφώθηκε με τις χρεοπιστώσεις, που αναφέρονται αναλυτικά στα ενσωματωμένα στην αγωγή αντίγραφα της κίνησης των άνω λογαριασμών μέχρι τον χρόνο της καταγγελίας και των λογαριασμών καθυστέρησης. Ότι την καταγγελία αυτή επέδωσε δια αρμοδίου δικαστικού επιμελητή, στις 18-11-2016, στην αντισυμβαλλόμενη της εταιρεία και στον εγγυητή, και στις 21-11-2016 στην αρμόδια 25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων του Υπουργείου Οικονομικών. Ότι από το ανωτέρω οφειλόμενο εκ μέρους της πιστούχου χρεωστικό κατάλοιπο, η χορηγηθείσα εγγύηση του εναγόμενου ... καλύπτει (εγγυημένο κεφάλαιο και έξοδα καταγγελίας) το ποσό των 1.312.100,26 ευρώ, όπως αυτό αναλύεται στη συνημμένη στην αγωγή κατάσταση. Γ) Ότι επίσης σύναψε με την ίδια μη διάδικο εταιρεία ως πιστούχο, την με αριθμό 426/4-11-1996 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμού, με την οποία της χορήγησε πίστωση μέχρι του ποσού των 150.000.000 δρχ. (ήδη 440.205,43 ευρώ) επί της οποίας παρασχέθηκε η εγγύηση του ... αρχικά με την υπ' αρ ... απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, στη συνέχεια με την υπ' αρ. 35913/Β 2043/24-10-2000 Υπουργική Απόφαση και τελικά με την νεότερη ... Υπουργική απόφαση, στα πλαίσια των οποίων συνάφθηκε μεταξύ τους η από 28-12-2001 Πρόσθετη Πράξη Σύμβασης. Ότι με την Πράξη αυτή συμφωνήθηκε οι οφειλές από την αρχική σύμβαση, όπως αυτές αναφέρονται, να αποτελέσουν μία νέα οφειλή, η οποία θα εξοφληθεί σε 13 χρόνια με εξαμηνιαίες συνεχείς και τοκοχρεωλυτικές δόσεις, η πρώτη των οποίων θα καταβληθεί την 1-7-2001 και η τελευταία την 31-12-2013, ότι η μη εξόφληση έστω και μίας δόσης, απαιτητών τόκων ή τοκοχρεολυσίων θα επιφέρει ανατροπή της ρύθμισης, επαναφορά στην προηγούμενη ρύθμιση και περιέλευση της οφειλέτη σε κατάσταση υπερημερίας. Ότι λόγω μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων της πιστούχου εταιρείας και μη καταβολής των οφειλόμενων δόσεων, οι τηρούμενοι και ειδικώς αναφερόμενοι λογαριασμοί που εξυπηρετούσαν την επίμαχη πίστωση, παρουσίαζαν χρεωστικό σε βάρος της υπόλοιπο, με αποτέλεσμα η ενάγουσα, στις 22-12-2016, να καταγγείλει την σύμβαση πίστωσης, με το συνολικά οφειλόμενο οριστικό χρεωστικό σε βάρος της πιστούχου κατάλοιπο να ανέρχεται στο ποσό των 172.873,28 ευρώ, όπως αυτό διαμορφώθηκε με τις χρεοπιστώσεις που αναφέρονται αναλυτικά στα ενσωματωμένα στην αγωγή αντίγραφα της κίνησης των άνω λογαριασμών μέχρι τον χρόνο της καταγγελίας και τους λογαριασμούς καθυστέρησης. Ότι την καταγγελία αυτή επέδωσε νόμιμα στην πιστούχο, στις 23-12-2016, ενώ προηγουμένως στις 7-12-2016, με σχετική επιστολή προς την αρμόδια 25η Διεύθυνση Κίνηση Κεφαλαίων του Υπουργείου Οικονομικών ζήτησε την κατάπτωση της εγγύησης του ..., για το συνολικό ποσό των 108.358,12 ευρώ, όπως αυτό αναλύεται στη συνημμένη στην αγωγή κατάσταση. Τέλος επικαλούμενη ότι τόσο η πιστούχος όσο και ο εγγυητής, που ευθύνεται για τις δύο πρώτες συμβάσεις , παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, δεν της κατέβαλαν το οφειλόμενο συνολικό ποσό των 7.771. 748,40 ευρώ, ζήτησε να καταδικαστεί το εναγόμενο να της καταβάλει νομιμοτόκως το καλυπτόμενο από την εγγύησή του και αναφερόμενο για κάθε μία από τις τρεις συμβάσεις χρηματικό ποσό και συνολικά το ποσό των 4.297.011,67 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 13.662/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή αυτή και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ανωτέρω ποσό των 4.297.011,67 ευρώ, νομιμοτόκως από 30/12/2016. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο την από 16-11-2018 έφεση και τους από 26-2-2021 και 6-4-2021 πρόσθετους λόγους έφεσης, επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθ. 1693/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης του εναγομένου, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ' ουσίαν η άνω αγωγή, η οποία και απορρίφθηκε τελικά ως ουσία αβάσιμη, κατά παραδοχή της προβληθείσας από το εναγόμενο ένστασης ελευθέρωσής του, κατά το άρθρο 862 ΑΚ, η οποία είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως αόριστη και την οποία επανέφερε το αναιρεσίβλητο με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του και τον δεύτερο λόγο του από 26-2-2021 δικογράφου προσθέτων λόγων έφεσης. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), οι οποίοι αφορούν μόνο στην προβληθείσα από το αναιρεσίβλητο ένσταση ελευθέρωσής του, κατά το άρθρο 862 ΑΚ, κατά παραδοχή της οποίας απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή.
Με τις διατάξεις του Ν. 2322/1995, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν τα άρθρα 1 έως 12 αυτού καταργηθούν με το άρθρο 106 του Ν. 4549/2018, ρυθμίστηκαν η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης δανείων με την εγγύηση του .... Η εγγύηση παρέχεται με απόφαση του Υπουργού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (άρθρο 12), εκδίδεται δε μετά από σύμφωνη γνώμη Τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με το άρθρο 5 του νόμου και επικουρείται από την υπό του άρθρου 6 προβλεπομένη Υποεπιτροπή. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 1 του ανωτέρω νόμου επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει την εγγύηση του ... στα αναφερόμενα στο άρθρο αυτό πιστωτικά ιδρύματα (όπως ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες κλπ) για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων, που αυτά χορηγούν, μεταξύ άλλων, σε ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση τη οικονομικής ανάπτυξης περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 παρ.1, 4 και 5 του αυτού ως άνω νόμου "1. Το ..., ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων που έχει παράσχει, μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2.... 3.... 4. Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων - και Αξιών - (Γ.Λ.Κ.-Δ25). 5. Τα αναγκαία, δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ. - Δ25), βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών". Κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, και η ΥΑ 2/27281/0025/8.8.2006 (ΦΕΚ Β'1303/13-9-2006), με την οποία ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Παρέχεται η εγγύηση του ... για τη ρύθμιση των μέχρι 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια που έχουν χορηγηθεί για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στους Νομούς Κιλκίς, ... και Καστοριάς σε ένα νέο δάνειο, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων του πρώτου εξαμήνου 2006, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα δόση την 30.6.2008 και τελευταία την 31.12.2016. Οι τόκοι της περιόδου χάριτος κεφαλαιοποιούνται την 30.12.2007". Η παράγραφος αυτή, αφού τροποποιήθηκε με την ΥΑ 2/64067/0025/2008 (ΦΕΚ Β'1807/2008), με την οποία ορίστηκε ως χρόνος καταβολής της πρώτης δόσης η 31.12.2008 και της τελευταίας η 31.12.2016, καθώς και ότι οι τόκοι που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 31.6.2008 δεν κεφαλαιοποιούνται και η καταβολή τους βαρύνει αποκλειστικά τις επιχειρήσεις, τροποποιήθηκε εκ νέου με την ΥΑ 2/95281/0025/16.1.2009 (ΦΕΚ Β'76/2009) πάλι ως προς τον χρόνο καταβολής της πρώτης δόσης, ορισθέντος αυτού την 30.6.2009. Εξάλλου, κατά την ίδια Υ.Α. 2/27281/0025/8.8.2006 "Σε κάθε περίπτωση το ύψος της εγγύησης του ... δεν δύναται να υπερβαίνει το 80% των προς ρύθμιση οφειλών και το 80% του συνόλου των υφιστάμενων μέχρι 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από δάνεια για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης προς πιστωτικά ιδρύματα συν τα κεφάλαια κίνησης. Ως επιτόκιο ορίζεται το εκάστοτε επιτόκιο της αγοράς για την κατηγορία της δανειοδότησης για την οποία παρέχεται η εγγύηση του .... Σε περίπτωση που οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν δύο συνεχόμενες δόσεις με τους αναλογούντες τόκους ή δύο τοκοχρεολυτικές δόσεις, που προκύπτουν από την ανωτέρω ρύθμιση και μέσα σε ένα τρίμηνο από τη λήξη της δεύτερης ανεξόφλητης δόσης, ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών θα καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Οι Τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο, οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ` αριθμ. 2/478/0025/4.1.2006 ΦΕΚ 16/τ.Β/13.1.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Οι προαναφερόμενες Τράπεζες πρέπει να επιδιώκουν μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύησή του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Δημόσιο δόσεων με την ίδια επιμέλεια που δείχνουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου. Το ..., ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των Τραπεζών, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου) και τέλος, τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας κλεισίματος λογαριασμού". Περαιτέρω, με τη με αριθμό ... (ΦΕΚ Β'646/1995) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, παρασχέθηκε η εγγύηση του ... προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος για τη χορήγηση δανείων μέχρι συνολικού ποσού 350.000.000 δρχ. στις βιομηχανικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις Νομού ..., που υπέστησαν ζημιές από εξαγωγές τους στην πρώην .... Τα δάνεια αυτά χορηγούνται για διάρκεια πέντε ετών με την προϋπόθεση εγγραφής εμπράγματης ασφάλειας επί των παγίων της επιχείρησης ποσού ίσου με το χορηγούμενο δάνειο και σε σειρά αμέσως επόμενη των ήδη εγγεγραμμένων. Το ... ως εγγυητής, παραιτείται από την εφαρμογή και τις ενστάσεις των άρθρων 855 και 867 και διατηρεί τα δικαιώματα και τις ενστάσεις που απορρέουν από τα άρθρα 853, 858, 862 και 863 ΑΚ. Με την εγγύηση αυτή το ... αναλαμβάνει την υποχρέωση, σε περίπτωση μη εξόφλησης από τη δανειοδοτούμενη επιχείρηση ληξιπρόθεσμων οφειλών από κεφάλαιο και τόκους, να καταβάλλει στη δανείστρια Τράπεζα μέσα σε 15 ημέρες από την υποβολή των σχετικών δικαιολογητικών στην αρμόδια Υπηρεσία του Γ.Λ.Κ. (Δ. 25-Δ') κάθε ποσό κεφαλαίου, τόκων συμβατικών και υπερημερίας καθώς και κάθε άλλη οφειλή που απορρέει από την καθυστέρηση αυτή (συναφή έξοδα), μετά από προηγούμενη βεβαίωσή τους στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία. Διευκρινίζεται ότι με την εγγύηση αυτή δεν καλύπτονται οι τόκοι πέραν της χρονολογίας αποστολής στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία των δικαιολογητικών για τη βεβαίωση του ποσού των εγγυημένων απαιτήσεων, η οποία χρονολογία δεν πρέπει να είναι μετά την παρέλευση διμήνου από την ημέρα εξόφλησης της εκάστοτε οφειλής. Στην ίδια απόφαση καθορίζονται τα δικαιολογητικά που οφείλει να υποβάλλει η ίδια Τράπεζα με σχετικό έγγραφό της στο Γ.Λ.Κ. σε περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησης αυτής, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο οι εγγυημένες απαιτήσεις της. Ακολούθως, με τη με αριθμό 35913/Β.2043/24.10.2000 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας - Οικονομικών οι οφειλές από δάνεια που χορηγήθηκαν με την εγγύηση του ... σε επιχειρήσεις του Ν. ..., που επλήγησαν από την κρίση στη ..., σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργού Οικονομικών αριθμ. ... και είχαν υπαχθεί στις διατάξεις της Κ.Υ.Α...., κεφαλαιοποιούνται και γίνονται ένα νέο ενιαίο δάνειο, το οποίο θα εξοφληθεί με ίσες εξαμηνιαίες χρεωλυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα την 1.7.2001 και τελευταία την 31.12.2013. Οι τόκοι από 1.7. έως 31.12.2000 θα καταβληθούν στη λήξη τους. Η εγγύηση του ... παρέχεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2322/95. Σε περίπτωση μη καταβολής δύο (2) δόσεων με αναλογούντες τόκους ή τοκοχρεωλυσίων που προκύπτουν από τη νέα ρύθμιση ολόκληρο το δάνειο καθίσταται αμέσως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Προϋπόθεση για την υπαγωγή των επιχειρήσεων στις ρυθμίσεις της παρούσας είναι οι επιχειρήσεις να είναι βιώσιμες. Μελέτη βιωσιμότητας θα προσκομίζεται στην Τράπεζα που έχει τις περισσότερες οφειλές, η οποία και θα αξιολογεί τη μελέτη. Σε περίπτωση θετικής αξιολόγησης η μελέτη θα προσκομίζεται στην 25η Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών για έγκριση της ρύθμισης με την εγγύηση του .... Εξάλλου, με τη με αριθμό ...(ΦΕΚ Β'1628/2000) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών εγκρίθηκε, η εγγύηση που παρασχέθηκε για τη χορήγηση δανείων από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος μέχρι συνολικού ποσού δρχ. 350.000.000 στις βιομηχανικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις νομού ..., που υπέστησαν ζημιές από εξαγωγές τους στην ..., σύμφωνα με την ως άνω με αριθμό 39965/6269/0025/06.07.1995 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, να ισχύει και για την κάλυψη των οφειλών, όπως αυτές θα προκόψουν από την εφαρμογή της ρύθμισης, που θα γίνει σύμφωνα με την προαναφερθείσα με αριθμό 35193/8.2043/24.10.2000 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Προϋπόθεση για την υπαγωγή των επιχειρήσεων στην παραπάνω ρύθμιση είναι οι επιχειρήσεις να είναι βιώσιμες. Η σχετική μελέτη βιωσιμότητας θα συντάσσεται και θα προσκομίζεται στην Τράπεζα που έχει τις περισσότερες οφειλές, η οποία και θα την αξιολογεί. Σε περίπτωση θετικής αξιολόγησης η μελέτη θα αποστέλλεται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους - Δ25 - Δ' για έγκριση της ρύθμισης με την εγγύηση του .... Οι Τράπεζες, μετά τη ρύθμιση με την εγγύηση του Δημοσίου, θα συνεχίσουν να παρακολουθούν την πορεία της επιχείρησης, που υπήχθη στη ρύθμιση και σε οποιαδήποτε περίπτωση αρνητικής πορείας θα ενημερώνεται άμεσα το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους - Δ25 για τη λήψη διορθωτικών μέτρων, όπου κρίνεται απαραίτητο ή για την πρόωρη κατάπτωση της εγγύησης του Δημοσίου. Σε περίπτωση μη καταβολής δύο (2) δόσεων με αναλογούντες τόκους ή τοκοχρεωλυσίων που προκύπτουν από τη νέα ρύθμιση θα καθίσταται αμέσως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το ποσό των ρυθμισμένων οφειλών, όπως θα έχουν τότε διαμορφωθεί. Οι Τράπεζες και τα λοιπά Πιστωτικά Ιδρύματα, εφόσον θέλουν να ικανοποιηθούν από τον εγγυητή ..., θα πρέπει μέσα σε ένα τρίμηνο από τη λήξη της 2ης κατά τα άνω ανεξόφλητης δόσης να προβούν ύστερα από έγγραφη ειδοποίηση των επιχειρήσεων στο κλείσιμο των λογαριασμών των δανείων και στη βεβαίωση των οφειλών στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. ως έσοδα του λογαριασμού του Δημοσίου και στον Ειδικό Λογαριασμό αυτού "Κεφ. Ασφ/σεως Χρημ/σεων εκ κεφαλαίων ή εγγυήσει του Ελλ. Δημοσίου''. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, οι προαναφερόμενες εγγυήσεις του ... διέπονται καταρχήν από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995, σε συνδυασμό με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 1 αυτού, ενώ οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, που διέπουν την εγγύηση (άρθρα 847 επ. του ΑΚ), εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων (ΑΠ 738/2023, ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1903/2022).Το Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει δια της συμβάσεως εγγυήσεως την υποχρέωση να εξοφλήσει τις απαιτήσεις, που αφορά η εγγύησή του, εφόσον οι οφειλόμενες από τον πρωτοφειλέτη δόσεις του χορηγηθέντος δανείου γίνουν ληξιπρόθεσμες. Σε αυτή την περίπτωση, η δανείστρια τράπεζα προβαίνει σε καταγγελία, καθιστώντας ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και εν συνεχεία ζητά την κατάπτωση της εγγυήσεως του Δημοσίου (δηλαδή την εκ μέρους του Δημοσίου εξόφληση των εγγυημένων οφειλών, σε εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του από την εγγύηση), υποβάλλοντας στην αρμόδια υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά για έλεγχο. Η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου, ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης από την Τράπεζα, οπότε και δικαιούται αυτή να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλομένου ποσού και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις άνω δόσεις, η οποία προηγείται μεν της κήρυξης του δανείου ληξιπροθέσμου, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη και την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ΑΠ 738/2023, ΑΠ 797/2023, ΑΠ 181/2021). Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που δανείστρια τράπεζα απευθυνθεί στο Δημόσιο για την εξόφληση επικαλούμενης απαίτησής της συνεπεία κατάπτωσης εγγύησης του Δημοσίου για δάνειο που αυτή χορήγησε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2322/1995, το Δημόσιο δια των αρμοδίων οργάνων του κρίνει, εν πρώτοις, αν όντως συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησής του πριν δώσει την εντολή για την εξόφληση της σχετικής απαίτησης. Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου εξετάζεται (άρθρα 1 § 7 και 11 § 4 του ν. 2322/1995 καθώς και παρ. Α, 6 της ΥΑ 2/478/0025/4.1.2006), αν δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι νόμιμες προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης ή αν από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 862 ΑΚ, που εφαρμόζεται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται στην συγκεκριμένη περίπτωση από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων (ΑΠ 738/2023, ΑΠ 797/2023). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως του εγγυητή, εάν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες - πράξεις, είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Ειδικότερα, στην εγγύηση αορίστου χρόνου θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος (και αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκαμε χρήση των δικαιωμάτων, που του παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 867-868 ΑΚ) ή υπαιτίως δεν αποδέχεται την εγκύρως προσφερομένη κυρία οφειλή ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη ή παρατείνει την προθεσμία εξοφλήσεως, εν αγνοία του εγγυητή, καθίσταται δε μετά ταύτα αναξιόχρεος, ή αν ο δανειστής, μολονότι μπορούσε να διενεργήσει ταμειακό έλεγχο, από τον οποίο ήταν δυνατόν να αποδειχθεί αύξηση της οφειλής, παρέλειψε να προβεί σ` αυτόν. Την υπαίτια αυτή συμπεριφορά του δανειστή οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εγγυητής, ο οποίος για την απαλλαγή του προβάλλει ισχυρισμό ελευθερώσεώς του (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1216/2019, ΑΠ 1296/2017, ΑΠ 1073/2015). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118 - 120 στοιχεία και τους λόγους της έφεσης, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου ή σε ορισμένες περιπτώσεις και του ίδιου του εκκαλούντος. Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει, μάλιστα, της διάταξης του άρθρου 522 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής) και να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς. Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 1509/2021, ΑΠ 574/2018, ΑΠ 1130/2015). Ειδικότερα, όταν αποδίδεται στην εκκαλουμένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και τα περιστατικά, που κατά τον εκκαλούντα, στοιχειοθετούν την αποδιδομένη νομική πλημμέλεια (ΑΠ 584/2019, ΑΠ 574/2018, ΑΠ 1657/2002). Τέλος, ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένους και παραδεκτούς τους λόγους έφεσης, ενώ οι λόγοι ήταν αόριστοι και κατά συνέπεια απαράδεκτοι (ΑΠ 574/2018, ΑΠ 803/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το αναιρεσίβλητο προέβαλε πρωτοδίκως, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του, την ένσταση απαλλαγής του εκ του άρθρου 862 ΑΚ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφασή του απέρριψε την ένσταση αυτή του αναιρεσιβλήτου ως αόριστη. Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του και τον δεύτερο λόγο του από 26-2-2021 δικογράφου προσθέτων λόγων έφεσης παραπονέθηκε το αναιρεσίβλητο, πέραν των άλλων, και για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενο ότι το τελευταίο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε τη νομίμως προταθείσα ένσταση ελευθέρωσής του κατ' άρθρο 862 ΑΚ. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε το λόγο αυτό ως ορισμένο και νόμιμο και στη συνέχεια και ως ουσία βάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Ο λόγος (έφεσης), κατά σκέλος του που ψέγει την εκκαλουμένη για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (του άρθρου 862 ΑΚ), είναι ορισμένος και νόμιμος, εφόσον, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αμέσως προηγούμενη υπό στοιχείο 6α σκέψη, αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και τα περιστατικά, που, κατά το εκκαλούν, στοιχειοθετούν την αποδιδομένη στην απόφαση νομική πλημμέλεια. Περαιτέρω, η ένσταση αυτή παρίσταται πλήρως ορισμένη,..., αφού περιέχει όλα τα απαραίτητα για τη δικονομική της πληρότητα στοιχεία, δοθέντος ότι περιγράφεται αναλυτικά η αμελής συμπεριφορά της ενάγουσας τράπεζας και αναφέρεται, ως αιτιωδώς συνδεόμενη μ' αυτήν συνέπεια, η αδυναμία ικανοποίησης της απαίτησής της από την πρωτοφειλέτρια, αλλά και από τον ευθυνόμενο ως αυτοφειλέτη εγγυητή. Έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απέρριψε την ένσταση ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, η οποία αντίθετα είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη αυτοτελώς στη διάταξη του άρθρου 862 του ΑΚ [και δεν αποτελεί την εκ του άρθρου 11 παρ.4 του Ν 2362/1995 ένσταση, αφού αυτή δεν δύναται να θεμελιωθεί στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά. Και τούτο διότι από το άνω άρθρο με το οποίο ορίζεται ότι "Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά.,,.,.", και η ρύθμισή του τελεί σε αρμονία με τη διάταξη του άρθρου 65 παρ. 4 του αναφερόμενου στη θέση 8 της παρούσας Ν 2362/1995, με την οποία ορίζεται ότι "Εάν η εγγύηση δεν χορηγήθηκε εγκύρως λόγω πταίσματος του δανειστή ή πιστωτή, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά, με μέριμνα της αρμόδιας Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους", συνάγεται ότι οι κατά τις ειδικές αυτές διατάξεις ένσταση προϋποθέτει την από πταίσμα του δανειστή είτε μη πλήρωση των προϋποθέσεων, αρχικά ή μεταγενέστερα, για την παροχή της εγγύησης, είτε τη μη έγκυρη παροχή αυτής εκ μέρους του ..., με χαρακτηριστική περίπτωση εκείνη κατά την οποία από πταίσμα του δανειστή το χρέος δεν ασφαλίζεται, είτε κατά τον χρόνο παροχής της εγγύησης, είτε μεταγενέστερα, επαρκώς με εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτων του πρωτοφειλέτη, όταν τούτο τίθεται ως προϋπόθεση για την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου...ενώ, αντίθετα, η εκ του άρθρου 862 ΑΚ ένσταση ελευθερώσεως προϋποθέτει επιγενόμενη, μετά την κατάρτιση της εγγυητικής σύμβασης, αδυναμία του δανειστή, οφειλόμενη σε πταίσμα του, να ικανοποιηθεί για την, από τη σύμβαση δανείου ή πίστωσης, απαίτησή του από τον πρωτοφειλέτη].
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, και δέχθηκε τους ως άνω λόγους έφεσης του αναιρεσίβλητου, με τους οποίους το τελευταίο έψεγε την εκκαλούμενη απόφαση για παραβίαση του ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 862 ΑΚ, ως ορισμένους και νόμιμους και στη συνέχεια και ως ουσία βάσιμους, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου, καθόσον οι λόγοι αυτοί, υπό το ως άνω περιεχόμενό τους, είναι πλήρεις και επαρκώς ορισμένοι, εφόσον αναφέρεται σε αυτούς o κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και τα περιστατικά που, κατά το εκκαλούν, στοιχειοθετούν την αποδιδομένη στην απόφαση νομική πλημμέλεια, σχετιζόμενα με τα επικληθέντα προς θεμελίωση της ένστασης ελευθέρωσης περιστατικά, με βάση τα οποία συνέτρεχαν όλα τα αναγκαία στοιχεία της νομοτυπικής μορφής του άρθρου 862 ΑΚ. Δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο του λόγου αυτού εφέσεως να παρατίθενται περαιτέρω πραγματικά περιστατικά, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η τελευταία με τον πρώτο κατά το πρώτο σκέλος λόγο αναιρέσεως, επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω αοριστίας του άνω λόγου εφέσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον ίδιο αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο έκρινε ορισμένη και συνεπώς παραδεκτή την ανωτέρω, προβληθείσα με τις πρωτόδικες προτάσεις του, ένσταση του αναιρεσιβλήτου, ενώ αυτή ήταν αόριστη και συνεπώς έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, όπως αναλυτικά εκθέτει, είναι απαράδεκτος, αφού δεν προσκομίζονται από κανένα διάδικο οι πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσιβλήτου και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί το περιεχόμενό τους, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ώστε να κριθεί ακολούθως η βασιμότητα της αιτίασης, που προβάλλεται από την αναιρεσείουσα (ΑΠ 115/2019).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος και δη σε σχέση με την ουσιαστική βασιμότητα της ως άνω, προβληθείσας από το αναιρεσίβλητο, ένστασης ελευθερώσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Όπως ήδη αναλυτικά παρατίθεται στην υπό στοιχείο 3 μείζονα σκέψη, απαραίτητη προϋπόθεση για να λειτουργήσει η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου είναι η καθυστέρηση της καταβολής από τον πιστούχο πρωτοφειλέτη δύο συνεχόμενων χρεωλυτικών δόσεων, χωρίς να τίθεται άλλος περιορισμός, ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο δικαιούται η δανείστρια τράπεζα να κηρύξει ληξιπρόθεσμο το καλυπτόμενο από την εγγύηση τμήμα του δανείου και να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του καλυπτόμενου υπό την εγγύησή του ποσού, ενώ υποχρέωση της τράπεζας να κηρύξει ληξιπρόθεσμο το δάνειο μέσα σε ορισμένο και μάλιστα εύλογο χρόνο από την καθυστέρηση της καταβολής από τον πιστούχο των δύο δόσεων του δανείου, με ποινή εκπτώσεως από τα δικαιώματά της έναντι του εγγυητή ..., δεν ευρίσκει έρεισμα στις διατάξεις περί εγγυήσεως του Αστικού Κώδικα, που συμπληρωματικά εφαρμόζονται και στις επίμαχες εγγυήσεις του .... Συνακόλουθα, πληρούνται κατ' αρχήν οι προϋποθέσεις για τη λειτουργία της εγγυητικής ευθύνης του ..., αφού μετά την καθυστέρηση καταβολής από την πρωτοφειλέτρια ανώνυμη εταιρεία των ανωτέρω αναφερόμενων για κάθε σύμβαση δόσεων, όπως και όλων των μεταγενέστερων δόσεων, η δανείστρια τράπεζα, όπως είχε νόμιμο αλλά και συμβατικό δικαίωμα, προχώρησε σε καταγγελία των ένδικων συμβάσεων. Περαιτέρω, προς έρευνα απομένει η ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης του άρθρου 862 ΑΚ, που ήδη κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη από το παρόν Δικαστήριο (εξ ου και εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη που είχε απορρίψει αυτήν ως αόριστη)...Σε σχέση... με την ουσιαστική βασιμότητα της...από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η πρωτοφειλέτρια δανειολήπτρια εταιρεία, κατά τα ήδη λεχθέντα, είχε επανειλημμένως υπαχθεί, ήδη από το 2001 και από το 2007, σε συμβάσεις ρύθμισης προγενέστερων χρονικά χρεών της προς την ενάγουσα, (προερχομένων από συμβάσεις πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό), ρυθμίσεις που δεν τήρησε εξ ου και υπεγράφησαν νέες συμβάσεις ρύθμισης και δη οι ήδη αναφερθείσες ... και 2107056230/29-12-2010, που προέβλεπαν την εξόφληση των άνω υπό στοιχεία Α και Β δανείων μέχρι την 31-12-2018, σε συνεχείς και διαδοχικές εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, καταβλητέες ανά εξάμηνο και δη την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, με την πρώτη εξ αυτών να είναι καταβλητέα την 31-12-2010. Η ίδια διάδικος για τις άνω υπό στοιχείο A και Β συμβάσεις δανείων δεν είχε καταβάλει οποιοδήποτε ποσό και δεν τήρησε ούτε τις ανωτέρω, καταρτισθείσες το 2010, συμβάσεις ρύθμισης, αφού δεν κατέβαλε ούτε τις δύο πρώτες δόσεις της 31-12-2010 και της 30-6-2011, καθιστάμενη έκτοτε, δηλαδή από 1-7-2011, υπερήμερη ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, συμπεριφορά που συνέχισε να επιδεικνύει έκτοτε, αφού δεν κατέβαλε καμία από τις έτερες δόσεις. Την ίδια συμπεριφορά εκδήλωσε και για την άνω υπό στοιχείο Γ σύμβαση, που αφορούσε την ρύθμιση των οφειλών της πιστούχου, διά της από 28-12-2001 Πρόσθετης Πράξης Σύμβασης, από την 464/4-1-1996 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, αφού, κατά τα όσα αναλυτικά αναφέρθηκαν, έπαψε να εκπληρώνει τις συμβατικές υποχρεώσεις, καταβάλλοντας εκπρόθεσμα τη δόση της 30-6-2011, αφού προέβη στην πληρωμή της στις 20-7-2011, και δεν κατέβαλε τη δόση της 31-12-2011, καθιστάμενη ήδη από 2-1-2012 υπερήμερη ως προς την εκπλήρωση των από τη συγκεκριμένη ρύθμιση υποχρεώσεων, συμπεριφορά που συνέχισε να επιδεικνύει έκτοτε, αφού δεν κατέβαλε καμία από τις έτερες δόσεις. Επιπρόσθετα, ενώ με βάση τους ίδιους τους όρους και των τριών συμβάσεων αλλά και τις προβλέψεις της πολλαπλώς αναφερθείσας 2/27281/0025/8 8,2006...Υπουργικής Απόφασης, που διέπει την παροχή της εγγύησης του ... για τις δύο πρώτες δανειακές συμβάσεις και της ... ...Υπουργικής Απόφασης, που διέπει την παροχή της εγγύησης του ... για την υπό στοιχείο Γ σύμβαση, οριζόταν ότι σε περίπτωση που οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν δύο συνεχόμενες δόσεις με τους αναλογούντες τόκους, όπως αυτές προκύπτουν από εκάστη σύμβαση, και σε ένα τρίμηνο από το ληξιπρόθεσμο της δεύτερης μη εξοφληθείσας δόσης, ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών θα καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, η ενάγουσα τράπεζα είχε δικαίωμα, ήδη από το έτος 2012, να καταγγείλει και τις τρεις επίμαχες συμβάσεις και να καταστήσει το σύνολο των δανείων των δύο πρώτων εξ' αυτών και το χρεωστικό κατάλοιπο της τρίτης εξ αυτών ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, εντούτοις άσκησε εν τελεί το εν λόγω δικαίωμά της μόλις την 17-11-2016 για τις υπό στοιχεία Α και Β δανειακές συμβάσεις και την 22-12-2016 για την τρίτη σύμβαση, οπότε και μόνο τις κατήγγειλε, αφήνοντας αυτές να λειτουργούν στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα και να επιβαρύνονται με τόκους φθάνοντας εν τέλει το χρεωστικό σε βάρος της πιστούχου υπόλοιπο στα υψηλότατα ποσά που προαναφέρθηκαν και δη των 5.255.404,32 ευρώ για την πρώτη δανειακή σύμβαση, των 2.343.470,80 ευρώ για την δεύτερη δανειακή σύμβαση και των 172.873,28 ευρώ για την τρίτη σύμβαση. Και τούτο έπραξε παρά το γεγονός ότι ήδη από την 31 Δεκεμβρίου 2010, σε σχέση με τις υπό στοιχείο Α και Β δανειακές συμβάσεις και από την 31 Δεκεμβρίου 2011, σε σχέση με την υπό στοιχείο Γ σύμβαση, η πρωτοφειλέτρια είχε πάψει να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό, καθιστάμενη πλέον πρόδηλη η οικονομική της αδυναμία, αλλά και η θέληση της πιστούχου να μην εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Εξάλλου, αρνητική συμπεριφορά επέδειξε η πρωτοφειλέτρια και μετά την έκδοση της 2/31728/0025/30-6-2010 ...Υπουργικής Απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών, για την τροποποίηση των όρων αποπληρώμής των εγγυημένων από το ... δανείων βιοτεχνικών, βιομηχανικών, μεταλλευτικών, ξενοδοχειακών επιχειρήσεων και κτηνοτροφικών επιχειρήσεων βιοτεχνικού και βιομηχανικού τύπου, που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, μεταξύ άλλων και στον νομό ..., δυνάμει, μεταξύ άλλων, και της πολλαπλώς αναφερθείσας (υπ') αριθ. 2/27281/0025/8.8.2006 ...απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (που διέπει τις δύο ένδικες υπό στοιχεία Α και Β συμβάσεις δανείου), με την οποία παρεχόταν στους δανειολήπτες η δυνατότητα αναστολής της καταβολής των οφειλομένων δόσεων του χρονικού διαστήματος από 1-1-2010 έως 31-12-2013, με αντίστοιχη επιμήκυνση της συνολικής διάρκειας των δανείων μέχρι την 31-12-2022 και με την ανυπαρξία εγγύησης του ... για τους κεφαλοποιημένους τόκους μέχρι την 31-10-2010 και για τους συμβατικούς τόκους που θα προέκυπταν στο υπόλοιπο διάστημα της αναστολής. Η πρωτοφειλέτρια εταιρεία, παρότι είχε υποβάλει το από 18-11-2010 αίτημά της το οποίο και εγκρίθηκε, όπως προκύπτει από το 2/79165/0025/2-12-2010 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών, Γενική Γραμματεία Δημοσιονομικής Πολιτικής, Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Γενική Διεύθυνση Θησαυροφυλακίου και Προϋπολογισμού, Διεύθυνση 25η Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών - Τμήμα Δ', δεν προσήλθε για την υπογραφή της νέας σύμβασης. Η άρνηση της πρωτοφειλέτριας να υπαχθεί στη νεότερη ρύθμιση, οφειλόμενη στο ότι η νέα ρύθμιση προέβλεπε την επιμήκυνση της αποπληρωμής του δανείου μέχρι και το έτος 2022 και τη μη παροχή της εγγύησης του ... για τους τόκους του ως άνω διαστήματος αναστολής (από 1-1-2010 έως 31-12-2010), θα έπρεπε, σε συνδυασμό με την προηγούμενη συμπεριφορά που εκδήλωσε (η πρωτοφειλέτρια) στα πλαίσια των επίμαχων συμβάσεων με τη μη καταβολή οποιουδήποτε ποσού ήδη από την 31-12-2010 και την παραβίαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, να καταστήσει ιδιαίτερα προσεκτική την ενάγουσα τράπεζα και να την οδηγήσει στην επιβαλλόμενη, εντός ευλόγου χρόνου, μη δυνάμενου να υπερβεί το εξάμηνο ή και, σε κάθε περίπτωση το έτος, καταγγελία των συμβάσεων, έτσι ώστε να είναι δυνατόν να επακολουθήσει ο εξοπλισμός των επίμαχων απαιτήσεών της με εκτελεστό τίτλο (π.χ. διαταγή πληρωμής) και η με βάση αυτόν επιδίωξη αναγκαστικής είσπραξης των ίδιων απαιτήσεων από την πρωτοφειλέτρια και το(υ) συνευθυνόμενο(υ), για τις Α και Β συμβάσεις, ως αυτοφειλέτη εγγυητή, πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλό της. Αντί αυτών όμως η τράπεζα, από βαριά της αμέλεια, αγνόησε όλα τα παραπάνω δυσμενή στοιχεία και, αντίθετα, όχι μόνο δεν προέβη σε άμεση καταγγελία των συμβάσεων και δικαστική διεκδίκηση των ένδικων σήμερα απαιτήσεών της, αλλά συνέχισε να χρηματοδοτεί την πρωτοφειλέτρια με την κατάρτιση και άλλων συμβάσεων πίστωσης και ειδικότερα: α) της ... σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού 250.000 ευρώ, την εκπλήρωση της οποίας εγγυήθηκε (η) Α. Μ., το οποίο έλαβε η πιστούχος στις 20-7-2011 (η εν λόγω σύμβαση καταγγέλθηκε από τη δανείστρια τράπεζα, επίσης λόγω μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων της πιστούχου, στις 20-4-2017), β) της 2107058438/3-6-2011 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού 500.000 ευρώ, το οποίο έλαβε η πιστούχος στις 20-7-2011 (η εν λόγω σύμβαση καταγγέλθηκε από τη δανείστρια τράπεζα, επίσης λόγω μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων της πιστούχου, στις 17-11-2016) και γ) της 2107058420/3-6-2011 σύμβασης δανείου για κεφάλαιο κίνησης ποσού 900.000 ευρώ, το οποίο έλαβε η πιστούχος στις 20-7-2011, αποπληρωτέο με συνεχείς και διαδοχικές εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις από την 30-6-2014 έως 30-12-2022 [η εν λόγω σύμβαση, που τελούσε υπό την εγγύηση του ... δυνάμει της ήδη αναφερθείσας 2/31728/0025/30-6-2010 (ΦΕΚ Β' 986/30.06.2010) Υπουργικής Απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών, καταγγέλθηκε από τη δανείστρια τράπεζα στις 20-4-2017, επίσης λόγω μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων της πιστούχου και δη της μη καταβολής των δόσεων της 30-6-2016 και της 30-12-2016). Η μη άμεση καταγγελία των ένδικων συμβάσεων από την ενάγουσα και η εν τέλει καταγγελία τους στις 17-11-2016 και στις 22-12-2016, παρά την παρέλευση μακρού χρονικού διαστήματος από την παύση της εξυπηρέτησης των συμβάσεων (από το τέλος του 2011), μετά δηλαδή 5 έτη, παρά όλες τις ανωτέρω αρνητικές παραμέτρους, οφειλόμενη στο γεγονός ότι η καταγγελία τους θα είχε ως συνέπεια να μην δύναται να δικαιολογηθεί η σύναψη των ανωτέρω από 3-6-2011 νέων συμβάσεων χρηματοδότησης, είχε ως αποτέλεσμα να μην υπάρξει καμία δικαστική ενέργεια σε βάρος της πρωτοφειλέτριας, ούτε και του ως αυτοφειλέτη ευθυνομενου εγγυητή (για τις υπό στοιχεία Α και Β δανειακές συμβάσεις) μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής, δηλαδή ούτε καν η απόκτηση εκτελεστού τίτλου, αφού τούτο προϋπέθετε την καταγγελία των συμβάσεων και, συνακόλουθα, να μη λάβει χώρα οποιαδήποτε ενέργεια καταδίωξής τους με αναγκαστική εκτέλεση, στην οποία, εφόσον είχε εφοδιασθεί με εκτελεστό τίτλο, ευχερώς θα μπορούσε να προβεί. Συνοψίζοντας τα όσα αναφέρθηκαν, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η ενάγουσα, από βαριά αμέλειά της, δεν επεδίωξε εντός ευλόγου χρόνου από την παύση της εξυπηρέτησης από την πρωτοφειλέτρια - πιστούχο των επίμαχων συμβάσεων το έτος 2011, την καταγγελία αυτών και τον εξοπλισμό των απαιτήσεών της με εκτελεστό τίτλο, όπως π.χ. με διαταγή πληρωμής, ώστε στη συνέχεια να επιληφθεί με αναγκαστική εκτέλεση επί της ακίνητης και κινητής περιουσίας της δανειολήπτριας εταιρείας ή του εγγυητή, παραβιάζοντας έτσι και την πρόβλεψη της 2/27281/0025/8 8.2006 ...Υπουργικής Απόφασης, που διέπει την παροχή της εγγύησης του ... για τις δύο πρώτες δανειακές συμβάσεις και στην οποία ορίζεται ότι "Οι προαναφερόμενες Τράπεζες πρέπει να επιδιώκουν μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύησή του τους τόκους υπερημερίας, την από τους πρωτοφειλέτες των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Δημόσιο δόσεων με την ίδια επιμέλεια που δείχνουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου", αφού δεν αποδείχθηκε ότι στα δάνεια που είχε χορηγήσει η ενάγουσα το ίδιο διάστημα σε τρίτους, χωρίς την εγγύηση του ..., επέδειξε την ίδια αμελή συμπεριφορά προς ικανοποίηση των εξ αυτών απαιτήσεων της, Η παραπάνω από υπαιτιότητα (βαριά αμέλεια) συμπεριφορά της ενάγουσας τράπεζας είχε ως αιτιωδώς συνδεόμενο αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η ικανοποίηση των επίμαχων ληξιπρόθεσμων ήδη από την 2-7-2012 και απαιτητών απαιτήσεών της από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία και τον ευθυνόμενο, για τις υπό στοιχείο Α και Β δανειακές συμβάσεις, ως αυτοφειλέτη εγγυητή, πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλό της. Τα όσα η ενάγουσα διατείνεται για τη δικαιολόγηση της άνω συμπεριφοράς της και δη α) ότι το Δημόσιο μέχρι το 2014 ζητώντας τις προμήθειες του για τις Α και Β συμβάσεις δανείου (0,4% επί του κάθε φορά ανεξόφλητου εγγυημένου υπολοίπου του δανείου) θεωρούσε ισχυρή την παρασχεθείσα επί αυτών εγγύησή του, β) ότι ενόψει της οικονομικής κρίσης της Ελλάδας, της εισόδου της στο καθεστώς των μνημονίων το 2010, την αναστολή καταγγελίας των επιχειρηματικών δανείων μέχρι την 30-6-2011 δυνάμει του άρθρου 2 παρ.5 του Ν 3816/2010 και της επιβολής των capital controls το 2015, η ίδια επεδείκνυε ανοχή προς όλους τους πιστούχους και έδωσε χρόνο σ' αυτούς προκειμένου να ορθοποδήσουν και γ) ότι υπήρχε μία προσπάθεια διαπραγμάτευσης με την πιστούχο για τη ρύθμιση των εν γένει οφειλών της (όχι δηλαδή μόνο από τις ένδικες τρεις συμβάσεις αλλά και αυτές που καταρτίσθηκαν στις 3-6-2011 και προαναφέρθηκαν), παρίστανται απορριπτέα ως αβάσιμα, αφού δεν αναιρούν την προπεριγραφείσα από βαριά αμέλεια συμπεριφορά της ενάγουσας. Και τούτο διότι: α) αφού η ίδια η ενάγουσα δεν προχωρούσε σε καταγγελία των ένδικων δύο δανειακών συμβάσεων, καλώς το ... αναζητούσε τις κατά νόμο προμήθειές του. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στο 2/25635/025/9-5-2014 έγγραφο, που σχετικώς προσκομίζει η ενάγουσα για να υποστηρίξει την αιτίασή της, γίνεται λόγος πράγματι για τον υπολογισμό των προμηθειών του Δημοσίου για τις εν λόγω δύο συμβάσεις, επισημαίνεται, όμως, σε αυτό ότι δεν έχει ολοκληρωθεί η υπαγωγή των συμβάσεων αυτών στην 2/31728/0025/30-6-2010 (ΦΕΚ Β' 986/30.06.2010) Υπουργική Απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών και ότι συνεπεία τούτου είναι λανθασμένη η παρακολούθηση των εν λόγω δανείων στα πλαίσια αυτής, για αυτό δε ζητείται η αποστολή από την ενάγουσα τράπεζα νέων αναλυτικών καταστάσεων υπολογισμού των προμηθειών με βάση την διέπουσα τα άνω δάνεια ορθή Υπουργική απόφαση, β) το πράγματι δύσκολο οικονομικό περιβάλλον, που ενέσκηψε στην Ελλάδα από το 2010 και η είσοδος της χώρας στο καθεστώς των μνημονίων, δεν αποτελεί γενικό παράγοντα που να επιβάλλει στις τράπεζες την μη καταγγελία των μη εξυπηρετούμενων επί μακρό χρονικό διάστημα δανειακών συμβάσεων και πιστώσεων και να αναιρεί a priori την εκ του άρθρου 862 ΑΚ ένσταση ελευθερώσεως του εγγυητή και γ) οι διαπραγματεύσεις, για τις οποίες κάνει λόγο [που δεν αναφέρονται αναλυτικά από την ενάγουσα αλλά αναφέρονται αναλυτικά ως ισχυρισμοί της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη δανειολήπτριας εταιρείας σε ανακοπή και πρόσθετο λόγο ανακοπής που άσκησε κατά της 13742/2018 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (η οποία εκδόθηκε για την ... σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού 250.000 ευρώ που καταρτίσθηκε μεταξύ της εταιρείας και της ενάγουσας) στην 2112/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης] και η ανεπιτυχής κατάληξή τους δεν μπορεί να μετακυλισθεί στο .... Εξάλλου το γεγονός ότι πράγματι η ενάγουσα προχώρησε στην έκδοση, μετά την άσκηση της αγωγής της, στην έκδοση διαταγών πληρωμής για τις επίδικες συμβάσεις κατά της πρωτοφειλέτριας και του εγγυητή (στις υπό στοιχείο Α και Β εξ αυτών) Λ. Μ. (πρόκειται για τις 13741/2018, 13733/2018 και 13738/2018 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) δεν έχει καμία έννομη σημασία για την ουσιαστική βασιμότητα της εξεταζόμενης εκ του άρθρου 862 ΑΚ ένστασης του εναγόμενου ..., όταν μάλιστα δεν προέβη σε καμία πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της περιουσίας αυτών, στοιχείο που επιβεβαιώνει πλήρως την ήδη εκφρασθείσα κρίση του Δικαστηρίου ότι κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή της από την πρωτοφειλέτη ή τον άνω εγγυητή Η αυτή κρίση, όμως, επιρωνύεται έτι περαιτέρω και από το γεγονός ότι η 33178/19-2-2019 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ι. Β. αφορά, όπως προκύπτει από την ήδη αναφερθείσα 2112/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάσχεση ακινήτων για την ικανοποίηση άλλης, πλην των ένδικων, απαίτησης της ενάγουσας και δη αυτής που προέρχεται από την ... σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού 250.000 ευρώ, τα δε κατασχθέντα ακίνητα ανήκουν στην εγγυήτρια αυτής της άλλης σύμβασης Α. Μ.. Τέλος, και το επιχείρημα της ενάγουσας ότι ακόμη και αν επέσπευδε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του επιχειρηματικού ακινήτου της δανειολήπτριας, τούτο δεν θα επέφερε την ικανοποίηση των ένδικων απαιτήσεών της, επειδή το εν λόγω ακίνητο βαρύνεται με υπέρ του Δημοσίου υποθήκη Δ' σειράς για το ποσό 3.697.088,31 ευρώ, που παραχωρήθηκε με το νομίμως μεταγεγραμμένο, με αριθμό ..., συμβόλαιο παροχής υποθήκης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ. Σ., πέραν του γεγονότος ότι προς(ι)διάζει περισσότερό προς απόκρουση της ένστασης διζήσεως του άρθρου 855 του ΑΚ, δεν βρίσκει ουσιαστικό έρεισμα Και τούτο διότι για να προχωρήσει η ενάγουσα σε αναγκαστική εκτέλεση επί του ως άνω ακινήτου, θα έπρεπε πρωτίστως να καταγγείλει τις ένδικες συμβάσεις και να αποκτήσει αντίστοιχους εκτελεστούς τίτλους, πράγμα που επειδή ακριβώς δεν έκανε από υπαιτιότητα της κατά τα ήδη λεχθέντα, κατέστησε αδύνατη την ικανοποίηση των υπέρογκων πλέον απαιτήσεών της από την πρωτοφειλέτρια και το άνω φυσικό πρόσωπο εγγυητή Λ. Μ. Εξάλλου, για να αναγγελθεί το Δημόσιο σε πλειστηριασμό του άνω ακινήτου, θα έπρεπε προηγουμένως να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της αντιδίκου του τράπεζας, οπότε το ίδιο θα υποκαθίστατο στη θέση της και θα ήταν αυτό δικαιούχος των εγγυημένων απαιτήσεων της. Συνακόλουθα των όσων αναφέρθηκαν, η νομοτύπως προβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση του εναγόμενου ... περί ελευθερώσεώς του από την ένδικη εγγύηση κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ούσα πλήρως ορισμένη και νόμιμη, αποδεικνύεται βάσιμη και κατ' ουσίαν". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή της προβληθείσας πρωτοδίκως ένστασης του εναγόμενου- ήδη αναιρεσιβλήτου ... περί ελευθερώσεώς του από την ένδικη εγγύηση κατά το άρθρο 862 ΑΚ. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών, αιτιολογιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ουσιαστικής βασιμότητας της προβληθείσας από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ένστασης ελευθερώσεώς του, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 862 ΑΚ. Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, στην εγγύηση αορίστου χρόνου θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος, ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη, εν αγνοία του εγγυητή, καθίσταται δε μετά ταύτα αναξιόχρεος.
Εν προκειμένω, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ενάγουσα, μετά την έστω και καθυστερημένη καταγγελία των τριών επιδίκων δανειστικών συμβάσεων και μέχρι και την άσκηση της αγωγής της τον Δεκέμβριο του 2016, επί μακρό δηλαδή χρόνο, δεν προέβη σε καμία απολύτως ενέργεια για την ικανοποίηση της απαίτησής της έναντι των υπόχρεων προσώπων και δη από βαριά αμέλειά της δεν επεδίωξε άμεσα, με την καταγγελία των τριών σύμβασεων, τον εξοπλισμό της απαίτησής της με εκτελεστό τίτλο, όπως π.χ. με διαταγή πληρωμής, έτσι ώστε στη συνέχεια να επιληφθεί με αναγκαστική εκτέλεση επί της ακίνητης περιουσίας της δανειολήπτριας εταιρείας και του εγγυητή των δύο πρώτων συμβάσεων, παραβιάζοντας έτσι και την πρόβλεψη των ως άνω Υπουργικών αποφάσεων, που επέβαλαν να επιδιώξει μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών την είσπραξη των δύο δανείων με την ίδια επιμέλεια που δείχνει και για τα δάνεια που χορηγεί χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου, η αμελής δε αυτή συμπεριφορά της είχε ως αιτιωδώς συνδεόμενο αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η ικανοποίηση των ήδη από το έτος 2011 ληξιπρόθεσμων και απαιτητών απαιτήσεών της από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία και τον ευθυνόμενο ως αυτοφειλέτη εγγυητή - μέλος της. Ενώ, όμως, αναφέρεται αναλυτικά ότι η ενάγουσα επέδειξε την άνω αμελή συμπεριφορά, δεν αναφέρεται ταυτόχρονα ότι, μετά ταύτα, έγινε η πρωτοφειλέτρια και ο ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης εγγυητής αναξιόχρεοι, ούτως ώστε να συνδέεται αιτιωδώς η αμελής αυτή συμπεριφορά της ενάγουσας με την αδυναμία ικανοποιήσεως της ένδικης αξίωσής της και να πληρούται έτσι το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 862 ΑΚ. Δεν αναφέρει δηλαδή το Εφετείο ποια ήταν η περιουσιακή κατάσταση της πρωτοφειλέτριας εταιρίας και του εγγυητή της στις δύο πρώτες συμβάσεις, κατά την κατάρτιση των δανειακών συμβάσεων και πάντως πριν την καταγγελία τους και ποια ήταν αυτή μετά την καταγγελία και ιδιαίτερα κατά το έτος 2017, οπότε και παρήλθε ικανό χρονικό διάστημα κατά το οποίο η ενάγουσα δεν προέβη σε καμία ενέργεια για είσπραξη της απαίτησής της από τους άνω οφειλέτες, ώστε να διακριβωθεί, αν κατά το χρονικό αυτό διάστημα θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απαίτηση της ενάγουσας και, επίσης, αν πρόκειται για επιγενόμενη αδυναμία της ενάγουσας να ικανοποιηθεί από την περιουσία της πρωτοφειλέτριας εταιρίας και των μελών της. Και τούτο, ενώ αναφέρεται ότι το επιχειρηματικό ακίνητο ιδιοκτησίας της πιστούχου βαρύνεται με υπέρ του Δημοσίου υποθήκη Δ' σειράς για το ποσό 3.697.088,31 ευρώ, που παραχωρήθηκε με το νομίμως μεταγεγραμμένο, με αριθμό ..., συμβόλαιο παροχής υποθήκης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ. Σ., δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στην απόφαση, αν η υφιστάμενη κατά τη σύναψη της δανειακής σύμβασης παραπάνω ακίνητη περιουσία της πρωτοφειλέτριας, επί της οποίας εγγράφηκε η άνω εμπράγματη ασφάλεια υπέρ του αναιρεσιβλήτου, εξακολούθησε να υφίσταται και μετά την καταγγελία της δανειακής σύμβασης βαρυνόμενη με τα επικαλούμενα στην αγωγή εμπράγματα βάρη (υποθήκη και προσημειώσεις υποθήκης) υπέρ της αναιρεσείουσας και σε καταφατική περίπτωση, αν επαρκεί ή όχι για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της ενάγουσας, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για επιγενόμενη αδυναμία της τελευταίας να ικανοποιηθεί από την περιουσία της πρωτοφειλέτριας εταιρίας. Η ανεπάρκεια αυτή δεν αναπληρώνεται με την αόριστη αναφορά ότι η από υπαιτιότητα συμπεριφορά της ενάγουσας είχε ως αιτιωδώς συνδεόμενο αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η ικανοποίηση της απαίτησής της από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία και τον ευθυνόμενο ως αυτοφειλέτη εγγυητή - μέλος της, καθόσον εξ αυτού δεν συνάγεται αν η πρωτοφειλέτρια και οι λοιποί ευθυνόμενοι είχαν επαρκή περιουσία πριν από την καταγγελία της δανειακής σύμβασης και αν η περιουσία αυτή κατέστη ανεπαρκής εκ των υστέρων, αφού, καθόσον μεν αφορά την πρωτοφειλέτρια εταιρία καμία σχετική παραδοχή δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη σχετικά με την τύχη της άνω ακίνητης περιουσίας της, που δέχεται ότι υπήρχε κατά την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης και παραχωρήθηκε για την εμπράγματη εξασφάλιση των διαδίκων, καθόσον δε αφορά τον εγγυητή καμία σχετική παραδοχή δεν διαλαμβάνεται για την ύπαρξη η μη περιουσιακών του στοιχείων, τόσο κατά το χρόνο κατάρτισης της δανειακής σύμβασης, όσο και μετά την καταγγελία της σύμβασης αυτής. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, αληθώς από τον από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αρ. 1 του ιδίου άρθρου, με τον οποίο καταλογίζονται στο Εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη ως προς το κεφάλαιο της προβληθείσας από το αναιρεσίβλητο ένστασης ελευθέρωσης του κατά το άρθρο 862 του ΑΚ και μόνον. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση κατά το άνω μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 1693/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο. -ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές. -ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα. Και -ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή