ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 667/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 667/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 667/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 667 / 2024    (ΣΤ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 667/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α3' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο-Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Κορνηλία Πανούτσου και Χρυσούλα Πλατιά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Μαρίας Σουλάκα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τούμπα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "G. H. Ε. και Δ. Ο. Ε. Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "G. H. A..E..", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δήμο Παπαδήμο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.12.2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12245/2018 μη οριστική και 16131/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1337/2022 και 1740/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείoν με την από 12.06.2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά μεν το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, κατά δε το άρθρο 554 του ίδιου Κώδικα αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Έτσι, αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί η απόφαση του Εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία έκτοτε υπόκειται σε αναίρεση. Επομένως, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής ερημοδικίας αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας για την άσκηση αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία επαναρχίζει από τότε που επιδίδεται η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 1289/2018). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν είναι στην περίπτωση αυτή τυπική, αλλά γίνεται κατ' ουσίαν, γιατί, αν και οι λόγοι της έφεσης στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, ωστόσο θεωρούνται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και, για την αιτία αυτή, πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της έφεσης.
Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή της απόρριψης της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, αναιρεσιβαλλόμενη μπορεί να είναι, όπως προαναφέρθηκε, μόνον η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ), στην οποία και ενσωματώνεται έκτοτε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Επομένως, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, η οποία, με την έννοια αυτή, επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν, με την αίτηση αναίρεσης, ως σφάλματα της εφετειακής απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτά προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 51/2021, ΑΠ 1274/2019, ΑΠ 268/2016). Στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη από 12.6.2023 αίτηση αναίρεσης του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "e-ΕΦΚΑ" στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 1740/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 11.10.2022 ανακοπή ερημοδικίας του κατά της υπ' αριθ. 1337/2022 απόφασης του ιδίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει, ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του, την από 18.3.2021 έφεση αυτού κατά της υπ' αριθ. 16131/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ειδικότερα, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 1337/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε ερήμην του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, ως ανυποστήρικτη, η έφεσή του κατά της, εκδοθείσας ερήμην αυτού, υπ' αριθ. 16131/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την από 27.12.2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρίας, κατά την επικουρική βάση της από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση αυτού (αναιρεσείοντος), ως καθολικού διαδόχου του ΕΟΠΥΥ για ληξιπρόθεσμη υποχρέωσή του από φορέα κοινωνικής ασφάλισης (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 48.527,16 ευρώ. Η ανωτέρω απόφαση (1337/2022) του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επιδόθηκε στο εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον) την 27.6.2022, όπως προκύπτει από την σχετική έγγραφη επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Α. Σ. επί του σώματος της απόφασης αυτής, και το εκκαλούν άσκησε εμπρόθεσμα κατά της ως άνω απόφασης ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου την από 11.10.2022 ανακοπή ερημοδικίας. Επ' αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1740/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την ανακοπή ερημοδικίας και η οποία (απόφαση) επιδόθηκε στο ανακόπτον την 12.5.2023, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. …/……..2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ι. Π., ενώ η ένδικη αίτηση αναίρεσης αυτού κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου την 12.6.2023, ημέρα Δευτέρα, δηλαδή εμπροθέσμως εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, που άρχισε, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, από την 13.5.2023, δηλαδή από την επομένη της ημερομηνίας επίδοσης από την αναιρεσίβλητη στο αναιρεσείον της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης (1740/2023) του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (άρθρα 495, 552, 554, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, αφού προσβάλλεται από το αναιρεσείον εμπροθέσμως η υπ' αριθ. 1740/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας αυτού κατά της υπ' αριθ. 1337/2022 απόφασης του ιδίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος), κατ' ουσίαν την έφεσή του κατά της υπ' αριθ. 16131/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παραδεκτώς συμπροσβάλλεται και η μη αναφερόμενη στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 1337/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στην οποία, όπως εκτέθηκε στην ίδια ως άνω νομική σκέψη, ενσωματώνεται η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Όσον αφορά, όμως, την προσβολή της υπ' αριθ. 1740/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας), αυτή είναι απαράδεκτη, καθόσον στην ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν περιέχεται λόγος εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ που να αφορά αυτήν (ΑΠ 1289/2018), αφού όλοι οι λόγοι αναίρεσης αφορούν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, η οποία έχει ενσωματωθεί στην συμπροσβαλλόμενη, κατ' άρθρο 554 ΚΠολΔ, υπ' αριθ. 1337/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως, η ένδικη αίτηση κατά το μέρος που αφορά την ως άνω συμπροσβληθείσα απόφαση, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων κατ' άρθρο 116 παρ. 2 εδ. β του ως άνω νόμου), που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1849/2023, ΑΠ 502/2022, ΑΠ 707/2019), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από τις στην ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 911/2019, ΑΠ 179/2019). Πρόταση, όμως, του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας δεν υπάρχει, όταν ο διάδικος, που παραπονείται, δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάστηκε ερήμην, όπως συμβαίνει όταν ο εκκαλών δικάσθηκε ερήμην στο Εφετείο, με συνέπεια η έφεσή του να απορριφθεί λόγω της ερημοδικίας του, έστω και αν στην έφεση αυτή περιεχόταν ως λόγος έφεσης ο σχετικός ισχυρισμός, αφού το Εφετείο εμποδιζόταν να τον ερευνήσει εξαιτίας της ερημοδικίας του, καθόσον ο εκκαλών με την απουσία του ή τη μη προσήκουσα παράστασή του θεωρείται ότι παραιτείται από την έφεση και αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 1215/2022, ΑΠ 1289/2018, ΑΠ 268/2016). Στον περιορισμό αυτό υπόκεινται, μεταξύ άλλων, α) ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, που ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, πλην, όμως, δεν αφορά τη δημόσια τάξη, αφού συνιστά έλλειψη αυτοτελούς διαδικαστικής προϋπόθεσης και όχι προδικασίας, εξυπηρετώντας προεχόντως τα ιδιωτικά συμφέροντα των διαδίκων, και, συνεπώς, αυτός για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο νόμιμος τρόπος προβολής του (ΑΠ 753/2020, ΑΠ 603/2019, ΑΠ 1711/2017) και β) ο ισχυρισμός περί παραγραφής, ακόμη και εάν συντρέχει περίπτωση να ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, αφού αυτός δεν αφορά τη δημόσια τάξη και, συνεπώς, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση (ΑΠ 826/2021, ΑΠ 1900/2017, ΑΠ 182/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον α) με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία ενσωματώνονται τα σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, την από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθμούς 1, 9 και 19, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε (απέρριψε) ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή της αναιρεσίβλητης, β) με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ομοίως την από την ίδια ως άνω διάταξη (άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ) πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης αγωγής λόγω μη επίδοσης σ' αυτό (αναιρεσείον) της προεκδοθείσας υπ' αριθ. 12245/2018 μη οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε κριθεί ότι η δίκη μεταξύ της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) και του αρχικώς εναγόμενου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΟΠΥΥ" πρέπει να συνεχισθεί με το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την τότε επωνυμία "ΕΦΚΑ" (και ήδη e-ΕΦΚΑ) ως υποκαθιστάμενο αυτοδικαίως στη θέση του ως οιονεί καθολικός διάδοχός του δυνάμει της διάταξης του άρθρου 52 παρ. 4 του Ν. 4430/2016 και γ) με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθ. 14 και 19, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο παραβίασε, με εσφαλμένη μη εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 40 παρ. 6 του Α.Ν. 1846/1951 (που αφορά την παραγραφή των απαιτήσεων κατά του ΙΚΑ και ήδη κατά του ιδίου ως καθολικού διαδόχου του), την οποία έπρεπε να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως και να δεχθεί ότι η ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή πενταετή παραγραφή. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του πρώτου και δεύτερου αυτών γιατί δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι δικονομικοί κανόνες που φέρονται ότι παραβιάστηκαν (ΑΠ 510/2021, ΑΠ 571/2021), είναι πρωτίστως απαράδεκτοι, αφού, εξαιτίας της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, δεν θεωρείται ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, πρόκειται δε για ισχυρισμούς που δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, δεν θεωρείται ότι το αναιρεσείον προέβαλε παραδεκτά τους ανωτέρω ισχυρισμούς ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με τους πρώτο, τρίτο και ενδέκατο αντίστοιχους λόγους της έφεσής του, όπως το ίδιο ισχυρίζεται, εφόσον, λόγω της απουσίας αυτού ως εκκαλούντος κατά τη συζήτηση της έφεσής του και της απόρριψής της ως ανυποστήρικτης, δεν υπάρχει πρόταση των ως άνω ισχυρισμών στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την έφεση από την οποία, λόγω της ως άνω απουσίας του, θεωρείται ότι παραιτείται, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα πρόταση που προηγήθηκε (ΑΠ 194/2023).

ΙΙΙ. Η διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται στη δικαστική δαπάνη, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 461/2021, ΑΠ 461/2017) και ελέγχεται από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του ηττηθέντος διαδίκου δεν έχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι συνέπεια της εκ της ανωτέρω διάταξης αρχής της ήττας, αφού η ρύθμιση των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά κατ' άρθρο 561 ΚΠολΔ, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1055/2021, ΑΠ 461/2021, ΑΠ 461/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το κύριο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθμούς 9, 14 και 19, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (του οποίου τα σφάλματα, αφού επικυρώθηκαν από το Εφετείο, αποτελούν σφάλματα και της εφετειακής απόφασης), κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, τον καταδίκασε στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) στο υπέρογκο ποσό των 1.580 ευρώ, ενώ με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το επικουρικό σκέλος του, προσάπτεται, ομοίως κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ίδια ως άνω διάταξη πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δεν επιδίκασε τα δικαστικά έξοδα μειωμένα κατ' άρθρο 22 του Ν. 3693/1957. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όμως, είναι πρωτίστως απαράδεκτος (και κατά τα δύο σκέλη του), αφού, εξαιτίας της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος σε δεύτερο βαθμό, δεν θεωρείται ότι αυτός έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, πρόκειται δε για ισχυρισμό που δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, α) ο λόγος αυτός, κατά το κύριο σκέλος του, είναι απαράδεκτος, γιατί, όπως εκτέθηκε στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, δεν ιδρύεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 176 ΚΠολΔ, με βάση την οποία καταψηφίζεται η δικαστική δαπάνη σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου, ενώ η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, κατά την επιβολή των δικαστικών εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και β) ο ίδιος λόγος, κατά το επικουρικό σκέλος του, είναι αβάσιμος, γιατί το δικαστήριο ουσίας δεν παραβίασε το νόμο, αφού ορθώς αποφάνθηκε ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 (που αφορά τα πρόσωπα των οποίων η νομική υπηρεσία διεξάγεται διά του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους) και δεν επέβαλε μειωμένη δικαστική δαπάνη σε βάρος του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, καθόσον, στην πρωτοβάθμια δίκη, το τελευταίο ερημοδικάσθηκε και, συνεπώς, η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσής του δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ώστε να έχει εφαρμογή η ανωτέρω διάταξη περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 1081/2023, ΑΠ 847/2021).

ΙV. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, ενώ το αναιρεσείον ΝΠΔΔ "e-ΕΦΚΑ" δεν υποχρεούται, κατ' άρθρο 62 παρ. 3 περ. Θ του Ν. 4387/2016 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 Ν. 4445/2016), σε κατάθεση του προβλεπόμενου από το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, για την άσκηση αίτησης αναίρεσης και, για το λόγο αυτό, δεν διαλαμβάνεται σχετική διάταξη στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, ενώ δεν ορίζονται αυτά μειωμένα, γιατί, στην υπόθεση αυτή, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο, που υπηρετεί στο αναιρεσείον με πάγια αντιμισθία (βλ. το υπ` αριθ. … πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Α., προς το δικηγόρο Χαράλαμπο Τούμπα) και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρα 30 παρ. 1 και 2 Ν.4038/2012, 19 παρ. 1 περ. β' Ν. 2556/1997, σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ. 3 Ν. 4194/2013, βλ. ΑΠ 1081/2023, ΑΠ 847/2021, ΑΠ 18/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.6.2023 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-ΕΦΚΑ) για αναίρεση της υπ' αριθ. 1740/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και της συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1337/2022 απόφασης του ιδίου ως άνω δικαστηρίου.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή