Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 662 / 2024    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 662/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου", (Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου). Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρο του Βασίλειο Ριζάκο και Παρασκευή Γεωργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Β. του Π., 2. Π. Γ. του Γ., 3. Ν. Δ. του Τ., 4. Ε. Μ. του Γ., 5. Μ. Σ. του Γ., 6. Β. Χ. του Κ., 7. Σ. Σ. του Γ. και 8. Ε. Σ. του Π., όλων κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τουτζιαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3154/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 309/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 28-3-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 18-10-2023 Πράξη του Προέδρου του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου νόμιμα φέρεται προς συζήτηση στην προκείμενη δικάσιμο που ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ.4 ΚΠολΔ, η από 28-3-2023 με αριθμ.καταθ. …/29-3-2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμ.309/31-5-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία είχε εγγραφεί στο πινάκιο της ορισθείσας επ'αυτής δικασίμου της 17ης Οκτωβρίου 2023, αλλά δεν εισήχθη προς συζήτηση για λόγο ανωτέρας βίας, και συγκεκριμένα λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, με την αριθμ.πρωτ. 46339 οικ./22-9-2023 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ενόψει των αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023 και των επαναληπτικών αυτών εκλογών της 15ης Οκτωβρίου 2023.
Με την από 28-3-2023 και με αριθ. κατάθεσης …/29-3-2023 αίτηση αναίρεσης-όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε- προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών- εργατικών διαφορών με αριθμ. 309/31-5-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την από 23-11-2020 (αριθμ.εκθ.καταθ. …/…-2020) έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με τη σημερινή επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου), εξαφάνισε την εκκαλουμένη, υπ'αριθμ. 3154/2020, οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς στο σύνολό της, το μεν κατά παραδοχή λόγων έφεσης, το δε για το ενιαίο του τίτλου, δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 17-9-2019 και με αριθ. καταθ. …/17-9-2019 αγωγή κατά την κύρια βάση της και αναγνώρισε ότι οφείλονται στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους ειδικευμένους ιατρούς, απασχολούμενους σε πρωτοβάθμιες μονάδες υγείας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, αρχικά, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και στη συνέχεια επανακαταγέντες σε θέσεις ιατρών ΕΣΥ (οι 1η, 2ος, 3ος, 4η και 6η, κατέχοντες οργανικές θέσεις ΠΕ ιατρών, με βαθμολογική εξέλιξη) και ορισμένου χρόνου (οι 5η, 7η και 8η, επικουρικοί ιατροί, χωρίς βαθμολογική εξέλιξη), τα εκεί αναγραφόμενα για τον καθένα τους χρηματικά ποσά-(μικρότερα από τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα για όλους, πλην της έβδομης τούτων)-, νομιμοτόκως, ως διαφορές αποδοχών, των αναφερομένων διακριτώς διαστημάτων, εντός του συνολικά επιδίκου χρονικού διαστήματος, από την 1-1-2017 έως και τις 31-12-2019, οφειλόμενες στη διαμόρφωση της μισθολογικής τους κατάστασης με βάση υπολογισμού τις περικοπές αποδοχών του ν. 4093/2012, και τις σχετικές ρυθμίσεις του νέου ειδικού μισθολογίου τους του ν. 4472/2017, που κρίθηκαν ότι αντίκεινται σε διατάξεις του Συντάγματος, ως προς τον υπολογισμό του βασικού τους μισθού και των επιδομάτων, και την παράλειψη ένταξης των 1ης, 2ου, 3ου, 4ης και 6ης, στον δικαιούμενο βαθμό. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε στο αναιρεσείον την 1η Μαρτίου 2023, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Ν. Ν. επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου της, και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 29 Μαρτίου 2023 (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Οι διατάξεις της περίπτωσης 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες θεσπίστηκαν μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., και ίσχυσαν μέχρι τις 31-12-2016, κρίθηκαν, αρχικά με την απόφαση 7412/2015 της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως αντικείμενες στα άρθρα 4 παρ.5 και 25 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στη συνέχεια, με την απόφαση 431/2018 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως αντικείμενες και στο άρθρο 21 παρ.3 του Συντάγματος και την, εμμέσως απορρέουσα από αυτό, αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του ΕΣΥ, καθώς και στην συνταγματική αρχή της ισότητας υπό την δεύτερη όψη της, δηλαδή της υποχρέωσης του νομοθέτη να μεταχειρίζεται κατά διαφορετικό τρόπο τις άνισες καταστάσεις και, τέλος, με τις αποφάσεις 3/2022 και 4/2022 της Πλήρους Ολομέλειας του Δικαστηρίου τούτου, ως αντικείμενες στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.5, 21 παρ.3 και 25 παρ.1 και 4 του Συντάγματος και τις απορρέουσες από αυτές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάση και ότι καθίστανται ως εκ τούτου ανίσχυρες. Στις 19.5.2017 δημοσιεύτηκε ο ν. 4472/2017, "Συνταξιοδοτικές διατάξεις Δημοσίου και τροποποίηση διατάξεων του ν. 4387/2016, μέτρα εφαρμογής των δημοσιονομικών στόχων και μεταρρυθμίσεων, μέτρα κοινωνικής στήριξης και εργασιακές ρυθμίσεις, Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α'74/19-5-2017). Με τις διατάξεις του Μέρους ΣΤ' του νόμου αυτού, υπό τον τίτλο "Μισθολογικές ρυθμίσεις ειδικών κατηγοριών λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ., καθώς και των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος-Ελληνικής Ακτοφυλακής", θεσπίζονται νέες ειδικές μισθολογικές ρυθμίσεις ειδικών κατηγοριών λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου (αναδιάρθρωση των "ειδικών μισθολογίων"), μεταξύ δε άλλων, στο Κεφάλαιο Ε' του μέρους αυτού, θεσπίζεται νέο μισθολόγιο, και για τους Ιατρούς και Οδοντιάτρους του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), τους Ιατρούς και Οδοντιάτρους Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., τους έμμισθους ειδικευόμενους ιατρούς, τους Επικουρικούς Ιατρούς, τους μόνιμους αγροτικούς ιατρούς και ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου, τους Ιατρούς Γενικής Ιατρικής και Βιοπαθολογίας, που υπηρετούν στη Διεύθυνση Κ.Ε.Δ.Υ. του Υπουργείου Υγείας ή στις Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών (αρθ.123 παρ.4). Οι διατάξεις αυτές ισχύουν αναδρομικά από 1-1-2017 (άρθρο 162). Ειδικότερα, στο Κεφάλαιο Ε' του Μέρους ΣΤ', όπως τα άρθρα 136 έως 139 αυτού ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, και πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 74 παρ.2 περ.α'του ν.4999/2022 (Α 225), ορίζονται τα κάτωθι: : Στο άρθρο 136, υπό τον τίτλο "Μισθολογική κατάταξη", ορίζεται ότι "Για τη μισθολογική κατάταξη των υπαγόμενων στο παρόν κεφάλαιο, πλην των ιατρών υπηρεσίας υπαίθρου, ορίζονται δεκαέξι (16) μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) για κάθε βαθμίδα με εισαγωγικό το Μ.Κ. 1 και καταληκτικό το Μ.Κ. 16", ενώ στο άρθρο 137 περιγράφεται ο χρόνος και τρόπος μισθολογικής εξέλιξης των υπαγομένων στο εν λόγω Ε Κεφάλαιο ως ακολούθως: "1. Για τη μισθολογική εξέλιξη απαιτείται υπηρεσία ενός (1) έτους στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο (Μ.Κ.1) και δύο (2) έτη για κάθε επόμενο. 2. Για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαγόμενων στο παρόν κεφάλαιο, πλην των ιατρών υπηρεσίας υπαίθρου, από το κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο στο αμέσως ανώτερο απαιτείται να έχει συμπληρωθεί ο καθορισμένος χρόνος υπηρεσίας στο κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο. 3. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο εξέλιξη των ανωτέρω συντελείται με πράξη του αρμόδιου για το διορισμό οργάνου, που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. Ως υπηρεσία για τη μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη υπολογίζεται η αναφερόμενη στις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 11 του ν. 4354/2015, όπως κάθε φορά ισχύει, καθώς και ο χρόνος απόκτησης ιατρικής ειδικότητας. Επιπλέον, για τους ειδικευμένους ιατρούς και οδοντίατρους του Ε.Σ.Υ. υπολογίζεται και η αναφερόμενη στις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 4461/2017 (Α' 38) προϋπηρεσία. Η αναγνώριση των ανωτέρω υπηρεσιών πραγματοποιείται με απόφαση του αρμόδιου οργάνου και τα οικονομικά αποτελέσματα ισχύουν από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης και όλων των απαραίτητων δικαιολογητικών". Με το άρθρο 138 καθορίζονται οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί των μισθολογικών κλιμακίων όλων των βαθμίδων των ιατρών, με το βασικό μισθό του Συντονιστή Διευθυντή να αποτελεί τη βάση για τον καθορισμό του βασικού μισθού και όλων των υπολοίπων βαθμών των ιατρών και ιατροδικαστών. Ειδικότερα, δε, προβλέπονται τα εξής : "Βασικός μισθός. 1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός του Μ.Κ.1 του Συντονιστή Διευθυντή ορίζεται στο ποσό των χιλίων εννιακοσίων τριών ευρώ (1.903 €). Ο βασικός μισθός των επόμενων μισθολογικών κλιμακίων μέχρι το Μ.Κ. 16 διαμορφώνεται με πρόσθεση στο αμέσως προηγούμενο Μ.Κ. του ποσού των εξήντα επτά ευρώ (67 €). 2. Ο μηνιαίος βασικός μισθός των λοιπών βαθμίδων των ιατρών διαμορφώνεται σε ποσοστό επί του αντίστοιχου Μ.Κ. του Συντονιστή Διευθυντή, ως εξής: α. Διευθυντής και αντίστοιχοι 95%. β. Επιμελητής Α' και αντίστοιχοι 90%. γ. Επιμελητής Β' και αντίστοιχοι, (78%). δ. Ειδικευόμενος 63%. ε. Μόνιμοι αγροτικοί ιατροί 61%. 3.[....], 4.[.....] 5. Όλοι οι ως άνω βασικοί μισθοί στρογγυλοποιούνται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ". Περαιτέρω, στο άρθρο 139 ορίζονται τα προβλεπόμενα πέραν από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου παρεχόμενα επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα, ειδικότερα δε προβλέπονται τα ακόλουθα : "Επιδόματα. 1. Πέρα από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου, στους υπαγόμενους στο παρόν κεφάλαιο παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα : Α. Στους Ιατρούς και Οδοντιάτρους του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), στους έμμισθους ειδικευόμενους ιατρούς και στους Επικουρικούς Ιατρούς, επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, οριζόμενο ως εξής: α. Συντονιστής Διευθυντής και Διευθυντής τριακόσια σαράντα (340) ευρώ. β. Επιμελητής Α' διακόσια ενενήντα πέντε (295) ευρώ. γ. Επιμελητής Β' διακόσια ογδόντα (280) ευρώ. δ. Ειδικευόμενος διακόσια τριάντα (230) ευρώ. Β.[......] Γ. Οικογενειακή παροχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 4354/2015, όπως κάθε φορά ισχύει. Δ. Επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, οριζόμενο ως εξής: α. Για κατόχους διδακτορικού διπλώματος σε εβδομήντα πέντε (75) ευρώ. β. Για κατόχους μεταπτυχιακού διπλώματος ετήσιας, τουλάχιστον, φοίτησης σε σαράντα πέντε (45) ευρώ [.....]. Ε. Επίδομα θέσης ευθύνης στους προϊσταμένους οργανικών μονάδων, οριζόμενο κατά βαθμίδα θέσης, ως εξής: α) [....], β) [...], γ) Προϊστάμενοι Τμημάτων της Ιατρικής Υπηρεσίας των Νοσοκομείων-επιστημονικά υπεύθυνοι, Υπεύθυνοι για το συντονισμό της επιστημονικής λειτουργίας των Κέντρων Υγείας και λοιπών Μονάδων Υγείας του ΠΕΔΥ, καθώς και Προϊστάμενοι Τμημάτων Διοίκησης εκατό (100) ευρώ. Οι προϋποθέσεις χορήγησης είναι ίδιες με αυτές που προβλέπονται στις παραγράφους 2,3 και 4 του άρθρου 16 του ν.4354/2015. ΣΤ. α) Στους ειδικευμένους ιατρούς και οδοντιάτρους του Ε.Σ.Υ. χορηγείται αποζημίωση ως κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής σε προβληματικές και άγονες περιοχές, καθώς και σε άγονες ειδικότητες, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του π.δ. 131/1987 (Α' 73) και του ν. 1397/1983 (Α' 143). β) [...] γ) [...]. 2. Στους Ιατρούς Γενικής Ιατρικής και Βιοπαθολογίας που υπηρετούν στις Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών καταβάλλονται τα επιδόματα των περιπτώσεων Γ`, Δ` και Ε` της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου (όπως το εδ.α' αντικαταστάθηκε, από τότε που ίσχυσε, με το άρθρο 97 παρ.3 του ν.4583/2018 (ΦΕΚ Α 212/18-12-2018). Στους ιατρούς και οδοντιάτρους Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ. καταβάλλονται τα επιδόματα των περιπτώσεων Γ`, Δ` και Ε` της παραγράφου 1 του παρόντος, καθώς και το επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης της περίπτωσης Α` της παραγράφου 1 του παρόντος οριζόμενο ως εξής: α. Συντονιστής Διευθυντής και Διευθυντής διακόσια πενήντα (250) ευρώ β. Επιμελητής Α` διακόσια δέκα (210) ευρώ γ. Επιμελητής Β` διακόσια (200) ευρώ (όπως το εδάφιο αυτό της παρ.2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 παρ.2 του ν.4486/2017 (ΦΕΚ Α 115/7-8-2017). Το μηνιαίο επίδομα επιφυλακής της παρ. 4 του άρθρου 16 ν.3172/2013 όπως ισχύει, εξακολουθεί να καταβάλλεται στους δικαιούχους της προαναφερθείσας διάταξης και ορίζεται σε ποσοστό 28% του βασικού τους μισθού. 3. [...], 4. Οι επικουρικοί ιατροί λαμβάνουν τις αποδοχές και την αποζημίωση εφημεριών του Επιμελητή Β` του Ε.Σ.Υ., πλην των κινήτρων που έχουν θεσπιστεί για την προσέλκυση, εγκατάσταση και παραμονή των ιατρών του Ε.Σ.Υ. σε νοσοκομεία, κέντρα υγείας και κρατικά θεραπευτήρια που έχουν την έδρα τους σε προβληματικές και άγονες περιοχές. Για την κατάταξη και εξέλιξή τους στα μισθολογικά κλιμάκια που αντιστοιχούν στο βαθμό του Επιμελητή Β` αναγνωρίζεται η προϋπηρεσία που ορίζεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 15 του παρόντος κεφαλαίου. 5. Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος και εφεξής, πέραν των παροχών και αποζημιώσεων του παρόντος και του επόμενου άρθρου δεν δικαιολογείται η χορήγηση άλλων μισθολογικών παροχών με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή. Στα ως άνω καταργούμενα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, δεν περιλαμβάνεται, από 1.1.2017, η ειδική αποζημίωση της παρ. 4 τουαρθ.4 του ν.2256/1994 (Α 196), που καταβάλλεται στους ιατρούς που υπηρετούν στο Ε.Κ.Α.Β. ή σε υγειονομικούς σχηματισμούς, οι οποίοι εκτελούν διατεταγμένη υπηρεσία με ειδικά αεροπορικά μέσα για την παροχή Α Βοηθειών σε ασθενούντα άτομα (όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ.5 προστέθηκε με το άρθρο 10 του ν.4498/2017 ΦΕ Α'172/16-11-2017). Στο άρθρο 140 του ίδιου νόμου, υπό τον τίτλο "Εφημερίες", ορίζονται τα εξής: "1. Το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο της περίπτωσης δ' της παρ. 4 του άρθρου 45 του ν. 3205/2003 (Α' 297), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: "Τα ανωτέρω προκύπτοντα συνολικά ποσά αμοιβής δεκαεπτάωρης ή εικοσιτετράωρης ενεργού εφημερίας, κατά περίπτωση, προσαυξάνονται κατά τριάντα ένα ευρώ και ογδόντα λεπτά (31,80).[....] ". Το ωρομίσθο των εφημεριών ορίζεται ανά βαθμό ή βαθμίδα ως εξής [:...] Επιμελητής Β, Λέκτορας και ειδικευμένοι ιατροί που αμείβονται με ενιαίο μισθολόγιο, πέντε ευρώ και ογδόντα οκτώ λεπτά (5,88 ευρώ) [...]. Εξ άλλου, στο Κεφάλαιο Θ' ("ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ") του ίδιου ΣΤ' Μέρους προβλέπεται στο άρθρο 153 ("Γενικές ρυθμίσεις για θέματα αποδοχών") ότι "1. [...] 10. Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές αποτελούνται από το βασικό μισθό, τα επιδόματα και τις παροχές που καθορίζονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού καθώς και την προσωπική διαφορά του άρθρου 155 [...]. Δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές οι εφημερίες του άρθρου 140 [...]". Τέλος, στο άρθρο 160 του ίδιου νόμου ("καταργούμενες διατάξεις") προβλέπεται ότι από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου καταργούνται μεταξύ άλλων οι διατάξεις των άρθρων 15, 34 έως 44 και 46 έως 54 του ν. 3205/2003, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν (περίπτωση α'), ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 162 αυτού ("Έναρξη ισχύος"), η ισχύς των διατάξεων του Μέρους ΣΤ' αρχίζει από 1.1.2017, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις του. Περαιτέρω, με το άρθρο 163 του ως άνω ν. 4472/2017 εγκρίθηκε το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ) για την τριετία 2018-2021, στο οποίο περιλαμβάνονται οι ετήσιοι στόχοι για τη Γενική Κυβέρνηση, με πρωτογενές δημοσιοοικονομικό αποτέλεσμα 3,5% του ΑΕΠ για την περίοδο 2018-2021, με βάση τη μεθοδολογία της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης. Με το ν. 4472/2017 ο νομοθέτης επεδίωξε στο πλαίσιο των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της χώρας, ενόψει, άλλωστε, και της σχετικής υποχρέωσης που είχε αναλάβει η Ελληνική Κυβέρνηση με το ν. 4336/2015 (Α' 94) για τον εκσυγχρονισμό και την ενίσχυση της Δημόσιας Διοίκησης, να αναμορφώσει τα ειδικά μισθολόγια, αφενός μεν περιορίζοντάς τα σε αριθμό (από 20 σε 7), αφετέρου δε εξορθολογίζοντας τις αποδοχές που χορηγούνται με αυτά, με κυριότερο εργαλείο την συγχώνευση ή κατάργηση επιδομάτων και την δημιουργία μισθολογικών κλιμακίων. Έτσι, συγκεκριμένα, ως προς το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ., περιέλαβε σε αυτό και τους Ιατρούς και Οδοντιάτρους Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., τους έμμισθους ειδικευόμενους ιατρούς, τους Επικουρικούς Ιατρούς, τους μόνιμους αγροτικούς ιατρούς και ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου, τους Ιατρούς Γενικής Ιατρικής και Βιοπαθολογίας που υπηρετούν στη Διεύθυνση Κ.Ε.Δ.Υ. του Υπουργείου Υγείας ή στις Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών καθώς και τους Ιατροδικαστές του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Προκειμένου δε να επιτύχει τον εξορθολογισμό των αποδοχών, που χορηγούνται με τα ειδικά αυτά μισθολόγια, ο νομοθέτης χρησιμοποίησε (όπως ρητώς αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου) αρχές και κανόνες, όχι προσιδιάζοντες ειδικώς στις ιδιαιτερότητες κάθε μισθολογίου αλλά κοινούς για όλα τα ειδικά μισθολόγια, συνισταμένους κυρίως στην διατήρηση ενός τουλάχιστον επιδόματος, συνδεόμενου με τα ειδικά καθήκοντα κάθε κατηγορίας και με την ενεργό άσκησή τους, καθώς και στην κατάργηση του χρονοεπιδόματος και στη δημιουργία μισθολογικής κλίμακας ανά βαθμίδα, με μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.). Περαιτέρω, και όπως ρητώς αναφέρεται τόσο στην αιτιολογική έκθεση του νόμου όσο και στην κατ' άρθρο 75 παρ. 1 του Συντάγματος έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ως βάση για τον επαναπροσδιορισμό των αποδοχών και του ως άνω ειδικού μισθολογίου, αλλά και ως μέτρο σύγκρισης προκειμένου να διαπιστωθεί αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 155 του νόμου, περί προσωπικής διαφοράς, χρησιμοποιήθηκε το ύψος των αποδοχών που ελάμβαναν οι ιατροί του Ε.Σ.Υ., βάσει των σχετικών διατάξεων του ν. 4093/2012, κατά την 31.12.2016 και ότι κρίσιμο και βασικό στοιχείο για τον εξ υπαρχής προσδιορισμό των αποδοχών, μεταξύ άλλων, και των ιατρών του ΕΣΥ και των επικουρικών ιατρών που υπηρετούν στις Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών, στο πλαίσιο ενός νέου μισθολογίου, αποτέλεσε για τον νομοθέτη, προεχόντως, η διατήρηση του μισθολογίου αυτού ως δημοσιονομικά ουδετέρου, εν όψει της ανάγκης να επιτευχθούν οι τεθέντες δημοσιονομικοί στόχοι για πρωτογενές πλεόνασμα ύψους πλέον του 3,5% του ΑΕΠ για καθένα από τα έτη 2018-2021. Δηλαδή, αν και καθένα από τα "ειδικά μισθολόγια" αφορούσε σε διαφορετική κατηγορία λειτουργών ή υπαλλήλων, με απολύτως διακεκριμένα καθήκοντα και αποστολή, καθώς και με διαφορετικά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ο νομοθέτης αφενός μεν τα ρύθμισε στηριζόμενος σε κοινές αρχές και κοινούς κανόνες, αφετέρου δε τα αντιμετώπισε συλλήβδην ως ένα ενιαίο οικονομικό μέγεθος, το οποίο έπρεπε, υπολογιζόμενο ως σύνολο, να παραμείνει δημοσιονομικά ουδέτερο, στο πλαίσιο της προαναφερθείσας ανάγκης για επίτευξη των τεθέντων δημοσιονομικών στόχων για πρωτογενές πλεόνασμα. Ο νομοθέτης έχει μεν διακριτική ευχέρεια για την εισαγωγή νέων ρυθμίσεων και ευρύ περιθώριο εκτίμησης για την διαμόρφωση των αποδοχών των ιατρών που υπόκεινται στις ρυθμίσεις του, όπως προεκτέθηκε, πλην όμως τα δικαστήρια δύνανται και οφείλουν, χωρίς να υπεισέλθουν στην έρευνα της σκοπιμότητας των επιλογών του, να ερευνήσουν το αμιγώς νομικό ζήτημα, αν ελήφθη υπόψη η υποχρέωση για ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των ιατρών αυτών, η οποία απορρέει εμμέσως από το άρθρο 21 παρ.3 του Συντάγματος, καθώς και η συνταγματική αρχή της ισότητας υπό τη δεύτερη όψη της, δηλαδή της υποχρέωσης του νομοθέτη να μεταχειρίζεται κατά διαφορετικό τρόπο τις καταστάσεις που δεν είναι όμοιες μεταξύ τους. Η τεκμηρίωση αυτή θα έπρεπε να αναφέρεται στην εξέλιξη των οικονομικών εν γένει συνθηκών και του γενικού κόστους διαβίωσης, στην ανάγκη διαφύλαξης του κύρους του δημοσίου λειτουργήματος των ιατρών αυτών, λόγω της φύσης των καθηκόντων τους και της σημασίας της αποστολής τους, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες άσκησης του λειτουργήματός τους, τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του ιατρικού επαγγέλματος όσον αφορά τον χρόνο απασχόλησης, την ένταση και την ποιότητα της εργασίας, τις ιδιαίτερες ευθύνες που απορρέουν από την άσκησή του, το καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης υπό το οποίο παρέχουν τις υπηρεσίες τους, τον μεγαλύτερο χρόνο γενικής εκπαίδευσης των ιατρών σε σχέση προς άλλους επιστήμονες, την πολυετή μεταπανεπιστημιακή μετεκπαίδευσή για ειδίκευση αλλά και την ανάγκη για διαρκή εκπαίδευση στην επιστήμη τους, καθώς και το γεγονός ότι εν όψει των ανωτέρω, αυτοί εισέρχονται στη δημόσια υπηρεσία σε μεγαλύτερη ηλικία σε σχέση με τους λοιπούς υπαλλήλους και λειτουργούς. Επιπλέον, έπρεπε να ληφθούν υπόψη και οι δυσμενείς επιπτώσεις επί της λειτουργίας του ΕΣΥ και των Διευθύνσεων Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών, και επί της ποιότητας των παρεχόμενων από το Κράτος υπηρεσιών υγείας και του επιπέδου της ιατρικής στη χώρα, η λόγω της αδυναμίας εξασφάλισης ικανοποιητικών αποδοχών συνεχιζόμενη διαρροή έμπειρων επιστημόνων στο εξωτερικό, για την εκπαίδευση των οποίων διατέθηκαν σημαντικοί πόροι, τόσο εξ ιδίων όσο και από το Κράτος (πανεπιστημιακές και νοσοκομειακές υποδομές, συγγράμματα, εκπαιδευτικό προσωπικό υψηλού επιπέδου κλπ), η οποία (διαρροή), εξάλλου, σε συνδυασμό με τον θεσπισθέντα ήδη από το έτος 2010 περιορισμό προσλήψεων και διορισμών στο δημόσιο τομέα (αρθ.11 παρ.1 του ν.3833/2010), συνέτεινε στον υποστελέχωση των νοσοκομείων. Όμως ούτε από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ν.4472/2017, ούτε από το κείμενο του εγκριθέντος με το νόμο αυτό Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 προκύπτει ότι κατά τον επαναπροσδιορισμό των αποδοχών των ιατρών που υπόκεινται στις κρίσιμες διατάξεις του, ελήφθησαν υπόψη οι ανωτέρω παράγοντες, πέραν του ανωτέρω καθαρώς αριθμητικού και, ως εκ τούτου προδήλως απρόσφορου κριτηρίου, της δημιουργίας δηλαδή ενός δημοσιονομικά ουδέτερου μισθολογίου για την εν λόγω κατηγορία δημοσίων λειτουργών. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι εκτιμήθηκαν ειδικώς οι επιπτώσεις από τον, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, επαναπροσδιορισμό των αποδοχών των ιατρών, στη λειτουργία του ΕΣΥ και των Διευθύνσεων Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών, ούτε αν οι εκ του , κατά τα ως άνω, επαναπροσδιορισμού του μισθολογίου επιπτώσεις στη λειτουργία τους είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες από το επιδιωκόμενο όφελος, ήτοι την διατήρηση του μισθολογίου ως δημοσιονομικώς ουδετέρου, ούτε αν θα μπορούσαν να αναζητηθούν άλλα μέτρα, πέραν της δημιουργίας ενός δημοσιονομικώς ουδετέρου ειδικού μισθολογίου, έχοντα ως στόχο την επίτευξη του επιδιωκόμενου πρωτογενούς πλεονάσματος, με μικρότερη επιβάρυνση για το ανωτέρω ιατρικό προσωπικό. Επίσης δεν εξετάστηκε αν οι αποδοχές των ιατρών αυτών παραμένουν, και μετά τον ως άνω επαναπροσδιορισμό του, επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσής τους και ανάλογες της αποστολής τους. Περαιτέρω, και όπως προεκτέθηκε, ως βάση για τον επαναπροσδιορισμό των αποδοχών και του ως άνω ειδικού μισθολογίου, χρησιμοποιήθηκε το ύψος των αποδοχών που ελάμβαναν οι ιατροί του ΕΣΥ, βάσει των σχετικών διατάξεων του ν.4093/2012, που έχουν κριθεί αντισυνταγματικές με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της Ολομέλειας των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Με τα δεδομένα δε που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν.4472/2017, ο δι'αυτού επαναπροσδιορισμός των αποδοχών των ιατρών του ΕΣΥ, λαμβανόμενος αθροιστικώς, μετά τις προηγηθείσες μειώσεις του εισοδήματός τους με παράπλευρα νομοθετήματα της προηγηθείσας περιόδου της οικονομικής κρίσης (με την επιβολή εισφοράς αλληλεγγύης με το άρθρο 29 του ν.3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας με το άρθρο 38 παρ.2 περ.α'του ν.3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς υπέρ του ΤΠΔΥ με το άρθρο 38 παρ.2 περ.β'του ν.3986/2011, και με αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις), έχει ως αποτέλεσμα, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασής τους, την υπέρβαση του ορίου που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη. Συνακόλουθα, οι κρίσιμες διατάξεις των άρθρων 138-140 του ν.4472/2017, με τις οποίες καθορίστηκε αναδρομικά από 1-1-2017 (αρθ.162) ο βασικός μισθός, τα επιδόματα και τα ωρομίσθια των εφημεριών των ιατρών του ΕΣΥ, στο πλαίσιο θεσμοθέτησης εξ υπαρχής νέου ειδικού μισθολογίου για τους ανωτέρω, και των οποίων (διατάξεων) η εφαρμογή εξειδικεύεται στα άρθρα 154 και 155 του ως άνω νόμου, σε συνδυασμό με τα άρθρα 136 και 137 αυτού, αντίκεινται στο άρθρο 21 παρ.3 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του ΕΣΥ, καθώς και προς τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη (ΟλΑΠ 2/2024, ΟλΣτΕ 1408/2022). Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 2/2019). Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα που παραδεκτά επισκοπούνται κατ'άρθρον 561 παρ.2 ΚΠολΔ, προέκυψαν τα ακόλουθα: Με την από 17-9-2019 (αριθ.καταθ.8120/4084/2019) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά την κύρια βάση της, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, οι πέμπτη, έβδομη και όγδοη ενάγουσες (από τους συνολικά οκτώ ενάγοντες) ήδη πέμπτη, έβδομη και όγδοη αναιρεσίβλητες, ισχυρίστηκαν ότι είναι ειδικευμένες ιατροί, που απασχολούνται ως επικουρικοί ιατροί με συμβάσεις ορισμένου χρόνου σε πρωτοβάθμιες μονάδες υγείας του εναγομένου ΝΠΔΔ-ήδη με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου"- αμειβόμενες, από την έναρξη της απασχόλησής τους, κατά τις ρυθμίσεις του ειδικού μισθολογίου του ν. 4472/2017 στις οποίες υπάγονται. Ότι η κάθε μία παρείχε τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο, κατά τα ειδικώς αναφερόμενα διαστήματα, εντός του συνολικού επιδίκου χρονικού διαστήματος, από την 1-1-2017 έως και 31-12-2019, έχοντας την ειδικότητα, βαθμό, τυπικά προσόντα, συνολική προϋπηρεσία, με αντίστοιχο ποσοστό χρονοεπιδόματος, που αναφέρονται στους επισυναπτόμενους πίνακες, λαμβάνοντας τις αναφερόμενες αποδοχές, με βάση υπολογισμού τους τις αποδοχές των ιατρών του ΕΣΥ στις 31-12-2016, κατά την έναρξη ισχύος του ν.4472/2017, μειωμένες κατά τις διατάξεις της περ.27 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου 1 του ν.4093/2012, οι οποίες έχουν κριθεί από τη νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων αντισυνταγματικές και ανίσχυρες. Ότι, ως εκ τούτου, ως προς των υπολογισμό των αποδοχών τους εφαρμοστέες τυγχάνουν οι διατάξεις του ν.3205/2003 όπως ίσχυαν πριν τις αντισυνταγματικές περικοπές του ν.4093/2012, οι οποίες ανέρχονται στις 31-12-2016 στα αναγραφόμενα ποσά, ενώ επίσης είναι αντισυνταγματικές για τους αναφερόμενους λόγους και οι διατάξεις των άρθρων 136-140 του ανωτέρω ειδικού μισθολογίου τους, του 4472/2017, με ισχύ από 1-1-2017, στο οποίο ενσωματώνονται οι κριθείσες αντισυνταγματικές περικοπές του ν.4093/2012, ως προς το βασικό τους μισθό και τα επιδόματα. Κατόπιν τούτων οι ανωτέρω ενάγουσες ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει στην κάθε μία τους τα αναγραφόμενα ποσά, ως προκύπτουσες διαφορές αποδοχών, μεταξύ αυτών που τους κατέβαλε τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα και αυτών που όφειλε να τους καταβάλει, χωρίς τις περικοπές αντισυνταγματικών διατάξεων του ν.4093/2012 και του ν. 4472/2017, νομιμοτόκως. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 3154/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει κατ'ουσία κατά την άνω κύρια βάση της και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ οφείλει να καταβάλει στις 5η, 7η και 8η των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, τα αναφερόμενα εκεί ποσά, νομιμοτόκως. Κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 23-11-2020 έφεση. Επ' αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη, με αριθμό 309/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία κατά παραδοχή λόγων έφεσης που αφορούσαν την πέμπτη και την όγδοη των εναγουσών-εφεσιβλήτων-αναιρεσιβλήτων για τον υπολογισμό των επιδίκων διαφορών αποδοχών, και για το ενιαίο του τίτλου για την έβδομη τούτων, έγινε δεκτή κατ'ουσία η έφεση και μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης επιδικάστηκαν αναγνωριστικά, στις ανωτέρω επικουρικές ιατρούς, ενταγμένες με το βαθμό Επιμελητή Β, χωρίς περαιτέρω βαθμολογική εξέλιξη, τα αναφερόμενα εκεί χρηματικά ποσά (μικρότερα από τα πρωτοδίκως επιδικαθέντα για την πέμπτη και όγδοη τούτων). Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού διέλαβε αναλυτικά στη μείζονα σκέψη αυτής τις συνταγματικές και λοιπές ρυθμίσεις για την εφαρμογή ειδικού μισθολογίου για τους ιατρούς του ΕΣΥ (ν.3205/2003) και ακολούθως τις επελθούσες μειώσεις στις αποδοχές αυτών με βάση τη νομοθεσία κατά την περίοδο της κρίσης και στη συνέχεια τις ρυθμίσεις της περ.27 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του ν. 4093/2012, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος (ως προς τις ανωτέρω ενάγουσες-εφεσίβλητες-αναιρεσίβλητες) τα εξής: "...Οι κρίσιμες διατάξεις της περ.27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκαν οι επίδικες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του ΕΣΥ, καθώς και οι διατάξεις της αποφάσεως οικ.2/83408/022/14-11-2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με τις οποίες οι μειώσεις αυτές επιβλήθηκαν αναδρομικώς από 1-8-2012, αντίκεινται στο άρθρο 21 παρ.3 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως των ιατρών του ΕΣΥ, καθώς και προς τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάση (ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΣτΕ 431/2014, ΟλΕΣ 4327/2014). Επομένως οι εν ενεργεία ιατροί του ΕΣΥ δικαιούνται τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί έως 31-7-2012 (μετά τις αρχικές μειώσεις των ν.3833/2010, 3845/2010 κλπ) και των αποδοχών μετά τη μείωση του άρθρου 27 του ν.4093/2012. Οι παραδοχές αυτές δεν διαφοροποιούνται σε σχέση με τους εφεσιβλήτους, αφού οι περικοπές των μισθών τους, όπως αυτές διαμορφώθηκαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, με βάση τις μειώσεις που επέφερε ο ν.4093/2012, αφορά και τους ίδιους, αφού δεν υφίσταται λόγος διαφοροποίησης αυτών, ανεξαρτήτως του χρόνου....πρόσληψή τους από την εναγομένη, όπως ορθώς έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ως εκ τούτου ο έκτος λόγος της έφεσης, κατά το οικείο σκέλος του, περί συνταγματικότητας του άνω νόμου και περί μη αναδρομικών περικοπών στις αποδοχές των εναγόντων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με βάση επίσης τις διατάξεις του ν.4472/2017 (ΦΕΚ Α' 74/19-5-2017) "Συνταξιοδοτικές διατάξεις Δημοσίου και τροποποίηση διατάξεων του ν.4387/2016, μέτρα εφαρμογής των δημοσιονομικών στόχων και μεταρρυθμίσεων, μέτρα κοινωνικής στήριξης και εργασιακές ρυθμίσεις, Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 και λοιπές διατάξεις", καθορίζονται τα μισθολογικά κλιμάκια των ιατρών/οδοντιάτρων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ) (αρθ.136), ο απαιτούμενος χρόνος υπηρεσίας για τη μισθολογική τους εξέλιξη σε αυτά (137), ο βασικός μισθός και τα λοιπά επιδόματά τους (138,139). [.....]. Επιπλέον, πέραν του βασικού μισθού, παρέχονται επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, οριζόμενο, μεταξύ άλλων [...] σε 280 ευρώ για τον επιμελητή β, οικογενειακή παροχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν.4354/2015, επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, ύψους 75 και 45 ευρώ, για τους κατόχους διδακτορικού και μεταπτυχιακού (συναφούς με το αντικείμενο απασχόλησης) διπλώματος, αντίστοιχα, επίδομα θέσης ευθύνης, στους προϊσταμένους οργανικών μονάδων, για όσο χρόνο ασκούν τα καθήκοντά τους, οριζόμενο κατά βαθμίδα θέσης, ύψους 150 ευρώ για τους προϊσταμένους της Ιατρικής Υπηρεσίας [...] των Γενικών Διευθύνσεων Διοίκησης. Επιπλέον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 155 του ως άνω νόμου, αν από τις ρυθμίσεις του προκύπτουν τακτικές μηνιαίες αποδοχές χαμηλότερες από αυτές που δικαιούνταν ο λειτουργός ή ο υπάλληλος στις 31-12-2016, η διαφορά διατηρείται ως προσωπική, μη συνυπολογιζομένης της οικογενειακής παροχής, καθώς και του επιδόματος θέσης ευθύνης [...]. Κατά τη θέσπιση του νέου μισθολογίου (ν.4472/2017) το δημοσιονομικό κριτήριο δεν αποτέλεσε μεν το αποκλειστικό κριτήριο για τη διαμόρφωση του ύψους των αποδοχών, μεταξύ άλλων, και των ιατρών του ΕΣΥ, παρέμεινε, όμως και πάλι το βασικό κριτήριο, εφόσον με το μισθολόγιο αυτό επήλθε μείωση των αποδοχών της συγκεκριμένης κατηγορίας υπαλλήλων, με κύριο σκοπό την επίτευξη συγκεκριμένων δημοσιονομικών στόχων. Και ναι μεν ο νομοθέτης μπορεί να προβεί σε αναμόρφωση του μισθολογίου των ιατρών του ΕΣΥ και σε μειώσεις των αποδοχών τους, με τη θέσπιση του νέου μισθολογίου, όμως δεν πρέπει να παραβιάζεται η αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του ΕΣΥ, για την εφαρμογή της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα κριτήρια που προαναφέρθηκαν και έχουν αποτυπωθεί στην υπ'αριθμ. ΟλΣτΕ 431/2018. Πλην όμως, με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Ε του ν.4472/2017, το ύψος των αποδοχών των ιατρών κλπ του ΕΣΥ διαμορφώθηκε χωρίς να ληφθούν υπόψη τα κριτήρια που καθιερώθηκαν από την προαναφερόμενη δικαστική απόφαση, δεδομένου ότι ούτε από την αιτιολογική έκθεση του ν.4472/2017 ούτε από τις λοιπές προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισής του προκύπτει ότι, κατά τον προσδιορισμό του ύψους των αποδοχών τους εκτιμήθηκαν τεκμηριωμένα η σπουδαιότητα της αποστολής τους και οι ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης των καθηκόντων τους. Με τα δεδομένα αυτά, οι επίμαχες ρυθμίσεις του ν.4472/2017, κατά το μέρος που με αυτές θεσπίζεται το νέο μισθολόγιο των ιατρών/οδοντιάτρων κλπ του ΕΣΥ αντίκεινται επίσης στην αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισής τους και στην αρχή της αναλογικότητας (αρθ.25 παρ.1 του Συντάγματος). [.....] Επομένως, τα αυτά δεχόμενο και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθά το νόμο εφάρμοσε και πρέπει ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος της έφεσης, κατά το οικείο σκέλος του, περί αντισυνταγματικότητας του ν.4472/2017 να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού σημειωθεί ότι η αιτίαση της εκκαλούσας με τον ίδιο λόγο για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των εναγόντων με δεδομένο ότι οι αποδοχές τους, όπως διαμορφώθηκαν με το ν.4472/2017, είναι ευνοϊκότερες [...] στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού, σύμφωνα με όσα συναφώς προεκτέθηκαν, η μισθολογική τους κατάσταση διαμορφώθηκε, με σημείο αναφοράς τις περικοπές που επέφερε ο ν.4093/2012 από 1-8-2012, ανεξαρτήτως του ότι κατ'εκείνο το χρόνο (οι ανωτέρω ενάγοντες) δεν ήταν εν ενεργεία ιατροί του ΕΣΥ και ότι [ ....] προσλήφθηκαν από αυτήν μεταγενέστερα". Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά στις 5η, 7η και 8η των αναιρεσιβλήτων, με το πρώτο σκέλος του μέρους αυτού, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 (και όχι και από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενο ειδικότερα ότι το Εφετείο, δεχόμενο αντισυνταγματικότητα των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 138 έως και 140 του ν.4472/2017, ως αντίθετων στην αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης και της αρχής της αναλογικότητας, παραβίασε ευθέως τις άνω διατάξεις, ως και των άρθρων 21 παρ.3 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, τις οποίες εσφαλμένως ερμήνευσε και συνακόλουθα εσφαλμένως δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω εφαρμοστέες διατάξεις του ν. 4472/2017, εάν δε ορθά τις ερμήνευε θα τις εφάρμοζε και θα έκρινε βάσιμο τον έκτο λόγο της έφεσής του, και κατά ουσιαστική παραδοχή της έφεσής του, θα απέρριπτε την αγωγή των ανωτέρω αντιδίκων του ως μη νόμιμη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του ανωτέρω ειδικού μισθολογίου, του ν.4472/2017 Κεφάλαιο Ε' Μέρος ΣΤ', στο οποίο υπάγονται και οι ανωτέρω ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, ειδικευμένες επικουρικοί ιατροί του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, για τον προσδιορισμό των αποδοχών τους, ως βάση χρησιμοποιήθηκε το ύψος των αποδοχών που ελάμβαναν οι ιατροί του ΕΣΥ στις 31-12-2016, κατά τις σχετικές διατάξεις του ν. 4093/2012, που έχουν κριθεί αντισυνταγματικές, και ως εκ τούτου ανίσχυρες, με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της Ολομέλειας των Ανωτάτων Δικαστηρίων, ως αντίθετες, μεταξύ άλλων, στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του ΕΣΥ. Περαιτέρω, βασικό στοιχείο για τον προσδιορισμό των αποδοχών των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων ιατρών με το νέο αυτό μισθολόγιο, αποτέλεσε προεχόντως, η διατήρησή του ως δημοσιονομικά ουδετέρου, για να επιτευχθούν οι τεθέντες δημοσιονομικοί στόχοι για καθένα από τα έτη 2018-2021, καθόσον επέφερε μείωση των αποδοχών της συγκεκριμένης κατηγορίας ιατρών, χωρίς όμως να ληφθούν υπόψη και χωρίς να εκτιμηθούν ειδικώς προς τούτο α) η εξέλιξη των οικονομικών συνθηκών και το γενικό κόστος διαβίωσης και η ανάγκη διαφύλαξης του κύρους του δημοσίου λειτουργήματος των ιατρών, συνεκτιμωμένων και των ειδικών και ιδιαίτερων απαιτήσεων υπό τις οποίες αυτό ασκείται, της ιδιαίτερης ευθύνης τους, ως και του μεγαλύτερου χρόνου της γενικής εκπαίδευσής τους, της πολυετούς μεταπανεπιστημιακής μετεκπαίδευσής τους για εξειδίκευση και της ανάγκης διαρκούς εκπαίδευσής τους και β) οι επιπτώσεις από τον προσδιορισμό των αποδοχών τους στη λειτουργία των μονάδων υγείας όπου υπηρετούν, ούτε αν οι επιπτώσεις αυτές είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες από το επιδιωκόμενο όφελος, ήτοι την διατήρηση του μισθολογίου ως δημοσιονομικώς ουδετέρου, ούτε αν θα μπορούσαν να αναζητηθούν άλλα μέτρα με μικρότερη επιβάρυνση για το ιατρικό αυτό προσωπικό, με αποτέλεσμα την υπέρβαση του ορίου που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ανωτέρω ιατρών . Κατόπιν τούτων οι κρίσιμες διατάξεις των άρθρων 138-140 του ν.4472/2017, με τις οποίες καθορίστηκε ο βασικός μισθός και τα επιδόματα των ιατρών του ΕΣΥ, και, μεταξύ άλλων, και των επικουρικών ιατρών που υπηρετούν σε Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών, όπως οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες, στο πλαίσιο θεσμοθέτησης εξ υπαρχής νέου ειδικού μισθολογίου τους, και των οποίων διατάξεων η εφαρμογή εξειδικεύεται στα άρθρα 154 και 155 του ως άνω νόμου, σε συνδυασμό με τα άρθρα 136 και 137 αυτού, αντίκεινται στις αρχές της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ανωτέρω ιατρών, που απορρέει από το άρθρο 21 παρ.3 του Συντάγματος και της αρχής της αναλογικότητας, εκ του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρες κατά το μέρος που προσδιορίζουν, κατά τα ανωτέρω, τον βασικό μισθό και τα επιδόματά τους. Περαιτέρω, εφόσον οι ως άνω επίδικες διατάξεις του ν. 4472/2017, που δημοσιεύθηκε στις 19-5-2017, αντίκεινται στις ανωτέρω συνταγματικές αρχές, αυτές αντίκεινται στις ίδιες αρχές και κατά το μέρος που ισχύουν αναδρομικά, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 έως 19-5-2017, το οποίο περιλαμβάνεται στο επίδικο. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται το νέο μισθολόγιο των ιατρών του ΕΣΥ και των επικουρικών ιατρών που υπηρετούν σε Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών, όπως οι ανωτέρω ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες ιατροί του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ, αντίκεινται στις αρχές της αναλογικότητας και της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των άνω ιατρών, και ότι αυτές αντίκεινται στις ως άνω συνταγματικές αρχές και ως ισχύουσες αναδρομικά, και για το επίδικο χρονικό διάστημα (από 1-1-2017 έως 19-5-2017), ορθά τις ερμήνευσε και δεν τις εφάρμοσε, ως αντισυνταγματικές και ως εκ τούτου ανίσχυρες, και δεν τις παραβίασε ευθέως, και όσα αντίθετα ισχυρίζεται το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με τον υπό κρίση λόγο αναίρεσης κατά το σκέλος που αφορά στις 5η, 7η και 8η των αναιρεσιβλήτων, είναι αβάσιμα. Είναι δε αδιάφορο το ότι οι 5η, 7η και 8η των αναιρεσιβλήτων δεν υπέστησαν μείωση αποδοχών σε σχέση με τα όσα προηγουμένως ελάμβαναν, καθότι είχαν την ιδιότητα των με σχέση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ιατρών, χωρίς βαθμολογική εξέλιξη και συνεπώς δεν αμείβονταν προηγουμένως με βάση το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ, αλλά εντάχθηκαν το πρώτον στις ρυθμίσεις του ως άνω ειδικού μισθολογίου με το άρθρο 123 παρ.4 του ν.4472/2017, διότι αντικείμενο της ένδικης διαφοράς είναι οι οφειλόμενες στις άνω αναιρεσίβλητες αποδοχές, μετά την εφαρμογή του ως άνω ειδικού μισθολογίου και γι'αυτές, και όχι αν αυτές υπέστησαν στην πραγματικότητα μείωση των αποδοχών σε σχέση με τις αποδοχές που προηγουμένως λάμβαναν, με βάση τις ρυθμίσεις του μισθολογίου (ν.3205/2003) για τους δημοσίους υπαλλήλους, που είχε επεκταθεί και στους μόνιμους και με σχέση ιδιωτικού δικαίου ιατρούς του ΙΚΑ, κατ'εφαρμογή των άρθρων 18 παρ.1 ν.2150/1993, 1 παρ.2 εδ.β (εξ αντιδ.) και 21 ν.3205/2003 και της εκδοθείσης κατ'εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης υπ'αριθμ. 2/4302/022/28.1.2004 κοινής υπουργικής απόφασης (ΚΥΑ) των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β '250/9-2-2004). Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης (τρίτο), κατά το μέρος που αφορά στις 5η, 7η και 8η των αναιρεσιβλήτων, με το δεύτερο σκέλος του μέρους αυτού (διατυπούμενο στη σελίδα 35 του αναιρετηρίου), το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι χωρίς νόμιμη βάση, με ελλιπή, άλλως με ανεπαρκή αιτιολογία, αναγνώρισε ότι, κατά το επίδικο διάστημα οφείλει στις ανωτέρω αντιδίκους του τα ποσά που ορίζει για την καθεμία τους με το διατακτικό της. Ο λόγος αυτός αναίρεσης έτσι διατυπούμενος είναι αόριστος. Και τούτο διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε κατά τον υπολογισμό των μισθολογικών διαφορών από την προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τις ανωτέρω ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες και επιδικάστηκαν αναγνωριστικά σε κάθε μία τούτων, τα αναφερόμενα εκεί χρηματικά ποσά, ως διαφορές αποδοχών, μετά την κριθείσα αντισυνταγματικότητα των διατάξεων των άρθρων 138 έως 140 του ν.4472/2017, προκειμένου να μπορεί να ελεγχθεί, σχετικά με την εφαρμογή της, η επικαλούμενη έλλειψη νόμιμης βάσης, με έλλειψη ή αντίφαση αιτιολογιών. Αλλά ούτε διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι απαιτούμενες για τον έλεγχο αυτό πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από την προσβαλλομένη απόφαση σχετικά με τις επιδικασθείσες διαφορές αποδοχών των άνω αναιρεσιβλήτων εντός των επιδίκων χρονικών διαστημάτων κατά τη διάρκεια των επιμέρους συμβάσεων εργασίας τους. Κατόπιν τούτων ο κρινόμενος λόγος αναίρεσης ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του. Τα άρθρα 43 και 44 του ν. 3205/2003, είναι ενταγμένα στο κεφάλαιο Γ του ως άνω νόμου, που φέρει τον τίτλο "Ιατροί Εθνικού Συστήματος Υγείας" (ΦΕΚ Α 74). Στο άρθρο 43 του άνω νόμου, που φέρει τον τίτλο "Βασικός Μισθός", όπως αυτό τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του ν. 3336/2005 (ΦΕΚ Α 96), στη συνέχεια και διαδοχικά με το άρθρο 11 του ν. 3453/2006 (ΦΕΚ Α 74), με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. ιδ του ν. 3554/2007 (ΦΕΚ Α 80) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του ν. 3754/2009 (ΦΕΚ Α 43) και τελικά με το άρθρο 55 παρ. 2 του ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α 31/2.3.2011) και πριν από την αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού με την ανίσχυρη λόγω αντισυνταγματικότητας περίπτωση 27.α της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α 222) και την κατάργησή του επίσης με τις προαναφερόμενες ανίσχυρες λόγω αντισυνταγματικότητας διατάξεις του ν.4472/2017, ορίζονται τα εξής: "1. Οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) ορίζονται από 1ης Ιανουαρίου 2011 στα παρακάτω ποσά: α. Συντονιστής Διευθυντής: 2.055 ευρώ, β. Διευθυντής : 2.054 ευρώ, γ. Επιμελητής Α. 1.759 ευρώ. δ. Επιμελητής Β : 1.468 ευρώ, ε. Ειδικευόμενος: 1.027 ευρώ. [...]. Περαιτέρω, στη παράγραφο Α. 1 του άρθρου 44 του ίδιου νόμου (δηλαδή του ν. 3205/2003), που φέρει τον τίτλο "Επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις" ορίζονται τα εξής: " Α. Πέρα από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα: 1. Χρόνου υπηρεσίες, με ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου Α.1 του άρθρου 30 του νόμου αυτού. Ως υπηρεσία για τη χορήγηση του επιδόματος αυτού λαμβάνεται υπόψη εκείνη που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 15 του παρόντος νόμου, υπολογιζόμενου και του χρόνου απόκτησης ειδικότητας". Εξάλλου, στην παράγραφο Α. 1 του, (ενταγμένου στο κεφάλαιο Α "Ειδικό Μισθολόγιο Δικαστικών Λειτουργών"), άρθρου 30 του ν. 3205/2003, που, επίσης, φέρει τον τίτλο "επιδόματα, παροχές, αποζημιώσεις" ορίζονται τα ακόλουθα: "Α. Πέρα από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα: 1. Χρόνου υπηρεσίας, οριζόμενο σε ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) με τη συμπλήρωση ενός (1) έτους υπηρεσίας, προσαυξανόμενο στη συνέχεια ανά διετία από τη χορήγηση του ποσοστού αυτού και μέχρι δεκατέσσερις (14) διετίες κατά τέσσερις (4) ποσοστιαίες μονάδες και μέχρι συνολικού ποσοστού εξήντα τοις εκατό (60%). Το επίδομα αυτό υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο δικαστικός λειτουργός". Τέλος, στην παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 3205/2003 καθορίζονται ανά βαθμό οι βασικοί μισθοί όλων των δικαστικών λειτουργών με βάση τους εκεί αναγραφόμενους συντελεστές, οι οποίοι πολλαπλασιάζονται με το βασικό μισθό του Πρωτοδίκη, ο οποίος έχει διαμορφωθεί στο ποσό των 2.067 ευρώ μηνιαίως σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 29, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 86 παρ. 6 του ν. 4307/2014 (ΦΕΚ Α 246). Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 43 και 44 παρ. Α περ. 1, 29 παρ. 2 και 30 παρ. Α περ.1 του ν. 3205/2003, όπως ίσχυαν μέχρι τις 30.12.2016, συνάγεται εναργώς ότι: Το άρθρο 43 παρ. 1 του ν. 3205/2003, (όπως ίσχυε, μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου 55 του ν. 3918/2011) ορίζει τους από 1.1.2011 καταβαλλόμενους μηνιαίους βασικούς μισθούς όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των ιατρών του Ε.Σ.Υ, μεταξύ των οποίων και του Επιμελητή Β', και το άρθρο 44 παράγραφος Α.1 του ίδιου νόμου ορίζει ότι, επιπλέον του ως άνω βασικού μισθού των ιατρών, παρέχεται και επίδομα χρόνου υπηρεσίας, για τον καθορισμό του οποίου παραπέμπει σε ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου Α. 1 του άρθρου 30 του νόμου αυτού. Η κατά τα άνω ανάλογη εφαρμογή αναφέρεται στο επί μέρους και στο συνολικό ποσοστό (4% και 60%) του χρονοεπιδόματος, καθώς και στον απαιτούμενο χρόνο που πρέπει να συμπληρωθεί για τη χορήγηση του χρονοεπιδόματος και όχι, προφανώς, στη βάση υπολογισμού του, ήτοι στο ποσό επί του οποίου εκάστοτε υπολογίζεται. Επομένως, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, α) το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των γιατρών του Ε.Σ.Υ. ορίζεται σε ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) με τη συμπλήρωση ενός (1) έτους υπηρεσίας (της υπηρεσίας καθοριζόμενης σύμφωνα με το εδάφιο β της παρ. 1 του άρθρου 44), προσαυξανόμενο στη συνέχεια ανά διετία από τη χορήγηση του ποσοστού αυτού και μέχρι δεκατέσσερις (14) διετίες κατά τέσσερις (4) ποσοστιαίες μονάδες και μέχρι συνολικού ποσοστού εξήντα τοις εκατό (60%) και β) το επίδομα αυτό υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο ιατρός, αναλόγως, δηλαδή, του βαθμού του. Αντιθέτως, από τις ως άνω διατάξεις δεν προκύπτει ότι το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των ιατρών υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο δικαστικός λειτουργός και μάλιστα στο βασικό μισθό του Πρωτοδίκη, καθόσον, εάν οριζόταν το τελευταίο, στην παράγραφο Α.1 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003, (που, όπως ήδη αναφέρθηκε είναι ενταγμένο στο Κεφάλαιο Γ του νόμου αυτού που φέρει τον τίτλο "Ιατροί Εθνικού Συστήματος Υγείας"), δεν θα αναγραφόταν η φράση "με ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου Α.1 του άρθρου 30 του νόμου αυτού", αλλά ρητώς και ευθέως θα οριζόταν "κατ' εφαρμογή της παραγράφου Α.1. του άρθρου 30 του ν. 3205/2003". Η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή ενισχύεται και από το ότι στο άρθρο 43 του ν. 3205/2003, υπό την αρχική του διατύπωση, καθορίζονταν ανά βαθμό οι βασικοί μισθοί των ιατρών με βάση τους εκεί αναγραφόμενους συντελεστές, οι οποίοι πολλαπλασιάζονταν με τον μηνιαίο βασικό μισθό του Επιμελητή Β, που οριζόταν σε συγκεκριμένο ύψος (1.042 ευρώ) και συνεπώς ο αρχικός νομοθέτης είχε ρυθμίσει με αντίστοιχο τρόπο τους βασικούς μισθούς των ιατρών με εκείνο των δικαστικών λειτουργών (ΑΠ 904/2022, ΑΠ 1626/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ'άρθρον 561 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ότι το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των εν λόγω αναιρεσιβλήτων ιατρών, κατά τη διάταξη του άρθρου 44 παρ.Α1 του ν.3205/2003, με ανάλογη εφαρμογή του 30 του ν.3205/2003 και σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 2 του ιδίου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. β της παρ. 1 του άρθρου 181 του ν. 4270/2014 και όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 86 παρ. 6 του ν. 4307/2014, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα θα έπρεπε να υπολογίζεται στο βασικό μισθό του Πρωτοδίκη, ύψους σε 2.067 ευρώ, και όχι στον αναφερόμενο, υπολειπόμενο αυτού, βασικό μισθό που δικαιούνταν ως ιατροί, στο βαθμό του Επιμελητή Β' που κατείχαν, στον οποίο υπολογίστηκε και τους κατεβλήθη από το αντίδικό τους ΝΠΔΔ. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού υπολόγισε το επίδομα χρόνου υπηρεσίας που δικαιούται καθεμία των πέμπτης, έβδομης και όγδοης των εναγουσών-εκκαλουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων επικουρικών ιατρών, στο βαθμό του Επιμελητή Β', κατά τα διακριτώς αναφερόμενα ποσοστά με βάση το βασικό μισθό του Πρωτοδίκη, ύψους 2.067ευρώ και ειδικότερα στα ποσά των 413,40 (2.067 Χ 20%), 330,72 (2067 Χ 16%) και 413,40 (2.067 Χ 20%) ευρώ αντίστοιχα (βλ. 19ο φύλλο προσβαλλομένης), προσδιόρισε τις προκύπτουσες από τον υπολογισμό αυτό διαφορές αποδοχών τους, και αθροίζοντάς αυτές με τις λοιπές επίδικες διαφορές αποδοχών τους για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2017 έως 31-12-2019, μετά από εξαφάνιση, κατά παραδοχή της έφεσης, της εκκαλουμένης απόφασης, δεχόμενο εν μέρει κατ'ουσία την αγωγή τους αναγνώρισε ως οφειλόμενα σε αυτές από το αντίδικό τους ΝΠΔΔ τα εκεί αναφερόμενα ποσά, νομιμοτόκως. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 43, 44 παρ. Α.1, 29 παρ. 1 και 2 και 30 παρ. Α.1 του νόμου 3205/2005, όπως είχαν αντικατασταθεί με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη και ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με την ανίσχυρη λόγω αντισυνταγματικότητας διάταξη του άρθρου πρώτου της παραγράφου Γ της υποπαραγράφου Γ1 περίπτωση 27 εδαφ. α, β, γ του ν. 4093/2012 και πριν την κατάργηση των άρθρων 43 και 44 του ως άνω νόμου (δηλ. του ν. 3205/2003) με τις επίσης ανίσχυρες, λόγω αντισυνταγματικότητας διατάξεις του ν. 4472/2017, κατά τα προαναφερόμενα. Και τούτο διότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, υπολόγισε το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των προαναφερόμενων αναιρεσιβλήτων επικουρικών ιατρών, Επιμελητών Β', στο βασικό μισθό του Πρωτοδίκη και όχι στον αντίστοιχο με το βαθμό τους βασικό μισθό του ιατρού-Επιμελητή Β' που δικαιούνταν αυτές το επίδικο χρονικό διάστημα (από 1-1-2017 έως 31-12-2019). Επομένως, ο υπό κρίση τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά στις 5η, 7η και 6η των αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με επίκληση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 43, 44 παρ.Α1, 29 παρ.1 και 2 και 30 παρ.Α1 του ν.3205/2003, κατά τον υπολογισμό του επιδόματος του χρόνου υπηρεσίας τους, είναι βάσιμος. Τέλος, ο ισχυρισμός των εν λόγω αναιρεσιβλήτων στις από 30-1-2024 προτάσεις τους, περί απαραδέκτου του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, επειδή, όπως ισχυρίζονται, τα όσα το αναιρεσείον υποστηρίζει με το λόγο αυτό ουδέποτε προβλήθηκαν ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι η διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ αναφέρεται σε "ισχυρισμούς" και όχι σε νομικούς κανόνες, με την επιφύλαξη ότι και στη περίπτωση αυτή ο διάδικος πρέπει να εκθέτει τα αναγκαία στοιχεία για την υπαγωγή των επικαλουμένων πραγματικών περιστατικών σε αυτούς (ΑΠ 427/2023, ΑΠ 1242/2022, ΑΠ 518/2022, ΑΠ 133/2018). Στην προκειμένη δε περίπτωση οι επικαλούμενες στον αναιρετικό αυτό λόγο αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άνω διατάξεων, στις οποίες επιχειρήθηκε η θεμελίωση του σχετικού αγωγικού αιτήματος, με παράθεση των απαιτούμενων πραγματικών περιστατικών, αφορούν τη νομική βασιμότητα της αγωγής, και συνεπώς ερευνώνται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας κατ' εφαρμογή της αρχής jura novit curia, ανεξαρτήτως δηλαδή της ενώπιον του προβολής σχετικών ισχυρισμών εκ μέρους των διαδίκων, με συνέπεια το από το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ απαράδεκτο να μην ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στην περίπτωση αυτή. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, κατά παραδοχή του λόγου αυτού της αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις πέμπτη, έβδομη και όγδοη των αναιρεσιβλήτων εν μέρει και δη κατά το κεφάλαιο που φορά στον υπολογισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας τους το επίδικο χρονικό διάστημα και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, καθόσον είναι εφικτή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 εδ.β' ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων, ήτοι του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ και των πέμπτης, έβδομης και όγδοης των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν με κοινή δικαστική εκπροσώπηση και κατέθεσαν κοινές προτάσεις με τους λοιπούς ομοδίκους τους, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 εδ, β' ΚΠολΔ). Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18-4-2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2). Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)... γ)... Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος που αφορά τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993). Εξ άλλου, σε εφαρμογή των αντιστοίχων Συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ.1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο Ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 και 9 του οποίου όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ. θ' του Ν. 1406/1983, όπως στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.3 του Ν. 2721/1999, ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως και διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως "αποδοχές", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Από αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το Δημόσιο, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 159/2021, ΑΠ 543/2020, ΑΠ 22/2016). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 εδ. α - δ του Ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 38) ορίσθηκε ότι "Το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) ιατρικού, οδοντιατρικού, νοσηλευτικού, επιστημονικού, παραϊατρικού, τεχνικού, διοικητικού προσωπικού των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. τίθεται, αυτοδικαίως, από την ισχύ του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει. Οι ανωτέρω υπάλληλοι παραμένουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί έναν (1) μήνα και εν συνεχεία, μετατάσσονται / μεταφέρονται, μετά από αίτησή τους, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου, σε οργανικές θέσεις που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν στις Διοικήσεις των αντίστοιχων, χωροταξικά, Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), όπως προβλέπεται με την παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (Α` 288). Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται η χωροταξική κατανομή, ανά Υγειονομική Περιφέρεια, των υφιστάμενων Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Στους υπαλλήλους που τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας καταβάλλονται τα τρία τέταρτα (3/4) των αποδοχών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις...", ενώ με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι "οι διαπιστωτικές πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων εκδίδονται από το όργανο διοίκησης του φορέα προέλευσης". Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής, εκδόθηκε η με αριθ. Γ.Π./οικ 18936/26.2.2014 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β 485) των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Υγείας, με την οποία συστήθηκαν και κατανεμήθηκαν ανά ειδικότητα (ιατροί) ή κλάδο (λοιπό προσωπικό) 9.930 οργανικές θέσεις, μόνιμου και με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού, ιατρικού, νοσηλευτικού, παραϊατρικού και λοιπού προσωπικού στις επτά Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών της χώρας. Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 17 του ιδίου νόμου και υπό τον παράτιτλο "Κινητικότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς Δ.Υ.Πε", όπως τα δύο πρώτα εδάφια της παρ.1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι5 του Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α 85) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "(1). Εκ των υπαλλήλων των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, που έχουν τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, οι ιατροί/οδοντίατροι, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., μετατάσσονται / μεταφέρονται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, κατόπιν αιτήσεως τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, λαμβανομένων υπόψη και των ρυθμίσεων της παρ. 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει. Το λοιπό προσωπικό των ως άνω παραγράφων 1 και 2 μετατάσσεται/μεταφέρεται, αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, κατόπιν αιτήσεως τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης. Η ισχύς των προηγούμενων εδαφίων αρχίζει την 4η Μαρτίου 2014. Οι ανωτέρω αιτήσεις υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους, εντός επτά (7) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαπιστωτικών πράξεων της ως άνω παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου. Οι εν λόγω αιτήσεις, οι οποίες υπέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (Α` 75), υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους στις αρμόδιες υπηρεσίες των κατά τόπους περιφερειακών διοικητικών μονάδων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες με ευθύνη τους τις διαβιβάζουν στις αντίστοιχες υπηρεσίες των Δ.Υ.Πε. υποδοχής, εντός τριών ημερών. Το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό που ασκεί, παράλληλα, ελευθέριο επάγγελμα και το οποίο έχει υποβάλει αίτηση αποδοχής θέσης πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης σε Δ.Υ.Πε., οφείλει, κατά το χρόνο ανάληψης υπηρεσίας και προκειμένου να αναλάβει, να προσκομίσει στην αρμόδια υπηρεσία της Δ.Υ.Πε. υποδοχής βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας ή εναλλακτικά, στην περίπτωση που χωρίς δική του υπαιτιότητα είναι αδύνατη η άμεση λήψη αντίστοιχης βεβαίωσης, επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης διακοπής δραστηριότητας προς την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία υποδοχής, από τον υπόχρεο, αμέσως μετά τη λήψη της, το αργότερο εντός μηνός από την ανάληψη υπηρεσίας, άλλως απολύονται αυτοδικαίως. (2). Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης αποδοχής ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας απολύεται, αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του προκαθορισμένου χρόνου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του παρόντος (3). Στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος/μεταφερόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία, απολύεται αυτοδικαίως. (4). Οι πράξεις μετάταξης / μεταφοράς των εν λόγω υπαλλήλων εκδίδονται από το αρμόδιο όργανο διοίκησης του Φορέα υποδοχής". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι ιατροί / οδοντίατροι που υπηρετούσαν στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (όπως και οι μόνιμοι ιατροί), οι οποίοι αρχικά είχαν μεταφερθεί αυτοδικαίως στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) από την ημερομηνία ένταξης σε αυτόν του κλάδου υγείας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ [άρθ. 17 παρ.1 και 2 και 26 παρ. 9 του Ν. 3918/2011, όπως η τελευταία αυτή παράγραφος προστέθηκε με την παρ.21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α 150)], στη συνέχεια μετατάχθηκαν / μεταφέρθηκαν με την ίδια εργασιακή σχέση και κατόπιν αίτησής τους στις κατά τόπους Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε), όπως στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και σε αντίστοιχες οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστήθηκαν για τον σκοπό αυτό, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στα ως άνω άρθρα 16 παρ.1 και 17 παρ.1 του Ν. 4238/2014 (ΑΠ 904/2022). Επίσης, με το άρθρο 18 του νόμου αυτού (4238/2014), ορίσθηκε ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης / μεταφοράς το ως άνω ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών / οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ. που θα ενταχθούν στο Π.Ε.Δ.Υ., ενώ με το άρθρο 21 παρ.2 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι το ιατρικό / οδοντιατρικό προσωπικό, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ. (ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) διατηρεί το σύνολο των τακτικών αποδοχών που λαμβάνουν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και ότι, μετά την ένταξή τους σε θέσεις του κλάδου ιατρών / οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ., λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις. Με το άρθρο 25 του ιδίου νόμου προβλέφθηκε διαδικασία αξιολόγησης από πενταμελές Συμβούλιο Αξιολόγησης ιατρών και κατάταξης αναλόγως της προϋπηρεσίας του έχοντος μεταταχθεί κατά την προαναφερθείσα διαδικασία ιατρικού προσωπικού στους βαθμούς Διευθυντή, Επιμελητή Α' ή Επιμελητή Β', προκειμένου αυτό να ενταχθεί στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών του Ε.Σ.Υ. Επακολούθησε ο ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α 237), στη διάταξη της παρ.4 του άρθρου 50 του οποίου, με τίτλο "Ένταξη Ιατρών σε θέσεις κλάδου ΕΣΥ", στην υποπαράγραφο Β.1 ορίστηκε ειδικά ότι : " Οι οργανικές θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού του κλάδου ΠΕ Ιατρών - Οδοντιάτρων που συστάθηκαν στις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών με τις διατάξεις της αρ. Γ.Π./οικ.18936 ΚΥΑ (Β` 485), στις οποίες μεταφέρθηκαν /μετατάχθηκαν ιατρικό, οδοντιατρικό προσωπικό του ΕΟΠΥΥ, κατ` εφαρμογή των διατάξεων του ν.4238/2014, όπως ισχύει, μετατρέπονται αυτοδίκαια σε οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών ΕΣΥ, αντίστοιχων ειδικοτήτων με τις κατεχόμενες θέσεις. Η αυτοδίκαιη μετατροπή των θέσεων αυτών, γίνεται κάθε φορά με την έκδοση διαπιστωτικής πράξης του Διοικητή της οικείας ΥΠΕ για την ένταξη και κατάταξη των ιατρών στις μετατρεπόμενες θέσεις, μετά τη θετική αξιολόγηση τους από τα αρμόδια Συμβούλια. Η ανωτέρω διαπιστωτική πράξη δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Κατ'εφαρμογή δε της διάταξης αυτής δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β' 3577 της 31-12-2014 η υπ'αριθμ. ΔΑΑΔ 25913/35556 (2-12-2014) Διαπιστωτική Πράξη του Διοικητή της αναιρεσείουσας, τότε 2η Υγειονομική Περιφέρεια Πειραιά. Με την Διαπιστωτική αυτή Πράξη, αφού ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις της προαναφερόμενης υπ'αριθμ. Γ.Π./οικ.18936/26-2-2014 Κ.Υ.Α για τη σύσταση 9.930 οργανικών θέσεων μόνιμου και ΙΔΑΧ στις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών, οι αναφερόμενες προγενέστερες Πράξεις του ιδίου Διοικητή μετάταξης και μεταφοράς προσωπικού, και το γεγονός ότι από την Διαπιστωτική αυτή Πράξη προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, οι οργανικές θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού κλάδου ΠΕ Ιατρών-Οδοντιάτρων, που συστάθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις της άνω Κ.Υ.Α, στις οποίες μεταφέρθηκαν/μετατάχθηκαν ιατρικό, οδοντιατρικό προσωπικό του ΕΟΠΥΥ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.4238/2014, μετατράπηκαν αυτοδίκαια σε οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών και οδοντιάτρων ΕΣΥ και εντάχθηκαν οι αναφερόμενοι ειδικευμένοι ιατροί -μεταξύ των πρώτων και οι 1η, 2ος, 3ος, 4η, και 6η των αναιρεσιβλήτων-στις μετατρεπόμενες θέσεις ιατρών Ε.Σ.Υ. και κατατάχθηκαν στους βαθμούς Διευθυντή (ο 2ος), Επιμελητή Α', (οι 3ος, 4η και 6η) και Επιμελητή Β' (η 1η). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 24 του ν.1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΦΕΚ Α'143) από τον τίτλο "γιατροί του ΕΣΥ" - που μετά την κατάργησή του με το άρθρο 132 του ν.2071/1992 (ΦΕΚ Α 123), επανήλθε σε ισχύ με την περ. β' του άρθρου 1 του ν.2194/1994, όπως ίσχυε πριν τη δημοσίευση του ν.2071/1992- οι θέσεις του ιατρικού προσωπικού των νοσοκομείων οποιασδήποτε νομικής μορφής και των κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού κέντρων υγείας, εκτός από τα νοσοκομεία των ενόπλων δυνάμεων και των Α.Ε.Ι. συνιστώνται ως θέσεις γιατρών πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης (παρ.1). Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου οι γιατροί αυτοί είναι μόνιμοι δημόσιοι λειτουργοί και απαγορεύεται να ασκούν την ιατρική ως ελεύθερο επάγγελμα ή οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα εκτός από αυτά που έχουν σχέση με συγγραφική ή καλλιτεχνική δραστηριότητα και να κατέχουν οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή ιδιωτική θέση. Επίσης απαγορεύεται να είναι ιδιοκτήτες ιδιωτικής κλινικής ή φαρμακευτικής επιχείρησης ή να μετέχουν σε εταιρείες με αντίστοιχα αντικείμενα (όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.10 του ν.1579/1985). Τέλος, το άρθρο δε 559 αρ.4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατ'άρθρον 561 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 17-9-2019 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά την κύρια βάση της κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, οι 1η, 2ος, 3ος, 4η, και 6η (από τους συνολικά οκτώ) ενάγοντες και ήδη 1η , 2ο, 3ο, 4η και 6η αναιρεσίβλητοι ιατροί, εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αρχικά στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, στη συνέχεια στον Ε.Ο.Π.Π.Υ και τέλος στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. ( ΔΥΠε Πειραιώς και Αιγαίου), μετά την μετάταξη / μεταφορά τους σε αυτό και την ένταξη τους σε οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού κλάδου ΠΕ Ιατρών, ζήτησαν την επιδίκαση σε αυτούς, για τα αναφερόμενα διακριτώς διαστήματα, εντός του συνολικά επιδίκου χρονικού διαστήματος, από την 1-1-2017 έως και τις 31-12-2019, διαφορών αποδοχών, οι οποίες προέκυψαν από τη διαμόρφωση της μισθολογικής τους κατάστασης, με βάση αναφοράς τις περικοπές που επιβλήθηκαν με την διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθ. 27 εδ. α, β και γ του Ν. 4093/2012, που είχαν ήδη κριθεί αντισυνταγματικές και ως τούτου ανίσχυρες, με αποφάσεις ανωτάτων δικαστηρίων, και κατ' εφαρμογή, με επίκληση όμοιας αντισυνταγματικότητας, των μισθολογικών ρυθμίσεων του ν. 4472/2017, στις ρυθμίσεις του οποίου εντάχθηκαν, ως προς τον βασικό τους μισθό, τα επιδόματα και την καθυστέρηση της ένταξής τους στο βαθμό τους, ως Διευθυντών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 3154/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε τον προβληθέντα ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της αγωγής ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες-αναιρεσίβλητους, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, και ακολούθως δέχθηκε την αγωγή ως προς αυτούς εν μέρει κατ' ουσία, κρίνοντας ότι η διαμόρφωση των αποδοχών τους κατά τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 4093/2012 και κατά τις μισθολογικές ρυθμίσεις του ν. 4472/2017 αντίκειται στις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και επιδίκασε στον καθένα, αναγνωριστικά, τα εκεί αναγραφόμενα ποσά, νομιμοτόκως. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, κατόπιν άσκησης της από 23-11-2020 (αρ. κατ. …/…/24-11-2020) έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ (ΔΥΠε Πειραιώς και Αιγαίου), με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμο τον δεύτερο λόγο της έφεσης, με τον οποίο η εναγομένη-εκκαλούσα-αναιρεσείουσα επανέφερε τον ισχυρισμό της για απαράδεκτο της αγωγής ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες-εφεσίβλητους-αναιρεσείοντες λόγω έλλειψης της διαδικαστικής προϋπόθεσης της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, εκ της φύσης της ένδικης διαφοράς, ως διαφοράς δημοσίου δικαίου. Ειδικότερα το Εφετείο, δεχόμενο ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρων 16 παρ. 1 εδ. α - δ και 17 παρ.1 και 4, 18, 21 παρ.2 και 25 του Ν. 4238/2014 και την με αριθ. Γ.Π./οικ 18936/26.2.2014 Κ.Υ.Α, οι ανωτέρω ενάγοντες-εφεσίβλητοι έχουν ενταχθεί στο προσωπικό του αναγομένου-εκκαλούντος ΝΠΔΔ σε οργανικές θέσεις ΠΕ ιατρών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, ως προς τους 1η, 2ο, 3ο, 4η και 6η των εναγόντων-εφεσιβλήτων, καθόσον αφορά στην οφειλή μισθολογικών διαφορών σε αυτούς από την εργασία τους στις μονάδες υγείας του εκκαλούντος ΝΠΔΔ, απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 4 (και όχι και από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου), επικαλούμενο ότι οι 1η, 2ος, 3ος , 4η και 6η των εναγόντων-εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων, μετά την αξιολόγηση και ένταξή τους στο προσωπικό της σε οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού του κλάδου ΠΕ Ιατρών, που συστάθηκαν με την υπ'αριθμ. Γ.Π./οικ.18936 ΚΥΑ, στις οποίες μεταφέρθηκαν/μετατάχθηκαν ως ιατρικό προσωπικό του ΕΟΠΥΥ, κατ` εφαρμογή των διατάξεων του ν.4238/2014, από τις 31-12-2014 και εντεύθεν, με την υπ' αριθμ. ΔΑΑΔ 25913/35556/2014 (ΦΕΚ Β 3577/31-12-2014) Πράξη του Διοικητή του, που εκδόθηκε νομίμως, κατέχουν οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών ΕΣΥ, συνδεόμενοι έκτοτε μαζί του με εργασιακή σχέση δημοσίου δικαίου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως έκρινε ότι τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς επίλυση της ένδικης διαφοράς ως προς ανωτέρω αντιδίκους του και απέρριψε ως αβάσιμο τον περί του αντιθέτου λόγο της από 23-11-2020 έφεσής του. Ενόψει των προεκτεθέντων, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, δημιουργεί ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, διότι η περί τούτου κρίση αφορά όχι μόνο τους άνω αναιρεσίβλητους, αλλά μεγάλο αριθμό ιατρών που κατέχουν, δυνάμει του αρθ. 50 παρ.4 υποπ.Β1.ν.4305/2014, οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ σε διάφορες Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών όλης της χώρας, όπου έχουν ανακύψει αντίστοιχες μισθολογικές διαφορές, πολλές των οποίων εκκρεμούν στα δικαστήρια της ουσίας, για το διάστημα ειδικότερα μετά την έκδοση της οικείας διαπιστωτικής πράξης του Διοικητή της αντίστοιχης ΔΥΠε για την αυτοδίκαιη μετατροπή των οργανικών θέσεων μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικού προσωπικού σε οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών του ΕΣΥ, αντίστοιχης ειδικότητας με τις κατεχόμενες θέσεις. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, που αναφέρεται στους 1η, 2ο, 3ο, 4η και 6η των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ.2 περ. β του ΚΠολΔ και του άρθρου 27 παρ. 2 στοιχ. δ' του Ν. 4938/2022 (ΦΕΚ Α' 109/6.6.2022) "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών" ισχύοντος από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 158 αυτού). Οι λοιποί λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, καθό μέρος αφορούν τους ίδιους ως άνω αναιρεσίβλητους, δεν ερευνώνται από το Δικαστήριο τούτο κατά το στάδιο αυτό, καθόσον τελούν υπό την αίρεση της αβασιμότητας του προαναφερόμενου πρώτου λόγου της, που παραπέμπεται προς έρευνα κατά τα ανωτέρω.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την με αριθμό 309/31-5-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών), για τις πέμπτη, έβδομη και όγδοη των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο που αφορά στον υπολογισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας τους.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων.
Παραπέμπει στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας πρώτο λόγο αναίρεσης, που αναφέρεται στους πρώτη, δεύτερο, τρίτο, τέταρτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων, κατά της ιδίας, με αριθμ. 309/31-5-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μάϊου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ