Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 671 / 2024    (ΣΤ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 671/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α3' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Στέφανο-Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο -Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου, Χρυσούλα Πλατιά και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Μαρίας Σουλάκα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Σ. Α. του Ν., και 2.Μ. συζ. Σ. Α., το γένος Ι. Ε., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία τους δικηγόρο Μαρίνα Χρυσοβελώνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ε. συζ. Γ. Σ., το γένος Α. Τ. και 2.Μ. Τ. του Α., κατοίκων …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν, η με στοιχ.1 δια, η με στοιχ.2 μετά, της πληρεξουσίας τους δικηγόρου Σταματίας Παπακώστα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 07.07.2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 301/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2023 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10.05.2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 10-5-2023 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 26/2023 τελεσίδικης απόφασης του μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 8-3-2018 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 301/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, ενώ έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 8-2-2018 έφεση των εναγουσών, ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της ως άνω απόφασης, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 7-7-2016 αγωγή τους κατά των ως άνω εναγομένων, και, αφού εξαφάνισε την ως άνω οριστική απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση και δέχθηκε εν μέρει την προαναφερθείσα αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν εις ολόκληρον σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 104.050 ευρώ ως αποζημίωση από την σε βάρος του θανόντος δικαιοπαρόχου τους Α. Π. αδικοπραξία (άρθρο 914 ΑΚ), κατά τα εκεί αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, και το ποσό των 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική τους βλάβη τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1288/2017). Ανεπάρκεια και ασάφεια των αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ή όταν η διαπίστωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο και η διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογικού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα (ΑΠ 153/2019, 502/2018). Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1239/2019, 1703/2009, ΑΠ 1906/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ.β, 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ηθικής βλάβης αντιστοίχως και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν ο δράστης, εξαιτίας της παράλειψής του να καταβάλει την επιμέλεια που, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, είτε δεν προέβλεψε την επέλευση αυτού, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 914 Α. Κ. σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147- 149 Α.Κ. και 386 Π.Κ. προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βουλήσεως ή σε επιχείρηση πράξεως από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βουλήσεως ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρισίμων γεγονότων αναγομένων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε, χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικώς με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο (Α.Π. 1498/2017, 631/2015). Περαιτέρω, μεταξύ των στοιχείων που συνθέτουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης απαιτείται η βεβαίωση στο έγγραφο, που συντάσσεται από αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό, περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες δηλ. περιστατικού που είναι σημαντικό για τη γένεση, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης δημόσιας ή ιδιωτικής σχέσεως ή καταστάσεως, ψευδές δε είναι το περιστατικό, όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ειδικότερα, όταν βεβαιώνεται περιστατικό που δεν είναι αληθές ή δεν αναφέρεται περιστατικό αληθές που έπρεπε να αναφερθεί, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, υπήρχε νομική υποχρέωση να βεβαιώσει τούτο ο υπάλληλος και τούτο υπέπεσε στην αντίληψή του και επί πλέον δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και τη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση, ότι από τα περιστατικά αυτά είναι ενδεχόμενο να παραχθούν οι έννομες αυτές συνέπειες και στην εκ προοιμίου αποδοχή του ενδεχομένου αυτού. Για τη στοιχειοθέτηση της ψευδούς βεβαίωσης δεν αποτελεί προϋπόθεση η εγκυρότητα του εγγράφου, το οποίο μπορεί να προσβληθεί σύμφωνα με το νόμο, ούτε η καθ' ολοκληρίαν συμπλήρωση και αποπεράτωσή του. Το έγκλημα πραγματώνεται και στην περίπτωση, που προσαπαιτείται για την ολοκλήρωση του εγγράφου η προσυπογραφή του και από άλλα πρόσωπα εκτός του υπαλλήλου που το εξέδωσε (ΑΠ 210/2022). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1710 και 1846 ΑΚ απορρέει ότι σε περίπτωση κληρονομικής διαδοχής, ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως από τον θάνατο του κληρονομουμένου την περιουσία αυτού ως σύνολο και επομένως αποκτά αυτοδικαίως και κάθε ενοχική αξίωση του τελευταίου, η οποία απορρέει από σύμβαση ή αδικοπραξία. Tέλος, κατά το άρθρο 933 ΑΚ : "Η αξίωση του προηγούμενη άρθρου δεν εκχωρείται, ούτε κληρονομείται, εκτός αν αναγνωρίσθηκε με σύμβαση ή επιδόθηκε γι' αυτήν αγωγή" (ΑΠ 491/2008). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής : "Οι ενάγουσες, ήδη εκκαλούσες, Ε. Τ. του Α. και της Κ., σύζυγος Γ. Σ., και Μ. Τ. του Α. και της Κ., είναι πρώτες εξαδέλφες του Α. Π., τέκνου του Ν. και της Θ., ο οποίος γεννήθηκε στις 02.01.1931 στα ... (νομού ...) και απεβίωσε στις 11.9.2013 στην πόλη του …. Στη διάρκεια της ζωής του ο αποβιώσας κατοικούσε στην πόλη του …, στην οδό Κ. αριθμός ..., και διέμενε σε μισθωμένη κατοικία. Ειδικότερα, οι ενάγουσες είναι θυγατέρες του Α. Τ., αδελφού της Θ. συζύγου Ν. Π., μητέρας του αποβιώσαντος, Α. Π.. Έως την ημέρα του θανάτου του ο αποβιώσας (Α. Π.) δεν κατάρτισε διαθήκη, για να διαθέσει την περιουσία του μετά τον θάνατό του, και οι ενάγουσες είναι οι μοναδικές πλησιέστερες συγγενείς του, οι οποίες βρίσκονταν στη ζωή κατά την ημέρα του θανάτου του. Για να βεβαιωθεί η ιδιότητα των εναγουσών ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του πιο πάνω αποβιώσαντος εξαδέλφου τους, Α. Π., έχει εκδοθεί ήδη το υπ' αριθμόν ... πιστοποιητικό κληρονομητηρίου από τον Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Βόλου, σύμφωνα με την υπ' αριθμόν … διάταξη έκδοσης κληρονομητηρίου του Ειρηνοδίκη Βόλου. Εναντίον αυτού του κληρονομητηρίου δεν έχει ασκηθεί μέχρι σήμερα αίτηση για την ανάκληση ή ακύρωση ή αφαίρεση αυτού. Από την ημέρα θανάτου του πιο πάνω εξαδέλφου τους, Α. Π., και μέχρι σήμερα οι ενάγουσες αναμείχθηκαν έντονα στην κληρονομία αυτού ως μοναδικές κληρονόμοι του. Ειδικότερα, προέβησαν αρχικά στη σφράγιση της (μισθωμένης) κατοικίας του αποβιώσαντος, η οποία βρίσκεται στην πόλη του …, στην οδό Κ., αριθμός ..., και αποτελείται από ένα ισόγειο διαμέρισμα. Η σφράγιση διατάχθηκε με την υπ' αριθμόν 195/11.9.2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου, μετά από υποβολή αντίστοιχης αίτησης της πρώτης ενάγουσας. Ως προς τη σφράγιση της ανωτέρω κατοικίας του αποβιώσαντος συντάχθηκε η υπ' αριθμόν ... έκθεση σφράγισης ακινήτου από τον συμβολαιογράφο … Ι. Ζ.. Στη συνέχεια, οι ενάγουσες προέβησαν σε αποσφράγιση της ανωτέρω (μισθωμένης) κατοικίας του αποβιώσαντος σύμφωνα με την υπ' αριθμόν 293/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου. Ως προς την αποσφράγιση της ανωτέρω κατοικίας του αποβιώσαντος συντάχθηκε η υπ' αριθμόν ... έκθεση αποσφράγισης ακινήτου από τον συμβολαιογράφο … Ι. Ζ.. Μετά την ολοκλήρωση των πιο πάνω διαδικασιών οι ενάγουσες αποφάσισαν να υποβάλουν δήλωση φόρου κληρονομιάς και να προβούν στη σύνταξη της σχετικής (συμβολαιογραφικής) πράξης αποδοχής κληρονομιάς, διότι γνώριζαν ότι η κληρονομιά του θανόντος εξαδέλφου τους, Α. Π., αποτελούνταν, τουλάχιστον, από τα εξής περιουσιακά στοιχεία, ήτοι: 1) από ένα ακίνητο, το οποίο κείται στα ... (του νομού ...), ήτοι ένα οικόπεδο, εμβαδού 435 τετραγωνικών μέτρων, με την υπάρχουσα μέσα σε αυτό παλαιά ισόγεια οικία, το οποίο κείται μέσα στο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης των … επί της οδού … και το οποίο ήταν η πατρική οικία του αποβιώσανιος στα ... και είχε περιέλθει σε αυτόν με την εκ μέρους του αποδοχή της κληρονομιάς του πατέρα του και της μητέρας του, η οποία διενεργήθηκε με την υπ' αριθμόν … πράξη αποδοχής κληρονομιάς (του πατέρα του) ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου … Γ. Κ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο … και με αριθμό …, και με την υπ' αριθμόν … πράξη αποδοχής κληρονομιάς (της μητέρας του) ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου … Β. Α., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο … και με αριθμό …, 2) από ένα ακίνητο, διαμέρισμα, το οποίο κείται στην πόλη του … και αποκτήθηκε από τον θανόντα εξάδελφό τους με αγορά, για την οποία καταρτίστηκε το υπ' αριθμόν … συμβόλαιο πώλησης ενώπιον του (τότε) συμβολαιογράφου … Ι. Π., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου …, στον τόμο … και αριθμό …. Το συγκεκριμένο ακίνητο (διαμέρισμα) είναι το με στοιχεία Α-3 διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου οικοδομής, η οποία κείται στην πόλη του …, στη διασταύρωση των οδών … αριθμός … και …. Το εμβαδόν αυτού του διαμερίσματος ανέρχεται σε 92 τ.μ. και το διαμέρισμα αυτό περιγράφεται λεπτομερώς στον πιο πάνω τίτλο κτήσης του, 3) από ένα Ι.Χ. αυτοκίνητο, μάρκας FORD ESCORT, 1100 cc, με αριθμό κυκλοφορίας …, έτους κατασκευής 1987, 4) από μετρητά χρήματα, τα οποία διατηρούσε ο θανών στους καταθετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς του, καθώς και από άλλα τιμαλφή, τα οποία φύλασσε ο θανών σε μισθωμένη θυρίδα θησαυροφυλακίου στην Ε. Τ. της Ε. Α..Ε.. (κατάστημα …, …), η οποία (θυρίδα) έφερε τον αριθμό …. Μετά από έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας του κληρονομούμενου, τον οποίο πραγματοποίησαν οι ενάγουσες στο υποθηκοφυλακείο …, προκειμένου να συλλέξουν ακριβή στοιχεία για την ιδιοκτησία του κληρονομούμενου, για να υποβάλουν τη δήλωση φόρου κληρονομιάς και για να προβούν στην κατάρτιση της συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς, διαπίστωσαν ότι το ακίνητο του θανόντος, το οποίο κείται στην πόλη του …, ήτοι το με στοιχεία Α-3 διαμέρισμα, εμβαδού 92 τ.μ., το οποίο βρίσκεται σε πολυκατοικία, οικοδομημένη στην πόλη του …, στη διασταύρωση των οδών … και … και περιγράφεται λεπτομερώς στον τίτλο ιδιοκτησίας του θανόντος, δηλαδή στο υπ' αριθμόν … συμβόλαιο του (τότε) συμβολαιογράφου … Ι. Π., (το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου …, στον τόμο … και στον αριθμό …), είχε ήδη μεταβιβαστεί, κατά ψιλή κυριότητα, στους 2ο και 3η εναγόμενους, οι οποίοι ήταν τότε μισθωτές του διαμερίσματος αυτού, με πώληση, για την οποία καταρτίστηκε το υπ' αριθμόν … συμβόλαιο αγοραπωλησίας οριζοντίου ιδιοκτησίας ενώπιον του 1ου εναγόμενου, συμβολαιογράφου … Α. Δ. του Γ., αντί τιμήματος, ποσού 48.200 ευρώ, το οποίο φέρεται ότι έλαβε ο θανών πωλητής (Α. Π.) πριν από την υπογραφή του συμβολαίου και έξω από το γραφείο του συμβολαιογράφου αυτού σε μετρητά χρήματα. Το πιο πάνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας (υπ' αριθμόν ...) μεταγράφηκε αυθημερόν, (δηλαδή στις 18.04.2013), στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου …, στον τόμο … και με αριθμό …, με φροντίδα, όπως συνάγεται, των εναγόμενων αγοραστών του διαμερίσματος, διότι κατά την ημέρα μεταβίβασης του διαμερίσματος και, μάλιστα, ήδη από τον μήνα Μάρτιο του έτους 2013, ο φερόμενος ως πωλητής (και κληρονομούμενος από τις ενάγουσες πρώτος εξάδελφος αυτών), Α. Π., αποκλειστικός κύριος του διαμερίσματος αυτού, νοσηλευόταν στη Γ. Κ. «Ε.» - Δ.. Π. Α..Ε.., η οποία κείται στην πόλη του …, διότι έπασχε από διάφορα πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας, ήτοι από καρδιοαναπνευστικά προβλήματα και χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, Ca πεπτικού, ΚΑ-ΣΝ-αναιμία, κολπική μαρμαρυγή και γαστρορραγία. Η πώληση, η οποία έγινε με το ως άνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας (υπ' αριθμόν ...), με το οποίο μεταβιβάστηκε η ψιλή κυριότητα του ανωτέρω διαμερίσματος, (με στοιχεία Α-3, εμβαδού 92 ι.μ., το οποίο βρίσκεται σε πολυκατοικία, οικοδομημένη στην πόλη του …, στη διασταύρωση των οδών Δ. και …), στους ανωτέρω δυο - (2ο και 3η) εναγόμενους, μισθωτές του διαμερίσματος αυτού, και παρακρατήθηκε η ισόβια επικαρπία του διαμερίσματος από τον πωλητή, έγινε εκ μέρους των ανωτέρω δύο (2ου και 3ης) εναγομένων με αυτοσύμβαση σύμφωνα με το υπ' αριθμόν … πληρεξούσιο, το οποίο καταρτίστηκε από τον πιο πάνω συμβολαιογράφο …, ήδη 1ο εναγόμενο, Α. Δ. του Γ.. Κατά την κατάρτιση του πιο πάνω συμβολαίου αγοραπωλησίας οι 2ος και 3η εναγόμενοι παραστάθηκαν αρχικά στο όνομα και για λογαριασμό του πωλητή, Α. Π., ως πληρεξούσιοι αυτού, και, επίσης, παραστάθηκαν για τον εαυτό τους ατομικά ως αγοραστές, για να γίνει η μεταβίβαση του ανωτέρω διαμερίσματος προς αυτούς, έναντι φερόμενου τιμήματος, ποσού 48.200 ευρώ, ίσου περίπου με την αντικειμενική αξία του διαμερίσματος αυτού, η οποία ανερχόταν στο ποσό των 48.288,96 ευρώ. Το ανωτέρω τίμημα φέρεται ότι κατέβαλαν οι αγοραστές στον πωλητή, (τον οποίο αντιπροσώπευαν οι αγοραστές κατά την κατάρτιση του συμβολαίου), με μετρητά χρήματα πριν την υπογραφή του συμβολαίου αγοραπωλησίας και έξω από το γραφείο του συμβολαιογράφου. Η πώληση του πιο πάνω διαμερίσματος έγινε λίγες ημέρες μετά την επείγουσα διακομιδή του Α. Π. από τη Γ. Κ. «Ε.» στο Γ. Ν. Ν. Β. «Α.» και τη νοσηλεία του Α. Π. εκεί επί 8 ημέρες περίπου εξαιτίας σοβαρού επεισοδίου γαστρορραγίας, για την αντιμετώπιση του οποίου υποβλήθηκε ο ασθενής σε επανειλημμένες μεταγγίσεις αίματος. Εξαιτίας αυτού του προβλήματος υγείας οι θεράποντες ιατροί του ασθενούς (Α. Π.) διατύπωσαν τη γνώμη ότι ο υπόλοιπος χρόνος ζωής του ασθενούς θα είχε διάρκεια τρεις (3) μήνες περίπου. Η πρόβλεψη αυτή των θεραπόντων ιατρών του ασθενούς, τελικά, επιβεβαιώθηκε, διότι ο θάνατος του ασθενούς, Α. Π., επήλθε στις 11.09.2013. Το τίμημα της ανωτέρω πώλησης, δηλαδή το ποσό των 48.200 ευρώ, το οποίο αναφέρεται στο ανωτέρω συμβόλαιο αγοραπωλησίας ότι κατέβαλαν οι αγοραστές στον πωλητή, δεν βρέθηκε κατατεθειμένο σε κανένα τραπεζικό λογαριασμό του θανόντος. Επίσης, δεν βρέθηκε (το τίμημα αυτό) ούτε σε μετρητά χρήματα στην κατοικία του θανόντος, κατά την αποσφράγιση αυτής, η οποία έλαβε χώρα με ενέργειες της 1ης ενάγουσας, ως μίας από τις δύο μοναδικές κληρονόμους του θανόντος (Α. Π.). Η γνωριμία των (εναγόμενων) αγοραστών του ανωτέρω διαμερίσματος, (Σ. Α. χου Ν. και της Μ., και Μ. Ε. του Ι. και της Ν., συζύγου Σ. Α.), και του θανόντος κυρίου (και φερόμενου ως πωλητή) του διαμερίσματος αυτού, Α. Π., ανάγεται στο έτος 1995. Σταδιακά οι σχέσεις αυτών των προσώπων έγιναν στενότερες και συχνότερες. Κατά το έτος 2001 το ανωτέρω διαμέρισμα εκκενώθηκε από τους μέχρι τότε μισθωτές του και ο κύριος αυτού, Α. Π., πρότεινε στους ανωτέρω εναγόμενους να μισθώσουν αυτοί το ανωτέρω διαμέρισμα, διότι ήταν βέβαιος ότι αυτοί θα το πρόσεχαν και θα το περιποιούνταν. Πράγματι, οι ανωτέρω δύο (2ος και 3η) εναγόμενοι μίσθωσαν το πιο πάνω διαμέρισμα του Α. Π. την 01.09.2002. Έκτοτε οι σχέσεις των ανωτέρω δύο εναγομένων, (μισθωτών ίου διαμερίσματος), με τον Α. Π. έγιναν πιο οτενές. Το καλοκαίρι του έτους 2008, οπότε ο Α. Π. διάνυε την ηλικία των 77 ετών, η υγεία του παρουσίασε επιδείνωση και αυτός διακομίστηκε στο Νοσοκομείο … και, κατόπιν, στην ιδιωτική κλινική "Ε.". Οι ανωτέρω δύο (2ος και 3η) εναγόμενοι, όταν πληροφορήθηκαν το ανωτέρω γεγονός, διέκοψαν τις θερινές διακοπές τους, επέστρεψαν στην πόλη του … και άρχισαν να επισκέπτονται τον Α. Π. στην κλινική, όπου νοσηλευόταν. Έκτοτε ο πρώτος από τους ανωτέρω δύο εναγόμενους, Σ. Α., στήριζε έμπρακτα τον Α. Π., όταν αυτός έπρεπε να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις ή όταν είχε ανάγκη από ιατρική νοσηλεία. Το πρωί της 1ης Μαρτίου 2013 ο Α. Π. διακομίστηκε στο Νοσοκομείο … και στη διάρκεια της εκεί νοσηλείας του διαπιστώθηκε ότι έπασχε από νεφρική ανεπάρκεια, από καρδιακή ανεπάρκεια, από συσσώρευση υγρού στους πνεύμονες και από όγκο στο ήπαρ του. Στις 10.04.2013 ο Α. Π. υπέστη γαστρορραγία και διακομίστηκε εσπευσμένα στο Γενικό Νοσοκομείο …, για να υποβληθεί σε νοσηλεία. Το γεγονός αυτό κατέστησε αναγκαία τη διαχείριση των οικονομικών υποθέσεων του από άλλο πρόσωπο, διότι αυτός δεν ήταν πλέον ικανός να διεκπεραιώνει τις οικονομικές υποθέσεις του προσωπικά. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος ο Α. Π. δέχτηκε να χορηγήσει πληρεξουσιότητα στους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους, Σ. Α. και Μ. Ε., προκειμένου να διαχειρίζονται αυτοί, για λογαριασμό αυτού, τις οικονομικές υποθέσεις του, τις οποίες δεν μπορούσε αυτός να διεκπεραιώσει προσωπικά. Προς τούτο καταρτίστηκε από τον 1ο εναγόμενο, Α. Δ. του Γ., συμβολαιογράφο … (τότε), και υπογράφηκε από τον Α. Π., ως εντολέα, το υπ' αριθμόν ... πληρεξούσιο, το οποίο έχει το εξής περιεχόμενο (περιληπτικά εδώ): "ΑΡΙΘΜΟΣ …. ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟ. Στο …, σήμερα, στις …(…) Απριλίου του έτους δύο χιλιάδες … (…), ημέρα Παρασκευή, και στο Α. Ν. ... , σε μένα το συμβολαιογράφο και κάτοικο … Α. Γ. Δ., (ΑΦΜ 015054011 Δ.Ο.Υ. Α …), με έδρα το …, παρουσιάστηκε ο μη εξαιρούμενος από το Νόμο Α. Π. του Ν. και της Θ., Α.Φ.Μ. ... Δ.Ο.Υ. … (A', Β'), συνταξιούχος, που γεννήθηκε στα ... την 2/1/1931, και κατοικεί στο …, οδός Κ. ... ... Ο ανωτέρω ζήτησε τη σύνταξη του παρόντος, με το οποίο δήλωσε ότι διορίζει ειδικούς πληρεξούσιους, αντιπρόσωπους και αντίκλητούς του τους: 1) Σ. Α. του Ν. και της Μ., που γεννήθηκε την ..., και 2) Μ. Ε. του Ι. και της Ν., σύζυγο Σ. Α., που γεννήθηκε την …, προς τους οποίους χορηγεί την ειδική εντολή, την πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα, ενεργώντας είτε από κοινού είτε ο καθένας μεμονωμένα: 1) Να πωλούν, παραχωρούν, μεταβιβάζουν και παραδίδουν προς οποιονδήποτε, ακόμη και προς τον εαυτό τους με αυτοσύμβαση, αντί οποιοσδήποτε τιμήματος και με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες εγκρίνουν, οποιοδήποτε ακίνητο ή ποσοστό εξ αδιαιρέτου ακινήτου, ή οριζόντια ιδιοκτησία, ιδιοκτησίας του εντολέα, οπουδήποτε ευρισκόμενο στην Ελλάδα. Να εισπράττουν το τίμημα ή και να πιστώνουν με αυτό τους αγοραστές και με οποιαδήποτε ασφάλεια ... Να μεταβιβάζουν στους αγοραστές όλα τα δικαιώματα του εντολέα (προσωπικά ή εμπράγματα) ... Να εγγυώνται και να υπόσχονται τα πωλούμενα ακίνητα ελεύθερα από κάθε βάρος, χρέος, υποθήκη, ... και γενικώς ελεύθερα από κάθε νομικό ελάττωμα. Να παραιτούνται από τα δικαιώματά του προς διάρρηξη των αγοραπωλησιών για οποιονδήποτε λόγο και αιτία ... Να υπογράφουν τις οριστικές συμβάσεις και τυχόν προσύμφωνα, να εισπράττουν αρραβώνες και να συνομολογούν ποινικές ρήτρες. Να καταργούν τα προσύμφωνα ή και να παρατείνουν την προθεσμία τους. Να χορηγούν στους αγοραστές των προσυμφώνων δικαίωμα αυτοσυμβάσεως για κατάρτιση των οριστικών συμβολαίων... να υπογράφουν την πράξη εξοφλήσεως και καταργήσεως της διαλυτικής αιρέσεως ή να προβαίνουν στην εξάλειψη της υποθήκης ... Να υπογράφουν δηλώσεις φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων ... Να υπογράφουν, υποβάλλουν και καταθέτουν κάθε φύσεως αιτήσεις και απαιτούμενες δηλώσεις στα συμβόλαια, ... καθώς και υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/1986 με οποιοδήποτε περιεχόμενο. Να προσκομίζουν στο συμβολαιογράφο τα σχετικά πιστοποιητικά που απαιτούνται για τη σύνταξη των συμβολαίων, ... καθώς επίσης και οποιοδήποτε άλλο πιστοποιητικό ή βεβαίωση απαιτείται ή θα απαιτηθεί από τον νόμο για την κατάρτιση του συμβολαίου. Να εκμισθώνουν προς οποιονδήποτε και με οποιουσδήποτε όρους, χρόνο και μίσθωμα εγκρίνουν, οποιαδήποτε ακίνητα, ιδιοκτησίας του ενιολέα, ευρισκόμενα στην Ελλάδα. Να εισπράττουν τα μισθώματα ... Να δίνουν τις απαιτούμενες αποδείξεις και εξοφλήσεις. Να υπογράφουν τις σχετικές μισθωτικές συμβάσεις. Να λύνουν μισθώσεις. Να συμβιβάζονται δικαστικώς ή εξωδίκως σε μισθώσεις οποιοσδήποτε φύσεως. Να ασκούν κάθε ένδικο μέσο προς αποβολή των μισθωτών και απόδοση του μισθίου. Να παρίστανται και να εκπροσωπούν τον εντολέα ενώπιον της Εταιρείας Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως, της Δημοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.), του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (Ο.Τ.Ε.), των Ελληνικών Ταχυδρομείων (ΕΛ.ΤΑ.), του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) και λοιπών Ταμείων και Οργανισμών Κοινής Ωφελείας, να υποβάλλουν οποιαδήποτε αίτηση στο όνομα του εντολέα τους ... Να καταθέτουν χρήματα σε Τράπεζες στο όνομα του εντολέα, και να εισπράττουν χρήματα από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ... Ειδικότερα: α) να εισπράττουν οποιοδήποτε ποσόν από την A. B., αριθμός λογαριασμού ..., στον οποίο λογαριασμό να προσθέτουν τα ονόματα των εντολοδόχων και να διαχειρίζονται την ομολογία προθεσμιακής κατάθεσης στην ίδια Τράπεζα με αριθμό λογαριασμού ..., και β) να αναλαμβάνουν οποιοδήποτε ποσόν από την Ε. Τ., αριθμός λογαριασμού ..., σε συνδυασμό με τον προθεσμιακό λογαριασμό στην ίδια Τράπεζα με αριθμό ... και να προβαίνουν σε πρόωρη ανάληψη ή εξόφληση αυτού. Να ανοίγουν, να κινούν και να κλείνουν λογαριασμούς Τραπεζών, καταθέσεων, όψεως, τρεχούμενους σε ευρώ ή σε ξένο νόμισμα σε οποιαδήποτε Τράπεζα της Ελλάδος ή του Εξωτερικού, ατομικούς ή κοινούς (Joint Account), με οποιαδήποτε πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, να παραλαμβάνουν πιστωτικές κάρτες ... Να προβαίνουν στη μίσθωση και χρήση χρηματοκιβωτίων, χρηματοθυρίδων και να λύουν υφιστάμενες ή μέλλουσες μισθώσεις αυτού του είδους. Να υπογράφουν, εκτελούν και ενεργούν κάθε σύμβαση, Τραπεζική ή μη, ... και γενικά να ενεργούν οτιδήποτε απαιτείται για την εκτέλεση των παραπάνω εντολών, ακόμη και αν δεν αναφέρονται ρητά στο παρόν πληρεξούσιο. Να εισπράττουν από οποιοδήποτε Ασφαλιστικό Ταμείο, Δημόσιο Ταμείο, Τράπεζα ή Οργανισμό και από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, τη μηνιαία σύνταξη του εντολέα, καθώς και τις χορηγούμενες κάθε φορά αναδρομικές αυξήσεις, τις καθυστερούμενες συντάξεις, τα δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων, τα μερίσματα, τα βοηθήματα, τα επιδόματα, τα νοσήλεια, τις αποδόσεις από αμοιβές γιατρών για επισκέψεις, αγορές φαρμάκων και εκτέλεση παρακλινικών εξετάσεων και γενικά όλες τις τακτικές και έκτακτες παροχές που είναι σχετικές με τις συντάξεις του εντολέα. Ακόμα να παραλαμβάνουν, οπισθογράφουν, εξοφλούν και μεταβιβάζουν επιταγές που εκδίδονται για πληρωμή συντάξεων από οποιαδήποτε Τράπεζα, Ταμείο ή Οργανισμό, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, σε οποιαδήποτε ποσά και αν ανέρχονται οι παραπάνω παροχές και χωρίς χρονικό περιορισμό και κάθε φορά να υπογράφουν τις αποδείξεις και τις σχετικές εξοφλήσεις. Να διορίζουν και άλλους πληρεξουσίους, δικηγόρους ή όχι, με τις ίδιες ή λιγόχερες εντολές, και να τους ανακαλούν νόμιμα. Ο εντολέας δήλωσε ότι εγκρίνει και αναγνωρίζει από σήμερα όλες τις πράξεις των πληρεξουσίων του, που ενήργησαν ή θα ενεργήσουν στα πλαίσια των παρεχόμενων εντολών, ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες και σαν να έγιναν από αυτόν τον ίδιο και ότι το πληρεξούσιο αυτό ισχύει μέχρι να ανακληθεί και να γνωστοποιηθεί νόμιμα η ανάκλησή του. Σε βεβαίωση όλων των ανωτέρω συντάχθηκε το πληρεξούσιο αυτό, σε τέσσερα (4) φύλλα".... Όπως αποδείχθηκε... στη διάρκεια της νοσηλείας του (από 01.03.2013 και μετέπειτα, ιδίως, μάλιστα, από 10.04.2013, οπότε υπέστη γαστρορραγία, και μετέπειτα, έως την ημέρα του θανάτου του στις 11.09.2013), ο Α. Π. ανέφερε επανειλημμένα στους επισκέπτες του ότι μετά την ολοκλήρωση της νοσηλείας του και την έξοδό του από τα νοσηλευτήρια, όπου νοσηλευόταν, επιθυμούσε να εγκατασταθεί στο ανωτέρω ιδιόκτητο διαμέρισμά του, (το οποίο βρίσκεται στην πόλη του …, επί της οδού Δ. αριθμός … και …), διότι η πρόσβαση αυτού σε αυτό θα ήταν ευκολότερη σε σύγκριση με την πρόσβαση αυτού προς το μίσθιο διαμέρισμα, στο οποίο διέμενε ως την έναρξη της ανωτέρω νοσηλείας του. Επίσης, ο Α. Π. δεν ανέφερε ποτέ στους επισκέπτες του ότι είχε πρόθεση να μεταβιβάσει το ανωτέρω διαμέρισμά του στους μισθωτές του, δηλαδή στους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους, και, μάλιστα, χωρίς τίμημα, (αφού αποδείχθηκε ότι ο Α. Π. δεν εισέπραξε τίμημα από την πώληση και μεταβίβαση του ανωτέρω διαμερίσματος του προς τους 2ο και 3η εναγόμενους). Επίσης, στη διάρκεια της ανωτέρω νοσηλείας του ο Α. Π. δεν αφηγήθηκε ποτέ (ούτε στις ενάγουσες εξαδέλφες του ούτε στους λοιπούς ανθρώπους, οι οποίοι τον επισκέπτονταν στα νοσηλευτήρια, όπου νοσηλευόταν, δηλαδή στο Γ. Ν. Β. και στη Γ. Κ. «Ε.», και συνομιλούσαν μαζί του), ότι το ανωτέρω ιδιόκτητο διαμέρισμά του δεν ήταν πλέον δικό του ή ότι αυτό είχε πωληθεί και μεταβιβαστεί πλέον προς τους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους και, μάλιστα, χωρίς τίμημα, ή ότι αυτός είχε πρόθεση να πωλήσει και μεταβιβάσει το ανωτέρω διαμέρισμά του σε άλλους. Επίσης, στη διάρκεια της δίκης αυτής δεν αποδείχθηκε ότι ο Α. Π. αισθανόταν τόσο πολύ υποχρεωμένος προς τους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους, ώστε να αποφασίσει να μεταβιβάσει το ανωτέρω διαμέρισμά του προς αυτούς και, μάλιστα, χωρίς τίμημα. Βέβαια, στη διάρκεια της δίκης αυτής αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω δύο (2ος και 3η) εναγόμενοι διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με τον Α. Π. επί πολλά έτη και, μάλιστα, οι σχέσεις αυτών των προσώπων, (δηλαδή των 2ου και 3ης εναγομένων με τον Α. Π.), ήταν πολύ στενότερες από τις σχέσεις, τις οποίες διατηρούσε ο Α. Π. με τις δύο ενάγουσες πρώτες εξαδέλφες του, οι οποίες ήταν μόνιμα εγκαταστημένες από πολλά έτη στη ..., δηλαδή σε μεγάλη απόσταση από τον τόπο κατοικίας του Α. Π., και δεν είχαν τη δυνατότητα και την ευχέρεια να μεταβαίνουν στην πόλη του …, ώστε να επικοινωνούν προσωπικά με τον εξάδελφό τους, Α. Π., ή να τον στηρίζουν στις δύσκολες στιγμές της ζωής του, ιδίως στις χρονικές περιόδους, οπότε η υγεία του παρουσίαζε επιδείνωση και απέβαινε αναγκαία η νοσηλεία του σε διάφορα νοσηλευτήρια. Παρόλα αυτά, στη διάρκεια της δίκης αυτής δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι ο Α. Π. είχε πρόθεση να μεταβιβάσει το ανωτέρω διαμέρισμά του προς τους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους και, μάλιστα, χωρίς τίμημα. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο Α. Π. διατηρούσε την ελπίδα ότι θα αναρρώσει προσεχώς από την ασθένειά του, έκανε σχέδια για το μέλλον του και, ειδικότερα, διατύπωσε την επιθυμία του να εγκατασταθεί προσεχώς στο ανωτέρω (ιδιόκτητο) διαμέρισμά του, διότι η πρόσβαση αυτού προς αυτό θα ήταν ευκολότερη. Περαιτέρω, μάλιστα, οι ανωτέρω αιτιολογίες του 2ου και της 3ης εναγομένων ως προς την πώληση και μεταβίβαση του ανωτέρω διαμερίσματος του Α. Π. προς αυτούς αξιολογούνται ως ουσιαστικά αβάσιμες, για τον πρόσθετο (και βασισμένο σε λογικές σκέψεις) λόγο ότι, αν ο Α. Π. είχε πρόθεση να μεταβιβάσει το ανωτέρω διαμέρισμά του προς τους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους και, μάλιστα, χωρίς τίμημα, θα είχε ήδη διατυπώσει αυτή την πρόθεσή του προς τους ανωτέρω δύο εναγόμενους πριν από την ημέρα πώλησης και μεταβίβασης του διαμερίσματος του προς αυτούς και, συνεπώς, δεν θα συνέτρεχε λόγος, ώστε να σπεύσουν αυτοί οι δύο (2ος και 3η) εναγόμενοι να δανειστούν χρήματα από τους ανωτέρω συγγενείς τους και από τον Δ. Τ., (όπως ισχυρίζονται), για να μπορέσει ο 2ος εναγόμενος να προσφέρει το τίμημα (των 48.200 ευρώ) στον Α. Π. και, τελικά, αυτός να αρνηθεί να το διατηρήσει στην κατοχή του και στην κυριότητά του. Το γεγονός ότι, ενδεχομένως, ο Α. Π. δεν διατηρούσε συχνή προσωπική ή τηλεφωνική (ή άλλου είδους) επικοινωνία με τις δύο ενάγουσες εξαδέλφες του, Ε. Τ. και Μ. Τ., και, το γεγονός ότι, ενδεχομένως, χαρακτήρισε αυτές, στη διάρκεια των συζητήσεών του με τους ανωτέρω δύο (2 ο και 3η) εναγόμενους, ως "ζωντανές νεκρές" για αυτόν, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο Α. Π. επιθυμούσε να περιέλθει το ανωτέρω (ιδιόκτητο) διαμέρισμά του στους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους και, μάλιστα, στη διάρκεια της ζωής του και, μάλιστα, χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε τιμήματος. Αν ο Α. Π. είχε πρόθεση να περιέλθει το ανωτέρω διαμέρισμά του στους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους, πιθανολογείται βάσιμα (σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου τούτου) ότι θα κατάρτιζε (δημόσια ή ιδιωτική) διαθήκη, με την οποία θα κατέλειπε το ανωτέρω διαμέρισμά του στους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους, ώστε να επιτύχει, συγχρόνως, -τα εξής αποτελέσματα: α) Να διατηρήσει το διαμέρισμα αυτό στην κυριότητά του μέχρι την ημέρα του θανάτου του, επειδή, πιθανώς, θα του ήταν χρήσιμο στη διάρκεια των υπόλοιπων ετών της ζωής του, β) Να περιέλθει το διαμέρισμα αυτό στους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους μετά τον θάνατό του, γ) Να μην περιέλθει το διαμέρισμα αυτό, μετά τον θάνατό του, στις ανωτέρω δύο ενάγουσες πρώτες εξαδέλφες του, τις οποίες θεωρούσε, πιθανώς, ως "ζωντανές νεκρές" για αυτόν. Περαιτέρω, η ελλιπής (ή, ενδεχομένως, ανύπαρκτη έως τότε) επικοινωνία των δύο εναγουσών με τον Α. Π. και η πικρία, την οποία, αναμφίβολα, αισθανόταν αυτός εναντίον αυτών (των δύο εναγουσών) και την οποία εξωτερίκευσε με τη φράση του ότι αυτές (οι δύο ενάγουσες εξαδέλφες του) είναι "ζωντανές νεκρές" για αυτόν, υπήρξε η αιτία, η οποία εξώθησε (σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου τούτου) τους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους στην παράτολμη ενέργειά τους να πωλήσουν και μεταβιβάσουν το ανωτέρω (ιδιόκτητο) διαμέρισμα του Α. Π. προς τους εαυτούς τους, με αυτοσύμβαση, στη διάρκεια της ζωής του Α. Π. και αντίθετα προς την πραγματική βούληση αυτού. Από όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, συνάγεται βάσιμα το συμπέρασμα ότι η ανωτέρω πώληση και μεταβίβαση του ανωτέρω (ιδιόκτητου) διαμερίσματος του Α. Π. (με στοιχεία Α-3, εμβαδοά 92 τ.μ., το οποίο βρίσκεται σε πολυκατοικία, οικοδομημένη στην πόλη του …, στη διασταύρωση των οδών Δ. αριθμός … και …), προς τους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους υπήρξε μία αυθαίρετη ενέργεια αυτών των εναγόμενων, αντίθετη προς την πραγματική βούληση του Α. Π., η οποία προκάλεσε οικονομική ζημία στον Α. Π., ίση με την αντικειμενική (και αγοραία) αξία της ψιλής κυριότητας του ανωτέρω διαμερίσματος κατά την ημέρα μεταβίβασης του διαμερίσματος αυτού προς τους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους, δηλαδή ίση με το ποσό των 48.200 ευρώ. Κατά την ημέρα οπότε απεβίωσε ο Α. Π. και, συνεπώς, ενώθηκε η επικαρπία αυτού του διαμερίσματος, (η οποία είχε παρακρατηθεί υπέρ του Α. Π.), με την ψιλή κυριότητα του ίδιου διαμερίσματος, (η οποία είχε περιέλθει ήδη στους ανωτέρω δύο εναγόμενους), η αντικειμενική (και αγοραία) αξία της πλήρους κυριότητας του διαμερίσματος αυτού ανερχόταν στο ποσό των 53.600 ευρώ.
Συνεπώς, η οικονομική ζημία, η οποία προκλήθηκε στις δύο ενάγουσες, μοναδικές κληρονόμους του Α. Π., από την ανωτέρω αυθαίρετη ενέργεια των ανωτέρω δύο (2ου και 3ης) εναγομένων, (δηλαδή από την πώληση και μεταβίβαση του ανωτέρω διαμερίσματος του Α. Π. προς τους ανωτέρω δύο εναγόμενους), ανήλθε, κατά την ημέρα θανάτου του Α. Π., στο χρηματικό ποσό των 53.600 ευρώ, όπως ισχυρίζονται βάσιμα και ορθά οι δύο ενάγουσες....Περαιτέρω ...αποδείχθηκε ότι στη διάρκεια της ζωής του ο θανών, Α. Π., διατηρούσε σε προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς του χρηματικό ποσό 154.500 ευρώ. Στη διάρκεια της ανωτέρω νοσηλείας του Α. Π. οι ανωτέρω δύο (2ος και 3η) εναγόμενοι ανέλαβαν όλο το πιο πάνω χρηματικό ποσό από τους τραπεζικούς λογαριασμούς του Α. Π., με συνέπεια να μηδενιστούν (και να κλείσουν) οι αντίστοιχοι τραπεζικοί λογαριασμοί του θανόντος, πριν επέλθει ο θάνατος αυτού. Η συγκεκριμένη ενέργεια των ανωτέρω δύο εναγομένων έγινε με χρήση του παραπάνω αναφερόμενου πληρεξουσίου κατά την ίδια ακριβώς ημέρα, οπότε έγινε η σύνταξη αυτού του εγγράφου, ήτοι στις …, με τμηματική μεταφορά των αποταμιευμένων χρημάτων του Α. Π. στους υπ' αριθμόν …, …, … και … τραπεζικούς λογαριασμούς, τους οποίους τηρούσαν οι ανωτέρω δύο εναγόμενοι (με τις δύο θυγατέρες τους και με τη μητέρα της 3ης εναγομένης) στο κατάστημα της Ε. Τ. της Ε. που λειτουργεί στην πόλη του …. Συνδικαιούχοι αυτών των τραπεζικών λογαριασμών είναι, αντίστοιχα, ο 2ος και η 3η εναγόμενοι, οι δύο θυγατέρες τους, Μ. και Ι., και η μητέρα της 3ης εναγομένης, Ν. Ε.. Τα χρηματικά ποσά, τα οποία ανέλαβαν οι ανωτέρω δύο (2ος και 3η) εναγόμενοι από τους τραπεζικούς λογαριασμούς του Α. Π. είναι τα εξής: ποσό 30.000 ευρώ, ποσό 30.000 ευρώ, ποσό 30.000 ευρώ και ποσό 14.500 ευρώ, αντίστοιχα. Επιπλέον, στις 18.04.2014 οι ανωτέρω δύο (2ος και 3η) εναγόμενοι πραγματοποίησαν νέα ανάληψη αποταμιευμένων χρημάτων του Α. Π. από τον υπ' αριθμόν ... τραπεζικό λογαριασμό του, τον οποίο τηρούσε αυτός στο κατάστημα … (…) της τράπεζας A. B.. Το χρηματικό ποσό που ανέλαβαν οι ανωτέρω δύο εναγόμενοι από τον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό (του Α. Π.) ανέρχεται σε πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ και η ανάληψή του διενεργήθηκε με μεταφορά του ποσού αυτού από τον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό του Α. Π. στον υπ' αριθμόν ... τραπεζικό λογαριασμό, τον οποίο τηρούσαν αυτοί οι δύο εναγόμενοι στο ίδιο τραπεζικό κατάστημα (υπ' αριθμόν …) της τράπεζας A. B., ως συνδικαιούχοι αυτού....Ειδικότερα στη διάρκεια της νοσηλείας του (από 01.03.2023 και μετέπειτα, ιδίως μάλιστα από 10-04.2013, οπότε υπέστη γαστρορραγία και μετέπειτα έως την ημέρα του θανάτου του στις 11.09.2013) ο Α. Π. δεν ανέφερε ποτέ στους επισκέπτες του ότι είχε πρόθεση να μεταβιβάσει τα αποταμιευμένα χρήματά του στους ανωτέρω δύο (2ο και 3η ) εναγομένους. Επίσης στη διάρκεια της ως άνω νοσηλείας του ο Α. Π. δεν αφηγήθηκε ποτέ στους επισκέπτες του ότι έδωσε εντολή να αναλάβουν τα αποταμιευμένα χρήματά του από τις ανωτέρω τράπεζες, για να είναι διαθέσιμα τα χρήματα, ώστε να δαπανηθούν για τη διενέργεια χειρουργικής επέμβασης, στην οποία (δήθεν) επιθυμούσε αυτός να υποβληθεί σε ιατρικό κέντρο των Αθηνών. Επίσης, στη διάρκεια της ανωτέρω νοσηλείας του ο Α. Π. δεν αφηγήθηκε ποτέ στους επισκέπτες του ότι έδωσε εντολή στους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους να αναλάβουν τα αποταμιευμένα χρήματά του από τις ανωτέρω τράπεζες, για να αποφύγει πιθανό κούρεμα των καταθέσεών του, παρόμοιο με αυτό που είχε διενεργηθεί στην … κατά το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα. Επίσης, στη διάρκεια της δίκης αυτής δεν αποδείχθηκε ότι ο Α. Π. αισθανόταν τόσο πολύ υποχρεωμένος προς τους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους, ώστε να αποφασίσει να μεταβιβάσει όλα τα αποταμιευμένα χρήματά του προς αυτούς. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο Α. Π. διατηρούσε την ελπίδα ότι θα αναρρώσει προσεχώς από την ασθένειά του, έκανε σχέδια για το μέλλον του, διατύπωσε την επιθυμία του να εγκατασταθεί προσεχώς στο ανωτέρω (ιδιόκτητο) διαμέρισμά του, διότι η πρόσβαση αυτού προς αυτό θα ήταν ευκολότερη, και, αυτονόητα, επιθυμούσε να διατηρήσει στην κατοχή του και στην κυριότητά του όλα τα περιουσιακά στοιχεία του και, φυσικά, όλα τα αποταμιευμένα και κατατεθειμένα στις ανωτέρω τράπεζες χρήματά του, τα οποία είχε συγκεντρώσει στη διάρκεια της πολύχρονης και μοναχικής ζωής του, η οποία ήταν εξαιρετικά λιτή. Περαιτέρω, μάλιστα, οι ανωτέρω αιτιολογίες του 2ου και της 3ης εναγομένων ως προς τις ανωτέρω κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών και των καταθέσεων, (προθεσμιακών και μη), του θανόντος, Α. Π., αξιολογούνται (από το Δικαστήριο αυτό) ως ουσιαστικά αβάσιμες για τους πρόσθετους (και βασισμένους σε λογικές σκέψεις) λόγους ότι: α) Η μετακίνηση των αποταμιευμένων χρημάτων (των τραπεζικών καταθέσεων) του Α. Π. σε προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς των ανωτέρω δύο (2ου και 3ης) εναγομένων και των οικείων τους δεν κατέστησε τα χρήματα αυτά περισσότερο διαθέσιμα (για τον Α. Π.) από όσο ήταν προηγουμένως, όταν τα χρήματα αυτά ήταν κατατεθειμένα σε προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς του Α. Π., β) Ο κίνδυνος μείωσης των αποταμιευμένων χρημάτων του Α. Π. εξαιτίας "κουρέματος" των τραπεζικών καταθέσεων, όπως είχε γίνει στην …, μπορούσε να αποφευχθεί (από τους ανωτέρω εναγόμενους) με διασπορά των χρημάτων σε περισσότερες τράπεζες, στο όνομα του δικαιούχου, Α. Π., ή με προσθήκη ενός συνδικαιούχου στους τραπεζικούς λογαριασμούς του Α. Π. ή με ανάληψη ορισμένων χρημάτων, (ώστε να μειωθεί το ποσό των καταθέσεων), και τοποθέτησή τους σε θυρίδα θησαυροφυλακίου τράπεζας στο όνομα του αληθινού δικαιούχου, (Α. Π.), γ) Ο ισχυρισμός των ανωτέρω δύο (2ου και 3ης) εναγομένων ότι (δήθεν) ο Α. Π. επιθυμούσε να περιέλθουν τα αποταμιευμένα στις τράπεζες χρήματά του μετά τον θάνατό του στους ανωτέρω δύο εναγόμενους αξιολογείται ως ουσιαστικά αβάσιμος για όσους λόγους αναφέρονται σε τούτη την απόφαση. Μάλιστα, οι επανειλημμένες μετακινήσεις των αποταμιευμένων (στις τράπεζες) χρημάτων του Α. Π. σε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, αποδεικνύει (κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου) την ανασφάλεια των ανωτέρω δύο (2ου κατ 3ης) εναγόμενων και την ανησυχία τους μην τυχόν ιαθεί ο Α. Π. από την ασθένειά του και διαπιστώσει, προσεχώς, την αυθαίρετη μετακίνηση των χρημάτων του σε προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς των ανωτέρω δύο εναγομένων (και των οικείων τους). Το γεγονός ότι, ενδεχομένως, ο Α. Π. δεν διατηρούσε συχνή προσωπική ή τηλεφωνική (ή άλλου είδους) επικοινωνία με τις δύο ενάγουσες εξαδέλφες του, Ε. Τ. και Μ. Τ., και ότι, ενδεχομένως, χαρακτήρισε αυτές, στη διάρκεια των συζητήσεών του με τους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους, ως "ζωντανές νεκρές" για αυτόν, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο Α. Π. επιθυμούσε να περιέλθουν οι ανωτέρω τραπεζικές καταθέσεις του στους ανωτέρω-δύο (2ο και 3η) εναγόμενους και, μάλιστα, στη διάρκεια της ζωής του. Αν ο Α. Π. είχε πρόθεση να περιέλθουν οι ανωτέρω τραπεζικές καταθέσεις του στους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους, πιθανολογείται βάσιμα (σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου τούτου) ότι θα κατάρτιζε (δημόσια ή ιδιωτική) διαθήκη, με την οποία θα κατέλειπε τις ανωτέρω τραπεζικές καταθέσεις του στους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους, ώστε να επιτύχει, συγχρόνως, τα εξής αποτελέσματα: α) Να διατηρήσει τις τραπεζικές καταθέσεις του στην κυριότητά του μέχρι την ημέρα του θανάτου του, επειδή, πιθανώς, θα του ήταν χρήσιμες στη διάρκεια των υπόλοιπων ετών της ζωής του, β) Να περιέλθουν οι τραπεζικές καταθέσεις του στους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους μετά τον θάνατό του, γ) Να μην περιέλθουν οι τραπεζικές καταθέσεις του, μετά τον θάνατό του, στις ανωτέρω δύο ενάγουσες πρώτες εξαδέλφες του, τις οποίες θεωρούσε, πιθανώς, ως "ζωντανές νεκρές" για αυτόν. Περαιτέρω, η ελλιπής (ή, ενδεχομένως, ανύπαρκτη έως τότε) επικοινωνία των δύο εναγουσών με τον Α. Π. και η πικρία, την οποία, αναμφίβολα, αισθανόταν αυτός εναντίον αυτών (των δύο εναγουσών) και την οποία εξωτερίκευσε με τη φράση του ότι αυτές (οι δύο ενάγουσες εξαδέλφες του) είναι "ζωντανές νεκρές" για αυτόν, υπήρξε η αιτία, η οποία εξώθησε (σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου τούτου) τους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους στην παράτολμη ενέργειά τους να ιδιοποιηθούν τις τραπεζικές καταθέσεις του Α. Π., στη διάρκεια της ζωής αυτού (του Α. Π.) και αντίθετα προς την πραγματική βούληση αυτού. Το γεγονός ότι οι ανωτέρω δύο (2ος και 3η) εναγόμενοι δεν ιδιοποιήθηκαν τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία του Α. Π., όπως, για παράδειγμα, τα ακίνητα, ιδιοκτησίας του Α. Π., τα οποία βρίσκονται στα ..., και τα χρήματα και τιμαλφή του Α. Π., τα οποία φυλάσσονιαν στη θυρίδα θησαυροφυλακίου που διατηρούσε αυτός στην Ε. Τ. της Ε. Α..Ε.., οφείλεται (κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου) στις εξής αιτίες: α) Τα ακίνητα του Α. Π., τα οποία βρίσκονται στα ..., είχαν, αναμφίβολα, μικρή αξία (σε σύγκριση με την αξία του ανωτέρω ιδιόκτητου διαμερίσματος του Α. Π.) και δεν συνέτρεχε λόγος να ασχοληθούν (οι εναγόμενοι) με εκείνα τα (μικρής αξίας) ακίνητα του Α. Π. κατ' εκείνη τη χρονική περίοδο, β) Η θυρίδα, την οποία διατηρούσε ο Α. Π. στην Ε. Τ. της Ε. Α..Ε.., και το περιεχόμενό της πιθανολογείται βάσιμα ότι ήταν περιστατικά άγνωστα στους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους. Από όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, συνάγεται βάσιμα το συμπέρασμα ότι οι ανωτέρω κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών και των καταθέσεων, (προθεσμιακών και μη), του θανόντος, Α. Π., και, τελικά, η ιδιοποίηση των αποταμιευμένων χρημάτων του Α. Π. εκ μέρους των ανωτέρω δύο (2ου και 3ης) εναγομένων, υπήρξε μία αυθαίρετη ενέργεια των ανωτέρω δύο εναγομένων, αντίθετη προς την πραγματική βούληση του Α. Π., η οποία προκάλεσε οικονομική ζημία στον Α. Π., ίση με το συνολικό ποσό αυτών των καταθέσεων, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 154.500 ευρώ, (ήτοι: 104.500 € +€ = 154.500 €). Ως προς τα ανωτέρω ζητήματα οι μάρτυρες απόδειξης: α)Κ. Ν. του Π. και της Σ., τραπεζικός υπάλληλος, και β) Α. Σ. του Α. και της Ε., οικοκυρά, βεβαίωσαν ένορκα τα εξής περιστατικά: α) Ο πρώτος από αυτούς, Κ. Ν., βεβαίωσε ένορκα τα εξής περιστατικά (περιληπτικά εδώ) : "Με τον Α. Π. ήμουν καρδιακός φίλος ... Τον επισκεπτόμουν καθημερινά, τόσο στο Νοσοκομείο του … ... όσο και στην Κλινική "Ε.", όλο το διάστημα της νοσηλείας του. ... Εκεί συζητούσαμε για όλα τα ζητήματα της καθημερινότητάς μας, τα θέματα της υγείας του αλλά και τα πιο βαθιά και προσωπικά, όπως κάναμε όλα τα χρόνια ... Το ζευγάρι Σ. Α. και Μ. Ε. γνώριζα ως ενοικιαστές του φίλου μου στο διαμέρισμα ιδιοκτησίας του, στην οδό ... και Δ.. Ο ίδιος ο Α. δεν κατοικούσε σ' αυτό, γιατί ήταν μεγάλο για ένα άτομο και το είχε για εκμετάλλευση. Ο Σ. Α. ως καθηγητής είχε καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του μακαρίτη, σε σημείο τέτοιο, που, όταν προσφέρθηκα να εξυπηρετήσω τον Α. με τα διαδικαστικά της Κλινικής και τις πληρωμές του, μου είπε ότι θα τα κάνει ο Σ. που είναι μορφωμένος και ξέρει από αυτά. Μου είπε, επίσης, ότι του έκανε ειδικό πληρεξούσιο να εισπράττει τη σύνταξή του, για να πληρώνει τα έξοδα της Κλινικής. Για το πληρεξούσιο αυτό ήταν κατηγορηματικός ότι ήταν μόνο για τη σύνταξή του. Όσο καιρό νοσηλευόταν στην Κλινική, προσφέρθηκα να τον εξυπηρετήσω και με το αυτοκίνητό του, δηλαδή να μου δώσει τα κλειδιά να το βάζω λίγο μπροστά για την μπαταρία κλπ. Ο ίδιος το είδε σαν καλή ιδέα, αλλά το ζευγάρι των ενοικιαστών του, που είχαν τα κλειδιά και του σπιτιού του και του αυτοκινήτου, απέφευγαν να μου τα δώσουν. Οι συγγενείς του Α. ήταν όλοι μακριά, κατάγονταν από τα ..., όπως και ο ίδιος, και ζούσαν στην .... Ο ίδιος ο Α. ήταν αυτό που λέμε "ψυχούλα", πολύ ευαίσθητος άνθρωπος και πάντα καλοπροαίρετος, δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι κάποιος θα ήθελε να τον εκμεταλλευτεί. Μετά το θάνατό του και προς μεγάλη μου έκπληξη έμαθα ότι το ζευγάρι των ενοικιαστών του Α. είχαν γίνει ιδιοκτήτες πλέον του διαμερίσματος, που νοίκιαζαν απ' αυτόν, και ότι εκτός από τη σύνταξή του είχαν αποκτήσει πρόσβαση σε όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς του, ακόμη και τους προθεσμιακούς, καθώς και στη θυρίδα που διατηρούσε στην Ε. Τ.. Και μάλιστα όλα αυτά, ενώ νοσηλευόταν σε άσχημη κατάσταση στο Νοσοκομείο του …. Ο ίδιος ο Α., πριν πεθάνει, έλεγε ότι, όταν θα έβγαινε από την Κλινική, ήθελε να μετακομίσει στο διαμέρισμα που νοίκιαζε μέχρι τότε στο Σ. και τη Μ., γιατί ένιωθε την αδυναμία του και εκεί θα είχε ευκολότερη πρόσβαση σε σχέση με το νοικιασμένο σπίτι, όπου έμενε στην Κ., (το διαμέρισμα ιδιοκτησίας του είναι σε πολυκατοικία, όπου το ασανσέρ ξεκινάει από το ισόγειο, ενώ το διαμέρισμα που νοίκιαζε στην Κ., ήταν υπερυψωμένο ισόγειο, που, για να μπει μέσα, έπρεπε να ανέβει 10 σκαλοπάτια). Για τα χρήματα που είχε μαζέψει με οικονομίες χρόνων και διατηρούσε σε τραπεζικούς λογαριασμούς, με ρωτούσε μέχρι τα τελευταία του την άποψή μου για την πιο συμφέρουσα επιλογή από θέμα επένδυσης.
Για τους λόγους αυτούς και από τα ίδια τα λεγάμενα του Α. είμαι πεπεισμένος ότι δε θα έκανε ποτέ πληρεξούσιο, με το οποίο στην ουσία θα μεταβίβαζε όλα τα περιουσιακά του στοιχεία στο συγκεκριμένο ζευγάρι. Επίσης, ουδέποτε μου έδωσε την εντύπωση της τόσο στενής του σχέσης με τους συγκεκριμένους, που να δικαιολογεί την πλήρη μεταβίβαση των περιουσιακών του στοιχείων σε αυτούς. Ο Α. κοντινότερους ανθρώπους είχε τις ξαδέρφες του, που έμεναν στην ..., Μ. και Ε. Τ.. ...". β) Η δεύτερη από αυτούς τους μάρτυρες, Α. Σ., βεβαίωσε ένορκα τα εξής περιστατικά (περιληπτικά εδώ): "Τον κυρ-Α. τον Π. γνώρισα τους τελευταίους μήνες τις ζωής του. Συγκεκριμένα από 17 Μαρτίου 2013, όταν νοσηλευόταν στην Κ. «Ε.» στην πλατεία ..., με κάλεσαν για τη φροντίδα του, μέσω της πεθεράς μου, το ζευγάρι Σ. Α. και Μ. Ε.. ... Εγώ απασχολήθηκα, τελικά, από τότε και μέχρι το θάνατό του (στις 11 Σεπτεμβρίου του 2013) ως αποκλειστική νοσοκόμα, συνοδός του κυρ-Α., καθημερινά, συμπεριλαμβανομένων και των Σαββατοκύριακων, από ώρα 8 π.μ. έως 2 μ.μ. και 5 μ.μ. έως 8 μ.μ. ή 6 μ.μ. έως 8 μ.μ. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα κατά τις παραπάνω ώρες ήμουν διαρκώς δίπλα του, τον περιποιούμουν τόσο για την καθαριότητα όσο και για το φαγητό του και του έκανα συντροφιά. Τη νύχτα ερχόταν σε αντικατάστασή μου μία άλλη γυναίκα με το όνομα …, βουλγάρικης καταγωγής. Η μόνη μέρα που απουσίασα από δίπλα του κατά τις παραπάνω ώρες, ήταν ανήμερα του Πάσχα, στις 5 Μαΐου 2013. Και τότε τον επισκέφτηκα στην Κλινική, αλλά μόνο το μεσημέρι για λίγο, προκειμένου να τον ταΐσω, και κατόπιν έφυγα. Για την απασχόλησή μου αυτή με κάλεσαν, όπως είπα, μέσω της πεθεράς μου, το ζεύγος Σ. Α. και Μ. Ε., οι οποίοι γνώριζα ότι ήταν ενοικιαστές του μακαρίτη σε διαμέρισμά του τα τελευταία 10 χρόνια. Όσο νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο του …, ήμουν και πάλι η αποκλειστική του συνοδός για τις ίδιες ώρες, πρωί-απόγευμα, δηλαδή από ώρα 8 π.μ. έως 2 μ.μ. και 5 μ.μ. έως 8 μ.μ. Τότε οι γιατροί έλεγαν ότι, αν ξεπερνούσε το επεισόδιο τις επόμενες 2 μέρες, θα είχε ζωή για 2- 3 μήνες ακόμη το πολύ. Αφού βγήκε από το Νοσοκομείο και πήγε στην Κλινική, μετά τις μέρες του Πάσχα, άρχισαν να τον επισκέπτονται τακτικά οι ξαδέρφες του από την ..., Ε. Τ. και Μ. Τ., που έμαθαν για την άσχημη κατάστασή του. Όλο το διάστημα που νοσηλευόταν στην Κλινική, τον επισκέπτονταν και οι φίλοι του και πρώην συνάδελφοι, μεταξύ των οποίων και οι Γ. Τ. (από …) και Κ. Ν.. Ο τελευταίος τον επισκέπτονταν σχεδόν καθημερινά μετά τη δουλειά του, ενώ καθημερινά μετά τη δουλειά τους επισκέπτονταν τον κυρ-Α. και το ζευγάρι των ενοικιαστών του (Σ. και Μ.). Μάλιστα, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού ο Σ. και η Μ. πήραν τον κυρ-Α. από την Κλινική 2-3 φορές με το αυτοκίνητό τους, υπογράφοντας, απ' όσο γνωρίζω, σχετική δήλωση, για να τον πάνε βόλτα στα … για καφέ. ... Όταν νοσηλευόταν στην Κλινική, την άνοιξη του 2013, τον επισκέφτηκε εκεί ένας Συμβολαιογράφος, του οποίου το όνομα δεν γνωρίζω, μαζί με τη Μ. Ε.. Όταν μπήκε ο συμβολαιογράφος στο δωμάτιο του είπε: "Ήρθαμε για την εξουσιοδότηση της σύνταξης". Εγώ βγήκα στο διάδρομο έξω από το δωμάτιο και, όταν ξαναμπήκα, ρώτησα τον κυρ-Α. μεταξύ σοβαρού και αστείου: "Ξέρεις τι υπέγραψες;". Εκείνος μου απάντησε: "Υπέγραψα για τη σύνταξη, ό,τι μου διάβασαν, εγώ τα μικρά γραμματάκια, άρρωστος άνθρωπος, δεν μπορώ να τα διαβάσω, δυο σελίδες που μου έδειξαν, αυτό". Το ίδιο έλεγε και στους στενούς φίλους του, που τον επισκέπτονταν, συγκεκριμένα και στον Κ. Ν. και στην κυρία Π., δηλαδή έλεγε σε όλους ότι έκανε πληρεξούσιο για τη σύνταξη. Με το φίλο του το Γιάννη, που ήταν πρώην συνάδελφός του, συζητούσαν και πού να φυλάξει τα χρήματά του, σε κλειστό λογαριασμό στην Τράπεζα ή αλλού, και τον ρωτούσε τι έκανε και ο ίδιος ο φίλος του με τα δικά του χρήματα. Όσο ο κυρ-Α. ήταν στο Νοσοκομείο, εγώ δεν είδα συμβολαιογράφο να έρχεται για υπογραφές, τουλάχιστον όχι τις ώρες που ήμουν εγώ δίπλα του. Μέχρι το θάνατό του, παρ' όλο που ήταν για πολλούς μήνες στην Κλινική, δεν πίστευε ότι θα πέθαινε, αλλά όχι θα γύριζε στο σπίτι του, και μάλιστα τον απασχολούσε το ότι το διαμέρισμα στην Κ., που νοίκιαζε για σπίτι του, ήταν υπερυψωμένο ισόγειο και ήθελε 10 σκαλοπάτια, για να ανέβει μέχρι την πόρτα του. Καταλάβαινε ότι ήταν πιο αδύναμος, αλλά δεν πίστευε με τίποτα ότι θα πέθαινε. Δυο βδομάδες πριν πεθάνει, ο κυρ-Α. έψαχνε τρόπο να πει στο Σ. και τη Μ., (στους νοικιαστές του), να φύγουν, για να πάει να μείνει εκείνος στο διαμέρισμά του, γιατί στην πολυκατοικία του δεν υπήρχαν σκαλοπάτια από την είσοδο μέχρι το ασανσέρ. Επίσης, το διαμέρισμά του ήταν μεγαλύτερο και είχε ένα έξτρα δωμάτιο για μια γυναίκα "εσώκλειστη", που θα χρειαζόταν να μένει πια μαζί του, για να τον φροντίζει. Εγώ κάποια στιγμή, στις κουβέντες που κάναμε, για να περάσει η ώρα, του είπα: "Δώστο το διαμέρισμα στη Μ., τι να το κάνεις εσύ μεγάλος άνθρωπος", κι εκείνος μου απάντησε: "Προτιμώ να το δώσω στα ιδρύματα, η Μ. έχει τρία σπίτια. Ό,τι μπορώ θα τους βοηθήσω αλλά όχι και το σπίτι. Τους νοικιάζω το σπίτι πολύ χαμηλά, αξίζει πολύ περισσότερο". Μια άλλη φορά προς το τέλος, μπροστά και σε άλλους συγγενείς και φίλους του και μάλιστα μπροστά στην Ε. Τ., τη Μ. Ε. και το Σ. Α., είπε στο Σ. με σοβαρό ύφος: "Εσύ μου έφαγες πολλά". ... Η ξαδέρφη του ζήτησε να δει αν το πληρεξούσιο, που είχαν κάνει, είχε και εντολή να κρατάνε τα κλειδιά του σπιτιού του, αλλά δεν το έδειξαν. Τη μέρα του θανάτου του κυρ-Α. πάλι οι ξαδέρφες του ζήτησαν τα κλειδιά, για να πάρουν ρούχα για τον μακαρίτη, αλλά ο Σ. και η Μ. δεν τους τα έδωσαν και τελικά τα άφησαν στη Διεύθυνση της Κλινικής ...". Σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου τούτου οι ανωτέρω δύο ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων απόδειξης, Κ. Ν. και Α. Σ., είναι απολύτως ειλικρινείς και αμερόληπτες και έχουν σημαντική αποδεικτική αξία στο πλαίσιο τούτης της δίκης. Από όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, το Δικαστήριο τούτο σχημάτισε την εξής δικανική πεποίθηση: α) Ότι ο Α. Π., θέτοντας (ως εντολέας) την υπογραφή του στο ανωτέρω πληρεξούσιο (υπ' αριθμόν ...), είχε την πεποίθηση ότι παρέχει πληρεξουσιότητα στους εντολοδόχους του (2ο και 3η εναγόμενους) να εισπράττουν τη μηνιαία σύνταξή του και να διαχειρίζονται αυτή προς εξόφληση των οφειλών του προς τους οργανισμούς κοινής ωφέλειας, προς τα νοσηλευτήρια, προς τα φαρμακεία, προς τις αποκλειστικές νοσοκόμες του, προς τον εκμισθωτή της μίσθιας κατοικίας του κλπ, β) Ότι το περιεχόμενο του ανωτέρω πληρεξουσίου δεν καθορίστηκε σύμφωνα με την πραγματική βούληση του Α. Π. αλλά σύμφωνα με τη βούληση των ανωτέρω δύο (2ου και 3ης) εναγομένων, οι οποίοι είχαν ήδη αποφασίσει να ιδιοποιηθούν, αυθαίρετα και παράνομα, τα περιουσιακά στοιχεία του Α. Π., γ) Ότι, κατά πάσα πιθανότητα, ο 1ος εναγόμενος, Α. Δ. του Γ., συμβολαιογράφος …, ο οποίος κατάρτισε το ανωτέρω πληρεξούσιο, δεν ενημέρωσε με σαφήνεια και πληρότητα τον Α. Π. σχετικά με το περιεχόμενο του ανωτέρω πληρεξουσίου και τις συνέπειες, τις οποίες θα μπορούσε να επιφέρει η κακή (και αντίθετη προς την πραγματική βούληση του εντολέα, Α. Π.) χρήση αυτού του πληρεξουσίου εκ μέρους των δύο εντολοδόχων του, δ) Ότι όσα αναφέρθηκαν, ισχύουν και ως προς το δεύτερο κατά σειρά πληρεξούσιο (υπ' αριθμόν …) το οποίο κατάρτισε ο ανωτέρω, 1ος εναγόμενος, συμβολαιογράφος … και υπέγραψε ο Α. Π. ως εντολέας, ε) Ότι, μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Α. Π. είχε την ελπίδα όχι θα αναρρώσει προσεχώς από την ασθένειά του και επιθυμούσε να διατηρήσει όλα τα περιουσιακά στοιχεία του στην κατοχή του και στην κυριότητά του μέχρι την ημέρα του θανάτου του, για την οποία δεν φανταζόταν ότι θα επερχόταν τόσο σύντομα, στ) Ότι, ενδεχομένως, ο Α. Π. δεν επιθυμούσε να περιέλθει η περιουσία του, μετά τον θάνατό χου, στις ανωτέρω δύο ενάγουσες εξαδέλφες του, Ε. Τ. και Μ. Τ., αλλά το γεγονός αυτό δεν έχει επιρροή στην έκβαση τούτης της δίκης, αφού αυτός (ο Α. Π.) παρέλειψε να καταρτίσει διαθήκη και να διαθέσει την περιουσία του, μετά τον θάνατό του, σύμφωνα με την πραγματική βούλησή του, και, συνεπώς, η κληρονομική διαδοχή του ρυθμίζεται πλέον, αναγκαστικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, (άρθρα 1813- 1824 ΑΚ). Με τις ενέργειες τους, οι οποίες αναφέρθηκαν πιο πάνω αναλυτικά, οι ανωτέρω δύο (2ος και 3η) εναγόμενοι ιδιοποιήθηκαν αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία του αποβιώσαντος, Α. Π., χωρίς νόμιμα αιτία, και συγκεκριμένα ιδιοποιήθηκαν: α) το υπό στοιχεία Α-3 (ιδιόκτητο) διαμέρισμα του Α. Π., το οποίο κείται στον πρώτο όροφο πολυώροφης οικοδομής, οικοδομημένης στην πόλη του …, στη διασταύρωση των οδών Δ. αριθμός … και ..., αρχικά κατά την ψιλή κυριότητα αυτού, αξίας της κυριότητας αυτής (κατά την ημέρα της ιδιοποίησης) ποσού 48.200 ευρώ, και, στη συνέχεια, κατά την ημέρα θανάτου του Α. Π., κατά την επικαρπία αυτού του διαμερίσματος, αξίας της επικαρπίας αυτής (κατά την ημέρα της ιδιοποίησης), ποσού 5.400 ευρώ. β) τις χρηματικές καταθέσεις του θανόντος, Α. Π., συνολικού ποσού ευρώ 154.500 ευρώ.
Συνεπώς, με τις ανωτέρω ενέργειές τους οι ανωτέρω (2ος και 3η) εναγόμενοι προκάλεσαν οικονομική ζημία στον Α. Π., συνολικού ποσού 202.700 ευρώ, (ήτοι: 48.200 € + 154.500 € = 202.700 €). Μετά τον θάνατο του Α. Π. η αντίστοιχη αξίωσή του προς αποζημίωση περιήλθε, αυτοδίκαια, στις ανωτέρω δύο ενάγουσες, ως πλησιέστερες συγγενείς του θανόντος και μοναδικές κληρονόμους αυτού, κατά ποσοστό 1/2 σε έκαστη από αυτές. Επομένως, μετά τον θάνατο του Α. Π. έκαστη από τις δύο ενάγουσες δικαιούται να λάβει από τους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους αποζημίωση, ποσού 101.350 ευρώ, (ήτοι: 202.700 € χ % = 101.350 €), όπως αποφάνθηκε ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του. Περαιτέρω όμως, μετά τον θάνατο του Α. Π. και με την αυθαίρετη ιδιοποίηση της επικαρπίας του ανωτέρω διαμερίσματος, την οποία πραγματοποίησαν οι ανωτέρω δύο (2ος και 3η) εναγόμενοι, προκλήθηκε στις ενάγουσες, ως μοναδικές κληρονόμους του Α. Π., περιουσιακή ζημία, ποσού 5.400 ευρώ, όπως εκτέθηκε πιο πάνω. Επομένως, μετά τον θάνατο του Α. Π. έκαστη από τις δύο ενάγουσες δικαιούται να λάβει από τους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους πρόσθετη αποζημίωση, ποσού 2.700 ευρώ, (ήτοι: 5.400 € Χ 1/2 = 2.700 €), εκτός από την αποζημίωση, ποσού 101.350 ευρώ, για την οποία έγινε λόγος πιο πάνω. Συνακόλουθα, εκάστη από τις δύο ενάγουσες δικαιούται να λάβει από τους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους αποζημίωση, ποσού 104.050 ευρώ, (ήτοι: 101.350 + 2.700 € = 104.050 €), όπως εκτίθεται ορθά στην ένδικη αγωγή, (και κατά το σημείο αυτό έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δεν έλαβε υπόψη του την πρόσθετη οικονομική ζημία των εναγουσών, η οποία προκλήθηκε σε αυτές με την αυθαίρετη ιδιοποίηση της επικαρπίας του ανωτέρω διαμερίσματος, την οποία πραγματοποίησαν οι ανωτέρω δύο (2ος και 3η) εναγόμενοι). Περαιτέρω, οι πιο πάνω ενέργειες των ανωτέρω δύο (2ου και 3ης) εναγομένων, (δηλαδή η εκ μέρους τους ιδιοποίηση των πιο πάνω περιουσιακών στοιχείων του Α. Π.), είχαν ως συνέπεια να προσβληθεί η ψυχική ηρεμία των εναγουσών, να προκληθεί στις ενάγουσες εύλογη ανησυχία για την πιθανή οριστική απώλεια των επίδικων περιουσιακών στοιχείων του θανόντος εξαδέλφου τους, Α. Π., και για την πιθανή πρόκληση οικονομικής ζημίας σε αυτές, ως μοναδικές κληρονόμους του πιο πάνω συγγενούς τους, να προκληθεί εμπλοκή των εναγουσών σε μακρόχρονες ποινικές και αστικές δίκες, χωρίς δική τους υπαιτιότητα, και, επίσης, να προκληθεί στις ενάγουσες στενοχώρια και ηθική βλάβη μέτριας (κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου τούτου) έντασης.
Συνεπώς, η πρόκληση των ανωτέρω δυσάρεστων συνεπειών σε βάρος των εναγουσών και η επακόλουθη ηθική βλάβη των εναγουσών οφείλονται σε αδικοπραξίες των 2ου και 3ης εναγομένων, οι οποίες προκλήθηκαν με πρόθεση αυτών των εναγομένων. Λαμβάνοντας υπόψη του το Δικαστήριο τούτο τη βαρύτητα της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε στις ενάγουσες, τις συνθήκες , κάτω από τις οποίες τέλεσαν οι ανωτέρω δύο (2ος και 3η) εναγόμενοι τις επίδικες αδικοπραξίες τους, τη βαρύτητα του πταίσματος των ανωτέρω δύο εναγομένων, το οποίο συντέλεσε στην πρόκληση του επίδικου αποτελέσματος, την περιουσιακή κατάσταση και την κοινωνική θέση των εναγουσών και των ανωτέρω δύο (2ου και 3ης) εναγομένων, (το Δικαστήριο) κρίνει ότι έκαστη ενάγουσα δικαιούται να λάβει χρηματική ικανοποίηση, ποσού 2.000 ευρώ, από τους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους, πέραν του ποσού των 44 ευρώ, το οποίο επιφυλάχθηκε έκαστη ενάγουσα να αξιώσει από έκαστο από τους ανωτέρω αντιδίκους της ενώπιον του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου, ως πολιτικώς ενάγουσα. Το ανωτέρω χρηματικό ποσό αξιολογείται από το Δικαστήριο τούτο ως εύλογο, επαρκές και αναγκαίο, προκειμένου να αποκατασταθεί πλήρως η ανωτέρω ηθική βλάβη εκάστης ενάγουσας". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς την επιδίκαση του ποσού των 2000 ευρώ σε καθένα των εναγουσών και σε βάρος των εναγομένων εις ολόκληρον ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την φερόμενη κατά τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά αδικοπραξία τους σε βάρος του δικαιοπαρόχου τους Α. Π. παραβίασε το περιεχόμενο του άρθρου 933 ΑΚ, καθότι ο τελευταίος δεν είχε ασκήσει αγωγή με το αίτημα αυτό κατά των εναγομένων, έτσι ώστε να καταστεί κληρονομητέα και η αξίωση αυτή από τις ενάγουσες, ούτε είχε αναγνωριστεί απ' αυτούς η αξίωση με σύμβαση, και επομένως πρέπει να αναιρεθεί ως προς το κεφάλαιο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή ως ουσία βασίμου του δεύτερου λόγου αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επίσης πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσία βάσιμος και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο με το να δεχθεί τα πιο πάνω στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη κρίση του στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και έχει ανεπαρκείς, αντιφατικές και ενδοιαστικές αιτιολογίες κατά τρόπο που να μην καθιστούν ευχερή τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται η απάτη του δικαιοπαρόχου Α. Π. με την παραπλάνησή του από τους εδώ εναγόμενους, ή ποια γεγονότα απεκρύφησαν ή αποσιωπήθηκαν απ' αυτόν, τα οποία οδήγησαν στη σύνταξη των προαναφερθέντων πληρεξουσίων συμβολαιογραφικών εγγράφων με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και την παροχή πληρεξουσιότητας προς ενέργεια μεταβιβαστικών πράξεων προς διάθεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας αυτού, και γίνεται μία απλή και γενική αναφορά ότι το περιεχόμενό τους δεν καθορίστηκε σύμφωνα με την πραγματική βούληση αυτού αλλά με τη σύμφωνη βούληση των ως άνω εναγομένων, ενώ επί πλέον γίνεται λόγος μόνον για αυθαίρετη ενέργειά τους ως προς τη μεταβίβαση σ' αυτούς της ψιλής κυριότητας του προπεριγραφέντος διαμερίσματος και την μεταφορά των χρηματικών ποσών από λογαριασμούς του θανόντος σε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγομένων και τρίτων προσώπων, εν όψει του ότι τα ως άνω συμβολαιογραφικά πληρεξούσια έγιναν ενώπιον του πρώτου εναγόμενου συμβολαιογράφου, ως προς τον οποίον απορρίφθηκε η αγωγή των εναγουσών ως απαράδεκτη για νομικούς λόγους. Ούτε εκτίθεται η συμμετοχική ή μη δράση των εναγομένων με τον συντάξαντα τα ως άνω συμβολαιογραφικά πληρεξούσια συμβολαιογράφο, είτε ως προς την τέλεση απάτης είτε ως προς την ψευδή βεβαίωση του περιεχομένου τους, αλλά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιέχονται ενδοιαστικές κρίσεις ως προς τη δράση του τελευταίου ότι "κατά πάσα πιθανότητα ο πρώτος εναγόμενος Α.. Δ. του Γ., συμβολαιογράφος …, ο οποίος κατήρτισε το ανωτέρω πληρεξούσιο, δεν ενημέρωσε με σαφήνεια και πληρότητα τον Α. Π. σχετικά με το περιεχόμενο του ανωτέρω πληρεξουσίου και τις συνέπειες, τις οποίες θα μπορούσε να επιφέρει η κακή χρήση αυτού του πληρεξουσίου του εντολέα", καθώς επίσης και άλλη ενδοιαστική κρίση ως προς το ότι ο Α.. Π. "ενδεχομένως δεν επιθυμούσε να περιέλθει η περιουσία του μετά τον θάνατό του, στις ανωτέρω δύο ενάγουσες εξαδέλφες του..", από την οποία όμως μπορεί να συναχθεί, με βάση και την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, και εξ αντιδιαστολής ότι αυτός ζήτησε πραγματικά για τον ως άνω λόγο τη σύνταξη των ως άνω συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων για τη μεταβίβαση των προαναφερθέντων περιουσιακών στοιχείων προς τους εναγόμενους, εν όψει του ότι α) ο Α.. Π. κατά το χρόνο του θανάτου του κατείχε και άλλη, πέραν αυτής που απέκτησαν οι εναγόμενοι βάσει των ως άνω συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων, κινητή και ακίνητη περιουσία (οικόπεδο με παλαιά οικία, αυτοκίνητο) καθώς και την επικαρπία του ως άνω μεταβιβασθέντος διαμερίσματος, όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, β) όπως αναφέρεται, αντιφατικώς, σε άλλο χωρίο της τελευταίας "η ελλιπής (ή, ενδεχομένως, ανύπαρκτη έως τότε) επικοινωνία των δύο εναγουσών με τον Α. Π. και η πικρία, την οποία, αναμφίβολα, αισθανόταν αυτός εναντίον αυτών (των δύο εναγουσών) και την οποία εξωτερίκευσε με τη φράση του ότι αυτές (οι δύο ενάγουσες εξαδέλφες του) είναι "ζωντανές νεκρές" για αυτόν, υπήρξε η αιτία, η οποία εξώθησε (σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου τούτου) τους ανωτέρω δύο (2ο και 3η) εναγόμενους στην παράτολμη ενέργειά τους να πωλήσουν και μεταβιβάσουν το ανωτέρω (ιδιόκτητο) διαμέρισμα του Α. Π. προς τους εαυτούς τους, με αυτοσύμβαση".
Συνεπώς, αφού απορριφθεί : α) ο πρώτος λόγος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίον οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο ότι εσφαλμένως εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 1746, 1810 ΑΚ με το να δεχθεί, κατά τα προαναφερθέντα, ότι οι ενάγουσες νομιμοποιούνται ενεργητικά για την άσκηση της ένδικης αγωγής, ενώ αυτές είναι εμμέσως ζημιωθείσες από τη φερόμενη αδικοπραξία των εναγομένων σε βάρος του προαναφερθέντος δικαιοπαρόχου τους, ως αβάσιμος, διότι οι ενάγουσες ασκούν την αγωγή αυτή ως κληρονόμοι του ζημιωθέντος δικαιοπαρόχου τους, εν όψει του ότι η αξίωση αποζημίωσής του κατά των εναγομένων έχει κληρονομηθεί απ' αυτούς, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση και β) ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο ότι παραβίασε την αποδεικτική δύναμη των δημόσιων εγγράφων και συγκεκριμένα του προαναφερθέντος υπ' αριθμ. ... και ... συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων του θανόντος, ως προς την εντολή για την πώληση του προαναφερθέντος διαμερίσματός του και τη μεταφορά των ως άνω χρημάτων από τους τραπεζικούς λογαριασμούς του σε λογαριασμούς των εναγομένων με τρίτα πρόσωπα ή και με τον ίδιο τον θανόντα, καθόσον σύμφωνα με το άρθρο 438 ΚΠολΔ αυτά αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνον με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, κάτι που δεν έπραξαν οι αναιρεσίβλητοι, με αποτέλεσμα να καταλήξει στις προαναφερθείσες παραδοχές ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη τους, ως αβάσιμος, διότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 441 ΚΠολΔ τα δημόσια έγγραφα που συντάσσονται για τη σύσταση ή τη βεβαίωση δικαιοπραξίας αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποίαν οι ενάγοντες μπορούν να ανταποδείξουν ότι η περιεχόμενη δήλωση βούλησης της πληρεξουσιότητας για τις προαναφερθείσες πράξεις που έγιναν με βάση τα προαναφερθέντα πληρεξούσια συμβολαιογραφικά έγγραφα δεν ανταποκρίνονταν στην βούληση του εντολέα μετέπειτα θανόντος, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά τα αναφερόμενα ως άνω κεφάλαια αυτής και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), καθώς και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), που κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 26/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Διατάζει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Λάρισας, συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ