Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 306 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Γ.Β
Αριθμός 306/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου ...24, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ρ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγαπηνό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Σ., κατοίκου Αθηνών, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-...... αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../...... του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ... αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, "αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί." Στην προκειμένη περίπτωση, από την ....493/22-3-...23 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λ. Μ. Μ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη προσωπικά. Εφόσον, συνεπώς, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά .την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.
Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974, ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως ... 2. Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει των διατάξεων του άρθρου 6 §§ 2 και 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά τις οποίες "2. Η Ένωση προσχωρεί στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελωδών Ελευθεριών. ... 3. Τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και όπως απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, αποτελούν μέρος των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης." Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για -ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (....../C 3.../02), που ορίζει ότι "κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο". Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται και στο άρθρο 71 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο", ως συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας ...16/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9-3-...16 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/...19. Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7 § 1 του Συντάγματος και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχείρισης που θα επιφυλασσόταν σε αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του. Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. καθιερώνει τη γενική αρχή της δίκαιης δίκης, που εφαρμόζεται τόσο στην ποινική, όσο και την αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου. Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνο το θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά συνιστά ταυτόχρονα ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 § 1 της Ε.Σ.Δ.Α. αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος, είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου. Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής και δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης, ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό. Η εφαρμογή, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία, ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος, που του αποδόθηκε, και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή. Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο λόγω αμφιβολιών ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιονδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση μη διαπιστωμένης ενοχής. Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας, δηλαδή ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση άλλης επιπλέον ποινικής κατηγορίας κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 914 επ. Α.Κ. αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα-ενάγοντα. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως μάλιστα προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών, ποινικής και πολιτικής, έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται αϊτό την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική. Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής ποινικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος, συνακόλουθα δε σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 § 2 Ε.Σ.Δ.Α. και 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Έτσι, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την "ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα μάλιστα από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξίωσης για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής πολιτική δίκη ως δεύτερη ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem. Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του κατηγορουμένου. Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής απόφασης, τόσο στο αιτιολογικό-σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ιδίως με την επίκληση ότι: α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση ελήφθη κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) η κρίση στηρίχτηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία όμως απορρίφθηκε για δικονομικούς-τυπικούς λόγους, κ.ά. Το πολιτικό δικαστήριο, δηλαδή, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της απόφασής του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.
Συνεπώς, το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μη δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο. Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου διατύπωσης των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ.Α.Π. 4/......, Α.Π. ...38/...21). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/...06). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ. 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/...18, Ολ.Α.Π. 7/...06).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ή ενάγουσα [αναιρεσίβλητη], πτυχιούχος Ψυχολογίας (του Πανεπιστημίου ...) και με σοβαρές μεταπτυχιακές σπουδές σε πανεπιστήμια της Γαλλίας και της Ιταλίας, εργαζόταν από το 19... ως υπεύθυνη της ψυχολογικής υπηρεσίας στο Γενικό Νοσοκομείο ... ... Μεταξύ των καθηκόντων της περιλαμβανόταν η διαπίστωση της πάθησης της δυσλεξίας σε μαθητές της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και η έκδοση των σχετικών βεβαιώσεων, δυνάμει των οποίων οι πάσχοντες μαθητές εξασφάλιζαν το δικαίωμα να μην εξετάζονται σε γραπτές εξετάσεις, αλλά μόνο προφορικά. Οι εξετάσεις στις οποίες υποβάλλονταν οι μαθητές, για να πιστοποιηθεί ότι έπασχαν από δυσλεξία, εκτελούνταν στα εξωτερικά ιατρεία του ανωτέρω νοσοκομείου, το ιατροπαιδαγωγικό κέντρο του οποίου ήταν ένα από τα πιστοποιημένα στην Ελλάδα για τη διαπίστωση της ανωτέρω πάθησης, επί πληρωμή ... Η ενάγουσα ήταν η μοναδική ψυχολόγος του ανωτέρω νοσοκομείου και αρμόδια να εκδίδει βεβαιώσεις περί δυσλεξίας. Τέτοιες βεβαιώσεις εκδίδονταν, επίσης, από τους ιατρούς-παιδονευρολόγους, που υπηρετούσαν στο νευρολογικό τμήμα του ίδιου νοσοκομείου. Η ενάγουσα ήρθε σε σύγκρουση με την αποσπασθείσα τον Αύγουστο του ...... και για δύο φορές την εβδομάδα από το νοσοκομείο "..." στο Γενικό Νοσοκομείο ... λογοθεραπεύτρια Ρ.. Μ., για το λόγο ότι η τελευταία, μολονότι δεν διέθετε τα απαιτούμενα προσόντα, επιθυμούσε να λαμβάνει αριθμούς πρωτοκόλλου, ώστε να εκδίδει βεβαιώσεις δυσλεξίας. Το γεγονός αυτό γνωστοποίησε η ενάγουσα στον τότε διευθυντή του ως άνω νοσοκομείου αποστέλλοντάς του την από 5-...-...... "ενημερωτική έκθεσή" της ... ενώ ακολούθως κατήγγειλε τη Μ. και στον πανελλήνιο ψυχολογικό σύλλογο για αντιποίηση επαγγέλματος. Τον Οκτώβριο του ...... κατόπιν ερωτήματος λυκειάρχη διαπιστώθηκε ότι βεβαίωση δυσλεξίας, που φερόταν να είχε εκδοθεί από το νευρολογικό τμήμα του ανωτέρω νοσοκομείου, είχε πλαστογραφηθεί. Μετά από αυτό διατάχθηκε ο έλεγχος όλων των σχετικά εκδοθέντων πιστοποιητικών, τόσο από το ψυχολογικό όσο και από το νευρολογικό τμήμα του νοσοκομείου, σε βάθος 3-4 χρόνων, που είχε ως αποτέλεσμα να βρεθούν 59 πλαστές βεβαιώσεις-πιστοποιητικά, από τις οποίες 6 βεβαιώσεις με φερόμενη εκδότρια την ενάγουσα, που ενημέρωσε σχετικά τη διοίκηση του νοσοκομείου με το υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου .../...-03-...... έγγραφό της, και 53 πλαστές βεβαιώσεις, με φερόμενους εκδότες τους νευρολόγους ιατρούς του νευρολογικού τμήματος του ίδιου νοσοκομείου. Μεταξύ των 53 αυτών πλαστών πιστοποιητικών ήταν και το υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου .../01-...-...... πιστοποιητικό, που αφορούσε τον Α. Τ. Σ. (πλέον, λόγω αλλαγής επωνύμου, κατόπιν υιοθεσίας, Α. - Τ. Ρ.). Κληθείς ο νυν εναγόμενος [αναιρεσείων] να εξεταστεί ως μάρτυρας για το πλαστό αυτό πιστοποιητικό, κατέθεσε ενόρκως στις 28-7-...... ενώπιον των αρμόδιων αστυνομικών της οικονομικής αστυνομίας, ότι είναι πατριός του τότε ανηλίκου Α. - Τ. Σ., που είναι υιός της συζύγου του ... από άλλο γάμο της (και το οποίο τέκνο αργότερα υιοθέτησε), ότι, επειδή το παιδί από μικρό αντιμετώπιζε προβλήματα δυσλεξίας, του σύστησαν την ανωτέρω λογοθεραπεύτρια Ρ. Μ., την οποία επισκέφθηκε στο κέντρο λογοθεραπείας που διατηρούσε στο ..., όπου και το ανήλικο έκανε 5-6 συνεδρίες αντί του τιμήματος των 60 ευρώ η καθεμία, ότι επειδή η πιστοποίηση του ανηλίκου-πάσχοντα από τα ΚΕΔΥ θα αργούσε πολύ, η Μ., προσφέρθηκε να τους βοηθήσει να βγάλουν τη βεβαίωση μέσω γνωστής, που ισχυρίστηκε ότι είχε στη Β1 Πτέρυγα του Νοσοκομείου ..., την οποία, όμως, δεν κατονόμασε και στην οποία παρέπεμψε τον εναγόμενο περί τα μέσα Ιουνίου του ......, και ότι, αφού εξετάστηκε το παιδί, την επόμενη βδομάδα, παρέλαβε από τη Μ. το προαναφερθέν υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου .../01-...-...... πιστοποιητικό, που αποδείχθηκε πλαστό. Επίσης, ο εναγόμενος κατέθεσε ότι, όταν πληροφορήθηκε (την 27-3- ......) από την αστυνομία τί είχε συμβεί, επικοινώνησε με τη Μ., της ζήτησε να ανανεώσει το παραπάνω με ημερομηνία έκδοσης 1-7-...... πιστοποιητικό, και εκείνη του απάντησε ότι έχει ήδη κλείσει ραντεβού, την επόμενη Τρίτη (3-4-......) το απόγευμα, πάλι στη Β'πτέρυγα του ιδίου νοσοκομείου, όπου θα τους περίμενε μία ψυχολόγος, την οποία και πάλι δεν κατονόμασε, αλλά ότι, για την επιβεβαίωση του ραντεβού, έπρεπε να της δώσει το ποσό των 500 ευρώ. Στην από 22-5-...... συμπληρωματική ένορκη εξέτασή του ενώπιον αστυνομικών της ίδιας ως άνω υπηρεσίας της αστυνομίας, ο εναγόμενος επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της ανωτέρω αϊτό 28- 3-...... ένορκης κατάθεσής του και επιπλέον κατέθεσε ότι μετά την από 28-3-...... ένορκη κατάθεσή του επικοινώνησε τηλεφωνικά με τη Ρ.. Μ., η οποία στις ερωτήσεις που της έθεσε, τον καθησύχασε αναφέροντάς του ότι το απόγευμα της Τρίτης (προφανώς 3-4-......) θα τον περίμενε στο νοσοκομείο η ψυχολόγος, ονόματι Μ., για να εξετάσει το παιδί του, και να της πει ότι τον είχε στείλει η ίδια (η Μ.) ενώ και του επανέλαβε ότι θα έπρεπε προηγουμένως να καταθέσει το ποσό των 500 ευρώ για την επιβεβαίωση του ραντεβού, στο οποίο (ραντεβού) ο ίδιος τελικά δεν προσήλθε. Την αμέσως επόμενη ημέρα από τη συμπληρωματική ένορκη εξέταση του εναγόμενου, δηλαδή την ...-......, η αστυνομικός Ε. Δ., εξεταζόμενη ενόρκως και συνοψίζοντας τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης με τα πλαστά πιστοποιητικά δυσλεξίας, κατέθεσε ότι η Ρ. Μ., που διατηρούσε κέντρο λογοθεραπείας στο ..., πλαστογραφούσε πλήθος τέτοιων πιστοποιητικών, τα οποία έδινε στους γονείς των παιδιών έναντι αμοιβής 300 έως 900 ευρώ ή χωρίς αμοιβή, εφόσον τα παιδιά παρακολουθούσαν συνεδρίες στο κέντρο της, ότι η ανάγκη να πλαστογραφήσει τα πιστοποιητικά προέκυψε από τα μέσα του ......, αφότου αυτή συνταξιοδοτήθηκε, ότι τη συνέδραμε η μέχρι το ...... γραμματέας του νευρολογικού τμήματος ... που, χωρίς δικαίωμα, διατηρούσε τη στρογγυλή σφραγίδα του νοσοκομείου, ότι, μετά το ...... η Μ. είχε συνεργασία με την ενάγουσα, υπό την έννοια ότι έστελνε τους γονείς που ενδιαφέρονταν να βγάλουν πιστοποιητικό δυσλεξίας χωρίς ραντεβού στην ενάγουσα, με την οποία είχε προηγουμένως συνεννοηθεί σχετικά και ότι οι γονείς για τη διαδικασία αυτή έδιναν ένα ποσό στη Μ., μέρος του οποίου λάμβανε η ενάγουσα. Η ανωτέρω αστυνομικός, στην από ...-...... έκθεση ένορκης εξέτασής της, δεν έκανε ρητά μνεία της από 28-3-...... ένορκης εξέτασης του εναγόμενου ούτε της από 22-5-...... ως άνω συμπληρωματικής εξέτασής του, πλην, όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι σαφές ότι τις συνεκτίμησε, ιδίως τη δεύτερη χρονικά από αυτές, στην οποία, για πρώτη φορά, κατονομάστηκε από τον εναγόμενο η ενάγουσα, προκειμένου να καταδείξει τον τρόπο με τον οποίο ενεργούσε το τότε καταγγελλόμενο "κύκλωμα" έκδοσης πλαστών πιστοποιητικών δυσλεξίας, το οποίο φερόταν ότι δρούσε στο Γενικό Νοσοκομείο ... αλλά και στο "..." Νοσοκομείο. Κατόπιν υποβολής από την οικονομική αστυνομία στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών της σχετικής δικογραφίας, στην οποία συσχετίστηκαν ως συναφείς αφενός δικογραφία που σχηματίστηκε κατόπιν έγκλησης που υπέβαλαν κατά της Ρ.. Μ. γονείς πασχόντων παιδιών και αφετέρου δικογραφία που σχηματίστηκε κατόπιν μήνυσης της ενάγουσας κατά παντός υπευθύνου για την πλαστογράφηση των ανωτέρω 6 φερόμενων ως εκδοθεισών από την ίδια πλαστών πιστοποιητικών, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των τριών ανωτέρω, ήτοι της Ρ. Μ., της Α. Κ. και της ενάγουσας, για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση, σε βαθμό κακουργήματος, και της εγκληματικής οργάνωσης Μετά την περαίωση της διενεργηθείσας τακτικής ανάκρισης η ποινική δικογραφία παραπέμφθηκε αρμοδίως (λόγω ν. 4022/......) στο συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το υπ' αριθμόν ... βούλευμα του οποίου, η ενάγουσα απαλλάχθηκε όλων των κατηγοριών, για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε ότι είχε καμία συνεργασία με τις άλλες δύο ανωτέρω τότε συγκατηγορούμενες της, αλλά και γιατί κρίθηκε ότι δεν είχε κανένα λόγο να πλαστογραφήσει τα επίμαχα πιστοποιητικά δυσλεξίας, από τη στιγμή που θα μπορούσε η ίδια νόμιμα και αρμοδίως να τα είχε εκδώσει. Παράλληλα όμως με το ποινικό σκέλος της υπόθεσης διεξαγόταν και το πειθαρχικό σκέλος. Με την υπ' αριθμόν ... απόφαση του κοινού διοικητή των διασυνδεόμενων νοσοκομείων ..., ... και ..., διατάχθηκε ένορκη διοικητική εξέταση για την απόδοση τυχόν πειθαρχικών ευθυνών. Στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας, κλήθηκε να καταθέσει ο εναγόμενος. Ο ανωτέρω, με την από ... ένορκη εξέτασή του, ενώπιον των μελών της αρμόδιας επιτροπής που διενεργούσε την ένορκη διοικητική εξέταση, κατέθεσε ότι, αφού διαπίστωσε ότι, μετά από 4-5 συνεδρίες με τη Μ. ο θετός υιός του δεν παρουσίαζε καμία πρόοδο, της ζήτησε να επισπεύσει την έκδοση του πιστοποιητικού δυσλεξίας, ότι αυτή του είπε ότι είχε μια γνωστή στο "..." με την οποία του έκλεισε ραντεβού, ότι η εν λόγω κυρία εξέτασε το παιδί για πέντε - δέκα λεπτά, ότι μετά από δύο ημέρες πήγε στο ιατρείο της Ρ.. Μ., από όπου, χωρίς χρήματα, παρέλαβε το πιστοποιητικό, ότι την 27-03-...... τον ειδοποίησαν από την αστυνομία ότι το παραπάνω πιστοποιητικό ήταν πλαστό, και ότι, κατόπιν της εξέλιξης αυτής, συναντήθηκε αυθημερόν με τη Μ. στο λογοθεραπευτήριό της, στο ..., οπότε αυτή ζήτησε 500 ευρώ για την ανανέωση του πιστοποιητικού, μέρος των οποίων η ίδια η Μ. διευκρίνισε ότι θα έδινε στην ψυχολόγο, με την οποία του έκλεισε ραντεβού για την Τρίτη, 3-4-......, ώστε αυτή να εκδώσει το πιστοποιητικό γρήγορα, δηλ. εκτός σειράς ραντεβού. Στην ερώτηση δε που του απηύθυνε η διενεργούσα την εξέταση, αν έχει ξαναδεί την κυρία που έβγαινε από το γραφείο, μόλις αυτός έμπαινε σε αυτό, και η οποία ήταν η ενάγουσα, ο εναγόμενος, χωρίς να την κατονομάσει, απάντησε ότι νόμιζε ότι ήταν η ψυχολόγος που εξέτασε το παιδί την πρώτη φορά (εννοώντας προφανώς πριν την έκδοση του ανωτέρω πλαστού πιστοποιητικού) και στην επόμενη (και τελευταία) ερώτηση, κατά πόσο βέβαιος είναι γι' αυτό, απάντησε ότι είναι βέβαιος σε ποσοστό 98%. Βασιζόμενη στην ανωτέρω ένορκη κατάθεση του εναγόμενου, η διενεργούσα την ένορκη διοικητική εξέταση απέδωσε στην ενάγουσα τα πειθαρχικά παραπτώματα της παράβασης υπαλληλικού καθήκοντος, της χρησιμοποίησης της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας για την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων της ίδιας ή τρίτων προσώπων, με την έννοια ότι, σε συνεργασία με τη Μ., παραπλανούσε τους γονείς ότι εξέταζε τα παιδιά τους για μαθησιακές δυσκολίες-δυσλεξία, με σκοπό την αύξηση της πελατείας της Μ. και την αιτιολόγηση προς τους γονείς του χρηματισμού τους, και της αποδοχής οποιοσδήποτε υλικής εύνοιας ή ανταλλάγματος για τον χειρισμό υπόθεσης κατά την άσκηση των καθηκόντων της, επειδή ... χρηματιζόταν από γονείς, θεωρώντας την περίπτωση του πλαστού πιστοποιητικού δυσλεξίας του θετού υιού του εναγόμενου ... ένα ακόμη δείγμα παιδιού, που επισκέφθηκε ψυχολόγο και η Μ. του έδωσε πιστοποιητικό δήθεν εκδοθέν από το νευρολογικό τμήμα του "...". Σε συνέχεια του ανωτέρω πορίσματος, η ενάγουσα παραπέμφθηκε στο πειθαρχικό συμβούλιο της 1ης ΥΠΕ Αττικής, μεταφέρθηκε από την 6-...-...... στο Νοσοκομείο ... και τέθηκε σε αργία, με την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ... διαπιστωτική πράξη του διοικητή των τριών προαναφερθέντων παιδιατρικών νοσοκομείων, ενώ, λόγω της αυτοδίκαιης λήξης της αναστολής άσκησης των καθηκόντων της, επανήλθε σε αυτά με την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ... διαπιστωτική πράξη του ίδιου διοικητή, πλην όμως, χωρίς πλέον να ασκεί καθήκοντα σχετικά με την έκδοση βεβαιώσεων δυσλεξίας, αλλά περιοριζόμενη σε ερευνητικό και διδακτικό μόνο έργο στην πανεπιστημιακή κλινική του Νοσοκομείου ... ... Κατόπιν υποβολής από την ενάγουσα έγκλησης, σε βάρος του εναγόμενου, ασκήθηκε ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, σχετικά με όσα ανωτέρω αυτός κατέθεσε την ..., στο πλαίσιο της προαναφερθείσας διενεργηθείσας ένορκης διοικητικής εξέτασης, ιδίως αναφορικά με την από μέρους του αναγνώριση, σε ποσοστό 98%, της ενάγουσας ... Στις από 23-4-...... έγγραφες εξηγήσεις του, ο εναγόμενος, αφού επανέλαβε το ανωτέρω ιστορικό, σχετικά με τις συνεδρίες που παρακολούθησε ο υιός του στο λογοθεραπευτήριο της Μ. και το κλείσιμο ραντεβού, με τη μεσολάβηση της Μ., στο κτήριο Β' του Νοσοκομείου ..., προκειμένου να εκδοθεί γρήγορα το πιστοποιητικό δυσλεξίας, διευκρίνισε ότι την ημέρα που πήγαν για την εξέταση ... η ιατρός που πήρε το παιδί για εξέταση ... ήταν ιδιαίτερα ευτραφής σε σημείο που δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο, καθώς και ότι, όταν παρέλαβε από τη Μ. το πιστοποιητικό, πρόσεξε ότι ήταν λίγες μέρες προχρονολογημένο, αλλά δεν έδωσε σημασία, θεωρώντας ότι, επειδή το ραντεβού ήταν εκτός σειράς και εκτός λίστας, μπορεί να έφερε την ημερομηνία που κλείσθηκε. Επίσης, ο τότε κατηγορούμενος- εναγόμενος ανέφερε στις ίδιες εξηγήσεις ότι δεν γνώριζε πως ονομαζόταν η ιατρός που βρισκόταν στην αίθουσα, ενώ, όσον αφορά την αναγνώριση, κατά ποσοστό 98%της ενάγουσας, στην οποία προέβη εξεταζόμενος ενόρκως, στις ..., στο πλαίσιο της προαναφερθείσας ένορκης διοικητικής εξέτασης, τόνισε ότι τα μέλη που διενεργούσαν την εξέταση του υπέδειξαν την ενάγουσα ως τη μοναδική ψυχολόγο του Κτηρίου Β' του "...", γεγονός το οποίο, λόγω της ίδιας σιλουέτας (ιδιαίτερα ευτραφές άτομο) που του είχε εντυπωθεί από το περιστατικό της εξέτασης του υιού του, τον έκανε "πεπλανημένα" και "υποσυνείδητα" να πεισθεί ότι πρόκειται για το ίδιο άτομο, δηλ. αυτό που εξέτασε το υιό του πρώτη φορά τον Ιούλιο του ....... Επίσης, στις ίδιες εξηγήσεις, ο εναγόμενος απολογήθηκε ότι στην κατάθεσή του στην οικονομική αστυνομία (που δόθηκε 28-3-...... και 22-5-......), κατέθεσε ότι το άτομο που εξέτασε τον υιό του ήταν ιδιαίτερα ευτραφές "και μόνο αυτό". Απολογούμενος ενώπιον του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 24-1-......, είπε ότι κατά την εξέταση του γιου του είδε "μια παχουλή κυρία με άσπρα ρούχα", της οποίας δεν θυμόταν το όνομα, ότι το όνομα της ενάγουσας το είπε στη δεύτερη κατάθεσή του στην αστυνομία και ότι το είχε μάθει από τη Μ. μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης χρονικά κατάθεσής του στην αστυνομία, όταν η Μ. του ζήτησε το ποσό των 500 ευρώ για την ανανέωση του από 1-7-...... πιστοποιητικού. Όσο δε αφορά στην αναγνώριση κατά ποσοστό 98% της ενάγουσας, στην οποία ο εναγόμενος προέβη κατά τη διάρκεια της από ... ένορκης εξέτασής του, στο πλαίσιο της ανωτέρω ένορκης διοικητικής εξέτασης, απολογούμενος ενώπιον του παραπάνω ποινικού δικαστηρίου, είπε ότι θυμόταν μόνο μια παχουλή κυρία και, όταν ρώτησε, αν υπάρχει άλλη παχουλή ... και του απάντησαν ... αρνητικά, τότε αυτός (συμπερασματικά) είπε ότι αυτή "θα" ήταν ... Ομως, από την αντιπαραβολή του περιεχομένου όλων των ανωτέρω ένορκων καταθέσεων και ανωμοτί εξηγήσεων και της ανωτέρω απολογίας του εναγόμενου προκύπτει σωρεία αντιφάσεων, που καταδεικνύουν αφενός ότι είναι αναξιόπιστος και αφετέρου ότι ψευδόταν. Ειδικότερα, στην από 28-3-...... αρχική ένορκη κατάθεσή του στην οικονομική αστυνομία ο εναγόμενος αναφερόμενος στην παραλαβή το καλοκαίρι του ...... του πρώτου και αποδειχθέντος ως πλαστού υπ' αριθμόν πρωτ. ... πιστοποιητικού δυσλεξίας του υιού του, δεν προσδιορίζει την ακριβή ημερομηνία που προσήλθε με τον ανήλικο στο νοσοκομείο για την εξέταση του τελευταίου. Αναφέρει μόνο ότι η Μ. του είπε να πάει μέσα Ιουνίου στη Πτέρυγα Β' του "..." για να συναντήσει τη γνωστή της, που θα τον βοηθούσε να πάρει το "χαρτί" ... Πλην όμως από το από 8-1-...... έγγραφο του νοσοκομείου ..., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, αποδεικνύεται ότι η τελευταία απουσίαζε από το νοσοκομείο κατά το ως άνω χρονικό διάστημα έχοντας λάβει κανονική άδεια από 22-6-...... έως 25-6-......, εκπαιδευτική άδεια από 29-6-...... έως 2-7- ......, για την παρακολούθηση επιστημονικού συνεδρίου στο ... ... και αναρρωτική άδεια από 6 έως 8 Ιουλίου ...... και από ... έως 14 Ιουλίου ......, στο οποίο ως άνω χρονικό διάστημα πρέπει να συνυπολογιστούν και οι μη εργάσιμες ημέρες (σαββατοκύριακα) της ανωτέρω περιόδου (27-28 Ιουνίου, 4-5 Ιουλίου και ...-... Ιουλίου). Προς αντίκρουση του ως άνω αποδεικτικού στοιχείου της απουσίας της ενάγουσας από το νοσοκομείο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ο εναγόμενος για πρώτη φορά στις πρωτόδικες προτάσεις του έκανε λόγο για προχρονολόγηση λίγων ημερών του πιστοποιητικού, προκειμένου να συμπέσει με ημερομηνία αποδεδειγμένης παρουσίας της ενάγουσας στην υπηρεσία της, χωρίς ωστόσο να έχει μέχρι τότε αμφισβητήσει ή προσδιορίσει επακριβώς την ημερομηνία εξέτασης του ανηλίκου. Ουσιώδεις διαφορές υπάρχουν μεταξύ των περισσότερων καταθέσεων, εξηγήσεων κ.λπ. του εναγόμενου σχετικά και με τη διαδικασία εξέτασης του υιού του, που, όπως προαναφέρθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του, έλαβε χώρα το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου του ....... Συγκεκριμένα, στην από 28-3-...... ένορκη εξέτασή του δεν προέβη σε οποιαδήποτε περιγραφή της κυρίας που θα εξέταζε το παιδί τόσο αναφορικά με το πρόσωπό της όσο και το σωματότυπό της. Το ίδιο έπραξε και στην από ... ένορκη εξέτασή του ενώπιον των μελών που διενεργούσαν την ένορκη διοικητική εξέταση. Όταν, μάλιστα, ρωτήθηκε, αν είχε ξαναδεί την κυρία που έβγαινε από το γραφείο, τη στιγμή που εκείνος έμπαινε, απάντησε ότι νομίζει ότι ήταν η ψυχολόγος που εξέτασε το παιδί την πρώτη φορά, και, όταν ρωτήθηκε πόσο σίγουρος είναι γι' αυτό, απάντησε κατά 98%, χωρίς οποιαδήποτε θεμελίωσή της, την οποία (απάντηση) επιχείρησε να δικαιολογήσει... όταν μηνύθηκε από την ενάγουσα για ψευδορκία, με σκοπό να καταρρίψει την εν λόγω κατηγορία, ισχυριζόμενος ότι είχε όντως δει την ενάγουσα και του είχε αποτυπωθεί η εικόνα της ως ιδιαίτερα ευτραφούς κυρίας και επιπλέον απολογούμενος ενώπιον ίου Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι με την εις άτοπον απαγωγή κατέληξε στο ότι η ενάγουσα ήταν η ψυχολόγος που εξέτασε το γιο του, αφού ρώτησε τα μέλη της επιτροπής, αν υπάρχει άλλη "παχουλή" και του απάντησαν αρνητικά. Τέλος, ουσιώδης διαφορά εντοπίζεται μεταξύ της από 22-05-...... ένορκης κατάθεσης του εναγόμενου στην οικονομική αστυνομία, στην οποία ισχυρίστηκε ότι σε επικοινωνία του με τη Μ. για την ανανέωση του από 1-7-...... πλαστού πιστοποιητικού, αυτή του κατονόμασε την ενάγουσα, και της από ... ένορκης κατάθεσής του ενώπιον των διενεργούντων την ένορκη διοικητική εξέταση, στην οποία ο εναγόμενος, αν και γνώριζε το όνομα της ψυχολόγου, αφού το είχε ήδη, πριν από δύο περίπου μήνες, πει στους αστυνομικούς, δεν το ανέφερε στα μέλη της επιτροπής. Από την ανωτέρω παράθεση των γεγονότων της κρινόμενης υπόθεσης κατά την κρίση του Δικαστηρίου ο εναγόμενος ουδέποτε συνάντησε την ενάγουσα, η οποία ουδέποτε εξέτασε τον υιό του, ο οποίος ουδέποτε γενικά εξετάστηκε από οποιονδήποτε τον Ιούλιο του ....... Αν είχε εξεταστεί ο υιός του τον Ιούλιο του ...... από την ενάγουσα ο εναγόμενος θα την κατονόμαζε εξ αρχής (τον Μάρτιο του ......, το Μάιο του ...... και τον ούλιο του ......) περιγράφοντάς την και δεν θα προέβαινε σε περιγραφές για πρώτη φορά απολογούμενος ως κατηγορούμενος για το έγκλημα της ψευδορκίας. Ενόψει των παραπάνω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο εναγόμενος εξασφάλισε από τη Μ. τη βεβαίωση για το τέκνο του χωρίς το τελευταίο να εξεταστεί από οποιονδήποτε, δεδομένου ότι η Μ. σύμφωνα με την ποινική δικογραφία, επί της οποίας εκδόθηκε το προαναφερθέν ... βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ... κατήρτιζε πλαστά πιστοποιητικά που χορηγούσε στους γονείς των πασχόντων από δυσλεξία παιδιών. Αν η ενάγουσα είχε πράγματι συμμετάσχει στη διαδικασία έκδοσης του συγκεκριμένου πλαστού πιστοποιητικού, θα το εξέδιδε η ίδια, όπως είχε την αρμοδιότητα να το πράξει, και όχι να φέρεται αυτό εκδοθέν από τους νευρολόγους του νευρολογικού τμήματος του "...". Το γεγονός, επομένως, ότι το επίμαχο πιστοποιητικό φέρεται εκδοθέν από το νευρολογικό τμήμα (και όχι από το ψυχολογικό τμήμα του νοσοκομείου που στελεχωνόταν από την ενάγουσα) είναι καταλυτικό (και σε αυτό στηρίχθηκε - μεταξύ άλλων- το παραπάνω απαλλακτικό ως προς αυτήν αμετάκλητο βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών) για το ότι η διαδικασία για την έκδοσή του έγινε ερήμην της, χωρίς αυτή να εξετάσει το παιδί, και, γενικότερα, χωρίς αυτό να εξεταστεί από κανέναν. Η εμπλοκή της ενάγουσας οφείλεται στην πρόθεση του εναγομένου αφενός να αποσείσει τις τυχόν ποινικές ευθύνες του ως προς τη γνώση του για την έκδοση του πλαστού πιστοποιητικού και αφετέρου να προσδώσει νομιμοφάνεια στην έκνομη διαδικασία έκδοσης αυτού, έτσι ώστε να "νομιμοποιήσει" την παράνομη πράξη του, ήτοι να πάρει και πιστοποιητικό, το οποίο γνώριζε και αντιλαμβανόταν ότι δεν είχε συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους ... αδιαφορώντας για τις συνέπειες που οι καταθέσεις του μπορεί να είχαν (και είχαν) για την ενάγουσα.
Συνεπώς, οι τρεις επίμαχες ένορκες καταθέσεις του εναγόμενου, από 28-3-...... και 22-5-...... ένορκες καταθέσεις του ενώπιον των αρμόδιων αστυνομικών, και η από ... ένορκη κατάθεσή του ενώπιον των μελών που διενεργούσαν ένορκη διοικητική εξέταση, που αποτελούν αντικείμενο της δίκης αυτής, ήταν εν γνώσει του ψευδείς αλλά και συκοφαντικές, σε βάρος της ενάγουσας, καθώς με αυτές ο εναγόμενος ισχυριζόταν για εκείνη γεγονότα που ήταν πρόσφορα να επιφέρουν και πράγματι επέφεραν προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, στις εκφάνσεις της τιμής και της υπόληψής της, παρουσιάζοντάς την ως αναξιόπιστη και δεκτική αθέμιτου και παράνομου χρηματισμού δημόσια υπάλληλο, γεγονός που είχε αρνητικό αντίκτυπο στην επαγγελματική της δραστηριότητα. Γνώση των καταθέσεων αυτών έλαβαν όσοι ενεπλάκησαν στην υπόθεση ... ενώ έγιναν και ευρύτερα γνωστά στον επαγγελματικό κύκλο της ενάγουσας, από τη στιγμή που αυτή τέθηκε σε αργία.
Συνεπώς, οι ανωτέρω παράνομες και υπαίτιες πράξεις του εναγόμενου πληρούν την υπόσταση τόσο της ψευδορκίας όσο και της συκοφαντικής δυσφήμησης. Η προσβολή δε που οι ανωτέρω αδικοπραξίες επέφεραν στην προσωπικότητα της ενάγουσας είναι σημαντική, καθώς αυτή, μετά από μακρά επαγγελματική πορεία ... τέθηκε σε διαθεσιμότητα για χρονικό διάστημα τριών περίπου ετών ... ενώ, ακόμη και μετά την επάνοδό της, τα καθήκοντά της ήταν περιορισμένα, δηλαδή δεν είχε πλέον αρμοδιότητα για την έκδοση βεβαιώσεων δυσλεξίας, αλλά περιοριζόταν στα καθήκοντα της πανεπιστημιακής κλινικής του Νοσοκομείου ..., στο οποίο μετακινήθηκε αναγκαστικά από το Δεκέμβριο του ....... Εξίσου βάναύση με την προσβολή της προσωπικότητας που επήλθε από την ανωτέρω σε βάρος της πειθαρχική διαδικασία ήταν και αυτή που προήλθε από την ... σε βάρος της ποινική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας της αποδόθηκαν κατηγορίες για εγκλήματα ιδιαίτερης απαξίας, μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος (πλαστογραφία, εγκληματική οργάνωση). Ανεξάρτητα από την αθώωσή της, δυνάμει του προαναφερθέντος βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, είναι δεδομένη η στεναχώρια και η θλίψη που δοκίμασε από το διασυρμό της σε πειθαρχικό και σε ποινικό επίπεδο, καθώς και η ταλαιπωρία που υπέστη, προκειμένου να αποδείξει στα εκάστοτε αρμόδια όργανα την αθωότητά της. Τέλος, υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των όσων ψευδών και συκοφαντικών κατέθεσε σε βάρος της ο εναγόμενος και της προσβολής της προσωπικότητάς της, καθώς τούτα αποτέλεσαν τη βάση, πάνω στην οποία στηρίχθηκε τόσο η πειθαρχική όσο και η ποινική της δίωξη. Επομένως, ο εναγόμενος τέλεσε σε βάρος της ενάγουσας τόσο την αξιόποινη πράξη (όσο και συγχρόνως το αστικό αδίκημα) τόσο της ψευδορκίας όσο και της συκοφαντικής δυσφήμησης, με συνέπεια η τελευταία να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ... V. Με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσής του, ο εκκαλών αποδίδει πλημμέλεια στην εκκαλουμένη απόφαση, συνιστάμενη στο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το παραδεκτώς υποβληθέν αίτημά του για αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης και κατά συνέπεια έκδοσης απόφασης επί της κρινόμενης αγωγής μέχρι την έκδοση της απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, επί της εκκρεμούσας έφεσής του κατά της υπ' αριθμόν ....../...... απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επί της οποίας (έφεσης) κηρύχθηκε αθώος της αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα σε βάρος της εφεσίβλητης με την υπ' αριθμόν ... αμετάκλητη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, πραγματικά περιστατικά ταυτόσημα με εκείνα του αστικού αδικήματος, επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη του για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης στην εφεσίβλητη, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α. και 14 τα ρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και κατά συνέπεια και το τεκμήριο αθωότητάς του. Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ... η αναστολή της διαδικασίας κατά το άρθρο 250 ΚΠολΔ και συνακόλουθα η έκδοση της απόφασης του πολιτικού δικαστηρίου μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης του ποινικού δικαστηρίου εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του πολιτικού Δικαστηρίου και δεν είναι υποχρεωτική και, αφετέρου, μόνη η απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του αιτήματος του διαδίκου, που ενδιαφέρεσαι για αναβολή της συζήτησης μέχρι να περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα άλλη δίκη που εκκρεμεί σε άλλο πολιτικό ή ποινικό δικαστήριο και από το οποίο εξαρτάται η διάγνωση της διαφοράς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν θεμελιώνει λόγο έφεσης, γιατί δεν αποτελεί σφάλμα του δικαστηρίου κατά την έννοια του άρθρου 5... ΚΠολΔ ... Επιπροσθέτως, σύμφωνα μ;: όσα προαναφέρθηκαν, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, διότι στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέτασε ενδελεχώς όλα τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως αποδεικτικά έγγραφα ... Με βάση τα παραπάνω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε στην παραπάνω κρίση του αφού προηγουμένως συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, ουδόλως παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, καθώς ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετική κρίση από εκείνη του ποινικού δικαστηρίου ή ότι δεσμεύεται από την αθωωτική ποινική απόφαση. ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης .../...... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε αποφανθεί ομοίως και, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης, είχε επιδικάσει υπέρ αυτής και εις βάρος του αναιρεσείοντος το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη η αναιρεσίβλητη από την ανωτέρω περιγραφόμενη αδικοπραξία.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της αμετάκλητης αθωωτικής, για την πράξη της ψευδορκίας, ποινικής απόφασης, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 § 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, καθόσον ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτίμησης των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, πλην όμως, η υποχρέωση συνεκτίμησης δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση και, ως εκ τούτου, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει, μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του. Επομένως το Εφετείο, δεχόμενο ότι τα πιο πάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή ότι ο αναιρεσείων, κατά την εξέτασή του από τους αστυνομικούς, που ενεργούσαν προανάκριση, και από τους διενεργούντες ένορκη διοικητική εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του γεγονότα ψευδή, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν, και πράγματι έβλαψαν σε σοβαρό βαθμό την τιμή και την υπόληψη της αναιρεσίβλητης, συνιστούν παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή του δόλου) συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ασκηθείσα σε βάρος της αναιρεσίβλητης ποινική και πειθαρχική δίωξη και, συνακόλουθα, με την εξαιτίας αυτής επελθούσα σε αυτή μη περιουσιακή ζημία και την προσβολή της προσωπικότητάς της, ώστε να στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης, τελεσθείσα με τα αστικά αδικήματα της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης, και έτσι να πληρούται με την τέλεση των πιο πάνω αδικημάτων το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης και να δικαιολογείται, συνακόλουθα, η παραδοχή της αγωγής της κατά του αναιρεσείοντος προς χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεν έθεσε υπό αμφισβήτηση, άμεσα ή έμμεσα, με τις ως άνω παραδοχές ή τη συλλογιστική του, την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, στις αιτιολογίες, κρίσεις και παραδοχές της οποίας άλλωστε δεν αναφέρθηκε ειδικότερα και δεν έθεσε αυτές σε αμφιβολία ούτε και προέβη σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του αναιρεσείοντος διαλαμβάνοντας παραδοχές καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα αναιρεσείοντα, αλλά άσκησε, με τις παραδοχές του, την κυριαρχική εξουσία που παρέχεται, από τις συνταγματικές διατάξεις, στα πολιτικά δικαστήρια για εκφορά κρίσης ανεξάρτητης από τα ποινικά δικαστήρια για το ίδιο ζήτημα, παραμένοντας πάντα εντός των ορίων της πολιτικής δίκης. Κατά συνέπεια, και ενόψει του ότι η αιτιολογία του δικαστηρίου κρίνεται από την όλη συλλογιστική της απόφασης και όχι από μεμονωμένα περιστατικά που έγιναν ή δεν έγιναν δεκτά, η διατυπωθείσα μεμονωμένη παραδοχή ότι ο εναγόμενος τέλεσε σε βάρος της αναιρεσίβλητης και την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, για την οποία το ποινικό δικαστήριο είχε αποφανθεί διαφορετικά, έγινε αποκλειστικά και μόνον διότι το σχετικό ζήτημα βρισκόταν σε άμεση και αναγκαία σχέση με το αντικείμενο της πολιτικής δίκης, αφού αποτελούσε, μαζί με το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, την παράνομη πράξη του αναιρεσείοντος, που στοιχειοθετούσε την επίδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά του σε βάρος της αναιρεσίβλητης, και ουδόλως αποτελεί αυτή χαρακτηρισμό και κρίση που σχετίζεται με το ποινικό αδίκημα ούτε και δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωση του αναιρεσείοντος και έτσι η σχετική παραδοχή, κατά την αξιολόγηση των στοιχείων, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση τόσο της ποινικής, όσο και της αστικής ευθύνης, δεν συνιστά από μόνη της αμφισβήτηση της αθωωτικής απόφασης και παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσείοντος. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 6 § 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του αριθ. ...γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1852/......). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο, κατά το οικείο σκέλος, λόγο αναίρεσης προβάλλεται, κατ' εκτίμηση, η από τον αρ. ... γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεύτερη αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του αναιρεσείοντος, ήτοι την ... απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που αφορά το αδίκημα της χρήσης πλαστού εγγράφου. Όμως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι είχε προσκομίσει και επικαλεστεί νομίμως την ως άνω απόφαση του ποινικού δικαστηρίου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε κάθε δε περίπτωση είναι απαράδεκτος, διότι από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των δικογράφων της από ... έφεσης του αναιρεσείοντος και των από ... προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι δεν έγινε επίκληση και προσκόμιση της απόφασης αυτής στη δευτεροβάθμια δίκη.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Διάταξη για δικαστικά έξοδα υπέρ της αναιρεσίβλητης δεν θα περιληφθεί, διότι αυτή λόγω της ερημοδικίας της δεν έχει υποβληθεί σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από ... αίτηση για την αναίρεση της ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου ...24.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις ... Φεβρουαρίου ...24.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ