ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 615/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 615/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 615/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 615 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 615/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Λίβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Σ. του Φ., κατοίκου …. Παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3727/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 480/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-7-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι επί παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας με αδικοπραξία, εκείνος που προσβάλλεται δικαιούται να απαιτήσει, εκτός από την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, επιπλέον και εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, και συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, αρκεί να αναφέρεται το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης συνδυασμός της με την προσβολή, καθώς και ότι ο προσβαλών τελούσε σε υπαιτιότητα. Ειδικότερος προσδιορισμός στοιχείων, όπως είναι η έκταση της βλάβης που υπέστη ο παθών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, η κοινωνική τους θέση, οι προσωπικές τους σχέσεις, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως του υπαιτίου κλπ, αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (συμπαρομαρτούσες συνθήκες) και συνεπώς δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, ούτε περί αυτών διατάσσεται απόδειξη, αλλά τα δικαστήρια αποφαίνονται γι` αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1492/2022, ΑΠ 829/2021, ΑΠ 284/2012, ΑΠ 1220/2010, ΑΠ 543/2009). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ. Πολ. Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ,ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 845/2019). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017), ενώ η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματός της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του ανωτέρω άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αν το δικαστήριο τις έκρινε ορισμένες λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα, που δεν αναφέρονται σ' αυτές ή αν αντιθέτως τις έκρινε ως αόριστες μη λαμβάνοντας υπ' όψιν γεγονότα, που αναφέρονται σ' αυτές (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017). Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή του κατά του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της, ο αναιρεσίβλητος εξέθεσε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: Ότι ο εναγόμενος (αναιρεσείων) υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς την από 22-6-2012 αίτηση - μήνυση, η οποία διαβιβάσθηκε από τον τελευταίο αρμοδίως στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με την οποία ισχυρίστηκε ψευδώς σε βάρος του ιδίου, εν γνώσει της αναλήθειας τους, τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν ποινικά αδικήματα, με μοναδικό σκοπό να πλήξει την τιμή, την υπόληψη και την επαγγελματική πίστη του ως δικηγόρου, αλλά και να προκαλέσει την άδικη ποινική του καταδίωξη. Ότι από την προαναφερόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου εις βάρος του, η οποία συνιστά το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, προσβλήθηκε το δικαίωμα στην προσωπικότητά του και ακολούθως προκλήθηκε σ' αυτόν ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση ποσού 80.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό και αφού ακολούθως με δήλωση στις πρωτόδικες προτάσεις του, περιόρισε το αίτημα της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει νομιμοτόκως για την αιτία αυτή το χρηματικό ποσό των 80.000 ευρώ και να απαγγελθεί εναντίον του προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, που θα εκδοθεί. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 14 πλημμέλεια, κατά την νοηματική δε εκτίμηση του λόγου και την από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και συνεπώς παραδεκτή και απέρριψε έτσι τον απορριφθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό του ότι η αγωγή είναι αόριστη και έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, γιατί δεν αναφέρονται καθόλου σε αυτήν στοιχεία για την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, τα οποία είναι αναγκαία για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος-ήδη αναιρεσιβλήτου και έτσι απαίτησε λιγότερα στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής, από όσα τα άρθρα 57, 59, 914 και 932 ΑΚ απαιτούν. Όμως, τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα ως άνω περιστατικά δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, αφού τα δικαστήρια αποφαίνονται γι` αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο και συνεπώς το Εφετείο, το οποίο έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο και απέρριψε τους τα αντίθετα υποστηρίζοντες τρεις πρώτους λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος, δεχόμενο ότι η αγωγή είναι ορισμένη, παρότι δεν αναφέρει τα στοιχεία αυτά, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούν οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας ως προς το αίτημα καταβολής εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αφού η αγωγή περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του εν λόγω αιτήματος. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον....Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα "στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις καταστάσεις". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας, και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνον ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια (ΑΠ 68/2024, ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 488/2010). Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται: α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση της προσωπικότητας, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ) και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 ΠΚ). Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο, γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ την αλήθειας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση (κοινολόγηση) των ειδήσεων, που άλλος έχει υποστηρίξει(ΑΠ 68/2024, ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 488/2010). Ενώπιον "τρίτου" τελούνται οι ανωτέρω πράξεις ακόμη και όταν ο ισχυρισμός ή η διάδοση για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων, όπως ανακοίνωση δια του τύπου ή με την έκδοση βιβλίου. Στην έννοια του "τρίτου", κατά τις ανωτέρω διατάξεις, εφόσον δεν θεσπίζεται με αυτές οποιαδήποτε διάκριση, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημουμένου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, επομένως και τα πρόσωπα, τα οποία έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι υπάλληλοι του δικαστηρίου, οι δικηγόροι, οι δικαστικοί επιμελητές, τα μέλη πειθαρχικών συμβουλίων, επιτροπών, ανεξάρτητων αρχών κ.λ.π., αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι` αυτόν, στον οποίο αποδίδεται (ΟλΑΠ -Ποιν. 3/2021, ΑΠ 68/2024, ΑΠ 485/2022). Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου στα στοιχεία της προσωπικότητάς του. Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, για δε την στοιχειοθέτηση της αντικειμενική υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. (ΑΠ 68/2024, ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 488/2010). Περαιτέρω, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε, δε, πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 68/2024, ΑΠ 484/2023, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 895/2019). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Κατά τη δικάσιμο στις 5-6-2012 εκδικαζόταν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά υπόθεση με κατηγορουμένους τον Μ. Π. και τη σύζυγο του, Π. Π., για τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρα, συκοφαντικής δυσφήμησης και ηθικής αυτουργίας στις ανωτέρω πράξεις, καθώς και της ψευδούς καταμήνυσης, και (ενν. με ) μηνυτή τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα). Εκ των κατηγορουμένων παραστάθηκε μόνον ο πρώτος, Μ. Π., που διόρισε συνήγορο υπεράσπισης του τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο), δικηγόρο Πειραιώς, ο οποίος περαιτέρω γνωστοποίησε στο Δικαστήριο ως άγγελος της δεύτερης κατηγορουμένης, Π. Π., κώλυμα αυτής να παρασταθεί για λόγους υγείας, διότι της είχε χορηγηθεί θεραπευτική δόση ιωδίου για κατάλυση υπολείμματος μετά ολική θυρεοειδεκτομή, και ακολούθως αιτήθηκε αναβολής, αναφέροντας επιπλέον ότι αυτή δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί ούτε στις 13-6-2012, ημερομηνία κατά την οποία θα διέκοπτε το Δικαστήριο, διότι για λόγους ακτινοπροστασίας, της συνεστήθη άδεια αποχής από την εργασία της καθώς και για (ενν. από) κάθε κοινωνική συναναστροφή για 30 ημέρες, δηλαδή έως και τις 30-6-2012. Προς απόδειξη δε των ανωτέρω ο ενάγων παρέδωσε στο Δικαστήριο και την από 30-5-2012 ιατρική βεβαίωση του Β. Β., πυρηνικού ιατρού της κλινικής "Ι.", στην οποία αναφερόταν ότι στην Π. Π. χορηγήθηκε στις 28-5-2012 θεραπευτική δόση ιωδίου για κατάλυση υπολείμματος μετά ολική θυρεοειδεκτομή, ότι εξήλθε στις 30-5-2012 και ότι, για λόγους ακτινοπροστασίας, της συνεστήθη άδεια αποχής από την εργασία της και κάθε κοινωνικής συναναστροφής για 30 ημέρες... Κατόπιν τούτου το Δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο το υποβληθέν αίτημα για αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης, κατ'άρθρο 349 ΚΠολΔ, για αίτια αναγόμενα στο πρόσωπο της απολειπομένης δεύτερης κατηγορουμένης, με την υπ' αριθμό 1.074/2012 απόφαση του ανέβαλε αυτήν για αμφότερους τους κατηγορουμένους για τη δικάσιμο στις 5-11-2012. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 22-6-2012 ο εναγόμενος υπέβαλε ενώπιον του Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιώς Κων/νου Σοφουλάκη, που ήταν και εισαγγελέας της έδρας όταν χορηγήθηκε η ως άνω αναβολή, την από 22-6-2012 αίτησή του, επέχουσα θέση είδησης, με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Κύριε Εισαγγελεύ, την 5-6-2012 παρέστην ως Πολιτικώς Ενάγων ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, του οποίου μετείχατε ως Εισαγγελεύς, για την εκδίκαση ποινική(ς) υπόθεσης κατά των Π. Π. και Μ. Π.. Η πλευρά της αντιδικίας, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου των κατηγορουμένων, Κ. Σ., ο οποίος κατέθεσε ενόρκως, ζήτησε (και κατόρθωσε να της δοθεί) αναβολή, ισχυριζόμενη χειρουργική επέμβαση επί της 1ης κατηγορουμένης και περί τούτο προσκόμισε βεβαίωση από ιατρικό κέντρο ονόματι "Ι.". Σε εύστοχη ερώτηση του κ. Εισαγγελέως πότε χειρουργήθηκε η κατηγορουμένη, ακούστηκε ως απάντηση η ημερομηνία "30 Μαίου". Πλην, όπως διαπιστώθηκε από συντομότατη και υπό πίεση, κατά την διαδικασία του ακροατηρίου, συνοπτική επισκόπηση της ως άνω βεβαίωσης, αυτή εκδόθηκε την 28-5-2012 άρα είναι ψευδές ότι βεβαιώνει (ή ότι είναι καν δυνατόν να βεβαιώνει) χειρουργική επέμβαση τελεσθείσα, τάχα, δύο ημέρες αργότερα. Περαιτέρω, στο διαγνωστικό κέντρο "Ι." δεν παρέχεται δυνατότητα για εκτέλεση χειρουργικών επεμβάσεων, όπως προκύπτει από τον συνημμένο στην παρούσα επίσημο κατάλογο των υπηρεσιών τούτου. Εύκολα, άλλωστε το ίδιο γεγονός μπορεί να διαπιστωθεί και με ένα απλό τηλεφώνημα. Άρα και πάλι είναι αδύνατον να αληθεύει οτιδήποτε αντίθετο. Ακόμη, κατά την ως άνω διαδικασία στο ακροατήριο, ο ως άνω Κ. Σ. στράφηκε προσωπικά εναντίον μου με ιδιαίτερα οξύ και ανοίκειο ύφος. Σημειώνεται, επίσης, ότι, μετά το τέλος της κατάθεσης του, ο ως άνω Κ. Σ. πλησίασε την κ. Γραμματέα της Έδρας, παρέμεινε αρκετά συζητών μετ' αυτής. Επειδή έχω υποστεί τα πάνδεινα από κωλυσιεργίες και λοιπές συμπεριφορές της αντίδικης πλευράς. Επειδή έχω αισθανθεί να εμπαίζομαι και, μαζί με εμένα, όλοι οι παράγοντες της δίκης. Επειδή άλλο θέμα είναι η συμπάθεια προς (κάποια, μεγαλύτερη ή έστω μικρή) περιπέτεια της υγείας ενός συνανθρώπου και εντελώς άλλο η εκμετάλλευση ιατρικών δεδομένων και η, κατά παραμόρφωση, απόδοση σε αυτή άλλου περιεχομένου από το πραγματικό. Επειδή, έχετε την δυνατότητα να ελέγξετε την ακρίβεια των πρόχειρων χειρόγραφων πρακτικών της δίκης, ως προς την τυχόν τέλεση οποιουδήποτε αδικήματος, καθώς και, π.χ., ως προς τυχόν διαγραφές ή προσθήκες.
Για τους λόγους αυτούς και την προάσπιση της Δικαιοσύνης, ζητώ, με την επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος μου, να διατάξετε τα κατά την κρίση σας δίκαια και νόμιμα". Μετά την υποβολή της ως άνω αίτησης από τον εναγόμενο διατάχθηκε αρμοδίως προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διευρευνηθεί τυχόν τέλεση των αδικημάτων της πλαστογραφίας ή της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, μετά την ολοκλήρωση της οποίας με τη λήψη ανωμοτί εξηγήσεων από τους Μ. Π. και Π. Π., η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο με τη με αριθμό 6055/2016 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 3 ΚΠΔ, και μετά από έγκριση και του Εισαγγελέα Εφετών, καθόσον δεν προέκυψαν ενδείξεις τέλεσης των διερευνούμενων αδικημάτων. Πράγματι, όπως προέκυψε από την επισκόπηση της προσκομισθείσας στο Δικαστήριο ιατρικής βεβαίωσης της ειδικής παθολογικής κλινικής "Ι.", αυτή εκδόθηκε στο … την 30-5-2012 και όχι την 28-5-2012, όπως ισχυρίζεται ο καταγγέλλων, και δεν βεβαίωνε την τέλεση χειρουργικής επέμβασης, αλλά την χορήγηση θεραπευτικής δόσης ιωδίου για κατάλυση υπολείμματος μετά από ολική θυρεοειδεκτομή. Τέλος, σε αυτήν βεβαιώνεται ότι η πρώτη κατηγορούμενη εξήλθε από την ως άνω κλινική την 30-5-2012 με τη σύσταση αποχής από την εργασία της και από κάθε κοινωνική συναναστροφή για τριάντα ημέρες (έως και τις 30-6-2012). Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι ως άνω ισχυρισμοί του εναγομένου, που περιλαμβάνονται στην αίτηση του προς τον Αντιεισαγγελέα Εφετών, περί υποβολής, ουσιαστικά, ψευδούς λόγου αναβολής στο Δικαστήριο, ουδόλως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθόσον η ιατρική βεβαίωση της ειδικής παθολογικής κλινικής "Ι." εκδόθηκε στο … την 30-5-2012 και όχι την 28-5-2012 και δεν βεβαίωνε την τέλεση χειρουργικής επέμβασης, αλλά την χορήγηση θεραπευτικής δόσης ιωδίου για κατάλυση υπολείμματος μετά ολική θυρεοειδεκτομή. Την αναλήθεια δε των εκ μέρους του καταγγελλομένων αυτός καλώς γνώριζε, καθόσον ήταν παρών στη διαδικασία και παρακολούθησε από κοντά όσα διεμήφθησαν στο ακροατήριο, και δη τη διατύπωση και υποβολή από τον ενάγοντα του λόγου αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης, τις ερωτήσεις που τέθηκαν προς διερεύνηση της ουσιαστικής βασιμότητας αυτού και τις απαντήσεις του ενάγοντος καθώς και την ανάγνωση εις επήκοον όλων του περιεχομένου του ιατρικού πιστοποιητικού από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ουδεμία δε επιφύλαξη διατύπωσε κατά την σύνταξη της αίτησης του, αλλά τα ανέφερε ως γεγονότα που συνέβησαν ενώπιον του. Περαιτέρω δε, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του, τα όσα περιέλαβε στην επίμαχη αίτηση του, που ουσιαστικά φέρει χαρακτήρα καταγγελίας, αφορούσαν πέραν από τους κατηγορουμένους στη ποινική δίκη και τον ίδιο τον ενάγοντα, για τον οποίο δεν περιορίστηκε να αναφέρει, ότι απλώς προσκόμισε το ψευδές, κατά την άποψη του, ιατρικό πιστοποιητικό, ενεργώντας ως απλός πληρεξούσιος αυτών και στα πλαίσια της εντολής, που του είχε δοθεί, αλλά αντιθέτως του απέδωσε ενεργό ρόλο και δη αυτό του μάρτυρα, που κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς τα περί αδυναμίας προσέλευσης της δεύτερης κατηγορουμένης στο ακροατήριο. Τα ανωτέρω, εξάλλου, επιρρωνύονται και από τα όσα ο εναγόμενος επιπλέον ανέφερε περί του ότι μετά το τέλος της κατάθεσης του ο ενάγων πλησίασε την κ. Γραμματέα της Έδρας, όπου παρέμεινε αρκετά συζητών μετ' αυτής, ενώ (ενν. ο αναιρεσείων) κάλεσε τον Εισαγγελέα Εφετών να ελέγξει την ακρίβεια των πρόχειρων χειρόγραφων πρακτικών της δίκης, ως προς την τυχόν τέλεση οποιουδήποτε αδικήματος, καθώς και, π.χ., ως προς τυχόν διαγραφές ή προσθήκες, υπονοώντας ενδεχόμενο μη ορθής τήρησης αυτών με παρέμβαση του ενάγοντος. Οι ως άνω ψευδείς και συκοφαντικοί ισχυρισμοί του εναγόμενου, που περιήλθαν σε γνώση των αρμοδίων εισαγγελέων και δικαστικών υπαλλήλων, ήτοι τρίτων προσώπων κατά την έννοια των διατάξεων 362 και 363 ΠΚ...έτρωσαν τη τιμή και την επαγγελματική υπόληψη του ενάγοντος, καθώς τον παρουσιάζουν ως ανέντιμο επαγγελματία, που μετέρχεται διαφόρων παρανόμων τεχνασμάτων και πρακτικών για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των εντολέων του, και του προξένησαν ηθική βλάβη, ενώ ουδεμία ουσιώδη έννομη επιρροή στην κατάφαση των ως άνω παραδοχών ασκεί εν προκειμένω το επικαλούμενο από τον εναγόμενο γεγονός, ότι προκαταρκτική εξέταση προς διερεύνηση των εκ μέρους του αναφερόμενων στην επίδικη αίτηση του διατάχθηκε τελικώς μόνον σε βάρος των εντολέων του ενάγοντος και όχι και του ιδίου. Ομοίως αβάσιμος και απορριπτέος τυγχάνει ο ισχυρισμός του εναγόμενου, που νομίμως επαναφέρει με τον ένατο λόγο της έφεσης του, ότι ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και προς προάσπιση των δικαιωμάτων του κατ' άρθρο 367 ΠΚ, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή επί συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 367 παρ.2 ΠΚ).Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο ενάγων δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, η οποία ανέρχεται, λαμβανομένων υπόψη τού είδους της προσβολής, της έκτασης της βλάβης, τις συνθήκες (ενν. των συνθηκών) τέλεσης της αδικοπραξίας, τη(ς) βαρύτητα(ς) του πταίσματος του εναγομένου και την (ενν. της) οικονομική(ς) και κοινωνική(ς) κατάσταση(ς) των διαδίκων μερών (ο ενάγων είναι δικηγόρος και ο εναγόμενος επιχειρηματίας), στο ποσό των 4.000 ευρώ, που κρίνεται εύλογο και σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία εφαρμόζεται και κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, την οποία δικαιούται ο παθών από αδικοπραξία...δεδομένου ότι το άνω ποσό βρίσκεται εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου". Με βάση τις παραδοχές αυτές και με πρόσθετες παραδοχές, που αφορούν στην απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασης παραγραφής, που είχε προβάλει ο αναιρεσείων, το Εφετείο, αφού αντικατέστησε κατά ένα μέρος της αιτιολογίες της εκκαλουμένης απόφασης με τις δικές του αιτιολογίες, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση αυτή, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ανωτέρω από 27-12-2017 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 4.000 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων προσέβαλε παράνομα και υπαίτια τον αναιρεσίβλητο στο δικαίωμα της προσωπικότητάς του, γιατί ισχυρίστηκε γι' αυτόν ενώπιον τρίτων ψευδή γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, εν γνώσει του ψεύδους τους και έτσι τέλεσε εις βάρος του το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και ότι για τον λόγο αυτό πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο χρηματικό ποσό ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο τελευταίος, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 363 και 362 ΠΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: α) Ότι ο αναιρεσείων, έχων την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος σε δίκη προσδιορισθείσα ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά στις 5-6-2012, με κατηγορούμενους τον Μ. Π. και την Π. Π., των οποίων πληρεξούσιος δικηγόρος ήταν ο αναιρεσίβλητος, στις 22/6/2012 υπέβαλε ενώπιον του Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιά Κων/νου Σοφουλάκη, που ήταν και ο εισαγγελέας της έδρας, την από 22/6/2012 αίτησή του, φέρουσα τον χαρακτήρα καταγγελίας, η οποία στρεφόταν και κατά του αναιρεσιβλήτου και με την οποία ισχυρίστηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης λόγω κωλύματος της εντολέως του Π. Π., επικαλούμενος, και με ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο, ότι αυτή υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στο ιατρικό κέντρο "Ι." στις 30/5/2012, και προσκομίζοντας σχετική ιατρική βεβαίωση του ανωτέρω κέντρου με ημερομηνία 28/5/2012 και έτσι πέτυχε να γίνει δεκτό το αίτημά του και να αναβληθεί η δίκη για τις 5/11/2012, και, επίσης, ότι τα ανωτέρω αναφερθέντα από τον αναιρεσίβλητο ήταν ψευδή, γιατί αφ' ενός μεν το ανωτέρω ιατρικό κέντρο δεν πραγματοποιεί χειρουργικές επεμβάσεις, αφ' ετέρου δε το προσκομισθέν πιστοποιητικό εκδόθηκε δύο ημέρες πριν τη χειρουργική επέμβαση. β) Ότι η ανωτέρω καταγγελία ήταν ψευδής ως προς τα ανωτέρω στοιχεία της, γιατί η προσκομισθείσα από τον αναιρεσίβλητο ιατρική βεβαίωση της ειδικής παθολογικής κλινικής "Ι.", αφ' ενός εκδόθηκε στις 30/5/2012 και όχι στις 28/5/2012, αφ' ετέρου δε δεν βεβαίωνε την τέλεση χειρουργικής επέμβασης στην Π. Π., αλλά τη χορήγηση σε αυτήν θεραπευτικής δόσης ιωδίου για κατάλυση υπολείμματος μετά από ολική θυρεοειδεκτομή. γ) Ότι ο αναιρεσείων γνώριζε το ψευδές των αναφερομένων στην καταγγελία του, αφού ήταν παρών στη διαδικασία και παρακολούθησε όσα διεμείφθησαν σε αυτήν, τα οποία καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, προέβη σε επισκόπηση της βεβαίωσης, όπως αναφέρει στην καταγγελία και υπέβαλε την καταγγελία του αυτή στις 22/6/2012 (δήλωση 17 ημέρες μετά τη δίκη). δ) Ότι οι ανωτέρω συκοφαντικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος περιήλθαν σε γνώση των αρμοδίων εισαγγελέων και δικαστικών υπαλλήλων που χειρίστηκαν την καταγγελία και την προκαταρκτική εξέταση που διατάχθηκε με βάση αυτήν (μετά τη διενέργεια της οποίας η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο) και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσίβλητου δικηγόρου, αφού τον εμφανίζουν ως ανέντιμο επαγγελματία, ο οποίος μετέρχεται παρανόμων τεχνασμάτων με επίκληση ψευδών ιατρικών πιστοποιητικών και ένορκη επιβεβαίωση του περιεχομένου αυτών, για να εξυπηρετήσει το συμφέρον της εντολέως του. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι υπάρχει ανεπαρκής αιτιολογία του Εφετείου για τον άμεσο δόλο του, γιατί δεν αναφέρεται στην απόφαση ότι ο ίδιος γνώριζε, κατά την υποβολή της αίτησής του, ότι ο αναιρεσίβλητος γνώριζε την αναλήθεια του ιατρικού πιστοποιητικού, που επιβεβαίωσε και ενόρκως είναι αβάσιμη, γιατί, από τους παρατιθέμενους στην αίτηση - καταγγελία αυτή ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ως προς τον αναιρεσίβλητο, που επαναλαμβάνονται αυτούσιοι στην απόφαση, σαφώς προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προσάπτει γνώση και του αναιρεσιβλήτου περί της ισχυριζόμενης από αυτόν αναλήθειας, αφού ο αναιρεσίβλητος με την αίτησή-καταγγελία του αναιρεσείοντος εμφανίζεται να προσκομίζει ιατρικό πιστοποιητικό και να καταθέτει διαφορετικά στοιχεία, από όσα περιλαμβάνει αυτό. Επίσης αβάσιμη είναι και η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο έκρινε ως συκοφαντική για τον αναιρεσίβλητο και την περιεχόμενη στην αναφορά του περικοπή ότι ο αναιρεσίβλητος μετά το τέλος της κατάθεσής του πλησίασε τη Γραμματέα και παρέμεινε αρκετά συζητώντας με αυτήν, όπως και την παράκλησή του προς τον Εισαγγελέα να ελέγξει την ακρίβεια των πρόχειρων χειρόγραφων πρακτικών της δίκης για τη διακρίβωση τέλεσης κάποιου αδικήματος, τα οποία περιστατικά δεν είχαν κριθεί ως συκοφαντικά πρωτοδίκως και δεν μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο με την έφεσή του, γιατί με την αιτίαση αυτή πλήττονται επιχειρήματα του Εφετείου, τα οποία παρέθεσε προς ενίσχυση της κρίσης του ότι η από 22/6/2012 αίτηση-καταγγελία του αναιρεσείοντος αφορούσε εκτός από τους κατηγορουμένους και τον αναιρεσίβλητο και δεν συνέδεσε το Εφετείο τα περιστατικά αυτά με την τέλεση αδικοπραξίας (συκοφαντικής δυσφήμισης) σε βάρος του αναιρεσιβλήτου. Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δεν και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. του αναιρετικού ελέγχου (Α.Π. 630/2020). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο να κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα λόγω της παραμόρφωσης, αυτό δε συμβαίνει όταν για την απόδειξη η ανταπόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού, στηρίχθηκε αποκλειστικά στο έγγραφο, που παραμορφώθηκε (ΑΠ 1435/2018) ή κυρίως σ' αυτό γιατί το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά εξήρε με την απόφαση την αποδεικτική του βαρύτητα (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 763/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με τις ανωτέρω παραδοχές του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 22-6-2012 αίτησής του προς τον Εισαγγελέα και έτσι δέχθηκε ότι ο ίδιος δεν διατύπωσε καμία επιφύλαξη για την αναλήθεια των αναφερομένων σε αυτήν, ενώ ο ίδιος διατύπωσε ρητά τέτοια επιφύλαξη και ζήτησε από τον Εισαγγελέα να ελέγξει την ακρίβεια των πρόχειρων χειρόγραφων πρακτικών της δίκης "ως προς την τυχόν τέλεση οποιουδήποτε αδικήματος", με αποτέλεσμα λόγω της παραμόρφωσης αυτής να δεχθεί ακολούθως το Εφετείο ότι ο ίδιος, κατά την υποβολή της αίτησής του, γνώριζε την αναλήθεια των αναφερομένων σε αυτήν περιστατικών και συνεπώς τέλεσε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και προσέβαλε έτσι παράνομα τον αναιρεσίβλητο στο δικαίωμα της προσωπικότητάς του. Από την παραδεκτή επισκόπηση του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα ο αναιρεσείων, αποδεικνύεται ότι αυτό έχει το περιεχόμενο που αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία περιλήφθηκε αυτούσιο και ότι το Εφετείο δεν το παραμόρφωσε και δεν δέχθηκε ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από αυτά που αναφέρει, αλλά συνεκτιμώντας το έγγραφο αυτό μαζί με τις λοιπές αποδείξεις έκρινε ότι κατά την υποβολή του στον Εισαγγελέα ο αναιρεσείων γνώριζε το ψευδές των ανωτέρω αναφερομένων στο έγγραφο πραγματικών περιστατικών που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλήτου και ότι συνεπώς ο αναιρεσείων τέλεσε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του. Επομένως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 4-7-2022 αίτηση του Ε. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 480/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. –
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή