ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 373/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 373/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 373/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 373 / 2024    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 373/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης συγκοινωνιακής εταιρείας με την επωνυμία "Ο. Σ. Α. «Ε. και το δ.τ. «Ο..Σ..Α..Ε.., η οποία προήλθε από τη συγχώνευση δια απορροφήσεως της εταιρείας "Η. Λ. Π. Α. Π. Η. Α." από την εταιρεία "Α. Σ. Ε. Θ. Λ.-Ε. Α." όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μπούρλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1153/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3303/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-11-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 11.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης 8864/1095/11.11.2021, αίτηση αναίρεσης της, κατ' έφεση, ηττηθείσας εφεσιβλήτου (εναγομένης) ανώνυμης εταιρίας, κατά της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, 3303/16.07.2021 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε κατ' ουσία την, από 14.07.2019 και με αριθμό κατάθεσης 61810/4768/2019, έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος) κατά της 1153/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την, από 20.06.2014 και με αριθμό κατάθεσης 75224/2520/2014, αγωγή αυτού (ήδη αναιρεσιβλήτου) κατά της ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την άνω εκκαλούμενη απόφαση και ακολούθως, αφού κράτησε και δίκασε την ουσία της υπόθεσης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Ειδικότερα, η, εκ μέρους του εργοδότη, καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Η καταγγελία όμως δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς τους συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης. Επίσης δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. Εάν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται της εργασίας ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί κατά την καλή πίστη να συνεχισθεί για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, πλην όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία, ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 784/2023, 1389/2022, 630/2020, 380/2019). Εξάλλου, με το ν. 2175/1993 ιδρύθηκε ως ν.π.ι.δ. με έδρα την Αθήνα η εταιρία με την επωνυμία "Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (Ο.Α.Σ.Α.)", με σκοπό τη διεξαγωγή των Αστικών Συγκοινωνιών με όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς στο Λεκανοπέδιο Αττικής. Σε εφαρμογή του άρθρου 1 § 4 του άνω ν. 2175/1993 ιδρύθηκαν από τον Ο.Α.Σ.Α. ως ΔΕΚΟ, για την εκτέλεση και εκμετάλλευση του συγκοινωνιακού έργου, οι εταιρίες Ε.ΘΕ.Λ. Α.Ε. και Η.Λ.Π.Α.Π. Α.Ε., νομίμως συσταθείσες. Εν συνεχεία και με βάση απευθείας τις διατάξεις του ν. 3920/2011, συστάθηκε η αναιρεσείουσα εταιρία, Ο.ΣΥ. Α.Ε., προερχόμενη από τη συγχώνευση, δυνάμει των διατάξεων του ως άνω νόμου (ν. 3920/2011), της Ε.ΘΕ.Λ. Α.Ε. με την Η.Λ.Π.Α.Π. Α.Ε. με απορρόφηση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 § 6 του ως άνω νόμου, της δεύτερης από την πρώτη. Συναφώς έχει εκδοθεί και δημοσιευθεί νομίμως η πράξη συγχώνευσης των ως άνω εταιριών (ΦΕΚ 1454/Β/17.6.2011). Οι εργασιακές σχέσεις της αναιρεσείουσας ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού (ΓΚΠ) ΟΑΣΑ-ΕΘΕΛ-ΗΛΠΑΠ, ο οποίος, κυρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2669/1998 και έχει ως εκ τούτου ισχύ νόμου (ΟλΑΠ 2/2009). Κατά τις διατάξεις του Κανονισμού αυτού: Άρθρο 6 § 1) Οι προσλήψεις του προσωπικού διενεργούνται με τη διαδικασία του Ν. 2190/1994, όπως ισχύει κάθε φορά. Άρθρο 7 § 1 εδ. α') Κάθε υποψήφιος για κάθε κατηγορία προσωπικού και ανεξάρτητα από τη θέση εργασίας πρέπει να έχει τα απαιτούμενα προσόντα που καθορίζονται κάθε φορά από το Δ.Σ. της εταιρείας ή απαιτούνται από το νόμο και τον Υπηρεσιακό Οργανισμό για τη συγκεκριμένη θέση ή απασχόληση. Άρθρο 7 § 2) Εκτός από τα ειδικά πιστοποιητικά ή άλλα έγγραφα που πρέπει να προσκομίζουν για την πρόσληψή τους οι υποψήφιοι στην αρμόδια Υπηρεσία Προσωπικού, οφείλουν σε κάθε περίπτωση να υποβάλλουν, το αργότερο μέχρι την προσδιορισμένη κάθε φορά ημερομηνία, τα παρακάτω πιστοποιητικά σε πρωτότυπο ή επικυρωμένο αντίγραφο: α. (...) ε. Τίτλους σπουδών (...). Άρθρο 7 § 3)... Επίσης πρέπει να υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1985, η οποία πρέπει να περιέχει τα στοιχεία ταυτότητας, τον αριθμό φορολογικού μητρώου, την ακριβή διεύθυνση και τον αριθμό τηλεφώνου, φωτοτυπία της αστυνομικής του ταυτότητας και να βεβαιώνεται η ακρίβεια των όσων δηλώθηκαν. Ψευδείς δηλώσεις ή απόκρυψη στοιχείων κατά την πρόσληψη θεωρούνται σοβαρά παραπτώματα, για τα οποία δικαιολογείται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, οποτεδήποτε κι αν διαπιστωθούν, χωρίς καταβολή αποζημίωσης. Κατά δε το άρθρο 12 του ν. 2669/1998, με τον οποίο κυρώθηκε ο άνω Κανονισμός, "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται: 1. Κάθε διάταξη νόμου ή κανονισμού εργασίας με ισχύ νόμου ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης ή πρακτικού συμφωνίας ή άλλης άτυπης συλλογικής ρύθμισης οποιασδήποτε μορφής ή όρος ατομικής σύμβασης εργασίας, ρητώς ή λόγω μακροχρόνιας πρακτικής καθιερωμένος, απόφαση της Διοίκησης της Εταιρείας ή των εντεταλμένων οργάνων της ή γενικά κάθε συμβατικής ή μονομερούς δικαιοπραξίας της Διοίκησης, οποιουδήποτε χαρακτήρα ή νομικής δεσμευτικότητας που εφαρμόζονται στο προσωπικό των Ο.Α.Σ.Α., Ε.ΘΕ.Λ., Η.Λ.Π.Α.Π., Η.Σ.Α.Π. και αντίκεινται ρητά και ειδικά στις διατάξεις του παρόντος νόμου. 2. Κάθε γενική ή ειδική διάταξη νόμου που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή κατά το μέρος που ρυθμίζει κατά διάφορο τρόπο θέματα που διέπονται από τον παρόντα νόμο". Από τις παραπάνω διατάξεις του ΓΚΠ της αναιρεσείουσας εταιρίας, προκύπτει σαφώς ότι αν ο εργαζόμενος κατά την πρόσληψή του στην Ο.ΣΥ. Α.Ε. προσκομίσει πλαστό ή παραποιημένο τον προσδιοριζόμενο από το άρθρο 7 § 1 του ΓΚΠ, ως αναγκαίο, τίτλο σπουδών και βεβαιώσει ψευδώς στην κατατιθέμενη στην εργοδότρια υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1985 ότι ο τίτλος είναι γνήσιος, το γεγονός αυτό θεωρείται σοβαρό παράπτωμα (σπουδαίος λόγος) που δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, οποτεδήποτε κι αν διαπιστωθεί, χωρίς καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 1639/2023, 1389/2022), εισάγεται δηλαδή ειδικός πρόσθετος λόγος καταγγελίας της σύμβασης, πέραν από τους αναφερόμενους στο 38ο άρθρο του ως άνω Γενικού Κανονισμού Προσωπικού λόγους απόλυσης, χωρίς μάλιστα, κατά τα προεκτεθέντα, καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 980/2021), ανεξάρτητα αν οι ψευδείς δηλώσεις ή η απόκρυψη στοιχείων κατά την πρόσληψη στοιχειοθετούν αξιόποινη συμπεριφορά ή πειθαρχικό παράπτωμα και αν κινήθηκε ποινική ή πειθαρχική διαδικασία γι' αυτήν (ΑΠ 1639/2023). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1639/2023, 1389/2022, 517/2021, 1259/2019, 1033/2019, 1265/2017). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1639/2023, 1389/2022, 1033/2019, 1265/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι επί της, από 20.06.2014 και με αριθμό κατάθεσης 75224/2520/2014, ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας και ήδη αναιρεσείουσας κυρίως περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της εργοδότιδός του εναγομένης για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους και των εντεύθεν αξιώσεών του για αποδοχή των υπηρεσιών του, καταβολή μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ως εκ της προσβολής της προσωπικότητός του από την άκυρη απόλυσή του και επικουρικώς, για την περίπτωση δηλαδή που κριθεί έγκυρη η καταγγελία, περί καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, εκδόθηκε η 1153/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και, μετά από έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη 3303/2021 απόφασή του, αφού δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής. τη δέχτηκε εν μέρει κατ' ουσίαν (ως προς την κυρία της βάση). Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνονται οι αναιρετικοί λόγοι ότι "ο ενάγων προσελήφθη από την "Ανώνυμη Συγκοινωνιακή Εταιρία Θερμικών Λεωφορείων Ε.ΘΕ.Λ. Α Ε." - από την οποίαν προήλθε, με απορρόφηση της εταιρίας "Ηλεκτροκίνητα Λεωφορεία Περιοχής Αθηνών Πειραιώς ΗΛΠΑΠ Α.Ε." και συγχώνευση των δύο εταιριών, η εναγόμενη εταιρία - στις 30/9/2002, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργάστηκε, δε, ως οδηγός λεωφορείου, έως την από 1/4/2014 καταγγελία της συμβάσεώς του από την εναγομένη, επειδή, κατόπιν ελέγχου της γνησιότητας και νομιμότητας των τίτλων σπουδών των εργαζομένων σε αυτήν, κατά τις υπ' αρ. ΔΙΔΑΔ/Φ.34/42/οικ.33906/15.12.2013 και ΔΙΔΑΔ/Φ.34/45/2843/20.3.2014 εγκυκλίους του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, δεν επιβεβαιώθηκε η γνησιότητα του τίτλου σπουδών του, αφού ο ενάγων είχε προσκομίσει, κατά την πρόσληψή του, το από 29/6/1987 απολυτήριο Γενικού Λυκείου του 54ου Λυκείου Αθηνών, με γενικό βαθμό δεκαέξι (16), το οποίο και ανέφερε -ως απαιτούμενο, κατά την από 8/5/2002 προκήρυξη του ΑΣΕΠ, τίτλο σπουδών- στην από 29/5/2002 αίτηση πρόσληψης - υπεύθυνη δήλωσή του (του νόμου 1599/1986), όπως, ωστόσο, προέκυψε από σχετικό έγγραφο της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Α' Αθήνας, ο βαθμός απόλυσης του ενάγοντος στο Μητρώο Μαθητών και στο Ατομικό Δελτίο ήταν δεκατέσσερα (14) και 11/12 και όχι δεκαέξι (16), που αναγραφόταν στον εν λόγω απολυτήριο τίτλο, ενώ και οι επιμέρους βαθμοί στα μαθήματα δεν ήταν οι ίδιοι. Στην υπ' όψιν, όμως, περίπτωση, η κατά τα προδιαληφθέντα καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, που φέρεται ότι έγινε λόγω της παραποίησης από αυτόν αντιγράφου του απολυτηρίου του, ως προς τους βαθμούς που είχε λάβει, ελέγχεται, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, ως καταχρηστική, καθόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, έχει παραβιαστεί, με την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας από την εναγομένη, η αρχή της αναλογικότητας - αρχή που ερείδεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης - μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι μεταξύ της επίδικης καταγγελίας και της διαφύλαξης των συμφερόντων της εργοδότριας εταιρίας, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ενάγων - έγγαμος με δύο ανήλικα τέκνα, κατά τον χρόνο απόλυσης του -, ο οποίος, επί σειρά ετών (από τον Οκτώβριο του 2002 έως και τον Μάρτιο του 2014), προσέφερε ευδόκιμα τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, δίχως ποτέ να υποπέσει σε οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, υπέστη ανυπολόγιστη ζημία από την απώλεια της θέσης εργασίας του, μένοντας πλέον άνεργος, η δε εναγομένη προέβη στην καταγγελία της σύμβασής του, επικαλούμενη τις ως ανωτέρω εγκυκλίους, καθώς και το άρθρο 7 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού της, ενώ θα μπορούσε να του επιβάλει μια πειθαρχική ποινή εκ των προβλεπομένων σε αυτόν, δεδομένου και ότι από τη βαθμολογία του ενάγοντος δεν εξαρτήθηκε ο διορισμός του - αφού ο τελευταίος υποψήφιος που διορίστηκε είχε βαθμό μικρότερο του δώδεκα (12) -, αλλά μόνο η σειρά κατάταξής του, σύμφωνα, δε, με την υπ' αρ. ΔΙΔΑΔ/Φ.34/45/2843/20.3.2014 εγκύκλιο του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, περί του ελέγχου της νομιμότητας των πτυχίων των υπαλλήλων, μπορεί, αντί για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, να κινηθεί πειθαρχική διαδικασία και "για όσους προκύπτει ότι παραποίησαν έγγραφα στοιχεία που υποβλήθηκαν κατά τον διορισμό ή τη μετάταξή τους, όπως παραποίηση βαθμολογίας τίτλου σπουδών, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι η βαθμολογία δεν αποτελούσε κριτήριο για τον διορισμό τους", όπως δηλαδή και εν προκειμένω συνέβη, μη δικαιολογούμενης της απόλυσης του ενάγοντος, εφόσον υπήρχαν άλλα, ηπιότερα αυτής μέτρα - όπως, επί παραδείγματι, η επιβολή προστίμου -, εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, δεν ήταν άραγε η από 1/4/2014 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της εναγόμενης εταιρίας και επομένως τυγχάνει καταχρηστική και εντεύθεν άκυρη, βάσει της αρχής της αναλογικότητας, αναφορικά με την οποίαν εξετάζεται ...". Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και υποχρέωσε την εναγόμενη, με την καταδίκη της σε χρηματική ποινή εκτελέσεως, να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, καθώς επίσης να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, καθώς στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας σ' αυτή ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς περιστατικά αναγκαία για την αξιολόγηση και κρίση αν συντρέχουν ή όχι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και της, ερειδόμενης στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και αποτελούσας εκδήλωση της καλής πίστης, αρχής της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου (επίδικης καταγγελίας) και του επιδιωκόμενου σκοπού (διαφύλαξης των συμφερόντων της εργοδότριας εναγομένης εταιρίας) και έτσι κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή όχι εφαρμογής τους. Ειδικότερα, το Εφετείο, αν και δέχεται ότι ο εκκαλών-ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσκόμισε, κατά την πρόσληψή του στην εναγομένη απολυτήριο Γενικού Λυκείου με γενικό βαθμό δεκαέξι (16), του οποίου, κατόπιν ελέγχου της γνησιότητας και νομιμόττας των τίτλων σπουδών βάσει εγκυκλίων του αρμοδίου Υπουργείου, δεν επιβεβαιώθηκε η γνησιότητα, αφού ο πραγματικός βαθμός απόλυσής του ήταν δεκατέσσερα (14) και 11/12 και όχι δεκαέξι (16), που αναγραφόταν στον εν λόγω απολυτήριο τίτλο, ενώ και οι επιμέρους βαθμοί στα μαθήματα δεν ήταν οι ίδιοι, και το οποίο (απολυτήριο) ανέφερε -ως απαιτούμενο, κατά την σχετική προκήρυξη του ΑΣΕΠ- στην αίτηση πρόσληψης - υπεύθυνη δήλωσή του, εντούτοις παραλείπει να αναφέρει τι ακριβώς δήλωσε ο ενάγων στην υπεύθυνη αυτή δήλωση και αν όντως βεβαίωνε σ' αυτή την ακρίβεια των όσων δηλώθηκαν και υποβλήθηκαν, όπως ορίζει το άρθρο 7 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού (ΓΚΠ) της εναγομένης, που έχει ισχύ νόμου, και τι έννομη επιρροή είχε αυτή η υπεύθυνη δήλωση στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ενόψει και του ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη και τις διατάξεις του ΓΚΠ της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, η προσκόμιση πλαστού ή παραποιημένου τίτλου σπουδών και η ψευδής δήλωση ότι ο τίτλος είναι γνήσιος ή η απόκρυψη στοιχείων θεωρείται σοβαρό παράπτωμα (σπουδαίος λόγος) που δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, οποτεδήποτε κι αν διαπιστωθεί, χωρίς καταβολή αποζημίωσης, συνιστά δηλαδή ειδικό πρόσθετο λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας' επίσης δεν αναφέρει την μετέπειτα, μετά δηλαδή τη διαπίστωση της παραποίησης του απολυτηρίου ως προς τη βαθμολογία, συμπεριφορά του ενάγοντος προς την εναγομένη και την εν γένει στάση του εν σχέσει με το εν λόγω ζήτημα και αν και πως επέδρασε αυτή στην ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εργασίας' και ειδικώς δεν αναφέρει αν, λόγω των ανωτέρω ενεργειών του ενάγοντος-εργαζομένου, υπήρξε (ή όχι) κλονισμός της εμπιστοσύνης της εναγομένης-εργοδότιδος στο πρόσωπό του και αν διαταράχθηκε η αρμονία της λειτουργίας της σύμβασης εργασίας, και εντεύθεν αν μπορεί να αξιωθεί, κατά την καλή πίστη, η συνέχιση της σύμβασης εργασίας του. Επίσης, για την κρίση του το Εφετείο ότι η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας από την εναγομένη ελέγχεται, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, ως καταχρηστική, διότι, έχει παραβιαστεί η, αποτελούσα εκδήλωση της καλής πίστης, αρχή της αναλογικότητας, μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου, ήτοι της επίδικης καταγγελίας, και του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι της διαφύλαξης των συμφερόντων της εργοδότριας εταιρίας, παραλείπει να λάβει υπόψη του ότι, εν προκειμένω, πρόκειται για σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, καθώς υφίσταται μεταξύ της εναγομένης, που εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον με την εκτέλεση συγκοινωνιακού έργου με μέσα μαζικής μεταφοράς και του οδηγού των οχημάτων της, ενάγοντος, που καθημερινά μεταφέρει το επιβατικό κοινό και με το οποίο έρχεται σε καθημερινή επαφή, και πως το στοιχείο τούτο επέδρασε στην περαιτέρω λειτουργία της εργασιακής σχέσης. Περαιτέρω οι παραδοχές του Εφετείου, προκειμένου να δικαιολογήσει το πόρισμά του ότι η καταγγελία είναι καταχρηστική καθόσον παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητος, αφού θα μπορούσε η εναγομένη, αντ' αυτής, να επιβάλει στον ενάγοντα μία πειθαρχική ποινή εκ των προβλεπομένων στο Γενικό Κανονισμό της, δεχόμενο αφενός μεν ότι η παραποίηση του απολυτηρίου ως προς τη βαθμολογία εκ του αποτελέσματος δεν είχε έννομη συνέπεια στην πρόσληψη του ενάγοντος, δεδομένου ότι από τη βαθμολογία του δεν εξαρτήθηκε ο διορισμός του, αφού ο τελευταίος υποψήφιος που διορίστηκε είχε βαθμό μικρότερο του δώδεκα (12), αλλά μόνο η σειρά κατάταξής του, και αφετέρου ότι ο ενάγων επί σειρά ετών προσέφερε ευδόκιμα τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, χωρίς ποτέ να υποπέσει σε οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, δεν αρκούν, εν προκειμέω, για τη στοιχειοθέτηση της ένδικης καταγγελίας ως καταχρηστικής και μη συμβατής με την αρχή της αναλογικότητας, ενόψει του ότι το Εφετείο δεν αιτιολογεί περαιτέρω για ποιο λόγο τα ως άνω γεγονότα, ως και η αναφερόμενη προσωπική και οικογενειακή κατάσταση του ενάγοντος, είναι τέτοιας σημασίας, που υπερισχύουν του σοβαρού παραπτώματος της παραποίησης του τίτλου σπουδών του κατά την πρόσληψή του, που, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη και τον ΓΚΠ της εναγομένης, θεωρείται σοβαρό παράπτωμα (σπουδαίος λόγος) που δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, οποτεδήποτε κι αν διαπιστωθεί' επιπροσθέτως δε δεν αξιολογείται, από το Εφετείο, το γεγονός ότι η επί μακρόν παροχή υπηρεσιών εκ μέρους του ενάγοντος στην εναγομένη εξαρτάται από το τυχαίο γεγονός του χρόνου διαπίστωσης της προσκόμισης κατά την πρόσληψή του παραποιημένου τίτλου σπουδών. Εξάλλου, το Εφετείο δεν αναφέρει για ποιο λόγο η παραδοχή ότι ο ενάγων υπέστη ανυπολόγιστη ζημία από την απώλεια της θέσης εργασίας του, μένοντας πλέον άνεργος, επέδρασε στην παραβίαση της αρχής της αναλογικότητος και στον καταχρηστικό χαρακτήρα της καταγγελίας, αφού η ζημία αυτή από την απώλεια της θέσης εργασίας ενυπάρχει, ως εγγενής ιδιότητα, στην ίδια την καταγγελία. Επί πλέον, η πρόβλεψη της υπ' αρ. ΔΙΔΑΔ/Φ.34/45/2843/20.3.2014 εγκυκλίου του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, περί του ελέγχου της νομιμότητας των πτυχίων των υπαλλήλων, ότι (αντί για καταγγελία της σύμβασης εργασίας) μπορεί να κινηθεί πειθαρχική διαδικασία (και) για όσους προκύπτει ότι παραποίησαν έγγραφα στοιχεία που υποβλήθηκαν κατά τον διορισμό τους, όπως παραποίηση βαθμολογίας τίτλου σπουδών, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι η βαθμολογία δεν αποτελούσε κριτήριο για τον διορισμό τους, και την οποία επικαλείται το Εφετείο, προς αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν καθιστά απαραιτήτως την επίδικη καταγγελία αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητος, καθώς παραλείπει το Εφετείο αφενός να αιτιολογήσει για ποιο λόγο η, προβλεπόμενη από την άνω εγκύκλιο δυνητική αυτή ευχέρεια υπερισχύει, εν προκειμένω, της ρύθμισης του άνω άρθρου 7 παρ. 3 του, έχοντος ισχύ νόμου, Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης, ότι ψευδείς δηλώσεις ή απόκρυψη στοιχείων κατά την πρόσληψη θεωρούνται σοβαρά παραπτώματα, για τα οποία δικαιολογείται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, οποτεδήποτε κι αν διαπιστωθούν, και αφετέρου να αναφέρει, όπως προαναφέρθηκε, αν, λόγω των ανωτέρω ενεργειών του ενάγοντος-εργαζομένου, υπήρξε (ή όχι) κλονισμός της εμπιστοσύνης της εναγομένης-εργοδότιδος στο πρόσωπό του και αν διαταράχθηκε η αρμονία της λειτουργίας της σύμβασης εργασίας, και εντεύθεν αν μπορεί να αξιωθεί, κατά την καλή πίστη, η συνέχιση της σύμβασης εργασίας του. Τέλος η παραδοχή του Εφετείου ότι δεν δικαιολογείται η απόλυση του ενάγοντος, εφόσον υπήρχαν άλλα, ηπιότερα αυτής μέτρα -όπως, επί παραδείγματι, η επιβολή προστίμου-, εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, είναι αντιφατική με την ενδοιαστική κρίση του [ενόψει του ερωτηματικού μορίου "άραγε"] ότι "δεν ήταν άραγε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της εναγόμενης εταιρίας". Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου (Εφετείου), του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 3303/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023.
ΗΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


<< Επιστροφή