ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 651/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 651/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 651/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 651 / 2024    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 651/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Παχή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Α. του Γ., 2) Μ. συζ. Μ. G. T. το γένος Γ. Α., κατοίκων … και προσωρινά διαμενουσών στα ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σόνια Μιχάλαρου, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 690/2015 μη οριστική, 4991/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 472/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-1-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η από 18-01-2022 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της με αριθμ. 472/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε η από 27-03-2019 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 4991/2018, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 20-08-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων. Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι από, την από 21-12-2021, επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στο αναιρεσείον μέχρι την κατάθεση αυτής, στις 20-01-2022, στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιά, δεν παρήλθε η 30ηνθήμερη προθεσμία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. [1] Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998). Η ποιοτική αοριστία, δηλαδή, η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτήν ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή, μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα προβλεπόμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, 70, 118 και 216 ΚΠολΔ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα, τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 14/2023, ΑΠ 982/2021). Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, του οποίου έχει γίνει ακριβής περιγραφή, και τα όριά του, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 1390/2023, ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 982/2021). Η αναφορά του κωδικού αριθμού Κτηματολογίου του επίδικου ακινήτου, ο οποίος είναι δωδεκαψήφιος και μοναδικός για κάθε ακίνητο, προσδιορίζει κατά τρόπο αναμφισβήτητο και σαφή την θέση, την έκταση και τα όρια αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του 4 παρ. 1 του ν. 2664/1998, ώστε να μην γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Η σύνδεση του ακινήτου με το ΚΑΕΚ διαρκεί μέχρις ότου ο τελευταίος καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 3 του ίδιου ως νόμου (ΑΠ 1620/2013, ΑΠ 1070/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, κατά το ενδιαφέρον τον πρώτο λόγο αναίρεσης μέρος, προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες, στην ένδικη από 20-08-2013 αγωγή τους, αφού εξέθεταν ότι είναι (συγ)κύριες, κατ' ισομοιρίαν, με τον αναφερόμενο παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, ενός αγροτεμαχίου, το οποίο βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., εκτός σχεδίου πόλης, και επί της ... αρ. 13, εμβαδού 331,79 τ.μ, όπως αποτυπώνεται στο από Ιουνίου 2009 Τοπογραφικό Διάγραμμα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Ι. Α. και περιγράφεται με τα αριθμητικά στοιχεία (1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9,10,11,1) και συνορεύει Βόρεια με τα αριθμητικά στοιχεία 1-11 επί πλευράς 8,70 μέτρων, με τα αριθμητικά στοιχεία 11- 10 επί πλευράς 10,71 μέτρων και με τα αριθμητικά στοιχεία 10-9 επί πλευράς 10,21 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου, Νότια συνορεύει και περιγράφεται με τα αριθμητικά στοιχεία 2-3 επί πλευράς 2,83 μέτρων, με τα αριθμητικά στοιχεία 3-4 επί πλευράς 4,61 μέτρων, με τα αριθμητικά στοιχεία 4-5 επί πλευράς 1,96 μέτρων, με τα αριθμητικά στοιχεία 5-6 επί πλευράς 17,90 μέτρων και με τα αριθμητικά στοιχεία 6-7 επί πλευράς 1,03 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου, Ανατολικά συνορεύει και περιγράφεται με τα αριθμητικά στοιχεία 9-8 επί πλευράς 1,50 μέτρων και με τα αριθμητικά στοιχεία 8-7 επί πλευράς 10,40 με ιδιοκτησία Μ. Ε. και Α. Π. και Δυτικά έχει πρόσωπο στην οδό … πλάτους 6 μέτρων και περιγράφεται με τα αριθμητικά στοιχεία 1-2 επί πλευράς 10,68 μέτρων, και φέρει ΚΑΕΚ κατά το Εθνικό Κτηματολόγιο ..., ζήτησαν να αναγνωριστεί η (συγ)κυριότητά τους και να γίνει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα σχετικά κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου ..., στο οποίο φέρεται εγγεγραμμένο το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου είναι ορισμένη και πλήρης, ώστε να μη γεννάται καμιά αμφιβολία περί της ταυτότητας αυτού, αφού αναφέρονται με σαφήνεια η θέση, η έκταση και τα όρια με τα οποία συνορεύει το επίδικο ακίνητο και ως προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, καθώς και ο μοναδικός αριθμός ΚΑΕΚ αυτού. Για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτούνται άλλα, επιπλέον στοιχεία, δηλαδή η θέση αυτού (ένδικου ακινήτου) ως ήμισυ του μεγαλύτερου ακινήτου των 660 τ.μ. και αυτού ως μέρος του μεγαλύτερου ακινήτου των δεκαοκτώ στρεμμάτων, ενώ το γεγονός ότι το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο, δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του. Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο επανέφερε την ένσταση αοριστίας, ως προς την περιγραφή του ακινήτου, που είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή, και, συνεπώς, ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. [2] Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21/8/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ' /1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, για την κτήση επ' αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11.9.1915 (ΟλΑΠ 75/1987). Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 πανδ. (5.8) ν.27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 πανδ. (41.10), 109 πανδ. (50.16) και 2 παρ.7 και 1 πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι την 11η-09-1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση). Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά την 11η-09-1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 1071/2023, ΑΠ 246/2023, ΑΠ 2019/2023). Από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 του Α.Κ. προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, περί ιδίας αυτού κυριότητας επί του επίδικου, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, είναι ένσταση, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, και αυτό πρέπει να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του. Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ένστασης, λόγω απόκτησης κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο. Έτσι, εάν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο είναι δημόσιο δάσος περιελθόν σ' αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ' αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επίδικου ως δάσους και ως δημόσιου κτήματος, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτό, πλην όμως, λόγω του υφιστάμενου τεκμηρίου κυριότητας, βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 1620/2023, ΑΠ 2019/2022), και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας του ισχυρισμού του και εντεύθεν της απόρριψής του τις φέρει εκείνο (Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (ΑΠ 1118/2023, ΑΠ 1187/2022, ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1182/2018). [3] Σε περίπτωση επίκλησης από τον ενάγοντα παράγωγου τρόπου κτήσης της κυριότητας και η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο με τις προτάσεις της κυριότητας του δικαιοπαρόχου αυτού (ενάγοντος), επιβάλλει στον τελευταίο την (επιτρεπτή) με την προσθήκη των προτάσεων της αγωγής (ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) συμπλήρωση αυτής (αγωγής) με αναγωγή στα ιδιοκτησιακά δεδομένα (με ανάστροφη διαδοχή) των δικαιοπαρόχων του, μέχρι την πρωτότυπη κτήση της κυριότητας (probatio diabolica) (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 1620/2023, ΑΠ 277/2019). [4] Κατά το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 του ίδιου Κώδικα βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος αυτό διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, το δε πεδίο εφαρμογής του έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή τούτου, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλ.π. και που οφείλει να αποδείξει ο υποβολών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 1182/2018, ΑΠ 148/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προκύπτει ότι το αποδεικτικό πόρισμα αυτής στηρίχθηκε στις εξής παραδοχές: 1) Ότι οι ενάγουσες κατέστησαν (συγ)κυρίες, κατ' ισομοιρίαν του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 331,79 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της τέως Κοινότητας ..., εκτός σχεδίου πόλης, επί της ... αρ. …, με ΚΑΕΚ ..., με παράγωγο τρόπο κατά τις διατάξεις του Α.Κ., δυνάμει του με αριθμ. ... συμβολαίου της συμβ/φου … Α. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω γονικής παροχής, ως αποκτήσασες από την αληθή κυρία Α. συζ. Γ. Α., στη οποία η κυριότητα είχε περιέλθει με το με αριθμ. …/… συμβόλαιο της συμβ/φου … Ε. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τον Γ. Τ. του Σ., με ανεγερθείσα επ' αυτού ισόγεια κατοικία, στον οποίο η κυριότητα είχε περιέλθει με το με αριθμ. …/…συμβόλαιο του συμβ/φου … Β. Δ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω διανομής με τον (συγ)κύριο Μ. Μ. του Π. αγροτεμαχίου μεγαλύτερης έκτασης, 660 τ.μ., στους οποίους η κυριότητα είχε περιέλθει, κατ' ισομοιρίαν, με το με αριθμ. …/… συμβόλαιο του συμβ/φου … Β. Δ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τον Χ. Δ. του Ν., στον οποίο η κυριότητα είχε περιέλθει με το με αριθμ. …/… συμβόλαιο του συμβ/φου … Γ. Μ. του Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από την Κ. χήρα Ν. Δ., το γένος Ν. Γ., στην οποία η κυριότητα είχε περιέλθει με το με αριθμ. …/… συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τον Π. Κ. Γ., ως τμήμα μείζονος έκτασης 18 στρεμμάτων, στον οποίο η κυριότητα είχε περιέλθει, με έκτακτη χρησικτησία, με τις διατάξεις του βρδ., ως νεμόμενος το μείζον αγροτεμάχιο για χρόνο μεγαλύτερο των τριάντα ετών, από το έτος 1921 έως την 02-04-1962, καλλιεργώντας αυτό με δημητριακά, και στη συνέχεια με κατάτμηση αυτού, σε μικρά οικόπεδα και πώληση αυτών σε τρίτους. 2) Ότι το επίδικο ακίνητο, καθώς και τα όμορα ακίνητα, τουλάχιστον από το έτος 1870 και εφεξής, αποτελούσαν ιδιωτικές αγροτικές εκτάσεις, καλλιεργούμενες με δημητριακά (σίτο και κριθή), από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του Π. Γ., Κ. Γ. και προγενέστερα Χ. Γ. και του προπάππου του Δ. Γ. και από το έτος 1962 αποτελούν οικοπεδικές εκτάσεις. 3) Ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν κατέστη κύριο του επίδικου ακινήτου, διότι δεν αποδείχθηκε η ένσταση αυτού ότι αποτέλεσε δασική ή λιβαδική έκταση ή βοσκοτόπι, ή εκχερσωμένη παράνομα δασική ή λιβαδική έκταση ή βοσκοτόπι. 4) Ότι το επίδικο δεν περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με έκτακτη χρησικτησία, διότι δεν απέδειξε την ένσταση ίδιας αυτού κυριότητας στο επίδικο, διότι άσκησε πράξεις νομής διανοία κυρίου ο Π. Γ. και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι αυτού. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που έκρινε με θετική κρίση ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε τουλάχιστον από το έτος 1870 ιδιωτική αγροτική έκταση και όχι δασική έκταση, λιβάδι ή βοσκοτόπι, καθώς και ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί (δασικής έκτασης και κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία) αποτελούν, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ενστάσεις και όχι αιτιολογημένη άρνηση, δεν αντέστρεψε το βάρος απόδειξης των παραπάνω ενστάσεων, που έφερε το αναιρεσείον.
Συνεπώς, ο από τον αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Και, τούτο, ανεξαρτήτως του απαράδεκτου της ανωτέρω επικαλούμενης πλημμέλειας, διότι υπό την επίφαση αυτής πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1393/2023, ΑΠ 1117/2023). [3] Κατά τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του απέδωσε αυξημένη δύναμη παρότι την είχε κατά νόμο (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 348/2021). Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 309/2020). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο της ουσίας απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του. (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 103/2021, ΑΠ 1091/2019). Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439, 440 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 617/2023, ΑΠ 563/2020, ΑΠ 1409/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ίδιου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί το έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που συνέταξε το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 617/2023, ΑΠ 653/2023, ΑΠ 348/2021). Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 361/2004). Η ανταπόδειξη δεν συνιστά κύρια απόδειξη και, κατά συνέπεια, δεν απαιτείται να αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυόμενου με το δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονισθεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του περιστατικού (ΑΠ 653/2023, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 678/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ότι το Εφετείο παραβίασε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη των εξής δημοσίων εγγράφων: 1) του με αριθμ. πρωτ. … εγγράφου της Κτηματικής Υπηρεσίας … με το συνημμένο σε αυτό με αριθ. πρωτ. … έγγραφο της ιδίας Υπηρεσίας (Τεχνικού Τμήματος) και του συνημμένου σε αυτό από … τοπογραφικού διαγράμματος σε αντικατάσταση του από … ομοίου τοπογραφικού διαγράμματος των συνταξάντων μηχανικών της Κτηματικής Υπηρεσίας … Γ. Α. (αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού) και Δ. Σ. (πολιτικού μηχανικού), το οποίο θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο του Τεχνικού Τμήματος της Κτηματικής Υπηρεσίας …, τοπογράφου μηχανικού Ν. Κ., 2) της με αριθμ. πρωτ. ... ένστασης της Κτηματικής Υπηρεσίας … προς τον Οργανισμό Κτηματογραφήσεων και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε), 3) του αποσπάσματος από το βιβλίο καταγραφής κτημάτων της Εφορίας …, στο οποίο εμφαίνεται το με αρ. … καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα και από το γενικό βιβλίο καταγραφής, 4) των από … πρωτοκόλλων γνωμοδότησης της Οικονομικής Εφορίας …, που αφορούν το αντίστοιχο γεωργικό έτος 1926, 1927, 1928, 1929, 1930, των από … πρωτοκόλλων γνωμοδότησης της Οικονομικής Εφορίας …, που αφορούν το αντίστοιχο γεωργικό έτος 1931, 1932, 1933, 1934, 1935, 1936, 1937, 1938, 1939, 5) του με αρ. .. εγγράφου της οικονομικής εφορίας …, 6) της από … αναφοράς του Επιθεωρητή … προς την Δ/νση Δημ. Κτημάτων, 7) του με αριθμ. πρωτ. … εγγράφου της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας (Δ/νση 17η), 8) της από … έκθεσης ελέγχου της Κτηματικής Υπηρεσίας …, 9) του με αριθμ. πρωτ. … εγγράφου της Δ/νσης Δασών … με το συνημμένο απόσπασμα Δασικού Χάρτη … (…) και Φύλλου Χάρτη Γ.Υ.Σ. … για τις δασικές εκτάσεις ΟΤΑ … κλίμακας 1:5000 και τη δήλωση ιδιοκτησίας του Γ.Γ.Π.Α. και 10) του με αριθμ. πρωτ. … εγγράφου του δασαρχείου …, με τα οποία, μετά από επιτόπιες μεταβάσεις, αυτοψία, μετρήσεις, εφαρμογή διαγραμμάτων, το αντίστοιχο αρμόδιο διοικητικό όργανο βεβαιώνει για την κατάφαση του ουσιώδους ζητήματος του δασικού χαρακτήρα της επίδικης έκτασης, ως περιλαμβανόμενη στο ΒΚ … δημόσιο κτήμα, έκτασης 18.280 τ.μ., και, ειδικότερα, ως δασικής έκτασης, παράνομα κατατμηθείσα, και προσέδωσε στα παραπάνω έγγραφα μικρότερη αποδεικτική δύναμη, με αποτέλεσμα να απορρίψει τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί κτήσης κυριότητας επ' αυτού. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα παραπάνω αποτελούν μεν γενικώς δημόσια έγγραφα, υπό την έννοια ότι έχουν εκδοθεί, κατά τους νόμιμους τύπους από δημοσίους υπαλλήλους και πρόσωπα που ασκούν δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, συνιστούν όμως πλήρη απόδειξη μόνο ως προς τα όσα βεβαιώνονται ότι προέρχονται από τα πρόσωπα που εκδίδουν ή υπογράφουν αυτά, τα οποία ήταν καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδια να κάνουν αυτή τη βεβαίωση, για τα όσα όμως βεβαιώνονται σχετικά με το διαφιλονικούμενο ζήτημα της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, την αλήθεια των οποίων όφειλαν να διαπιστώσουν εκείνοι που τα συνέταξαν, εφόσον τα βεβαιούμενα σε αυτά εκφράζουν κατά κύριο λόγο απλώς τη γνώμη τους περί του γεγονότος αυτού, επιτρέπεται ανταπόδειξη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο συνεκτιμώντάς τα προαναφερόμενα έγγραφα ισοδύναμα με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, έκρινε ότι αυτά δεν ήσαν ικανά να προσπορίσουν κυριότητα στον αναιρεσείοντα, δεν υπέπεσε στην εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. I
ΙΙ. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτών, στο αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-01-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αριθμ. 472/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή