Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 445 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 445/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", όπως μετέβαλε την επωνυμία της η εταιρεία "Α. Μ. Α. Τ. Ε. - Τ. Κ. Ο. «Ε. και με τον διακριτικό τίτλο «Μ. Τ. Α.", που εδρεύει στον ..., εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "F. Π. Ε. Ο. Ε. «Λ., και τον διακριτικό τίτλο «F. Π. Ε. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Σουρλά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-8-2017 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7841/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 739/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-4-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015, ΑΠ 548/2020). Εξάλλου, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικο του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντίθετα, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης κ.λπ. προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 1121/2020, ΑΠ 24/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, από το προσκομιζόμενο από την αναιρεσίβλητη αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, στο οποίο περιλαμβάνεται 1) η από 13.10.2021 παραγγελία του καταθέσαντος την αίτηση αυτή πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας Αλεξάνδρου Στρίμπερη προς τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή να επιδώσει την αίτηση στην αναιρεσίβλητη, με κλήση αυτής να παραστεί στην συζήτησή της κατά την ορισθείσα δικάσιμο αυτής στις 28.11.2022, και 2) η από 15.10.2021 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ν. Φ., από την οποία αποδεικνύεται ότι αυτός εκτέλεσε την ανωτέρω παραγγελία και επέδωσε αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης στην αναιρεσίβλητη με κλήση για συζήτησή της στις 28.11.2022, προκύπτει ότι η επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης γίνεται με επιμέλεια των αναιρεσείουσας. Όμως αυτή δεν εμφανίστηκε στην δικάσιμο αυτή, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, και γι' αυτό, εφόσον η ίδια επέσπευσε την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την προαναφερόμενη δικάσιμο, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 1), δεδομένου ότι στον φάκελο της δικογραφίας υπάρχει το υπ' αριθμόν 11510-/14/5/2021 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Κ., με το οποίο η αναιρεσείουσα παρέσχε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στον ανωτέρω δικηγόρο Αλέξανδρο Στρίμπερη να ασκήσει την ένδικη αίτηση αναίρεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 985, 986 και 988 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ' αυτόν του κατασχετηρίου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και, σε καταφατική περίπτωση, να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρ. 988 ΚΠολΔ, διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης, δικαιούται δε αυτός που επέβαλε την κατάσχεση να ανακόψει την αρνητική (ρητή ή σιωπηρή) δήλωση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από της δηλώσεως, επικαλούμενος ανακρίβεια αυτής. Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ. 990 ΚΠολΔ η κατ' αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών. Συνακόλουθα τούτων, αντικείμενο της σχετικής δίκης, το οποίο δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δήλωσης του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος. Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαιτήσεως (ΑΠ 480/2012, 256/2011). Εξάλλου, το μόνο ποσό που πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς από τον ανακόπτοντα είναι το ποσό της απαιτήσεως, για το οποίο επέβαλε την κατάσχεση, και όχι το ποσό για το οποίο ασκείται η ανακοπή κατά της δηλώσεως του τρίτου (ΑΠ 663/2017, ΑΠ 1500/2017). Σε περίπτωση, όμως, που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του την ύπαρξή της απαιτήσεως, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίησή της, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 480/2012). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 του ΑΚ, με τις οποίες ορίζεται, αντίστοιχα, ότι "η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή" και "η καταβολή απαιτείται να γίνει στο δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος έχει επιτρέψει να δεχθεί την καταβολή. Η καταβολή που έγινε σε άλλον ισχύει αν ο δανειστής την εγκρίνει ή εφόσον ωφελείται από αυτήν", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 211, 236, 361 και 424 εδ. α' ΑΚ, συνάγεται ότι, για να έχει, η εκπλήρωση της παροχής που συντελείται με την υλική πράξη της καταβολής, αποσβεστικό αποτέλεσμα της ενοχής και, συνεπώς, την ελευθέρωση του οφειλέτη, πρέπει: α) να είναι προσήκουσα δηλαδή να υπάρχει ταυτότητα οφειλόμενης και καταβαλλόμενης παροχής, ώστε ο δανειστής να λαμβάνει ό,τι δικαιούται να αξιώσει από τον οφειλέτη σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβαση, χωρίς να αρκεί τμηματική καταβολή (ΑΠ 907/2005) και β) να γίνει: 1) είτε προς το δανειστή προσωπικά ή τον επιτετραμμένο από το δικαστήριο ή το νόμιμο ή δικαστικό αντιπρόσωπο του δανειστή, εφοδιασμένο στην τελευταία περίπτωση με πληρεξούσιο έγγραφο, 2) είτε προς τον έχοντα ειδική εξουσιοδότηση του δανειστή, ρητή ή και σιωπηρή, προκύπτουσα από τη σχέση του δανειστή με τον εξουσιοδοτημένο να λάβει την παροχή, ενεργώντας στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό, με τη συγκατάθεση του δανειστή, 3) είτε προς τρίτο δεκτικό καταβολής πρόσωπο, το οποίο προσδιόρισε ο δανειστής, κατόπιν συμβάσεώς του με τον οφειλέτη, παρέχοντας (κληρονομητό) δικαίωμα στον οφειλέτη να καταβάλει με αποσβεστικά αποτελέσματα την παροχή προς τον δεκτικό καταβολής, ο οποίος δεν είναι μονομερώς ανακλητός. Καταβολή που έγινε σε άλλον, εκτός από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη, έστω και αν αυτός τελούσε σε συγγνωστή πλάνη - με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 889, 224, 1654, 1540, 1541, 426 ΑΚ και 822 ΚΠολΔ - εκτός αν ο δανειστής εγκρίνει μια τέτοια καταβολή ή ωφελείται από αυτή, λόγω απόδοσης του ληφθέντος στο δικαιούχο ή κληρονομήσεως του ενός από αυτούς από τον άλλο ή απόσβεσης της υποχρέωσης απόδοσης του καταβληθέντος από τον λαβόντα τρίτο στο δανειστή από άλλη αιτία. Ο οφειλέτης, φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής κατά τον προσήκοντα τρόπο (ΑΠ 134/2013, ΑΠ 285/2011, ΑΠ 626/2010). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 421 ΑΚ, αν ο οφειλέτης, για να ικανοποιήσει τον δανειστή, αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο. Από τον ερμηνευτικό της βούλησης των μερών κανόνα, που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι η ανάληψη νέας υποχρέωσης από τον οφειλέτη, όπως είναι και η, προς ικανοποίηση του δανειστή, έκδοση ή οπισθογράφηση ή παράδοση επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή, κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής, κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής και δεν επιφέρει, πριν από την είσπραξη αυτής, την εξόφληση χρέους, εκτός αν συμφωνήθηκε ή προκύπτει από τις περιστάσεις σαφώς το αντίθετο, δηλαδή ότι έγινε για την απόσβεση της αρχικής οφειλής με τη σύσταση της νέας. Ο οφειλέτης, με την έκδοση της επιταγής ή την ανάληψη υποχρέωσης από αυτήν, υπόσχεται στο δανειστή του (λήπτη) ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας. Με τη γένεση δηλαδή της ενοχής από την επιταγή, δημιουργείται μόνον ένας εναλλακτικός τρόπος πληρωμής και, για το λόγο αυτό, δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης, παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής. Άλλωστε, σε αντίθεση με το χαρτονόμισμα, που είναι φορέας αξίας, παρούσας και βέβαιης, η τραπεζική επιταγή, ως αξιόγραφο, είναι φορέας απαίτησης και η αξία της εξαρτάται από την φερεγγυότητα του οφειλέτη. Έτσι, ενώ το χαρτονόμισμα χρησιμεύει για την απόσβεση της ενοχής, κατά τρόπο οριστικό και δε μπορεί να αποκρουσθεί από τον δανειστή, το αξιόγραφο, όπως είναι και η τραπεζική επιταγή, μπορεί να αποκρουσθεί από τον δανειστή και λαμβάνεται από αυτόν, μόνον εάν αυτός θελήσει, η δε λήψη του δεν θεωρείται ότι γίνεται αντί καταβολής, εκτός εάν προκύπτει από τη συμφωνία των μερών το αντίθετο (ΑΠ 204/2021, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 20/2018, ΑΠ 1399/2015). Από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 262§1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, συνάγεται, ότι στοιχεία της ένστασης απόσβεσης χρηματικής ενοχής με καταβολή (εξόφλησης) είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Σε περίπτωση που η απαίτηση είναι μία, αρκεί για το ορισμένο της σχετικής ένστασης εξόφλησης αυτής, η αναφορά του ποσού και της αιτίας της καταβολής, οπότε είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος ως προς το αν η καταβολή ήταν πλήρης και έγινε απόσβεση του σχετικού χρέους (ΑΠ 417/2018, ΑΠ 1221/2017). Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", ιδρύεται αν στο αναιρετήριο αναφέρονται ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 681/2021, ΑΠ 1299/2020, ΑΠ 1029/2020, ΑΠ 940/2020, ΑΠ 623/2015, ΑΠ 673/2013). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 164/2017, ΑΠ 204/2017). Η εκδίκαση δε της διαφοράς κατά την προσήκουσα διαδικασία δεν αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 591 παρ. 6 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "εάν η υπόθεση δεν υπάγεται στην διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαίνεται για αυτό και αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία δικάζεται".
Συνεπώς η μη τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης, ενώ μόνο αν λόγω λανθασμένης διαδικασίας και εφόσον η διαφορά υπάγεται στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του δικάσαντος δικαστηρίου, δεν εφαρμόστηκε συγκεκριμένος δικονομικός κανόνας που έπρεπε να εφαρμοστεί και ο οποίος, προδήλως, περιέχει ή ευνοϊκότερες για τον εναγόμενο ή αυστηρότερες για τον ενάγοντα διατάξεις, δημιουργουμένης έτσι δικονομικής παράβασης, μπορεί να ιδρυθεί κάποιος λόγος αναίρεσης από τους περιοριστικώς απαριθμούμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1355/2012, ΑΠ 1596/2011). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο "... Με τον πρώτο λόγο έφεσης η καθ' ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) διώκει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και να απορριφθεί καθ' ολοκληρίαν η ανακοπή, διότι όπως εκθέτει, εμφιλοχώρησαν σφάλματα περί την ορθή εφαρμογή του νόμου, αποδίδοντας πρωτίστως νομικό σφάλμα στην εκκαλουμένη που, αφού εδέχθη ότι επρόκειτο για δίκη περί την εκτέλεση εφήρμοσε κατ' άρθρο 937 ΚΠολΔ την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (614 επ. ΚΠολΔ), ενώ θα έπρεπε να εφαρμοστεί η τακτική διαδικασία.. Πράγματι υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο η ένδικη ανακοπή ως ανακοπή κατά της αρνητικής δηλώσεως τρίτου δεν συνιστά ... δίκη περί την εκτέλεση, δικαζόμενη κατ' άρθρο 937 ΚΠολΔ κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (όπως εσφαλμένα εκρίθη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), αλλά τακτική-διαγνωστική δίκη της ύπαρξης ή όχι της απαιτήσεως της οφειλέτιδας της ανακόπτουσας έναντι της τρίτης και καθ' ης η ανακοπή, ώστε να διαπιστωθεί αν αυτή (η τρίτη-καθ' ης) είναι ή όχι και υπό ποιους περιορισμούς οφειλέτιδα της οφειλέτιδας της κατάσχουσας-ανακόπτουσας (αναιρεσίβλητης), με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζονται οι προβλέψεις του άρθρου 937 ΚΠολΔ, η δε εφαρμοστέα διαδικασία να κρίνεται ανάλογα με το είδος της κατασχεθείσας απαίτησης, εις τρόπον ώστε, αν αυτή υπάγεται στην τακτική διαδικασία, με την ίδια διαδικασία να δικάζεται και η ανακοπή, ενώ μόνο στην περίπτωση που η κατασχεθείσα απαίτηση υπάγεται σε ειδική διαδικασία (πχ ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), κατά την ίδια διαδικασία να εκδικάζεται και η εκ του άρθρου 986 ΚΠολΔ ανακοπή. Στην προκειμένη περίπτωση η κατασχεθείσα απαίτηση της οφειλέτιδας της ανακόπτουσας σε βάρος της τρίτης καθ' ης η ανακοπή προέρχεται πρωτίστως και εξαντλείται από τα υπ' αριθμόν ... τιμολόγια της εταιρείας "… ΑΕ", συνολικού ποσού 495.054 ευρώ, που ενσωμάτωναν αμοιβή από την εκτέλεση εργασιών, την οποία όφειλε η καθ' ης προς την οφειλέτιδα της ανακόπτουσας ως άνω ανώνυμη εταιρεία "Ι… Α.Ε.", τα οποία τιμολόγια ενσωματώνουν ποσά που επαρκούν για την ικανοποίηση της απαίτησης της ανακόπτουσας εκ ποσού 46.041,52 ευρώ ... Συνακόλουθα η ένδικη ανακοπή τυγχάνει εκδικαστέα κατά την τακτική διαδικασία και όχι κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών ενώ σημειούται ειδικώς ότι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρά το ότι εκδίκασε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών αναφέροντας στην οικεία σκέψη του το άρθρο 614 ΚΠολΔ, δεν υπήγαγε την κρινομένη διαφορά σε κάποια από τις ειδικώς αναφερόμενες περιπτώσεις περιουσιακών διαφορών που απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο. Επομένως κρίνοντας κατά τα ως άνω και εκδικάζοντας την υπόθεση με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και δη όλων των προαναφερομένων διατάξεων του ΚΠολΔ και ως εκ τούτου πρέπει, ... γενομένου δεκτού του πρώτου λόγου εφέσεως, χωρίς να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση (την οποία εξαφάνιση ούτε το άρθρο 535 παρ. 2 ΚΠολΔ προβλέπει παρά μόνο αν συνέτρεχε και αναρμοδιότητα πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), να εκδικαστεί άμεσα η κρινομένη ανακοπή κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία, δεδομένου ότι δεν προκύπτει και ούτε οι διάδικοι επικαλούνται (ιδίως η εκκαλούσα) καμία ακυρότητα από τη μη εφαρμογή της προβλεπομένης διαδικασίας στον πρώτο βαθμό ..., ενώ ας σημειωθεί ότι παρά το ότι η ως άνω υπόθεση εκδικάστηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών δεν αναδύθηκε εξ αυτού του λόγου ακυρότητα ή απαράδεκτο, ένεκα δικονομικής βλάβης των διαδίκων, ούτε άλλωστε αυτοί (διάδικοι) επικαλούνται κάτι τέτοιο, αφού: α) η κρινομένη ανακοπή κατατέθηκε στις 8-8-2017 σύμφωνα την υπ' αριθμόν ...3-8-2017 έκθεσης καταθέσεως δικογράφου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία πράξη καταθέσεως εμφαίνεται ως προσδιορισθείσα κατά την τακτική διαδικασία με ορισθείσα πρώτη συζήτηση την 14-11-2017 και κατόπιν αναβολής την 27-2-2018 οπότε και συζητήθηκε, ενώ επιδόθηκε στις 14-8-2017 (βλ. την υπ' αριθμόν ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών…), β) αμφότερες οι διάδικες πλευρές παραστάθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (βλ. προσκομιζόμενα πρακτικά πρωτοβαθμίου δίκης) και κατέθεσαν προτάσεις (βλ. το από 27-2-2018 δικόγραφο των προτάσεων της ανακόπτουσας και το από 22-2-2018 δικόγραφο προτάσεων της καθ' ης η ανακοπή). Και είναι μεν αλήθεια ότι μετά την άνω κρίση του δικαστηρίου αποβαίνουν ως εκπρόθεσμες οι προτάσεις που κατατέθηκαν από τους διαδίκους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο λόγω της μη τήρησης των αυστηρών προθεσμιών των άρθρων 215 και 237 ΚΠολΔ (έλλειψη νομότυπης εγγράφου προδικασίας), πλην όμως και λαμβανομένου υπόψη ότι το άρθρο 535 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν προβλέπει τη δυνατότητα παραπομπής της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για το λόγο και μόνο ότι εφαρμόστηκε ενώπιον του εσφαλμένη διαδικασία (λύση άλλωστε που δεν νοείται αφού πλέον δεν είναι δυνατή η τήρηση των προθεσμιών των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ, οι οποίες έχουν παρέλθει προ πολλού), θα πρέπει να θεωρεί ότι η πλέον αρμόζουσα λύση για το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι η εκδίκαση της υποθέσεως επί τη βάσει των ισχυρισμών των διαδίκων που περιλαμβάνονται στις κατ' έφεσιν προτάσεις τους, στις οποίες γίνεται νομότυπη επαναφορά των προτάσεων του πρώτου βαθμού, προϋπόθεση που συντρέχει εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του παρόντος δικαστηρίου ... Τέλος δεν επιβάλλεται η παραπομπή της υποθέσεως σε ιδιαίτερη συζήτηση προς προπαρασκευή των διαδίκων, δοθέντος ότι αυτοί (διάδικοι) προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα προς απόδειξη των ισχυρισμών τους... Η υπό κρίση ανακοπή, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο είναι, κατά τη δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου της ορισμένη, αφού προσδιορίζεται σε αυτήν κατά τα ουσιώδη στοιχεία της επαρκώς: α) η απαίτηση, δηλαδή η αιτία της οφειλής της τρίτης καθής η ανακοπή προς την καθής η εκτέλεση εταιρεία υπό την επωνυμία "Ι.. ΑΕ", αναδυόμενη κυρίως από τα υπ' αριθμόν ... τιμολόγια (δικαιογόνος αιτία) συνολικού ποσού 495.054 ευρώ, που ενσωμάτωναν αμοιβή από την εκτέλεση εργασιών η οποία αμοιβή φέρεται να οφείλεται από την καθ' ης η ανακοπή προς την καθ' ης η εκτέλεση ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία "... Α.Ε.", οφειλέτιδα της ανακόπτουσας, από την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, που ας σημειωθεί αναφέρονται κατ' είδος κατά την περιγραφή εκάστου των τιμολογίων στην σελίδα 13 της ανακοπής, εις τρόπον ώστε να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία για την γένεση και την ταυτότητα της οφειλής δυναμένης της καθ' ης να αντιλέξει, β) τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν [παραγωγικά γεγονότα], και δη ότι πρόκειται περί αμοιβής που οφείλει η καθ' ης ανακοπή (τρίτη) στην οφειλέτιδα της ανακόπτουσας και γ) το ποσό της απαίτησης, για το οποίο η ανακόπτουσα επέβαλε την κατάσχεση, και δη το ποσό των 46.041,52 ευρώ, που είναι και το μόνο ποσό που πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς από την ασκούσα την ανακοπή χωρίς να χρειάζεται να αναφέρει από ποια σύμβαση έργου αναδύθηκε η ως άνω οφειλή, ή το πότε η σύμβαση αυτή καταρτίστηκε, ούτε οι επιμέρους εργασίες στις οποίες προέβη η οφειλέτιδα της ανακόπτουσας εταιρεία "... ΑΕ". Επομένως αναφορικά με το παράπονο περί αοριστίας της καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας, το οποίο η τελευταία ( εκκαλούσα) επαναφέρει νομίμως με τον δεύτερο λόγο έφεσης, ... το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε αυτό σιγή κρίνοντας ως ορισμένη την ανακοπή έστω και χωρίς αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται δια της παρούσης (534 ΚΠολΔ), δεν υπέπεσε σε νομική πλημμέλεια για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της ανακοπής κρίσης του, αφού δεν αξίωσε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, για να κρίνει ορισμένη την ανακοπή (νομική αοριστία), ενώ επίσης ορθώς έκρινε ότι αναφέρονταν σε αυτήν με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που ανωτέρω ελέχθησαν και τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του επικαλούμενου κανόνα δικαίου (985, 986, 988, 990 ΚΠολΔ), στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της ανακοπής (ποσοτική αοριστία), κάθε δε αντίθετη αιτίαση της καθ' ης η ανακοπής ήδη εκκαλούσας ιστορούμενη στο δεύτερο λόγο έφεσης της τυγχάνει απορριπτέα ως αβάσιμη, όπως και ο αντιστοίχου περιεχομένου δεύτερος λόγος έφεσης... Η ανακόπτουσα (αναιρεσίβλητη), τυγχάνει ανώνυμη εταιρεία Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών με σκοπό την παροχή ελεγκτικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών. Στα πλαίσια της ως άνω εμπορικής της δραστηριότητας συνήψε με την εταιρεία υπό την επωνυμία "... ..." και τον διακριτικό τίτλο "... ΑΕ" σύμβαση παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών αναφορικά με τη διαδικασία της συγχωνεύσεως δια απορρόφησης της θυγατρικής της ως άνω εταιρείας υπό την επωνυμία " ...". Η ανακόπτουσα ενεργώντας κατά τα ως άνω συνέταξε την από 24-11-2016 έκθεση εκτιμήσεως των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών που συνυπέγραψαν οι Α. Κ. και Π. Κ., που υπείχαν θέση βοηθού εκπληρώσεως. Η ανακόπτουσα μετά τη σύνταξη της ως άνω έκθεσης και την ολοκλήρωση της διαδικασίας συγχώνευσης εξέδωσε το με αριθμό …1-9-2016 τιμολόγιο ποσού 53.400 ευρώ, επιμεριζόμενο σε ποσό 43.045 ευρώ ως αμοιβή και ποσό 10.335,60 ευρώ που αντιστοιχούσε σε αναλογούντα ΦΠΑ, όπως δε εκθέτει η ανακόπτουσα-εφεσίβλητη, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από την καθ' ης η ανακοπή εκκαλούσα (261 ΚΠολΔ), το ως άνω τιμολόγιο παρέλαβε ανεπιφύλακτα η οφειλέτρια της ανακόπτουσας εφεσίβλητης καταχωρώντας το στα εμπορικά της βιβλία, καταβάλλοντας μάλιστα μέρος του ενσωματωμένου σε αυτό ποσού και δη ποσό 10.335,60 ευρώ, εκδόθηκε δε μετά ταύτα από την ανακόπτουσα εφεσίβλητη η υπ' αριθμόν …2016 απόδειξη εισπράξεως. Ακολούθως και επειδή παρά τις οχλήσεις της ανακόπτουσας εφεσίβλητης το ως άνω τιμολόγιο παρέμενε (εν μέρει) ανεξόφλητο η ανακόπτουσα εφεσίβλητη επικαλούμενη τα ως άνω πραγματικά περιστατικά υπέβαλε ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 9-3-2017 αίτηση της αιτούμενη την βάρος της οφειλέτριάς της εταιρείας με το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ" ( μη διάδικο ως ελέχθη) την έκδοση σε βάρος της Διαταγή Πληρωμής, η οποία έγινε δεκτή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εκδόθηκε δε μετά ταύτα η υπ' αριθμόν ... Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία επιτασσόταν η ως άνω οφειλέτρια εταιρεία της ανακόπτουσας να της καταβάλλει: α) το ποσό των 43.065 ευρώ ως κεφάλαιο, β) το ποσό των 1.317 ευρώ ως δικαστικά έξοδα. Η ως άνω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε από την ανακόπτουσα στην οφειλέτρια την 10-4-2017 (βλ. την υπ' αριθμόν …/10-4-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών….). Κατά της ως άνω διαταγή πληρωμής η οφειλέτρια της ανακόπτουσας άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 3-502017 (και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ….2017) ανακοπή της, η οποία με την υπ' αριθμόν 2315/2020 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου απερρίφθη. Κατ' αυτής έχει ασκηθεί από την οφειλέτιδα της ανακόπτουσας η από 9- 6-2020 έφεση κατατεθείσα στο εκδόσαν Πρωτοδικείο Αθηνών την 19η-6-2020 (βλ. την υπ' αριθμόν …2020 έκθεση καταθέσεως) μη εισέτι προσδιορισθείσα, χωρίς να προκύπτει η περαιτέρω έκβαση της υποθέσεως, ούτε οι διάδικοι να επικαλούνται κάτι επ' αυτού. Περαιτέρω και επειδή η ως άνω απαίτηση δεν ικανοποιήθηκε από την οφειλέτρια εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", η ανακόπτουσα προέβη σε κατάσχεση εις χείρας τρίτου κοινοποιώντας προς την καθ' ης (αναιρεσείουσα) την 10η-7-2017 (βλ την υπ' αριθμόν ..έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Σ.) το από 5-7-2017 κατασχετήριο, δυνάμει του οποίου κατέσχεσε αναγκαστικά έως του ποσού των 46.041,52 ευρώ τις απαιτήσεις που η οφειλέτιδά της εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο ... ΑΕ διατηρούσε σε βάρος της τρίτης καθ' ης η ανακοπή ήδη εκκαλούσας προερχόμενες από: α) το υπ' αριθμόν …τιμολόγιο ποσού 100.245 ευρώ, 2) το υπ' αριθμόν ….τιμολόγιο ποσού 133.455 ευρώ, 3)του π' αριθμόν ….ποσού 86.100 ευρώ, 4) το υπ' αριθμόν …ποσού 82.164 ευρώ, και 5) το υπ' αριθμόν ….ποσού 93.090,09 ευρώ, τα οποία τιμολόγια ενσωμάτωναν αμοιβή από την εκτέλεση εργασιών κατόπιν συμβάσεως έργου που είχε συνάψει η οφειλέτρια της ανακόπτουσα εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο ... ΑΕ ως εργολάβος και η καθ' ης η ανακοπή ως εργοδότρια, ενώ με το ίδιο κατασχετήριο κατέσχεσε και μισθώματα (παρά το ότι με τα ως άνω τιμολόγια εξαντλείται η απαίτηση) οφειλόμενα δυνάμει του από 1-9-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, από την παραχώρηση της χρήσης προς την οφειλέτρια καθ' ης η εκτέλεση εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο "... ΑΕ" από την καθ' ης, του κειμένου επί της οδού …στην Κάτω …μισθίου ακινήτου. Σημειωτέον ότι η καθ' ης η ανακοπή δεν αμφισβητεί την έκδοση των επίμαχων τιμολογίων ούτε την εκτέλεση των εργασιών, σε αμοιβή των οποίων τα τιμολόγια εκδόθηκαν όπως δεν αμφισβητεί το ποσό που ενσωματώνεται σε έκαστο των τιμολογίων. Ακολούθως την 14η-7-2017 η καθ' ης η ανακοπή νομίμως εκπροσωπούμενη προέβη νομοτύπως και εμπροθέσμως κατά τους ορισμούς του άρθρου 985 ΚΠολΔ σε αρνητική δήλωση συνταχθείσας μετά ταύτα της υπ' αριθμόν … πληττόμενης εκθέσεως αρνητικής δηλώσεως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, δηλώνοντας με αυτήν ότι η οφειλέτιδα της ανακόπτουσας εταιρείας υπό τον δ.τ. "... ΑΕ δεν διατηρεί καμία απαίτηση σε βάρος της, αναφερόμενη προφανώς τόσο στα προπαρατεθέντα τιμολόγια ( για τα οποία δεν κάνει καμία ρητή δήλωση) όσο και στα φερόμενα ως οφειλόμενα μισθώματα, για τα οποία άλλωστε ισχυρίσθηκε ρητά ότι δεν οφείλονται ως εκ του ότι δεν υφίσταται πλέον ενεργή σύμβαση μίσθωσης ούτε συμφωνηθέν μίσθωμα. Κατόπιν τούτων η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη θεωρώντας ότι η ούτως έχουσα αρνητική δήλωση είναι αναληθής προέβη στην άσκηση της κρινομένης ανακοπής εμμένοντας στην θέση της περί υπάρξεως της απαιτήσεως της ... ΑΕ σε βάρος της καθής προερχόμενης από τα ένδικα πέντε κατ' αριθμό τιμολόγια, τα οποία, κατά τους περιλαμβανόμενους στην ανακοπή της λόγους, εξακολουθούν να οφείλονται, αφού, όπως εκθέτει, δεν προσκομίστηκαν (προφανώς κατά το χρόνο συντάξεως της αρνητικής δηλώσεως) εξοφλητικές αποδείξεις αυτών είτε μετρητοίς, είτε δι' επιταγών, οπότε η εξοφλητική απόδειξη πέραν του γεγονότος της καταβολής θα έπρεπε να αναφέρει και με ποια επιταγή έλαβε χώρα η κάθε καταβολή και αν αυτή πληρώθηκε διατραπεζικά τα στοιχεία της διατραπεζικής συναλλαγής και ποιο τιμολόγιο αφορούσε. Η καθ' ης η ανακοπή αμυνόμενη προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την ένσταση εξοφλήσεως των ως άνω τιμολογίων δυνάμει καταβολών ένεκα των οποίων, κατά τους ισχυρισμούς της έχει επέλθει απόσβεση της εκ των τιμολογίων οφειλής (416 ΑΚ) στις οποίες καταβολές προέβη: α) το έτος 2014, όπως αποδεικνύεται από 7 ειδικώς κατονομαζόμενες αποδείξεις καταβολής συνολικού ποσού 15.150 ευρώ, β) το έτος 2015 όπως αποδεικνύεται από 19 ειδικώς κατονομαζόμενες αποδείξεις καταβολής συνολικού ποσού 119.662 ευρώ, και γ) το έτος 2016 όπως αποδεικνύεται από 21 ειδικώς κατονομοζόμενες αποδείξεις, συνολικού ποσού 360.242 ευρώ, όλες καταχωρηθείσες στην πλέον προσφάτως εκτυπωθείσα από 27-2-2018 "καρτέλα πελάτη", που τηρούσε η καθής καταγράφοντας τις δοσοληψίες της με την οφειλέτιδα της ανακόπτουσας και δική της δανείστρια εταιρεία υπό την επωνυμία "... ΑΕ" και στην οποία καρτέλα πελάτη καταχωρούνταν οι μεταξύ των μερών πιστοχρεώσεις από τις εμπορικές τους συναλλαγές. Ισχυρίζεται δε ότι στον ως άνω δοσοληπτικό λογαριασμό που τηρούσε με την οφειλέτιδα της ανακόπτουσας και εν ταυτώ δική της δανείστρια έχει καταγραφεί η εξόφληση των επίδικων τιμολογίων δια τμηματικών καταβολών είτε με έκδοση επιταγών σε διαταγή της οφειλέτιδας της ανακόπτουσας εταιρείας με τον δτ "... ΑΕ" είτε με τραπεζικά εμβάσματα δια συμψηφισμού, εκδιδόταν δε εν συνεχεία η αντίστοιχη απόδειξη πληρωμής ή το αντίστοιχο παραστατικό συμψηφισμού, η οποία απόδειξη-παραστατικό καταχωρείτο ακολούθως στην καρτέλα πελάτη δηλαδή στο δοσοληπτικό λογαριασμό που τηρούσε με την "... ΑΕ" μειώνοντας κάθε φορά το εκάστοτε οφειλόμενο ποσό εις τρόπον ώστε τον Ιούνιο του έτους 2016 (ήτοι πριν από την επιβληθείσα στις 10-7-2017 κατάσχεση) να έχει εξοφληθεί πλήρως η απαίτηση, η δε μίσθωση την οποία επικαλείται η ανακόπτουσα διώκοντας να ικανοποιηθεί από οφειλόμενα μισθώματα της καθής η ανακοπή προς την ... ΑΕ έχει λυθεί συναινετικά με το από 30-6-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αόριστη την ούτως έχουσα προβαλλόμενη ένσταση υπό το σκεπτικό ότι ήταν ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, αφού επί πλειόνων χρεών (ως εν προκειμένω όπου πρόκειται περί καταβολής επί οφειλής αναδυόμενης από 5 τιμολόγια) για να επέλθει η διωκόμενη δια της καταβολής απόσβεση της σχετικής απαίτησης, θα έπρεπε η καθ' ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα να επικαλεστεί και να αποδείξει εφόσον πρόκειται για χρηματική παροχή, τόσο το συνολικό ποσό αυτής, όσο και τα επί μέρους κονδύλια, τα οποία το απαρτίζουν, και σε ποιο τιμολόγιο αντιστοιχεί η κάθε καταβολή, ώστε να δύναται το δικαστήριο να κατανείμει ορθώς το βάρος αποδείξεως, αφού η ανακόπτουσα θα ηδύνατο να προβάλει ότι η επικαλούμενη καταβολή αφορά άλλο χρέος και όχι κάποιο από τα τιμολόγια, αλλά και να αμυνθεί η ανακόπτουσα. Πράγματι η κατά τον ως άνω τρόπο προβολή της ενστάσεως εξοφλήσεως ετύγχανε λόγω της έλλειψης των ως άνω στοιχείο απορριπτέα ως αόριστη. Συνακόλουθα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που την απέρριψε ως τέτοια (αόριστη), έστω και αν ιστορείτο σε αυτήν (ένσταση) το συνολικώς καταβληθέν ποσό, δεν υπέπεσε σε νομική πλημμέλεια για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της ένστασης κρίσης του, παραβιάζοντας τα άρθρα 111, 262, 416 ΑΚ, όπως αβασίμως εκθέτει η εκκαλούσα με τον τέταρτο λόγο έφεσης, αφού δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση της ενστάσεως καταβολής, για να κρίνει αυτήν ορισμένη (νομική αοριστία), ενώ επίσης ορθώς έκρινε ότι δεν αναφέρονταν σε αυτήν με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που ανωτέρω ελέχθησαν και τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του επικαλούμενου κανόνα δικαίου (416 ΑΚ), στον οποίον εστήριξε το αίτημα περί αποσβέσεως της οφειλής, κάθε δε αντίθετη αιτίαση τυγχάνει απορριπτέα ως αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δίκασε την υπόθεση κατά τη νέα τακτική διαδικασία, και αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας α) περί απαραδέκτου λόγω μη τήρησης κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της προσήκουσας διαδικασίας, β) περί αοριστίας της ένδικης ανακοπής της αναιρεσίβλητης και γ) περί εξοφλήσεως της κατασχεθείσας στα χέρια της, ως τρίτης, απαιτήσεως της καθής η εκτέλεση εταιρείας λόγω αοριστίας, που πρωτοδίκως είχε προβάλει κατ' ένσταση και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης, στη συνέχεια, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 7841/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, αφού αναγνώρισε την ύπαρξη απαίτησης της αναιρεσίβλητης κατά της οφειλέτριας της εταιρείας "... Α.Ε." ύψους 46.041,52 ευρώ, ακύρωσε ως ανακριβή τη δήλωση της αναιρεσείουσας ως τρίτης και την υποχρέωσε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το πιο πάνω ποσό. Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι, ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασε την υπόθεση κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, το Εφετείο δίκασε την υπόθεση κατά τη νέα τακτική διαδικασία, ενώ όφειλε να απορρίψει την ανακοπή ως απαράδεκτη. Σύμφωνα, όμως, με τη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού το είδος της διαδικασίας δεν αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση, η μη τήρηση της οποίας δεν μπορεί να ιδρύσει την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια που επικαλείται η αναιρεσείουσα, ούτε και γίνεται, άλλωστε, απ' αυτή επίκληση δικονομικής βλάβης. Περαιτέρω, η ανακοπή ήταν πλήρως ορισμένη, αφού αναφέρεται σε αυτήν η δικαιογόνος αιτία και τα παραγωγικά γεγονότα της οφειλής της καθής η ανακοπή - αναιρεσείουσας προς την καθ' ης η εκτέλεση, οφειλέτρια της ανακόπτουσας - αναιρεσίβλητης, εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα οφείλει στην πιο πάνω εταιρεία το συνολικό ποσό των 495.054 ευρώ, ως αμοιβή της τελευταίας από την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, για την οποία είχαν εκδοθεί τα αναφερόμενα τιμολόγια, καθώς και για μισθώματα από τη μίσθωση του περιγραφόμενου ακινήτου, και επίσης προσδιορίζεται το ποσό της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, για το οποίο αυτή επέβαλε την κατάσχεση, ανερχόμενο σε 46.041,52 ευρώ. Πέραν των ανωτέρω, δεν ήταν αναγκαία η επίκληση άλλων στοιχείων, ενόψει μάλιστα του ότι η αναιρεσείουσα δεν αρνήθηκε ουσιαστικά την ύπαρξη της έννομης σχέσης και την εξ αυτής απαίτηση της εταιρείας "... ΑΕ", αλλά την εξόφληση αυτής. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο και συνεπώς ο αντίθετος δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ίδια ως άνω πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος. Εξάλλου, η προβληθείσα από την αναιρεσείουσα - καθής η ανακοπή ένσταση εξόφλησης της πιο πάνω απαίτησης, που κατασχέθηκε στα χέρια της, ως τρίτης, ήταν αόριστη, αφού ενόψει του ότι επρόκειτο για απαίτηση προερχόμενη από τα επικαλούμενα πέντε τιμολόγια, η αναιρεσείουσα δεν ανέφερε τα επί μέρους κονδύλια της συνολικής οφειλής της και σε ποίο εξ αυτών αφορούσε εκάστη επί μέρους καταβολή, με αποτέλεσμα να μη μπορεί η ανακόπτουσα να αμυνθεί και ώστε το δικαστήριο να κατανείμει ορθώς το βάρος αποδείξεως. Kατά συνέπεια, το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένσταση εξόφλησης ως αόριστη, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και, ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, προβάλλεται η παραπάνω πλημμέλεια (από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 527 ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου νόμου, γιατί η ένδικη έφεση ασκήθηκε μετά την 1/1/2016, οι ενστάσεις του εκκαλούντος - εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει όμως, ως προς αυτές, λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 678/2018). Επίσης, από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 520 και 527 παρ. 6 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο εναγόμενος ως εκκαλών, δεν μπορεί να προτείνει νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως ή δεν είχε προτείνει με πληρότητα, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων στην παράγραφο 6 του άρθρου αυτού περιλαμβάνονται και οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Η έγγραφη απόδειξη αυτή πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το νέο ισχυρισμό, πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 1761/2022, ΑΠ 755/2021, ΑΠ 961/2019). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του εφετείου είναι απαράδεκτη, αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες σ' αυτήν εξαιρέσεις, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που προβάλλονται για τη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 1453/2019, ΑΠ 714/2007). Σε όλες τις περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού, το δικαστήριο της ουσίας διαμορφώνει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς το αν είναι ή όχι δικαιολογημένη η βραδεία προβολή αυτού ή ως προς το αν συντρέχει ή όχι κατά περίπτωση μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις, μετά από έρευνα των στοιχείων της δικογραφίας (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 752/2011). Το απαράδεκτο της υποβολής νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (άρθρ. 223, 224, 526 και 527 ΚΠολΔ) ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 εδάφ. α` και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 1761/2022, ΑΠ 84/2020, ΑΠ 394/2011, ΑΠ 128/2008). Η κρίση του Εφετείου ότι ο νέος ισχυρισμός, αποδεικνύεται ή όχι παραχρήμα υπό την προαναφερόμενη έννοια, από τα έγγραφα που επικαλέστηκε ο εκκαλών, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γιατί αφορά κρίση περί τα πράγματα του ουσιαστικού δικαστηρίου (ΑΠ 98/2015, ΑΠ 752/2011, ΑΠ 1990/2007). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Έτσι, ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος. Ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, τα οποία ορίζει το άρθρο 339 ΚΠολΔ, θεωρείται, η προβλεπόμενη από το νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσης του δικαστή ως προς την απόδειξη, με το μέσον αυτό, του αποδεικτέου θέματος. Επομένως, μόνον η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς τη δεσμευτικότητα αυτή, όπως είναι η, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, απόδοση - αναγνώριση αποδεικτικής δύναμης σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερης ή μικρότερης από εκείνη, την οποία του αποδίδει ο νόμος, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011). Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία (ΑΠ 223/2009, ΑΠ 1612/2005). Στα ιδιωτικά έγγραφα ο νόμος δεν προσδίδει αυξημένη, έναντι των λοιπών αποδεικτική δύναμη, αλλά συνεκτιμώνται ελεύθερα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, για να έχουν την αυξημένη αποδεικτική δύναμη, κατ' άρθρο 448 ΚΠολΔ, τα εμπορικά βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444 του ίδιου Κώδικα, θα πρέπει ο έμπορος να είναι υπόχρεος, για την τήρηση τέτοιων βιβλίων, καθώς και να έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους, δηλαδή κατά τις διατάξεις του εμπορικού ή άλλου ειδικού νόμου. Στην περίπτωση δε, κατά την οποία δεν υφίσταται υποχρέωση τήρησης τέτοιων βιβλίων, καθώς και στην περίπτωση άτακτης τήρησης, δεν παρέχουν πλήρη απόδειξη, αλλά μπορούν να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες (ΑΠ 816/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προέβαλε εκ νέου στο Εφετείο την ένσταση εξοφλήσεως της κατασχεθείσας στα χέρια της, ως τρίτης, απαίτησης από τα επίμαχα τιμολόγια, που αφορούσαν την αμοιβή της καθής η εκτέλεση εταιρείας, "... ΑΕ", η οποία (ένσταση), όπως εκτέθηκε είχε πρωτοδίκως απορριφθεί ως αόριστη, επικαλούμενη, για το παραδεκτό αυτής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι αποδεικνυόταν εγγράφως (άρθρο 527 αρ.6 ΚΠολΔ). Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Η καθ' ης- εκκαλούσα ως τρίτη επικαλείται για να αποδείξει έναντι της ανακόπτουσας την εξόφληση των επίμαχων τιμολογίων, την καρτέλα πελάτη άλλως την κίνηση του εταιρικού της δοσοληπτικού λογαριασμού με την δική της δανείστρια και καθής η εκτέλεση εταιρεία "... ΑΕ", στην οποία καρτέλα έχουν καταγραφεί όλες οι επιμέρους καταβολές - πιστοχρεώσεις (αυτές που προαναφέρθηκαν μέσω της παραδόσεως των επιταγών ή άλλως μέσω συμψηφισμού), από τις οποίες εμφαίνεται, όπως ισχυρίζεται η καθής -εκκαλούσα ότι ήδη από τον Ιούνιο του έτους 2016 (ήτοι πριν από την επιβληθείσα στις 10-7-2017 κατάσχεση), έχει εξοφληθεί πλήρως η απαίτηση της εταιρείας "... ΑΕ" σε βάρος της, τούτο δε καθιστά τη αρνητική της δήλωση όλως αληθή. Επιπροσθέτως η καθ ης η ανακοπή, πέραν του δοσοληπτικού της λογαριασμού επικαλείται έντυπο δελτίο κίνησης του τραπεζικού της λογαριασμού της (extrait bancaire) ετών 2014, 2015, 2016 εξαχθέν από τα μηχανογραφημένα βιβλία της τράπεζας "…", από το οποίο αποδεικνύεται, όπως διατείνεται, η εξόφληση των παραδοθέντων επιταγών άρα κατά τους ισχυρισμούς της αποδεικνύεται και η εξόφληση των τιμολογίων. Πλην όμως αναφορικά με την καρτέλα πελάτη που η καθής τηρούσε με την οφειλέτιδα της ανακόπτουσας "... ΑΕ", αυτή (καρτέλα πελάτη) δεν θεωρείται εμπορικό βιβλίο νομίμως συντεταγμένο και θεωρημένο από την αρμόδια φορολογική αρχή, αλλά απλός δοσοληπτικός λογαριασμός, στον οποίο καταχωρούνται σε ανεπίσημες καρτέλες, οι διαμειβόμενες δοσοληψίες των μερών. Συνακόλουθα δεν συνιστά έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 443 αφού είναι ανυπόγραφο, καθόσον δεν φέρει την υπογραφή του εκδότη του, αλλά ούτε και την κατά την έννοια των άρθρων 444 παρ. 1 και 448 παρ. 1 ΚΠολΔ. διότι δεν αποτελεί απόσπασμα εμπορικών βιβλίων επομένως δεν προβλέπεται ως αποδεικτικό μέσον από τις εν λόγω διατάξεις ούτε από κάποια άλλη διάταξη. Κατά συνεκδοχή των ανωτέρω ούτε το απόσπασμα από το δελτίο κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού που διατηρεί η καθ' ης στην ανώνυμη τραπεζική εταιρείας υπό την επωνυμία "…" συνιστά έγγραφο είτε κατά την έννοια του άρθρου 443 ΚΠολΔ αφού δεν φέρει την υπογραφή του εκδότη του, ούτε κατά την έννοια των άρθρων 444 παρ. 1 και 448 παρ. 1 ΚΠολΔ. αφού επίσης δεν αποτελεί απόσπασμα εμπορικού βιβλίου. Βεβαίως ο δοσοληπτικός λογαριασμός, αλλά και η καρτέλα κίνησης τραπεζικού λογαριασμού μπορούν να αναχθούν σε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και να αποδεικνύουν υπέρ και σε βάρος των μερών μόνο αν υπάρχει σχετική δικονομική προς τούτο συμφωνία ότι η απαίτηση θα αποδεικνύεται πλήρως και από ανυπόγραφα έγγραφα, προϋπόθεση βεβαίως που δεν πληρούται εν προκειμένω. Ως εκ τούτου τόσο το δελτίο κίνησης τραπεζικού λογαριασμού όσο και ο τηρούμενος δοσοληπτικός λογαριασμός στερούνται της απαραίτητης για την απόδειξη του ισχυρισμού περί εξοφλήσεως της καθ' ης αποδεικτικής δυνάμεως ... και μόνο ως δικαστικά τεκμήρια θα μπορούσαν να αξιολογηθούν. Πλην όμως κατά την σαφή διατύπωση του άρθρου 527 ΚΠολΔ όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το νέο ισχυρισμό και εν προκειμένω την ένσταση εξοφλήσεως πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό) με πλήρη απόδειξη, δηλονότι κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την εκ νέου προβληθείσα σ' αυτό ένσταση εξοφλήσεως ως απαράδεκτη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι η ένσταση εξόφλησης της αναιρεσείουσας δεν αποδεικνυόταν εγγράφως, δεν παραβίασε τους ορισμούς των διατάξεων των άρθρων 443, 444 παρ 1 και 448 ΚΠολΔ, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τα παραπάνω έγγραφα, που η αναιρεσείουσα προσκόμισε προς απόδειξη της ως άνω ένστασης, ήτοι η καρτέλα πελάτη, την οποία αυτή τηρούσε με την καθής η εκτέλεση εταιρεία "... ΑΕ", και το απόσπασμα από το δελτίο κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού, που η ίδια διατηρεί στην τράπεζα "…", δεν αποτελούσαν εμπορικά βιβλία νομίμως συντεταγμένα και θεωρημένα από την αρμόδια φορολογική αρχή και αμφότερα ήσαν ανυπόγραφα, ειδικότερα δε, αναφορικά με την καρτέλα πελάτη, σύμφωνα με τις ίδιες παραδοχές, η αναιρεσείουσα και η καθής η εκτέλεση εταιρεία τηρούσαν απλό δοσοληπτικό λογαριασμό, στον οποίο καταχωρούσαν τις μεταξύ τους δοσοληψίες, δεχόμενο έτσι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι υφίστατο άτακτη τήρηση λογιστικών βιβλίων, με αποτέλεσμα τα εν λόγω έγγραφα, ελλείψει επίκλησης σχετικής συμφωνίας, να μην αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα αναφέρονται σ' αυτά. Επομένως, το Εφετείο, με το να μη προσδώσει στα ανωτέρω έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη του άρθρου 448 ΚΠολΔ και κρίνοντας, ενόψει αυτού, ότι η ένσταση εξόφλησης προβλήθηκε απαραδέκτως, ως μη αποδεικνυόμενη εγγράφως, δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των εγγράφων αυτών ούτε και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, παραβιάζοντας τη δικονομική διάταξη του άρθρου 527 αρ. 6 ΚΠολΔ και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στις από τους αριθ. 12 και (κατ' εκτίμηση) 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες. Κατά συνέπεια, ο σχετικός τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1208/2019, 779/2019, 222/2008, 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 105/2005, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1134/1993). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019). Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 2/2008, Α.Π. 500/2019). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 793/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη το αντίγραφο που εξήχθη από ηλεκτρονικό υπολογιστή της καρτέλας πελάτη των ετών 2014, 2015 και 2016 της ... Α.Ε. με πελάτη την αναιρεσείουσα, την οποία η τελευταία επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη της προταθείσας ένστασης εξόφλησης. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική διαδικασία: "... η καθ' ής- εκκαλούσα ως τρίτη επικαλείται για να αποδείξει έναντι της ανακόπτουσας την εξόφληση των επίμαχων τιμολογίων, την καρτέλα πελάτη άλλως την κίνηση του εταιρικού της δοσοληπτικού λογαριασμού με την δική της δανείστρια και καθής η εκτέλεση εταιρεία "... ΑΕ", στην οποία καρτέλα έχουν καταγραφεί όλες οι επιμέρους καταβολές-πιστοχρεώσεις (αυτές που προαναφέρθηκαν μέσω της παραδόσεως των επιταγών ή άλλως μέσω συμψηφισμού), από τις οποίες εμφαίνεται, όπως ισχυρίζεται η καθής-εκκαλούσα, ότι ήδη από τον Ιούνιο του έτους 2016 (ήτοι πριν από την επιβληθείσα στις 10-7-2017 κατάσχεση), έχει εξοφληθεί πλήρως η απαίτηση της εταιρείας "... ΑΕ" σε βάρος της...". Από το ως άνω περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη το έγγραφο αυτό, απέρριψε την προταθείσα υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 αριθ. 6 ΚΠολΔ, ένσταση εξόφλησης. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποία η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της και μάλιστα ρητά το ως άνω φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο.
Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του σφάλματος που επικαλείται. Στην περίπτωση λοιπόν που το διατακτικό της στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες από μια επάλληλες, κύριες ή επικουρικές, αιτιολογίες οι οποίες όμως δεν πλήττονται όλες με την αίτηση αναιρέσεως ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μια από αυτές, τότε οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες ταυτοχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνον στην μία, πρωτίστως στην κύρια και επικουρικά στις λοιπές (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 34/2020, ΑΠ 859/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 461 και 422 ΑΚ. Ωστόσο, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί, κατά την πλεοναστικώς και παρέργως μορφούμενη κρίση του δικαστηρίου ότι καμία από τις ως άνω επιταγές που εξέδωσε και επικαλείται η καθής εκκαλούσα δεν συνδέεται σαφώς και κατά τρόπο αδιακύβευτο με την πληρωμή των επίμαχων τιμολογίων, στις δε προσκομιζόμενες αποδείξεις που εισφέρει η καθής εκκαλούσα και στις οποίες καταγράφονται ότι εκδόθηκαν από αυτήν διάφορες επιταγές, δεν γίνεται καμία μνεία περί του ότι οι ως άνω επιταγές πράγματι παραδόθηκαν και οπισθογραφήθηκαν προς το σκοπό εξοφλήσεως των επίμαχων τιμολογίων..". Προκύπτει, συνεπώς, ότι το Εφετείο, πέραν της απόρριψης της εκ νέου προβληθείσας σ' αυτό από την αναιρεσείουσα ένστασης εξόφλησης ως απαράδεκτης, απέρριψε αυτήν με την ανωτέρω επάλληλη αιτιολογία ως αβάσιμη. Κατά συνέπεια, εφόσον δεν προσβλήθηκε επιτυχώς η πρώτη από τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο συγκεκριμένος λόγος προβάλλεται αλυσιτελώς και, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτος, αφού, τυχόν αποδοχή του, δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στην μη πληγείσα επάλληλη αιτιολογία της απόφασης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς εξέταση, θα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 182, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.4.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 739/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ