Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 364 / 2024    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 364/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σ. Λ., Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Δ. ή Λ. του Ι., κατοίκου Φ. Σ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κ. Α., με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10ΤΠ/1997 μη οριστική, 132ΤΠ/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 195/2001 του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 1-12-2001 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 437/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 213/2004 μη οριστική, 147/2006 του Εφετείου ..., την αναίρεση της οποίας ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 12-10-2006 αίτηση και με τους από 8-2-2008 πρόσθετο λόγο αυτού.
Εκδόθηκε η 498/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Το Εφετείο ... εξέδωσε την 159/2012 απόφασή του με την οποία εξαφάνισε την εκκαλουμένη 132ΤΠ/1999 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., κήρυξε απαράδεκτη την μετ' απόδειξη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής και διέταξε την επανάληψή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ....
Εκδόθηκε η απόφαση 18/2015 του τελευταίου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-5-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσία ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσία και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 891/2019, ΑΠ 826/2018, ΑΠ 1130/2017). Ωστόσο, υπόκειται σε αναίρεση η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς τις οριστικές διατάξεις της (κεφάλαια) που δεν προβλήθηκαν με έφεση και ως προς αυτές που προσβλήθηκαν με έφεση απαράδεκτα, αλλά μόνο μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου για όλες τις διατάξεις κατά των οποίων ασκήθηκε παραδεκτώς έφεση (ΑΠ 706/2015). Εξάλλου, κεφάλαιο θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, η οποία δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς και εκκρεμοδικίας και για την οποία εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης (ΑΠ 1629/2011, ΑΠ842/2010). Ειδικότερα, σε περίπτωση, που έχουν σωρευθεί πολλά αγωγικά αιτήματα σε ένα δικόγραφο και εκδοθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απόφαση για όλα τα ζητήματα, ασκηθεί δε στη συνέχεια έφεση κατά των διατάξεων της πρωτόδικης απόφασης, για κάποια από τα αιτήματα αυτή, σε αναίρεση υπόκειται η πρωτόδικη απόφαση, ως προς τις μη εκκαλούμενες ή απαραδέκτως εκκαλούμενες διατάξεις της, μόνο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης του Εφετείου, οπότε και αρχίζει η προθεσμία αναιρέσεως και κατά των μη εκκαλουμένων ή απαραδέκτως εκκαλουμένων διατάξεων της πρωτόδικης. Όμως, για να αρχίσει η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αυτής (πρωτόδικης απόφασης), απαιτείται να εκδοθεί απόφαση του Εφετείου επί της εφέσεως που ασκήθηκε (ΑΠ 916/2013, AΠ 575/2007). Επομένως, αν η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αφορά περισσότερα κεφάλαια και ασκηθεί έφεση μόνον ως προς ορισμένα από αυτά, η απόφαση υπόκειται σε αναίρεση ως προς τις μη εκκληθείσες ή απαραδέκτως εκκληθείσες διατάξεις της μόνο μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως του Εφετείου (ΑΠ 512/2003). Η προθεσμία της έφεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε πριν την ισχύ του Ν. 4335/2016 (1-1-2016), είναι τρία (3) χρόνια (ΟλΑΠ 10/2018), που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης (1516/2022), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (AΠ 243/2017). Περαιτέρω, η προθεσμία της αναίρεσης, που αρχίζει μετά την πάροδο της προθεσμίας της έφεσης, στην ίδια περίπτωση κατά την οποία δεν επιδόθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι κατά το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ τρία (3) χρόνια και αρχίζει από την δημοσίευση της απόφασης που περατώνει την δίκη, είναι δηλ. συνολικά έξι χρόνια από την δημοσίευση της προσβαλλομένης πρωτόδικης απόφασης (ΟλΑΠ 31/2009, ΟλΑΠ 1113/1986). Με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται η τριετής και ήδη διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης, η οποία ισχύει και για το Ελληνικό Δημόσιο, όπως και η αντίστοιχη καταχρηστική προθεσμία της έφεσης, κατά το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, εν όψει του ότι η διάταξη αυτή δεν κάνει διάκριση, ούτε υπάρχει ειδική διάταξη στο Ν.Δ. της 26-6/10-7-1994 του κώδικα περί δικών Δημοσίου (ΑΠ 762/2022). Το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... την από 25-5-2020 και υπ' αριθ. κατ. 23/1-6-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 18/2015 απόφασης (πρωτόδικης) του δικαστηρίου αυτού (πρωτοβαθμίου), η οποία εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, επί αγωγής του τότε ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου (Γ. Δ.), κατ' αυτού (Ελληνικού Δημοσίου), τότε εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος. Η πρωτόδικη οριστική απόφαση δημοσιεύθηκε, όπως προκύπτει από αυτή, την 5-6-2015, ενώ δεν προκύπτει, ούτε υπάρχει σχετικός ισχυρισμός, ότι επιδόθηκε έκτοτε και δη πριν από την παρέλευση τριών (3) ετών από την δημοσίευσή της, η δε αίτηση για αναίρεση αυτής ασκήθηκε την 1-6-2020, όπως προκύπτει από την κάτω από την αίτηση αναίρεσης πράξη του γραμματέα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δηλαδή πριν από την πάροδο έξι (6) συνολικά ετών από την δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και ειδικότερα για την περιγραφόμενη στο διατακτικό της εδαφική έκταση, επιφανείας 51.277,20 τ.μ. αντί τις διεκδικούμενης των 53.642 τ.μ. Η αίτηση αναίρεσης ως προς το κεφάλαιο αυτό, κατά το οποίο δεν προσβλήθηκε με έφεση, είναι παραδεκτή, ως ασκηθείσα νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τελεσίδικης απόφασης, επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρα 495 παρ. 1, 552, 553 παρ. 1 εδ. β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και των σχετικών δικαστικών αποφάσεων προκύπτουν τα εξής ως προς την πορεία της διερευνώμενης υπόθεσης: Ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου την από 4-6-1996 και υπ' αριθ. κατ. 143/4-7-1996 αγωγή για αναγνώριση κυριότητας σε δύο αγροτικά ακίνητα, που κείνται στην ..., ήτοι σε ακίνητο εκτάσεως 53.642 τ.μ. αποκλειστικής κυριότητάς του και σε ακίνητο εκτάσεως 105.800 τ.μ. (συγ)κυριότητάς του κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, τα οποία απέκτησε κατά παράγωγο τρόπο από τους αληθινούς κυρίους αυτών, με βάση τα επικαλούμενα συμολαιογραφικά έγγραφα, που έχουν μεταγραφεί. Επί της αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθ. 10/1997 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., που ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε την διεξαγωγή αποδείξεων με μάρτυρες και την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Μετά την ολοκλήρωση των ταχθεισών αποδείξεων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 132/1999 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία έγινε (ολικά) δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνωρίστηκε ο αναιρεσίβλητος ενάγων αποκλειστικά κύριος και (συγ)κύριος των επίδικων ακινήτων, αντίστοιχα, ήτοι αποκλειστικά κύριος αγροτικού ακινήτου, που βρίσκεται στη θέση ... του χωρίου ... νήσου ... εκτάσεως 53.642 τ.μ. και (συγ)κύριος κατά το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου αγροτικού ακινήτου, που βρίσκεται στην ίδια ως άνω θέση εκτάσεως 105.800 τ.μ. Το αναιρεσείον - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά της οριστικής αυτής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 04-02-2000 και υπ' αριθ. κατ. 7/9-2-2000 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθ. 195/2001 απόφαση του Εφετείου ..., που έκανε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση και, αφού διακρατήθηκε η υπόθεση και δικάστηκε η αγωγή, έγινε αυτή εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνωρίστηκε ο ενάγων αποκλειστικά κύριος αγροτικού ακινήτου, που βρίσκεται στη θέση ... του χωρίου ... νήσου ..., εκτάσεως 31.613 τ.μ. (δηλαδή αναγνωρίστηκε η κυριότητα μόνο στο πρώτο επίδικο ακίνητο και σε μικρότερη έκταση αυτού). Ο εν μέρει νικήσας εφεσίβλητος ενάγων άσκησε κατά της οριστικής αυτής απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την από 1-12-2001 και υπ' αριθ. κατ. 54/11-12-2001 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 437/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε (ολικά) η υπ' αριθ. 195/2001 απόφαση του Εφετείου ..., κατά παραδοχή του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου (μη νόμιμη βάση με ανεπαρκείς αιτιολογίες), χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως και αναπέμφθηκε η υπόθεση στο Εφετείο ... που την εξέδωσε, προκειμένου να εκδικαστεί η έφεση με άλλη σύνθεση. Μετά την (πρώτη) αναπομπή εκδόθηκε η υπ' αριθ. 213/2004 μη οριστική απόφαση του Εφετείου ..., που διέταξε συμπληρωματικές αποδείξεις και ακολούθως μετά την ολοκλήρωση των ταχθεισών αποδείξεων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 147/2006 οριστική απόφαση του Εφετείου ..., με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η έφεση. Ακολούθως, εξαφανίστηκε η υπ' αριθ. 132/1999 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... και αφού διακρατήθηκε η υπόθεση και δικάστηκε η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνωρίστηκε ο αναιρεσίβλητος ενάγων αποκλειστικά κύριος αγροτικού ακινήτου, που βρίσκεται στη θέση ... του χωρίου ... ... εκτάσεως 51.277,20 τ.μ. και (συγ)κύριος κατά το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου ενός αγροτικού ακινήτου, που βρίσκεται στην ίδια θέση εκτάσεως 103.793,60 τ.μ. Το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά της οριστικής αυτής απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την από 12-10-2006 και υπ' αριθ. καταθέσεως 65/13-10-2006 αίτηση αναιρέσεως και τον από 8-2-2008 υπ' αριθ. κατ. 35/8-2-2008 πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, επί της οποίας και του πρόσθετου λόγου εκδόθηκε η υπ' αριθ. 498/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατά παραδοχή του πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, αναιρέθηκε (ολικά) η προσβαλλόμενη 147/2006 απόφαση του Εφετείου ... για παράβαση του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο (παρά το νόμο μη κήρυξη ακυρότητας), χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως και αναπέμφθηκε η υπόθεση στο Εφετείο ... που την εξέδωσε, προκειμένου να εκδικαστεί με άλλη σύνθεση. Μετά την (δεύτερη) αναπομπή εκδόθηκε η υπ' αριθ. 159/2012 οριστική απόφαση του Εφετείου ..., που εξαφάνισε την υπ' αριθ. 132/1999 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., κήρυξε απαράδεκτη την ενώπιον αυτού δικαστηρίου μετ' απόδειξη συζήτηση της αγωγής, λόγω ακυρότητας της κλήτευσης του Ελληνικού Δημοσίου και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης ενώπιον του πρωτοβαθμίου αυτού δικαστηρίου. Επί της αγωγής, που συζητήθηκε εκ νέου, μετά την από 22-3-2013 και υπ' αριθ. κατ. 37/2013 κλήση προς επαναφορά της συζήτησης, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθ. 18/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα κύριο του πρώτου επίδικου αγροτικού ακινήτου, που βρίσκεται στη θέση ... του χωρίου ... ..., εκτάσεως 51.277,20 τ.μ. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης ο εν μέρει νικήσας αναιρεσίβλητος ενάγων άσκησε την από 9-5-2017 και υπ' αριθ. κατ. 36/2007 έφεση, επί της οποίας, εκδόθηκε αντιμωλία, των διαδίκων η υπ' αριθ. 11/2020 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου ..., η οποία έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη υπ' αριθ. 18/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου .... Το αναιρεσείον - Ελληνικό Δημόσιο προσβάλλει με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης την πρωτόδικη αυτή απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή και ως κατ' ουσία βάσιμη η αγωγή και ειδικότερα για την περιγραφόμενη στο διατακτικό της εδαφική έκταση, επιφανείας 51.277,20 τ.μ. αντί της αιτούμενης μεγαλύτερης των 53.642 τ.μ., κρίση την οποία στήριξε στις ακόλουθες, αναιρετικώς ανέλεγκτες, ουσιαστικές παραδοχές και διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή, κατά τούτο, αντιγραφή της, τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθ. 31897/2-6-1975 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου ... που μεταγράφηκε νόμιμα (τόμος 59 αριθμός 4) ο ενάγων αγόρασε από τον πατέρα του Ι. Γ. Δ. ένα αγροτικό ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στη θέση "Α." του χωρίου ... ..., εκτάσεως πενήντα ενός χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα επτά και είκοσι (51.277,20) τετραγωνικών μέτρων, που εμφαίνεται στο από Μαρτίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονος ..., τοπογράφου μηχανικού με τον αριθμό ένα (1) και τα στοιχεία 1, 2, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12,13, Α8, Α7, Α6, Α5, Α4, Α14, Α13, Α12, Α11, Α10, Α9, 1. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στον ως άνω δικαιοπάροχο του ενάγοντος δυνάμει του υπ' αριθ. 6650/14-8-1953 διανεμητηρίου συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. 139 α.α. 11458), είχε δε αποκτήσει την συγκυριότητα αυτού με τον αδελφό του Ι. Δ., δυνάμει των υπ' αριθ. 3813/14-6-1947 και 6849/14-8-1953 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων του ιδίου συμβολαιογράφου που επίσης μεταγράφηκαν νόμιμα (τ. 138 α.α. 10088) από τους Τ. Γ. Δ. και Ν. Τ. Δ., αντίστοιχα. Ο. Τ. Γ. Δ. είχε αγοράσει το εν λόγω ακίνητο από τον Α. Β. δυνάμει του υπ' αριθ. 25170/11-5-1926 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου ... που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. 127 α.α. 4248). Ο Γ. Β. είχε αγοράσει το ακίνητο αυτό δυνάμει του υπ' αριθ. 8148/19-11-1907 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ε. Ν. Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. 127 α.α. 4248) από τους Μ. Ι.. Β. και Ι. Γ.. Β.. Έτσι ο ενάγων έγινε κύριος του εν λόγω ακινήτου με τον ως άνω παράγωγο τρόπο. Σημειώνεται ότι το παράκτιο τμήμα του εν λόγω ακινήτου αποτελεί αιγιαλό και ως τέτοιο εκφεύγει της κυριότητας του ενάγοντος. Τούτο δε, προκύπτει με σαφήνεια από το συνημμένο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονος ... από Μάρτιο 2005 τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:1000, σύμφωνα με το οποίο η γραμμή που εμφανίζεται με τους αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11 έως 55, 56, 57 χωρίζει το επίδικο στο τμήμα που βρέχεται από τις μέγιστες συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων (αιγιαλός) και στο μέρος που αποτελεί χερσαία έκταση μη βρεχόμενη από τα εν λόγω κύματα, με συνέπεια το τελευταίο να εμφανίζει έκταση εμβαδού 51.277,20 τετραγωνικών μέτρων". Με αυτές τις παραδοχές το Πρωτοδικείο αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο ενός αγροτικού ακινήτου, που βρίσκεται στη θέση "Α." του χωρίου ... ..., εκτάσεως πενήντα ενός χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα επτά και είκοσι (51.277,20) τετραγωνικών μέτρων, που εμφαίνεται στο από Μαρτίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονος ..., τοπογράφου μηχανικού με τον αριθμό ένα (1) και τα στοιχεία 1, 2, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12,13, Α8, Α7, Α6, Α5, Α4, Α14, Α13, Α12, Α11, Α10, Α9, 1. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του Πρωτοδικείου, το επίδικο ακίνητο ουδέποτε υπήρξε περιουσιακό στοιχείο του Ελληνικού Δημοσίου, αντιθέτως ήταν ανέκαθεν αγροτική ιδιωτική γαία επιδεκτική καλλιέργειας, ενώ υπήρχαν τίτλοι κτήσης στο πρόσωπο των απώτατων και απώτερων δικαιοπαρόχων του αναιρεσίβλητου ήδη από το έτος 1907 και αυτό αποτέλεσε αντικείμενο διαδοχικών μεταβιβαστικών δικαιοπραξιών.
Οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 559 αριθμοί 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στον εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων. Αν το δικαστήριο έχει αποφανθεί για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης για τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 4/2018). Με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδας και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων" ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3-2-1830) και είχε δημεύσει κατά την διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσίαζαν πλέον αυτά, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα. Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχαν μόνο Οθωμανοί κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, ή διότι κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή, ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν τα κατείχαν πλέον αυτοί. Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του ..., με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθμός 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμενοι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους". Η διαδοχή όμως αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ), τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες. Ειδικότερα οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην, κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών", κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα από τους μέχρι τότε κυρίους αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου. Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, "δικαιώματι πολέμου" και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης. Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η ...ς, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, έγινε κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου. Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά είχαν υπαχθεί υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών έγινε κύριος το νέο Ελληνικό κράτος χωρίς καμιά αποζημίωση. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το προαναφερόμενο Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος. Με βάση τα προεκτεθέντα, τα ανωτέρω ακίνητα των Κυκλάδων μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ούτε κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (ΟλΑΠ 1/2013, ΑΠ 1182/2018, ΑΠ 1098/2017). Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Πρωτοδικείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, δεν δέχθηκε ότι είχε αποκτήσει κυριότητα στο επίδικο ακίνητο (εκτός των επικαλουμένων και άλλων τρόπων) πρωτοτύπως, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των ανωτέρω Πρωτοκόλλων και Συνθήκης. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της απόφασης το επίδικο ήταν αγροτικό ακίνητο, ήτοι αποτελούσε αγροτική ιδιωτική γαία "καθαρής ιδιοκτησίας", ανήκε δηλαδή πριν από το έτος 1821 (που άρχισε ο απελευθερωτικός αγώνας) στους απώτατους δικαιοπαρόχους του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος και δεν υπήρξε δημόσιο κτήμα, που περιήλθε με κάποιο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Το Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις, αλλά ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε αυτές για το επίδικο ακίνητο, καθόσον υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το Οθωμανικό δίκαιο της 7ης Ραμαζάν τις νεκρές γαίες αποτελούσαν οι γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε όπως π.χ. τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ. Εφόσον στις Κυκλάδες υπήρχαν μόνο γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), αυτές δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθούν εξ αρχής αδέσποτες. Μετά την απελευθέρωση ένα ακίνητο στα νησιά των Κυκλάδων μπορούσε να καταστεί αδέσποτο μόνο αν είχε εγκαταλειφθεί από τον Οθωμανό κύριο, λόγω της οριστικής αποχώρησής του από την Ελλάδα, οπότε και το Δημόσιο θα απαιτούσε την κυριότητα, είτε αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 16 του νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" του Ν. 21-6/10-7-1837, το οποίο όριζε ότι όλα τα μη δεσποζόμενα παρ' ιδιωτών ή Κοινοτήτων κτήματα ανήκουν στο Δημόσιο. Εξάλλου κατά τις αντίστοιχες διατάξεις του ισχύοντος μετά την απελευθέρωση και μέχρι της ισχύος του ΑΚ Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (Ν. 1, 23 Πανδ. (47, 1) Εισηγ. 47 (2-1), για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο, έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη νομής από τον κύριο προς το σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα και χωρίς την πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεώς της προς τρίτο πρόσωπο, η δε βούληση του κυρίου θα έπρεπε να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν την καθιστούν αμφίβολη, χωρίς να απαιτείται η τήρηση τύπου, όπως απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ, όπου τα αδέσποτα ρυθμίζονται από το άρθρο 972 ΑΚ και το άρθρο 2 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938 και η σχετική δήλωση του κυρίου περί παραιτήσεως πρέπει να γίνει ενώπιον συμβολαιογράφου και να υποβληθεί σε μεταγραφή, γιατί η εγκατάλειψη (AK 1076) αποτελεί δικαιοπραξία (ΑΚ 1192 αριθ. 1, 1198), που τείνει σε κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου (ΑΠ 835/2014). Το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Πρωτοδικείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό του ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του ως αδέσποτο κτήμα, δηλαδή ως κτήμα επί του οποίου δεν υπήρχε κάποιο εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη ή Κοινότητος πριν, κατά και μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και κατά την ισχύ του Ν. 21-6/10-7-1837. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το επίδικο ακίνητο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ανέκαθεν εδεσπόζετο από τους δικαιοπαρόχους (απώτερους και απώτατους) του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος και έτσι δεν υπήρξε ποτέ αδέσποτο. Το Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις αλλά ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε αυτές, επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος, που υποστηρίζει το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το υποκειμενικό βάρος απόδειξης προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος σε περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 903/2019, ΑΠ 233/2011). Εξάλλου, για το ορισμένο του άνω λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκε εσφαλμένα ο ορισμός του νόμου για το βάρος της απόδειξης, καθώς και το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας ως προς την εφαρμογή των κανόνων περί αντικειμενικού βάρους απόδειξης (ΑΠ 555/2019, ΑΠ 385/2017, ΑΠ 275/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της παραβίασης των ορισμών του νόμου, ως προς το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του περί χαρακτηρισμού του επιδίκου ακινήτου ως αδέσποτου κτήματος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην κρίση του κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας μετά τον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης, δεχόμενο τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί ανέκαθεν ιδιωτικού αγροτικού ακινήτου και επομένως δεν τίθεται θέμα αναστροφής και παραβίασης του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΒΔ της 15-12-1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λιβάδια για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) και που έχει εκδοθεί επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και, επομένως και σε αυτές στις Κυκλάδες που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα, καταστεί κύριος τους το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 783/2016). Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. ΚΘ της 31-1/18-2-1864 "περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής αυτής είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του Ν. ΨΝΖ της 27-3/1-4-1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών", κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (ΑΠ 987/2017). Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του ΒΔ/τος του έτους 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου. Δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 289/2023). Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Πρωτοδικείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό του περί του ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητά του, διότι ήταν ανέκαθεν λιβάδι ή βοσκότοπος, του οποίου δεν παρουσιάστηκε έγγραφο ταπί από τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα και τους απώτερους ή απώτατους δικαιοπαρόχους του. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το επίδικο ακίνητο δεν ήταν δημόσιος βοσκότοπος ή λιβάδι πριν την έναρξη ισχύος του β.δ. 3/15-12-1833 με συνέπεια να μην απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας έγγραφο ταπί εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας. Το Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις, αλλά ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε αυτές, επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν. 20, 12 πανδ. (5. 8) ν. 27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ. 3, 17 και 48 πανδ. (41. 3), 3 και 5 παρ.1 πανδ. (41. 10), 109 πανδ. (50. 16) και 2 παρ.7 και 1 πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11-9-1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση). Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11-9-1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 23/2021). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 477/2020, ΑΠ 235/202). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ το αναιρεσείον αποδίδει στο Πρωτοδικείο ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, διότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κτήση κυριότητας επί της επίδικης δημόσιας έκτασης με αδιάλειπτη άσκηση πράξεων νομής, προσιδιαζουσών στη φύση της, στο πρόσωπο των απώτερων και άμεσων δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου με διάνοια κυρίων και καλή πίστη από το έτος 1907 και επί συνεχή τριακονταετία, συμπληρωθείσα πριν από την 11-9-1915. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε κτήση κυριότητας στο επίδικο ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο, ενώ τέτοια παραδοχή δεν περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, το αναιρεσείον με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, λόγω έλλειψης αιτιολογίας ως προς την κτήση κυριότητα της επίδικης εδαφικής έκτασης πριν από το έτος 1907, ως προς την μορφολογική κατάσταση αυτής, δηλαδή εάν ήταν δημόσια γαία (καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση) ή γαία "καθαρής ιδιοκτησίας" (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες) κατά την Τουρκοκρατία, κατά την υπογραφή των πρωτοκόλλων και συνθηκών και κατά την ισχύ του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ως προς το ιδιωτικό δικαίωμα (τεσσαρούφ) των δικαιοπαρόχων του αναιρεσίβλητου και ως προς την άσκηση νομής χρησικτησίας από τους δικαιοπαρόχους του επί 30 χρόνια μέχρι την 12-9-1915. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πρωτοδικείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως θεμελιωτικά περιστατικά της ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του, την ύπαρξη στο πρόσωπο των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων του τίτλων κτήσης ήδη από το έτος 1907 και την κατάρτιση στη συνέχεια διαδοχικών μεταβιβαστικών δικαιοπραξιών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν πλήττει επιτυχώς την σαφή και πλήρη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί του ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, διότι δεν απαιτείται η μνεία των ανωτέρω στοιχείων, που φέρονται με τον τελευταίο ερευνώμενο λόγο αναίρεσης ότι λείπουν από την παραδοχή του αγωγικού αυτού ισχυρισμού. Επομένως, το Πρωτοδικείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει το αντίθετο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 Ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-5-2020 αίτηση (αριθ. έκθ. κατάθ. 23/1-6-2020) του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 18/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ....
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ