ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 446/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 446/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 446/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 446 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 446/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του.., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κρεμμύδα.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αμπατζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 223/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 433/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-5-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 433/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 9-11-2018 έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 223/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 10-2-2017 αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792 § 2, 961, 962 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν απ' αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός τους μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της επιπλέον της ιδανικής του μερίδας χρήσης του κοινού (ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 2191/2007). Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν εκ των κοινωνών, δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα κατά το άρθρο 1098 ΑΚ ή και αδικοπρακτική ευθύνη του κατά τα άρθρα 914 ή και 1099 ΑΚ, αν παράνομα και υπαίτια εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς (ΑΠ 362/2010) ή πολύ περισσότερο αν τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού (ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 767/2014). Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια (ΑΠ 802/2017, ΑΠ 187/2015). Ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα είναι κατ' αρχήν αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή προκειμένου για ακίνητο διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον με τον τρόπο αυτό αποκλείει στην πράξη τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (ΑΠ 1199/2021, ΑΠ 852/2019, ΑΠ276/2016, ΑΠ767/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 432/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2018, ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: ".... Ο εναγόμενος (ήδη εκκαλών) κατέστη αποκλειστικός κύριος, δυνάμει του υπ' αριθ. ... πωλητηρίου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου ... Π. Β. Κ., νομίμως μετεγγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πατρών, στον τόμο 1130 με αριθμό ..., ενός οικοπέδου, συνολικής εκτάσεως 842,40 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο εμφαίνεται... στο από 12 Δεκεμβρίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ευάγγελου Αναγνωστόπουλου, που έχει προσαρτηθεί στην υπ' αριθ. ... πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Π. Π. Β. Κ.,..., έχει δε λάβει ΚΑΕΚ ... στο εθνικό κτηματολόγιο. Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθ. ... πράξης πώλησης του... συμβολαιογράφου Π. Π. Β. Κ., νομίμως μετεγγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πατρών, στον τόμο 1240 με αριθμό ..., ο εναγόμενος μεταβίβασε στον ενάγοντα (ήδη εφεσίβλητο) την κυριότητα του 50% εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω οικοπέδου, καθιστάμενοι έτσι αμφότεροι συγκύριοι αυτού. Περαιτέρω, όπως προέκυψε, επί του ανωτέρω οικοπέδου οι διάδικοι ανήγειραν οικοδομή, η οποία υπήχθη στις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, δυνάμει της υπ' αριθ. ... πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του άλλοτε συμβολαιογράφου Πατρών ..., νομίμως μετεγγραμμένης στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο … με αριθμό .., όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. ….τροποποιητική πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., που καταχωρήθηκε νομίμως στα οικεία Κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών, με αριθμό καταχώρισης .... Επίσης, δυνάμει των ανωτέρω πράξεων δημιουργήθηκαν μεταξύ άλλων οι ακόλουθες δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι οποίες ανήκαν στους διαδίκους, κατά συγκυριότητα, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, ήτοι: 1) ένα διαμέρισμα με την ένδειξη Δ-1 του ημιώροφου, το οποίο αποτελείται από σαλοτραπεζαρία, κουζίνα, λουτρό και ένα υπνοδωμάτιο, έχει επιφάνεια 40,66 τ.μ., όγκο ιδιόκτητο 107,34 κ.μ., αναλογία όγκου κοινοχρήστων 30,26 κ.μ., συνολικό όγκο 137,60 κ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου …. εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχούν σε 37,81 τ.μ.,...., φέρει δε στο Εθνικό Κτηματολόγιο αριθμό ... και 2) ένα διαμέρισμα, με την ένδειξη Δ-2 του δώματος της ίδιας οικοδομής, το οποίο αποτελείται από ένα ενιαίο χώρο και λουτρό, έχει επιφάνεια 25,17 τετραγωνικά μέτρα, όγκο ιδιόκτητο 69,22 κ.μ, αναλογία όγκου κοινοχρήστων 88,73 κ.μ, ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 33,30/1000 εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχούν σε 14,23 τ.μ,..., φέρει, δε, στο Εθνικό Κτηματολόγιο αριθμό .... Αμφότερες τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες τις είχαν κατά πλήρη συγκυριότητα και σε ποσοστό 50% αδιαίρετα έκαστος των διαδίκων, μέχρι την 21-09-2016, χρόνο κατά τον οποίο καταχωρήθηκε στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών, με αριθμό καταχώρισης 3.535/21-09-2016, η υπ'αριθ. 587/29-08-2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με το συνημμένο αυτής πρακτικό κλήρωσης, με βάση την οποία η με την ένδειξη Δ-1 οριζόντια ιδιοκτησία του ημιώροφου, περιήλθε στην πλήρη κυριότητά του ενάγοντος, σε ποσοστό 100%, ενώ η με την ένδειξη Δ-2 οριζόντια ιδιοκτησία του δώματος, περιήλθε στην πλήρη κυριότητά του εναγομένου, σε ποσοστό 100%. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, που είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, είχε καταστήσει τον εναγόμενο (αδελφό του) πληρεξούσιό του στην Ελλάδα, προκειμένου να αναλάβει εξ ολοκλήρου την επιμέλεια της ανέγερσης της ανωτέρω πολυκατοικίας, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. ... πληρεξούσιο του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στο Σικάγο, αφού οι σχέσεις τους ήταν καλές και του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, στο πλαίσιο, δε, αυτό, από την κατασκευή της οικοδομής και μέχρι τον Μάρτιο του 2006, τις δύο προαναφερθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες τις χρησιμοποιούσαν από κοινού οι διάδικοι. Όπως προέκυψε, η συμφωνία τους ήταν αμφότεροι να μπορούν να χρησιμοποιούν τα εν λόγω ακίνητα, ιδίως δε στις περιπτώσεις που ο ενάγων θα ερχόταν στην Ελλάδα και δη στην Πάτρα, ώστε να διαμένει σε αυτές με την οικογένεια του και η ανωτέρω συμφωνία τηρήθηκε απαρέγκλιτα μέχρι τις αρχές του 2006, οπότε και εμφανίστηκαν οι πρώτες διαφωνίες μεταξύ των διαδίκων, αναφορικά με τη διαχείριση, που έκανε όλα τα προηγούμενα έτη ο εναγόμενος, για λογαριασμό και των δύο τους. Εν συνεχεία, στις 8 Μαρτίου 2006 επήλθε οριστική ρήξη στις σχέσεις των διαδίκων και για το λόγο αυτό ο ενάγων προχώρησε και στην ανάκληση του πληρεξουσίου προς το πρόσωπο του εναγομένου, για το χειρισμό των υποθέσεών του στην Ελλάδα..., και με την, από 03-05-2006, εξώδικη πρόσκληση και γνωστοποίηση του, που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 04-05-2006, ζητούσε από τον τελευταίο να του παραδώσει τα κλειδιά όλων των, μη ανηκουσών σε εκμισθωμένες ιδιοκτησίες, θυρών της πολυώροφης οικοδομής τους, στην Πάτρα, κείμενης επί της συμβολής των οδών…. . Μετά ταύτα, ο εναγόμενος, όπως προκύπτει από την από 02-09-2006 απόδειξη παραλαβής κλειδιών, παρέδωσε ορισμένα εκ των κλειδιών (εισόδου της πολυκατοικίας, του υπογείου, του κλιμακοστασίου και της ταράτσας) και ο τότε πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος επιφυλάχθηκε για την παραλαβή των υπολοίπων κλειδιών, ήτοι δεν του παρέδωσε τα κλειδιά των επίδικων διαμερισμάτων και με τον τρόπο αυτό απέβαλε τον ενάγοντα από την νομή των ανωτέρω διαμερισμάτων, ενώ δίχως την συναίνεση και συγκατάθεσή του έκανε αποκλειστική χρήση αυτών. Λεκτέον, δε, εν προκειμένω, όσον αφορά στην, από 11-12-2015, εξώδικη πρόσκληση - γνωστοποίηση του ενάγοντος προς τον εναγόμενο, όπου αναφέρεται ότι αναγράφεται , μεταξύ άλλων, στο κείμενό της, ως προς το διαμέρισμα του ημιώροφου, ότι ο εναγόμενος έκανε χρήση τα προηγούμενα χρόνια μετά της συναινέσεως του ενάγοντος, όπως αποδείχθηκε η λέξη ''συναίνεση'', εν προκειμένω, χρησιμοποιήθηκε από την τότε πληρεξούσια δικηγόρο του ενάγοντος καθ' υπέρβαση της εντολής του, αφού αυτός βρισκόταν στο εξωτερικό και δεν υπήρχε η δυνατότητα να της αναλύσει πλήρως το ιστορικό της υποθέσεώς του, έτι περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη και ότι της εξωδίκου αυτής προσκλήσεως είχαν προηγηθεί τα προαναφερόμενα έγγραφα, που έρχονται σε αντίθεση με τα αναγραφόμενα περί συναινέσεως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για τις επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες διαπιστώθηκαν αυθαιρεσίες, υπεβλήθη αίτηση τακτοποίησης, δυνάμει του Ν. 4178/2013, και νομιμοποιήθηκαν στις 06-7-2015, πλην , όμως είχαν ηλεκτροδοτηθεί και ήταν κατοικήσιμες από της κατασκευής τους, καθ' όλο, δε, το χρονικό διάστημα, από το Μάρτιο του 2006 έως και την 21-9-2016, ο εναγόμενος χρησιμοποιούσε αδιάλειπτα τα ανωτέρω διαμερίσματα, κάνοντας αποκλειστική χρήση τους, δίχως την συναίνεση του ενάγοντος, αποκομίζοντας ωφέλεια, που συνίσταται στην αξία της επιπλέον της ιδανικής του μερίδας χρήσης του κοινού, και μη αποδίδοντας στον ενάγοντα την ανάλογη μερίδα στους καρπούς των κοινών πραγμάτων. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται με τον 1ο λόγο της κρινόμενης εφέσεώς του ότι έσφαλε η εκκαλουμένη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, παραβλέποντας ότι οι επίδικες ιδιοκτησίες αυτές ήταν αυθαίρετες, μη ηλεκτροδοτούμενες και ο ενάγων ουδέποτε αναφερόταν σε αυτές και δεν τις αναγνώριζε, προκειμένου να αποφύγει την ευθύνη εκ της αυθαιρεσίας τους. Επί του ισχυρισμού αυτού λεκτέα είναι τα κάτωθι: Δεδομένου ότι την ευθύνη για την εποπτεία ανέγερσης της οικοδομής την είχε αποκλειστικά ο εναγόμενος, γεγονός που άλλωστε και ο ίδιος συνομολογεί, ο ενάγων, ως μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, έκρινε εύλογα ότι για την κατάσταση των επίδικων ιδιοκτησιών, ως αυθαιρέτων, ευθυνόταν αποκλειστικά ο εναγόμενος καθώς του είχε δώσει εντολή να εποπτεύσει το έργο και να γίνουν όλα νομότυπα, συνεπώς, ομοίως εύλογα, αρνήθηκε την ευθύνη και τα έξοδα, που συνεπαγόταν η κατάσταση των ιδιοκτησιών ως αυθαιρέτων. Ωστόσο, ουδόλως προέκυψε βάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου, πως ο ενάγων θεωρούσε ότι οι ιδιοκτησίες δεν υφίστανται, σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, ο εναγόμενος, δια των ως άνω ισχυρισμών του, ουσιαστικά δεν αρνείται τον αποκλεισμό του εναγομένου από τις επίδικες ιδιοκτησίες, παρά μόνο αναφέρει ότι ο ενάγων δεν τις αναγνώριζε και ότι νομικά δεν είχαν τακτοποιηθεί, πλην, όμως, είναι αυτονόητο, πως ανεξαρτήτως του εάν ήταν τακτοποιημένες ή αυθαίρετες οι ιδιοκτησίες, μόνο ο ίδιος ο εναγόμενος μπορούσε να τις χρησιμοποιήσει και να τις εκμεταλλευτεί και όχι ο ενάγων, γεγονός, που επιβεβαιώνει, άλλωστε, και ο ίδιος ο εναγόμενος στις κατατεθειμένες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις του (σελ. 11), αλλά ακόμη και στην ίδια την κρινόμενη έφεση (σελ. 18-19), όπου αναφέρει ότι χρησιμοποιούσε το Δ1 διαμέρισμα για να ξαποσταίνει, το είχε, δε, επιπλώσει ο ίδιος, ενώ, σε κάθε περίπτωση, στον κρινόμενο λόγο της έφεσης δεν αρνείται ότι όλα αυτά τα χρόνια ο ενάγων δεν είχε πρόσβαση στις επίδικες ιδιοκτησίες, απορριπτομένου, μετά ταύτα, του σχετικού ισχυρισμού και αντίστοιχου λόγου έφεσης ως αβάσιμου κατ'ουσίαν. Με τον 2° λόγο της εφέσεώς του ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίνοντας ανύπαρκτη τη συναίνεση του ενάγοντος στην αποκλειστική χρήση των επίδικων ακινήτων από τον εναγόμενο, καθώς και την αδιάλειπτη χρήση αυτών εκ μέρους του τελευταίου από τον Μάρτιο του 2006 έως και την 21-9-2016. Πλην, όμως, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος κατ'ουσίαν και ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, καθόσον, όπως αποδείχθηκε από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, ο ενάγων δεν είχε γνώση του κειμένου, που συνέταξε η επί πολύ σύντομο χρονικό διάστημα πληρεξούσια δικηγόρος του, το γεγονός, δε, ότι δεν είχε δώσει ουδεμία συναίνεση περί τούτου προκύπτει και από τις ένορκες βεβαιώσεις, που προσήγαγε, μετ'επικλήσεως, ο ενάγων στο πρωτοβάθμιο αλλά και στο παρόν Δικαστήριο και στις οποίες οι αδελφές των διαδίκων, για την αξιοπιστία των οποίων το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλει, δήλωσαν, μετά σαφούς λόγου γνώσεως, ότι συνεχώς και αδιαλείπτως ο ενάγων ζητούσε τα κλειδιά των δύο ιδιοκτησιών και τούτο, διότι ήθελε να έχει πρόσβαση στα διαμερίσματα, ως έπρεπε, χωρίς ποτέ να θεωρήσει ή να αναφέρει σε οποιονδήποτε ότι συναινεί, προκειμένου μόνο ο εναγόμενος θα έχει πρόσβαση σε αυτά. Ως εκ τούτου, ο εναγόμενος έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα ανάλογη αποζημίωση χρήσης, ως απόδοση της ωφέλειας, που αποκόμισε από την αποκλειστική και καθολική χρήση των ανωτέρω επίκοινων ακινήτων, επομένως και των ιδανικών του αντιδίκου του μεριδίων. Η έκταση της αποζημίωσης αυτής καθορίζεται με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και στην προκειμένη περίπτωση, όπου πρόκειται για αστικό ακίνητο, πρέπει να καθοριστεί με βάση την μισθωτική αξία των κοινών ακινήτων των διαδίκων, λαμβανομένων υπ' όψιν της θέσης τους, της επιφάνειάς τους και των λοιπών χαρακτηριστικών τους.
Συνεπώς, εάν τα συγκεκριμένα ακίνητα μισθώνονταν με συνθήκες ελεύθερης μίσθωσης και σύμφωνα με την κατάσταση της αγοράς, κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, που τα κατείχε αποκλειστικά ο εναγόμενος, θα μπορούσαν να αποφέρουν τα κάτωθι: α) το Δ-1 διαμέρισμα του ημιώροφου, για το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο του 2006 έως το Δεκέμβριο του 2006, συνολικό ετήσιο μίσθωμα ποσού 2.586,00 ευρώ, για το έτος 2007 ποσό 3.623,00 ευρώ, για το έτος 2008 ποσό 3.656,00 ευρώ, για το έτος 2009 ποσό 3.525,00 ευρώ, για το έτος 2010 ποσό 3.306,00 ευρώ, για το έτος 2011 ποσό 3.142,00 ευρώ, για το έτος 2012 ποσό 2.839,00 ευρώ, για το έτος 2013 ποσό 2.557,00 ευρώ, για το έτος 2014 ποσό 2.395,00 ευρώ, για το έτος 2015 ποσό 2.274,00 ευρώ και για το διάστημα από 01-01-2015 έως 21-9-2015 ποσό 1.793,00 ευρώ, ήτοι συνολικά για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα ποσό 31.696,00 ευρώ και β) το Δ-2 διαμέρισμα του δώματος, για το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο του 2006 έως το Δεκέμβριο του 2006, συνολικό ετήσιο μίσθωμα ποσού 1.969,50 ευρώ, για το έτος 2007 ποσό 2.759,00 ευρώ, για το έτος 2008 ποσό 2.784,00 ευρώ, για το έτος 2009 ποσό 2.685,00 ευρώ, για το έτος 2010 ποσό 2.518,00 ευρώ, για το έτος 2011 ποσό 2.393,00 ευρώ, για το έτος 2012 ποσό 2.162,00 ευρώ, για το έτος 2013 ποσό 1.947,00 ευρώ, για το έτος 2014 ποσό 1.824,00 ευρώ, για το έτος 2015 ποσό 1.732,00 ευρώ και για το διάστημα, από 01-01-2016 έως 21- 09-2016, ποσό 1.365,00 ευρώ, ήτοι συνολικά για όλο το επίδικο διάστημα ποσό 24.138,50 ευρώ.... Επομένως, η αποζημίωση χρήσης του ιδανικού μεριδίου του ενάγοντος (1/2 αδιαίρετα), επί των ανωτέρω δύο ιδιοκτησιών, που οφείλει να του καταβάλει ο εναγόμενος ανέρχεται στο ποσό των 27.917,25 ευρώ. Ο εναγόμενος, με τον 5° λόγο της εφέσεώς του, ισχυρίζεται - όλως αορίστως άλλωστε - ότι έσφαλε η εκκαλουμένη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δεχόμενη τις εκτιμήσεις, που προσκόμισε ο ενάγων, αναφορικά με τη μισθωτική αξία των επίδικων διαμερισμάτων. Πλην, όμως, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός και ο αντίστοιχος λόγος έφεσης, και τούτο διότι η επίκληση των διαφόρων εγγράφων, που λαμβάνει χώρα από τον εναγόμενο προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού του, περιορίζεται, αφενός, στα στοιχεία αναλύσεων και μελετών της "…", σύμφωνα με τα οποία υπάρχει καθοδική πτώση των ενοικίων κατά τα έτη από 2011 και εντεύθεν, και, αφετέρου, στην, από 1-11-2018, τεχνική έκθεση εκτίμησης του πολιτικού μηχανικού, Ν. Λ., ο οποίος, ομοίως, έλαβε υπόψη του τα στοιχεία μελετών του ανωτέρω τραπεζικού ιδρύματος, και τονίζει, στην εκτίμησή του ότι αυτή βασίζεται σε πληροφορίες, που του παρείχε ο εντολέας- εναγόμενος, χωρίς να υπάρχει προσωπική αντίληψη του ιδίου, κατά την εκτίμηση των επίδικων ακινήτων, προκειμένου να καταλήξει στο ποσό των 100 ευρώ, μηνιαίως, ως εύλογη απόδοση εκ της χρήσης των επιδίκων. Αντιθέτως, οι προσαγόμενες και επικαλούμενες, από 31-12-2016, εκθέσεις εκτίμησης μισθωτικής αξίας του Πολιτικού Μηχανικού Φ. Π.. Σ., ο οποίος είναι Πιστοποιημένος Εκτιμητής και εγγεγραμμένος στο Μητρώο Εκτιμητών του Υπουργείου Οικονομικών, που έχει συσταθεί με τον Ν. 4152/2013, και έχει ενεργήσει τις ως άνω εκτιμήσεις, κατ' εντολή του ενάγοντα, αφενός, στηρίζονται σε ιδία άποψη του εκτιμητή για τις δύο ιδιοκτησίες, εφόσον διενήργησε αυτοψία επί αυτών, πριν την σύνταξη των εκθέσεών του, αφετέρου, λαμβάνουν υπόψη τα συγκριτικά στοιχεία αναλύσεων και μελετών της "Α. Β.", σύμφωνα με τα οποία υπάρχει καθοδική πτώση των ενοικίων, κατά τα έτη από 2011 και εντεύθεν, προκειμένου να καταλήξει ο ανωτέρω εκτιμητής στις προαναφερόμενες αξίες των ακινήτων. Επιπροσθέτως, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε οχλήσει τον εναγόμενο ήδη από τον Μάρτιο του 2006 και ζητούσε την σύγχρηση των επίδικων ακινήτων. Με τον 4° λόγο της κρινομένης εφέσεως ισχυρίζεται ο ενάγων ότι έσφαλε η εκκαλουμένη, κατά την ερμηνεία του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο εναγόμενος, ωστόσο, η όχληση του ενάγοντα προς τον εναγόμενο, με αίτημα τη σύγχρηση των επίδικων διαμερισμάτων αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, και από τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, και τις οποίες έδωσαν οι αδελφές των διαδίκων, οι οποίες επιβεβαιώνουν τους αγωγικούς ισχυρισμούς του. Επομένως, τελούσε εν γνώσει του αιτήματος αυτού ο εναγόμενος, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του, η, δε, ύπαρξη η μη νόμιμης ηλεκτροδότησης στα επίδικα, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενάγοντος για σύγχρηση, το οποίο υπενθύμιζε στον εναγόμενο με κάθε όχλησή του.
Συνεπώς, βάσει των προαναφερομένων, δεν δημιουργήθηκε στον εναγόμενο η εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν θα ασκήσει το δικαίωμα του, σε συνδυασμό, δε, με το γεγονός ότι αποδείχθηκε πως τα επίδικα διαμερίσματα ήταν ηλεκτροδοτούμενα και κατοικήσιμα, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο. Μετά ταύτα, ορθά η εκκαλουμένη, παρά τους - περί του αντιθέτου - ισχυρισμούς του εναγομένου, με τον σχετικό λόγο...'' . Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε υποχρεώσει τον αναιρεσείοντα να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 27.917,25 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 785, 786, 787, 792 § 2, 961, 962 και 1113 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα έκανε αποκλειστική χρήση των δύο ένδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων), των οποίων μέχρι τις 21-09-2016, οι διάδικοι ήσαν συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, χωρίς να αποδίδει στον αναιρεσίβλητο το ποσοστό που αναλογούσε στη μερίδα της συγκυριότητάς του στα ως άνω κοινά ακίνητα, αποκομίζοντας με τον τρόπο αυτό, από την αποκλειστική χρήση των κοινών, όφελος ίσο με τη μισθωτική αξία του επ' αυτών μεριδίου του αναιρεσιβλήτου, που ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 27.917,25 ευρώ, με συνέπεια ο αναιρεσίβλητος, ακόμη και αν αυτός δεν πρόβαλε αξίωση σύγχρησης, να δικαιούται ως αποζημίωση την ως άνω ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός του μερίδα από το όφελος που ο αναιρεσείων εξοικονόμησε. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού τα δεκτά, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό ειδικότερες παραδοχές, ήτοι α) ότι οι διάδικοι ήσαν συγκύριοι αμφοτέρων των ένδικων οριζόντων ιδιοκτησιών κατά ποσοστό 50% αδιαίρετα έκαστος, μέχρι την 21-09-2016, β) ότι μετά την οριστική ρήξη στις σχέσεις των διαδίκων στις 8-3-2006 ο αναιρεσείων απέβαλε τον αναιρεσίβλητο από την νομή των ανωτέρω διαμερισμάτων, κάνοντας, έκτοτε, έως και την 21-9-2016, αποκλειστική χρήση αυτών, δίχως την συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, γ) ότι ο αναιρεσείων δεν είχε τη συναίνεση του αναιρεσίβλητου για την αποκλειστική χρήση των επίδικων ιδιοκτησιών, στις οποίες ο τελευταίος δεν είχε πρόσβαση, δ) ότι με τον τρόπο αυτό ο αναιρεσείων αποκόμισε ωφέλεια, ίση με τη μισθωτική αξία του μεριδίου του αναιρεσιβλήτου επί των κοινών διαμερισμάτων, ανερχομένη στο συνολικό ποσό των 27.917,25 ευρώ, την οποία οφείλει να αποδώσει στον τελευταίο ως αποζημίωση χρήσης, ε) ότι οι επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες ήταν μεν αυθαίρετες, πλην όμως νομιμοποιήθηκαν στις 6-7-2015 δυνάμει του Ν. 4178/2013, και στ) ότι αυτές ήταν ηλεκτροδοτούμενες και κατοικήσιμες από το χρόνο της κατασκευής τους και καθ'όλο το επίδικο χρονικό διάστημα (Μάρτιος 2006 έως και 21-9-2019). Οι παραπάνω αιτιολογίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, πέραν των όσων διέλαβε αιτιολογιών, ενώ ουδεμία αντίφαση δημιουργείται από τις παραδοχές αυτές. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, με την αιτίαση ότι οι επίδικες ιδιοκτησίες δεν μπορούν να εκμισθωθούν και κατά συνέπεια ο ίδιος ουδεμία ωφέλεια αποκόμισε από αυτές, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 άλλως 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι`αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (Κ.Πολ.Δ. 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 352/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 12 (και όχι από τον 19 άλλως τον αριθ. 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του επί του ζητήματος της μισθωτικής αξίας των επιδίκων οριζόντιων ιδιοκτησιών, εσφαλμένα έδωσε μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα στην από 1-11-2018 τεχνική έκθεση - εκτίμηση μισθωτικής αξίας του πολιτικού μηχανικού…, που ο αναιρεσείων προσκόμισε, για το λόγο ότι αυτή βασίζεται σε πληροφορίες που παρείχε ο ίδιος ο αναιρεσείων στον ως άνω μηχανικό, χωρίς ο τελευταίος να μεταβεί στα επίδικα ακίνητα και να έχει προσωπική αντίληψη, ενώ αντιθέτως έδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στην τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού…, που προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, με το αυτό αντικείμενο και παρά το γεγονός ότι και οι δύο ως άνω εκθέσεις λαμβάνουν υπόψη τα συγκριτικά στοιχεία αναλύσεων και μελετών της A. B., σύμφωνα με τα οποία υπάρχει καθοδική πτώση των ενοικίων κατά τα έτη 2011 και εντεύθεν. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες με αυτόν πιο πάνω αιτιάσεις, αναγόμενες στη στάθμιση και αξιολόγηση των προσκομισθέντων από τους διαδίκους ως άνω εγγράφων, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναιρέσεως από την άνω διάταξη, αφού τα τελευταία αυτά αποδεικτικά μέσα έχουν την ίδια κατά το νόμο αποδεικτική δύναμη και το δικαστήριο εκτίμησε ελεύθερα το περιεχόμενο τους, χωρίς να προσδώσει σε κάποιο από αυτά μη προβλεπόμενη, από το νόμο, αποδεικτική δύναμη, καταλήγοντας σε διαφορετικό πόρισμα, από εκείνο, το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, ουσιαστικά δε με το λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Για τον ίδιο λόγο πρέπει να απορριφθεί και ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της ίδιας ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας του αριθ. 12 (και όχι του 19 άλλως του αριθ. 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με το ζήτημα της αποκλειστικής εκ μέρους του χρήσης των επίδικων ιδιοκτησιών, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσίβλητου, προσδίδει μεγαλύτερη αποδεικτική αξία στις υπ' αριθ. 4903/10-5-2017 και 4904/10-5-2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου και αδελφών των διαδίκων, ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Μ. Κ., σε σχέση με την από 11-12-2015 εξώδικη δήλωση του τελευταίου. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 584/2017). Στην πολιτική δίκη αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια. Τα τελευταία είναι συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία άλλων γεγονότων. Έτσι, αν ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει κάποιο έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 438, 439 και 443 ΚΠολΔ, προς απόδειξη πραγματικού γεγονότος, από την αλήθεια του οποίου ο δικαστής, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατόπιν συλλογισμού μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την αλήθεια ή αναλήθεια πραγματικών γεγονότων, τα οποία αποτελούν άμεσα στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, το δικαστήριο οφείλει να το λάβει υπόψη και να το αξιολογήσει μαζί με τα άλλα τυχόν προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, διαφορετικά καθιστά την απόφασή του αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ. (ΑΠ 29/2017). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκόμισή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 584/2017, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 150/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ` επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι για την διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη της τα εξής αποδεικτικά μέσα που είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει, και συγκεκριμένα: α) την με αριθ. 119/8-10-2009 ένορκη βεβαίωση της Θ. Τ., η οποία ελήφθη στα πλαίσια άλλης δίκης, β) την από 16-5-2017 επιστολή του Γ. Α., γ) τις φωτογραφίες από την εκκένωση του Δ1 διαμερίσματος και δ) τις με αριθ. ... ένορκες βεβαιώσεις της Μ. Π. και Θ. Π., ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Α. Δ.. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε ''Από την εκτίμηση των υπ' αριθ. 4.903/2017 και 4904/2017 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων του ενάγοντος, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Μ. Κ. και των υπ' αριθ. ... ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων του εναγομένου, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Δ., που ελήφθησαν νόμιμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 421 και 422 ΚΠολΔ (όπως ισχύουν με το Ν. 4335/2015), των προσκομιζόμενων και νομίμως επικαλούμενων φωτογραφιών, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 αρ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 του ΚΠολΔ), όλων των εγγράφων, που με νόμιμη επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, ορισμένα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και σε μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να έχει παραληφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η υπ' αριθ. 119/2009 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος του εναγομένου, που δόθηκε στο πλαίσιο άλλης δίκης, τις επιμέρους ομολογίες οι οποίες συνάγονται από το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων (ΚΠολΔ 261) και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ ) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα....'' και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος αναφορικά με τη χρήση των επίδικων διαμερισμάτων και την ωφέλειά του από αυτά, προς απόδειξη των οποίων αυτός επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών. Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω πέμπτος, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με το λόγο αυτό ελέγχεται και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών, εφόσον το δικαστήριο δεν απορρίπτει την ένσταση αν και το δικόγραφο των προτάσεων σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία της ένστασης είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ` ουσία εξέταση της, ιδρύεται ο παρών λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1014/2010) και όχι του αριθμού 1, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της ένστασης, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου, όπως εκείνη του άρθρου 262 (ΑΠ 571/2014). Ετσι, για την ίδρυση του λόγου, επί απόρριψης ένστασης από το εφετείο ως απαράδεκτης, πρέπει η ένσταση να είχε προταθεί κατά τρόπο ορισμένο κατά την (πρώτη) συζήτηση στον πρώτο βαθμό και να είχε επαναφερθεί στο εφετείο σαφώς και με πληρότητα (ΑΠ 902/2008). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 257 περίπτ. 17 του ΑΚ, η οποία ορίζει ότι σε πενταετή παραγραφή υπόκειται οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, των καθυστερουμένων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά, προκύπτει ότι λόγω της γενικότητας των όρων "καθυστερουμένων προσόδων" και "κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά", περιλαμβάνονται σ` αυτούς οι καρποί, φυσικοί ή πολιτικοί και τα ωφελήματα τα οποία η χρησιμοποίηση του πράγματος περιοδικώς παρέχει. Συνακόλουθα στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή πενταετή παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις του κοινωνού πράγματος κατά του συγκοινωνού, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, για απόδοση ανάλογης μερίδας των ωφελημάτων από τη χρήση αυτή. Κατά δε τα άρθρα 251 και 253 του ΑΚ η παραγραφή των παραπάνω αξιώσεων αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε κάθε περιοδική παροχή και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΠ 440/2000). Από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ. 1 ΚΠολΔ και 249, 250 επ. και 277 ΑΚ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένη η ένσταση πενταετούς παραγραφής των αναφερομένων στο άρθρο 250 ΑΚ αξιώσεων, πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άλλων και το έτος εντός του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 251 ΑΚ, γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, ήτοι το αφετήριο αυτής χρονικό σημείο, που αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση έναρξης της πενταετούς παραγραφής των αναφερομένων στο προαναφερόμενο άρθρο 250 ΑΚ αξιώσεων (ΑΠ 7/2015, ΑΠ 1096/2008, ΑΠ 653/1996). Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, με τις κατατεθείσες από 22-5-2017 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, πρότεινε την ένσταση της παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος, αναφέροντας επί λέξει τα εξής: ''....άλλως και αν ακόμα υποτεθεί ότι οφείλω στον αντίδικο, η όποια απαίτησή του τουλάχιστον μέχρι το έτος 2011 έχει υποπέσει σε παραγραφή''. Στη συνέχεια έκανε μόνο αναφορά στις διατάξεις περί παραγραφής, σε συνδυασμό με αυτές του ΑΚ που θεμελιώνουν τις αξιώσεις για τους πολιτικούς καρπούς αστικού ακινήτου. Με την πρωτόδικη υπ'αριθ. 223/2018 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, απορρίφθηκε ως αόριστη η ένσταση παραγραφής λόγω μη αναφοράς στις προτάσεις του εναγόμενου, ποιο είναι το αφετήριο σημείο της παραγραφής. Με το τέταρτο λόγο της εφέσεως παραπονέθηκε ο αναιρεσείων για την κρίση αυτή του δικαστηρίου, χωρίς όμως και με το λόγο αυτό της εφέσεως να επικαλείται το αφετήριο σημείο της παραγραφής. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων του αναιρεσίβλητου ως αόριστη με την ακόλουθη αιτιολογία: ''....Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών, με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απέρριψε τον ισχυρισμό του (ένσταση) περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων του εφεσίβλητου, τον οποίο υπέβαλε με τις προτάσεις του σε πρώτο βαθμό και επαναφέρει με το λόγο αυτό της έφεσής του, ως αόριστο. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων, που κατέθεσε ο εναγόμενος (εκκαλών), σε πρώτο βαθμό, και προσκομίζει και επικαλείται, με τις προτάσεις του, στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περί παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος (εφεσίβλητου), δεν προσδιορίζεται για ποιο χρονικό διάστημα θεωρεί ο εναγόμενος ότι έχει υποπέσει σε παραγραφή η αγωγική αξίωση του ενάγοντος, παρά μόνο κάνει μία γενική αναφορικά των διατάξεων του ΑΚ περί παραγραφής αξιώσεων. Ορθά, λοιπόν, η εκκαλουμένη έκρινε ότι η, προβληθείσα με τον τρόπο αυτό εκ μέρους του εναγομένου, ένσταση παραγραφής των αγωγικών επίδικων αξιώσεων δεν είναι ορισμένη, καθώς ουδεμία αναφορά έγινε στις πρωτόδικες προτάσεις του εναγομένου (εκκαλούντος) στο ακριβές χρονικό σημείο έναρξης της πενταετούς παραγραφής, η οποία ισχύει, εν προκειμένω, κατά τα αναφερόμενα και στην μείζονα πρόταση της παρούσας, αντιθέτως, υφίσταται μόνο μια γενική αναφορά του έτους 2011, χωρίς να προσδιορίζεται μέχρι πότε κατά τον ισχυρισμό του εναγομένου, είναι παραγεγραμμένες οι αξιώσεις του ενάγοντος.
Συνεπώς, εφόσον δεν αναφέρεται το αφετήριο αυτής χρονικό σημείο, που αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση έναρξης της πενταετούς παραγραφής των αναφερόμενων στο προαναφερόμενο όρθρο 250 ΑΚ αξιώσεων, οπότε καθίσταται απορριπτέος ως αόριστος ο σχετικός ισχυρισμός (ένσταση) του εναγομένου, απορριπτέος κρίνεται και ο σχετικός λόγος της έφεσης, ως αβάσιμος κατ'ουσίαν..''. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ήτοι με το να απορρίψει την ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος ως αόριστη, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθ. 14 (και όχι από τον αριθ. 1 ), του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού αφορά ποσοτική αοριστία δηλ. έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου (Ολ. ΑΠ 112/2008), είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αφού αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης. Δεν ιδρύεται, επομένως, ο λόγος αυτός όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αφορά τη σκέψη της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ή ισχυρισμός ως μη νόμιμος, αόριστος ή απαράδεκτος ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (Ολ. ΑΠ 3/1997, Ολ. ΑΠ 44/1990, ΑΠ 70/2011, ΑΠ 121/09, ΑΠ 1821/2008). Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε χωρίς αιτιολογίες την ένσταση παραγραφής των αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου, που ο αναιρεσείων πρότεινε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε με λόγο έφεσης στο Εφετείο, είναι απαράδεκτος, γιατί ελλείπει η, αναγκαία της στοιχειοθετήσεώς του, προϋπόθεση της καταρτίσεως ελάσσονος προτάσεως εκτιμήσεως των αποδείξεων, αφού το Εφετείο, όπως εκτέθηκε, απέρριψε την ως άνω ένσταση παραγραφής ως αόριστη.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 6-5-2021 αίτηση αναίρεσης του Π. Π. κατά της υπ` αριθμ. 433/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. -Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή