ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 670/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 670/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 670/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 670 / 2024    (ΣΤ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Γ.Β
Αριθμός 670/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A3' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη-Εισηγητή, Στέφανο-Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Κορνηλία Πανούτσου, Χρυσούλα Πλατιά και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Μαρίας Σουλάκα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Ξ. του Δ. και 2.Π. Ξ. του Δ., κατοίκων …, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "…", πρώην …., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα, 2. Α. Α. του Α., κατοίκου … και 3. Β. Τ. του Χ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τις πληρεξουσίες δικηγόρους: Λίζα Μικέλλη-Γαλλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και Αικατερίνη Ταταράκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22.09.2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10075/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2791/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 04.03.2019 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 916/2021 οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 2791/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 2189/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν εκ νέου οι αναιρεσείοντες με την από 09.02.2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 206/2017). Εάν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεν αποδεικνύεται ότι ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή δεν μετέχει κανονικά στη συζήτηση κλήθηκε από τον εμφανισθέντα αντίδικό του νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί, κατά τη συζήτηση της αίτησης, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1377/2019, ΑΠ 1143/2014). Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 124 παρ. 2 και 126 παρ. 1 ΚΠολΔ, η επίδοση γίνεται προσωπικά σε εκείνον στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο και στον τόπο όπου είναι η κατοικία του. Ως κατοικία του παραλήπτη, στην οποία μπορεί να γίνει η επίδοση, κατά το άρθρο 128 του ΚΠολΔ, θεωρείται το σπίτι ή το διαμέρισμα που είναι προορισμένο για διημέρευση ή διανυκτέρευση του παραλήπτη, σύνοικοι δε θεωρούνται εκείνοι που διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα, προς τους οποίους εγκύρως γίνεται η επίδοση του εγγράφου, αν ο παραλήπτης δεν βρεθεί από τον δικαστικό επιμελητή στην κατοικία του. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η έκθεση επίδοσης που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτήν ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της ως πλαστής. Αντίθετα, η βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην έκθεση επιδόσεως ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση, όπου έγινε η επίδοση του εγγράφου, είναι η κατοικία του παραλήπτη, είναι περιστατικό που δεν υποπίπτει από τη φύση του στην άμεση αντίληψη του, καθότι την αλήθεια αυτού οφείλει να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής και συνεπώς κατά τούτο η βεβαίωση αυτή δεν παρέχει πλήρη απόδειξη, επιδεχόμενη ανταπόδειξη (ΑΠ 1553/2008, ΑΠ 236/2006, ΑΠ 361/2004).
Συνεπώς, η αναγραφόμενη στο προς επίδοση έγγραφο διεύθυνση του προσώπου, στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, δεν δεσμεύει τον δικαστικό επιμελητή, που οφείλει εξ επαγγέλματος να ερευνήσει αν πράγματι αυτός προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση κατοικεί στη διεύθυνση αυτή και, αν διαπιστώσει ότι δεν κατοικεί εκεί αλλά σε άλλη διεύθυνση, να κάνει την επίδοση στην πραγματική κατοικία του και όχι στην αναφερομένη στο επιδοτέο έγγραφο. Διαφορετική από την παντελή έλλειψη επίδοσης του αναιρετηρίου είναι η ελαττωματική επίδοσή του, που επίσης συνεπάγεται το απαράδεκτο της συζήτησης σε περίπτωση ερημοδικίας. Με παντελή έλλειψη επίδοσης ισοδυναμεί και η επίδοσή του σε διεύθυνση άσχετη με την πραγματική κατοικία του απολιπόμενου διαδίκου, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται πράγματι για επίδοση προς αυτόν (ΟλΑΠ 3/2007, ΑΠ 477/2019,ΑΠ 1081/2014). Τέλος, κατά το εδ.β' της παρ.3 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 412/2018, ΑΠ 99/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση η από 09.02.2023 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 29/13.02.2023 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η με αριθ. 2189/17.11.2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία επί της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 10075/01.07.2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 916/2021 απόφασης του Αρείου Πάγου, που είχε αναιρέσει την υπ' αριθ. 2791/2018 απόφαση του ίδιου Εφετείου, με την οποία είχε μεν γίνει δεκτή η έφεση των ως άνω αναιρεσειόντων και εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή τους αποζημίωσης κατά των τότε εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, λόγω μη προκαταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, πλην, όμως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρατώντας και επαναδικάζοντας στην ουσία την υπόθεση, απέρριψε πάλι την ένδικη αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση των ως άνω αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την προαναφερόμενη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και επαναδικάζοντας την αγωγή, απέρριψε, εκ νέου, αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω ορισθείσα δικάσιμο της 11ης Μαρτίου 2024, δεν εμφανίστηκαν οι αναιρεσείοντες, απλοί ομόδικοι, ούτε εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου της προαναφερομένης δικασίμου, αλλ' ούτε και κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες στην αρχή σκέψεις, εκ της ερημοδικίας των εν λόγω αναιρεσειόντων, τίθεται ζήτημα αυτεπάγγελτης έρευνας του ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση. Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, που επισπεύδουν τη συζήτηση, προς απόδειξη της κλητεύσεως των αναιρεσειόντων, επικαλούνται και προσκομίζουν τις υπ' αριθμ. …/2023 και … εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου …, με έδρα το …, Α.Γ., από τις οποίες προκύπτει ότι επικυρωμένα αντίγραφα της υπό κρίση αίτησης με κλήση προς συζήτηση επιδόθηκαν στον με πρώτο των αναιρεσειόντων Α. Ξ. του Δ., νομίμως, στην επί της οδού … αρ…., στο …, δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας του, και παρελήφθησαν από τη σύνοικο σύζυγό του, στον δε δεύτερο των αναιρεσειόντων Π. Ξ. του Δ., όχι στην επί της οδού … αρ…., στην …, κατοικία του, αλλά σε άλλη διεύθυνση και δη στην οδό … αρ…., στη …, με θυροκόλληση, χωρίς να βεβαιώνεται ότι αναζητήθηκε στην πρώτη ως άνω διεύθυνση κατοικίας του και δεν ανευρέθη, αλλ' ούτε και οι επισπεύδοντες αναιρεσίβλητοι στις έγγραφες προτάσεις τους, που κατέθεσαν, να επικαλούνται ότι κλήτευσαν τον ως άνω δεύτερο αναιρεσείοντα, σε νέα διεύθυνση, λόγω μεταβολής του τόπου κατοικίας του. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του από 09.02.2023 επιδοθέντος δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, ο δεύτερος αναιρεσείων Π. Ξ. του Δ. δηλώνει ως τελευταία γνωστή διεύθυνση κατοικίας του την επί της οδού … αρ…., στην …. Επομένως, η θυροκόλληση της υπό κρίση αίτησης δεν έγινε στη δηλωμένη τελευταία γνωστή διεύθυνση κατοικίας του ως άνω δεύτερου αναιρεσείοντος, αλλά σε άλλη διεύθυνση, πράγμα που κατά τα προαναφερόμενα ισοδυναμεί με παντελή έλλειψη επίδοσης του αναιρετηρίου. Πρέπει επομένως, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του κύρους της κλητεύσεως του παραπάνω αναιρεσείοντος και εφόσον δεν αποδεικνύεται αυτή, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τον διάδικο αυτό. Εφόσον δε μεταξύ του νομίμως κλητευθέντος ανωτέρω πρώτου αναιρεσείοντος Α. Ξ. του Δ. και του δεύτερου αναιρεσείοντος Π. Ξ. του Δ., ως προς τον οποίον η συζήτηση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, συντρέχει απλή ομοδικία, αξιούντων αμφοτέρων αποζημίωση από αδικοπραξία, που φέρονται ότι διέπραξαν σε βάρος τους οι αναιρεσίβλητοι, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα και να ερευνηθεί περαιτέρω η αίτηση αναίρεσης, ως προς το παραδεκτό αυτής, κατά το μέρος που τον αφορά. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008). Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό μ' αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του φερομένου ως ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, χωρίς την απόδειξη της υπάρξεως πληρεξουσιότητας αυτού προς τον υπογράφοντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 220/2021,ΑΠ 165/2020, ΑΠ 1053/2018, ΑΠ 243/2014, ΑΠ 1852/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερομένη στην αρχή δικάσιμο (11.03.2024), ο πρώτος των αναιρεσειόντων Α. Ξ. του Δ. δεν εμφανίστηκε, αλλά ούτε εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο …. Π. Η.-Κ., όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου της προαναφερομένης δικασίμου, η οποία υπέγραψε και το σχετικό αναιρετήριο δικόγραφο. Όμως, σχετικά με την υπογραφή του αναιρετηρίου δικογράφου, η ανωτέρω δικηγόρος δεν επικαλέσθηκε ούτε προσκόμισε αντίστοιχο πληρεξούσιο, από το οποίο να προκύπτει, ότι αυτή είχε διοριστεί νόμιμα ως πληρεξούσιος δικηγόρος του, ώστε νόμιμα να τον εκπροσωπεί.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση από 09.02.2023 αίτηση αναίρεσης της ως άνω υπ' αριθμ. 2189/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τον εν λόγω πρώτο αναιρεσείοντα και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 09.02.2023 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 29/13.02.2023 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2189/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τον δεύτερο των αναιρεσειόντων Π. Ξ. του Δ..
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ το χωρισμό της υπόθεσης, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Α. Ξ. του Δ..
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ως άνω από 09.02.2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2189/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Α.Ξ. του Δ.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον παραπάνω αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για το σύνολο των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή