ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 700/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 700/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 700/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 700 / 2024    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 700/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Φ. του Γ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Χανιωτάκη, η οποίο διορίσθηκε με την με αριθμό …/2023 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν.3226/2004 και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. υπεράκτιας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «A. S. S." με έδρα την ... αλλά και τέως εγκατεστημένης στην Ελλάδα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Α. Κ. του Α., κάτοικο …. 2.υπεράκτιας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "D. D. S..A.. με έδρα τον … αλλά και εγκατεστημένης στην Ελλάδα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Α. Κ. του Α., κάτοικο …, 3.εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Δ. Ν. Ε." με έδρα την …, και ήδη λυθείσας, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Α. Κ., κάτοικο …, 4.Α. Κ. του Α., κατοίκου …, ατομικά αλλά και α)ως προέδρου, νόμιμου εκπροσώπου, μετόχου, διαχειριστή και πληρεξούσιου της ως άνω υπεράκτιας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "D. D. S..A.., β)ως προέδρου, νόμιμου εκπροσώπου, μετόχου και πληρεξουσίου της ως άνω υπεράκτιας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "A. S. S..A.. και γ)ως εταίρου, διαχειριστή και πληρεξουσίου της ως άνω εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με τον τίτλο "Δ. Ν. Ε.", 5)Α. Κ. του Α., κατοίκου …, ατομικά και ως μετόχου και μέλος του Δ.Σ. των ως άνω εταιρειών α)"D. D. S..A.. και β)"A. S. S..Α.., και 6)Α. Κ. του Α., κατοίκου …, ατομικά και ως μετόχου και μέλος του Δ.Σ. των εταιρειών α)"A. S. S..A.. και β)"D. D. S..A.., και 7)Ε. συζ. Α. Κ. του Α., κατοίκου …, ατομικά αλλά και ως μετόχου και μέλος του Δ.Σ. των εταιρειών α)"D. D. S..A.. και β)«A. S. S.A.». Όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Κανελλόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 380/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2128/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-4-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 20.4.2023 και με αριθμό κατάθ. …/…/20.4.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών με αριθμ. 2128/20.4.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 17.7.2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. …/…/2020) έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 380/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσία η από 9.10.2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. …/…/2017) αγωγή. H αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός διετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση αυτής (άρθρα 147 παρ. 1, 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και να αναφέρει, εκτός άλλων, και τους λόγους της αναίρεσης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναγράφεται ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ ή, αν πρόκειται για προσβολή απόφασης του ειρηνοδικείου ή του πρωτοδικείου που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης από τους επίσης περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η εκδοχή του αναιρεσείοντος για την έννοια της διάταξης που φέρεται, ότι παραβιάστηκε, ούτε το κατά την άποψη του τελευταίου πραγματικό μέρος της υπόθεσης και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει να αναφέρονται σαφώς και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή της αίτησης. Τούτο δε διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται όχι από την ορθότητα του αιτιολογικού της, αλλά από εκείνη του διατακτικού της (άρθρο 578 ΚΠολΔ), και αυτό συνάπτεται κατά λογική ακολουθία, με τις ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου, έτσι ώστε η έκθεση των τελευταίων στο αναιρετήριο είναι απαραίτητη προκειμένου να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΑΠ 901/2010). Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν περιέχεται στο αναιρετήριο ένας τουλάχιστον τέτοιος λόγος αναίρεσης, υπάρχει αοριστία του αναιρετηρίου, η οποία καθιστά την αίτηση αναίρεσης απαράδεκτη και εξαιτίας τούτου απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί (ΑΠ 1951/2022, 718/2020, 1488/2018, 901/2010, 1172/2008). Ο λόγος αναίρεσης είναι συνεπώς ορισμένος, όταν εκτίθενται με σαφήνεια τα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεδομένα στοιχεία της περιπτωσιολογίας, τα οποία συγκροτούν το σφάλμα, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της. Συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή στο δικόγραφο της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο ή στον Άρειο Πάγο δεν είναι δυνατή (ΟλΑΠ 20/2005). Επίσης, η συμπλήρωση αυτή δεν επιτρέπεται ούτε με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, που υπάρχει στη δικογραφία, διότι, πλην άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που δεν το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα. Η θέση αυτή είναι απόλυτα σύμφωνη και με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, γιατί διασφαλίζει την αρχή της δίκαιης δίκης, που το άρθρο αυτό αξιώνει, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του δικαιώματος πρόσβασης καθενός στα δικαστήρια, που κατοχυρώνει και το Σύνταγμα (άρθρα 8 παρ. 1, 20 παρ. 1) και το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής, η οποία θα επιτρέπει, λόγω του ορισμένου του περιεχομένου της, την παροχή από το δικαστήριο της αιτούμενης έννομης προστασίας και γι' αυτό τα όσα απαιτεί ο νόμος, ώστε να θεωρηθεί ορισμένο το δικόγραφο της προσφυγής, μορφή της οποίας είναι και η αναίρεση, δεν δυσχεραίνουν, αλλά διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού έτσι συγκεκριμενοποιείται το είδος της προστασίας αυτής (ΑΠ 718/2020, 100/2019). Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλομένης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης των παραπάνω άρθρων 559 ή 560 ΚΠολΔ για τους οποίους ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 100/2019, 563/2019). Η αοριστία του αναιρετηρίου έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ή του αντίστοιχου λόγου αναίρεσης ως απαράδεκτης. Ειδικά δε 1) Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 32/1996). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή (τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 9/2016) τα οποία (πραγματικά περιστατικά) πρέπει να αναφέρονται έστω και συνοπτικά, όμως με πληρότητα δηλαδή στο σύνολο τους και όχι επιλεκτικά και αποσπασματικά (ΟλΑΠ 28/1998), εάν δε απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 6/2019,1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 6/2019, 9/2016,15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ούτως ώστε να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 445/2019, 573/2018, 319/2017, 1420/2013). Ο λόγος αυτός (αλλά και ο λόγος από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) δεν ιδρύεται επίσης από την τυχόν παντελή έλλειψη ή ατελή ή αντιφατική παράθεση των νομικών διατάξεων στη μείζονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 684/2021, 199/2018, 104/2014). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ή η μνεία ότι δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, 638/2019, 550/2017, 1184/2015, 121/2014). Στην εν λόγω περίπτωση, δεν αρκεί επίσης η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 57/2022, 1551/2022, 319/2017). Συνακόλουθα, η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 319/2017, 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 109/2020, 19/2020). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφ' όσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, αλλά υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 1551/2022, 78/2020, 19/2020, 169/2019). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 61, 62, 70, 71 του ΑΚ και των άρθρων 1, 8-17, 18, 22, 22α, 30 και 33 του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο πριν την κατάργησή του με το ν.4548/2018 και ο οποίος εφαρμόζεται, στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου γέννησης των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσείοντος (1.1.1999 έως 23.9.2003) προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρεία είναι νομικό πρόσωπο διακεκριμένο από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα των μετόχων της. Είναι, επομένως, υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει δε ίδια περιουσία ανεξάρτητη από αυτήν των μετόχων της. Οι τελευταίοι έχουν, ως μέτοχοι, ανεξαρτήτως του εάν έχουν συγχρόνως και την ιδιότητα του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, μόνο τα παρεχόμενα σ' αυτούς από το νόμο δικαιώματα, με τα οποία εκφράζεται και η έννομη σχέση, που τους συνδέει με την εταιρεία και δεν φέρουν προσωπική ευθύνη για τα χρέη αυτής. Ωσαύτως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 61, 62, 70, 71 του ΑΚ και 1, 4, 9, 10, 14, 17, 18, 26 και 27 επομ. του ν. 3198/1955 "Περί εταιρείας περιορισμένης ευθύνης" προκύπτει ότι ο διαχειριστής της ως άνω εταιρείας, ανεξαρτήτως του αν φέρει και την ιδιότητα του εταίρου αυτής, δεν έχει προσωπική ευθύνη για τα χρέη της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης. Έτσι υποχρεώσεις που απορρέουν από δικαιοπραξίες που επιχειρεί ο νόμιμος εκπρόσωπος ανώνυμης εταιρείας ή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, στο πλαίσιο της κατά νόμο ή το καταστατικό διαχειριστικής εξουσίας, υποχρεώνουν μόνο το νομικό πρόσωπο, το οποίο εκπροσωπούν (αρχή της περιουσιακής αυτοτέλειας των νομικών προσώπων). Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρ. 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο. Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του. Ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται σε όλως εξαιρετικές περιστάσεις, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρ. 83 § 2 του τότε ισχύοντος κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας του. Ειδικότερα, η εταιρεία, ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρ. 5 § 1 και 12 §§ 1, 3. Η χρησιμοποίηση έτσι της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας. Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ και οι συνέπειες της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε., βλ. άρθρ. 1 § 3 κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 3604/2007, 41 § 2 ν. 959/1979, 43α ν. 3190/1955, που προστέθηκε με το άρθρ. 2 του π.δ. 279/1993), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδια της. Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητας τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.
Συνεπώς δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι' αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτιση τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Περαιτέρω, δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική απ' αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας, ούτε η εμφάνιση τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης. Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 801/2020). Κατά την εννοιολογική διατύπωση της σύμβασης εργασίας, όπως αυτή συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ και μέσω των δύο βασικών και κυρίων υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή, ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του για ορισμένο ή αόριστο χρόνο στον εργοδότη και ο εργοδότης καταβάλλει το συμφωνημένο μισθό. Γενικός νομοθετικός ορισμός της έννοιας του εργοδότη δεν υπάρχει. Από το συνδυασμό όμως της ρηθείσας διατάξεως του άρθρου 648 και των διατάξεων των άρθρων 651, 652 και 653 ΑΚ προκύπτει ότι στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως εργοδότης θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στην υπηρεσία του οποίου διατελεί, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, άλλο φυσικό πρόσωπο, το οποίο του παρέχει την εργασία αυτή και όχι απαραιτήτως το πρόσωπο το οποίο προέβη στην πρόσληψή του. Συνήθως αλλά όχι πάντοτε, εργοδότης είναι ο κύριος της επιχείρησης προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας συνάπτεται η σύμβαση. Εάν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της πιο πάνω ιδιότητας λαμβάνεται υπόψη πρώτα το πρόσωπο εκείνο προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία, αυτός δε είναι ο φορέας της επιχείρησης και περαιτέρω το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχείρησης (ΑΠ 10/2018, 352/2016, 873/2009). Εξάλλου, στην ημεδαπή έννομη τάξη, δεν προσδιορίζεται από το νόμο η έννοια της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης. Νοείται όμως ως επιχείρηση η περί το πρόσωπο του φορέα της οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας προς επιδίωξη κέρδους, ενώ εκμετάλλευση νοείται κάθε οργανωμένη οικονομική μονάδα που αποβλέπει στην επίτευξη τεχνικού, επιστημονικού ή παραγωγικού σκοπού. Όταν η επιχείρηση είναι οργανωμένη κατά συγκεντρωτικό τρόπο σε μία παραγωγική μονάδα, οι έννοιες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης συμπίπτουν, ενώ, εάν είναι οργανωμένη κατά μη συγκεντρωτικό τρόπο σε κλάδους παραγωγής, οι έννοιες μπορεί να διαχωρίζονται και η επιχείρηση μπορεί να αποτελείται από περισσότερες χωριστές εκμεταλλεύσεις, ανά μία έκαστη και με λειτουργική (διοικητική), οικονομική και νομική αυτοτέλεια, όπως συμβαίνει με τις θυγατρικές εταιρείες. Τούτο δεν αναιρείται από το αν σε τελικό στάδιο επέρχεται συνένωση αποτελεσμάτων σε ενιαίο λογαριασμό κερδών και ζημιών στο επίπεδο της επιχείρησης ή μητρικής επιχείρησης (ΟλΑΠ 36/2005). Περαιτέρω, ο όμιλος εταιρειών (βλ. άρθρο 42Ε παρ. 5 ν. 2190/20 ) χαρακτηρίζεται από κοινή διεύθυνση, κοινή οικονομική πολιτική, κοινή χρηματοδότηση, δηλ. κοινά οικονομικά συμφέροντα. Ενώ συντίθεται από πολλά αυτοτελή νομικά πρόσωπα, αποτελεί μια οικονομική ενότητα. Ο όμιλος εταιρειών κατά το ελληνικό δίκαιο δεν μπορεί να θεωρηθεί, όμως, ενιαίος εργοδότης, έτσι που για διάφορα δικαιώματα του μισθωτού (μισθοί, αποζημιώσεις κλπ) να είναι υπεύθυνες όλες οι εταιρείες ανεξαρτήτως του ποια εταιρεία τον απασχολεί σε κάθε συγκεκριμένη χρονική στιγμή (ΑΠ 10/2018, 650/1982). Έτσι, επί ομίλου εταιρειών, που έχουν κοινά οικονομικά συμφέροντα, ακόμη και στην περίπτωση που η σύμβαση εργασίας του μισθωτού καταρτίστηκε με μία από τις εταιρείες του ομίλου και η αξιοποίηση της εργασίας του γίνεται και από άλλες εταιρείες του ίδιου ομίλου, εργοδότης παραμένει η αντισυμβαλλόμενη του μισθωτού εταιρεία, η οποία ασκεί διευθυντικό έλεγχο επί της εργασίας του και ευθύνεται για την πληρωμή των πάσης φύσεως αποδοχών του (ΑΠ 10/2018, 647/2003, 1222/2003). Δεν αποκλείεται βέβαια να συμφωνηθεί (άρθρο 361 ΑΚ) η κατάρτιση χωριστών συμβάσεων εργασίας μεταξύ του μισθωτού και εκάστης των εταιρειών του ομίλου, στην οποία ο μισθωτός παρέχει την εργασία του, οπότε εκάστη από αυτές ευθύνεται αντιστοίχως για την πληρωμή των συμφωνηθεισών αποδοχών στο μισθωτό. Η κατάρτιση μίας ή περισσοτέρων συμβάσεων μεταξύ του μισθωτού και των εταιρειών του ομίλου και οι διαφορετικές συνακόλουθα συνέπειες από την ως άνω κατάρτιση ως προς την καταβολή του μισθού και συνακόλουθα την παθητική νομιμοποίηση εκάστης των εταιρειών του ομίλου είναι ζήτημα που θα προκύψει από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της αγωγής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του, ισχυρίστηκε ότι στα πλαίσια χωριστών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχε συνάψει με τις τρεις πρώτες εναγόμενες - εφεσίβλητες εταιρείες και ήδη αναιρεσίβλητες, που ανήκαν στην οικογένεια των λοιπών εναγομένων, οι οποίοι είναι μέτοχοι και νόμιμοι εκπρόσωποι αυτών, κατά τις ειδικότερες διακρίσεις στην αγωγή, προσελήφθη για να εργαστεί ως διευθυντής προϊστάμενος λογιστής, αντί των αναφερομένων συμφωνημένων αποδοχών από καθεμία από τις εναγόμενες εταιρείες. Ότι κατά το διάστημα από 1.1.1999 έως 23.9.2003 του καταβλήθηκε μέρος μόνον των συμβατικών αποδοχών του, τμήμα του οποίου σύμφωνα με τις υποβαλλόμενες στο ΙΚΑ μισθοδοτικές καταστάσεις και τα επίσημα λογιστικά βιβλία και το υπόλοιπο εκτός των επίσημων φορολογικών βιβλίων κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στην αγωγή. Ότι εξακολουθούν να του οφείλουν η πρώτη εναγομένη το ποσό των 123.263,86 ευρώ, η δεύτερη εναγομένη το ποσό των 220.852,63 ευρώ και η τρίτη το ποσό των 60.025,10 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών και αδείας, αποζημίωση λόγω μη χορήγησης άδειας αναψυχής και επιδόματα ισολογισμού. Επικαλείται επίσης ότι τα εναγόμενα φυσικά πρόσωπα [4ος, 5η, 6η και 7η] ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τις εναγόμενες εταιρείες που εκπροσωπούν και δη ο τέταρτος εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος και μέτοχος των τριών εταιρειών, ο οποίος μάλιστα είχε εγγυηθεί και προσωπικά στην τήρηση των όρων των ανωτέρω συμβάσεων, ως προς το σύνολο των ανωτέρω οφειλομένων αμοιβών (ήτοι συνολικού ποσού 404.141,59 ευρώ), οι πέμπτη και έκτη εναγόμενες, λόγω της ιδιότητάς τους ως μετόχων και μελών του Δ,Σ. των δύο πρώτων εναγομένων εταιρειών, ως προς τις οφειλές αυτών (ήτοι συνολικού ποσού 344.116,49 ευρώ) και η έβδομη εναγομένη, λόγω της ιδιότητάς της ως μετόχου και των τριών εταιρειών, μέλους του Δ.Σ. της πρώτης και δεύτερης των εναγόμενων εταιρειών, και συνδιαχειρίστριας της τρίτης εναγομένης, ως προς το συνολικό ποσό οφειλών τους (404.141,59 ευρώ). Ζήτησε δε, κυρίως βάσει των συμβάσεων εργασίας και επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, να του καταβάλουν τα παραπάνω ποσά, με το νόμιμο τόκο από 31.12.2004, ήτοι από την επομένη της επίδοσης της από 28.12.2004 αγωγής του με όμοιο περιεχόμενο, η οποία απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους, επικουρικά από την επομένη της επίδοσης των από 26.5.2009 και 2.2.2011 αγωγών του, ομοίου περιεχομένου, οι οποίες επίσης απορρίφθηκαν για τυπικούς λόγους, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με αριθμό 380/2019, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως προς τους πρώτη έως και τέταρτο των εναγομένων ως ουσιαστικά αβάσιμη, και ως προς τις πέμπτη, έκτη και έβδομη των εναγομένων ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης (καθόσον μόνη η αναφορά των ιδιοτήτων των άνω φυσικών προσώπων δεν αρκεί για τη θεμελίωση της επικαλούμενης εις ολόκληρον ευθύνης τους). Μετά από άσκηση έφεσης εκ μέρους του ενάγοντος-εκκαλούντος [αναιρεσείοντος] εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 2128/2021 απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η από 17.7.2020 έφεση και απορρίφθηκε αυτή κατά ουσία, επικυρώνοντας ούτω την απόφαση με αριθμό 380/2019 του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η από 9.10.2017 αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς τις 5η, 6η και 7η των αναιρεσιβλήτων, ως παθητικά ανομιμοποίητη και ως αβάσιμη κατ' ουσία ως προς τις 1η, 2η και 3η αναιρεσίβλητες εταιρείες και τον 4ο αναιρεσίβλητο [εναγόμενο] ατομικά, ως πρόεδρο, νόμιμο εκπρόσωπο, μέτοχο, διαχειριστή και πληρεξούσιο της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας, ως πρόεδρο, νόμιμο εκπρόσωπο, μέτοχο και πληρεξούσιο της πρώτης εναγομένης εταιρείας, ως μέτοχο, διαχειριστή και πληρεξούσιο της τρίτης εναγόμενης εταιρείας.
Με τους πρώτο (εν μέρει) και δέκατο ένατο (κατ' ορθή αρίθμηση δέκατο όγδοο, μη υπάρχοντος 17ου λόγου) εν μέρει λόγους αναίρεσης, και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις παρακάτω, αληθώς από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, [και όχι από τους αριθμούς 8, 9, 10, 11, 12, 13, 16, 17 και 20 του ως άνω άρθρου] πλημμέλειες και συγκεκριμένα πλήττει τις παραδοχές α) ότι καίτοι ο αναιρεσείων είχε συνάψει ξεχωριστές συμβάσεις εργασίας με τις τρεις αναιρεσίβλητες εταιρείες και βάσει των συμβάσεων εργασίας του κάθε μία εταιρεία όφειλε να του καταβάλει ξεχωριστούς μισθούς, επιδόματα εορτών, αδείας, ισολογισμού, αποδοχές αδείας και αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης αδείας, όπως προέκυπτε από πληθώρα αποδεικτικών στοιχείων, παρ' όλα αυτά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι ουσιαστικά άμεσος εργοδότης του αναιρεσείοντος ήταν η α' αναιρεσίβλητη εταιρεία και λόγω της συμφωνηθείσας προφορικά στη συνέχεια πρόσθετης απασχόλησής του στην β' και γ' εναγομένη, οι μηνιαίες αποδοχές του [αναιρεσείοντος] αυξήθηκαν και συμφωνήθηκε να καταβάλλονται ενιαίως από την α' αναιρεσίβλητη εταιρεία, ως αντισυμβαλλόμενη εργοδότρια και ουσιαστικά φορέα άσκησης διευθυντικών - εργοδοτικών εξουσιών και ανάληψης εργοδοτικού κινδύνου, β) ότι το ύψος των αποδοχών του αναιρεσείοντος για το σύνολο της απασχόλησής του στις τρεις αναιρεσίβλητες εταιρείες είχε διαμορφωθεί στα ποσά που αναφέρονταν στις μισθοδοτικές καταστάσεις προς το ΙΚΑ, τα οποία του έχουν καταβληθεί στο σύνολό τους, γ) ότι δεν είχαν συμφωνηθεί μεγαλύτερες αποδοχές και συνεπώς δεν του οφείλονται χρήματα, καθώς και σχετικά με τη γνησιότητα της σύμβασής του με τις αναιρεσίβλητες εταιρείες σε συνάρτηση με το πόρισμα του ΣΔΟΕ. Περαιτέρω με το δωδέκατο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο αυτού σκέλος, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν διαλαμβάνει αναλυτικά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου τις οποίες εφάρμοσε και, περαιτέρω, αναφέρεται σε ελλείψεις και ανεπάρκειες της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τις αιτιολογίες του αποδεικτικού της πορίσματος, με βάση το προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό. Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνακόλουθα απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι στην ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται, 1) έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του α) ότι ουσιαστικά άμεσος και πραγματικός εργοδότης του αναιρεσείοντος ήταν μόνο η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία, β) ότι συμφωνήθηκε να παρέχει τις υπηρεσίες του ο αναιρεσείων και στις άλλες δύο εταιρείες, γ) ότι ο μισθός του θα ήταν ενιαίος για το σύνολο των υπηρεσιών του και θα καταβαλλόταν αποκλειστικά από την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία, καταλήγοντας ούτω στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ουσιαστική εργοδότης και υπόχρεη για την καταβολή των πάσης φύσεως παροχών ήταν μόνο η πρώτη αναιρεσίβλητη, και ότι του είχε καταβληθεί το σύνολο των οφειλομένων αποδοχών του (φύλλα 26-32 προσβαλλόμενης), και υπό τα οποία [περιστατικά] συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση άρθρων του ΑΚ, της εργατικής, ασφαλιστικής και φορολογικής νομοθεσίας 2) δεν προσδιορίζονται ενάριθμα οι σχετικές διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικών πλημμελειών καθώς και 3) δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται το υπαγωγικό σφάλμα σε σχέση με την ερμηνεία και εφαρμογή των συγκεκριμένα προσβαλλομένων διατάξεων. Σε κάθε όμως περίπτωση οι ειδικότερες αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στους ως άνω αναιρετικούς λόγους ως εκ του περιεχομένου τους είτε αφορούν επικαλούμενες ελλείψεις ως προς την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του απορριπτικού αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης ή πλήττουν τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, οι οποίες όμως δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο της εκ πλαγίου παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου για ανεπάρκεια αιτιολογίας, καθότι το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης απόφασης διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια και κατά συνέπεια είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, είτε ανάγονται στην εκτίμηση του περιεχομένου των αναφερομένων σε αυτούς εγγράφων και ως εκ τούτου, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττουν την ουσιαστική κρίση του Εφετείου που δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και κατά συνέπεια είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείτο περαιτέρω αναφορά του τρόπου εξόφλησης των μισθολογικών απαιτήσεων του αναιρεσείοντος, που κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ανέρχονταν μόνο στα ποσά που διαλαμβάνονταν στις οικείες καταστάσεις μισθοδοσίας και όχι σε μεγαλύτερα ποσά (μέρος των οποίων καταβαλλόταν εκτός λογιστικής απεικόνισης), όπως ο αναιρεσείων ισχυριζόταν με την αγωγή του, εφόσον οι οφειλές αυτές είχαν στο σύνολό τους καταβληθεί, όπως και ο αναιρεσείων ομολογούσε (για το τμήμα αυτό των αποδοχών του που εμφανιζόταν στα επίσημα λογιστικά βιβλία) με την αγωγή του. Ούτε ιδρύεται ο ίδιος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος από την παράλειψη παράθεσης των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι οποίες σε κάθε περίπτωση διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη αυτής (φύλλα 6ο και 7ο της προσβαλλόμενης απόφασης υπό 3) και συνεπώς ο περί του αντιθέτου δωδέκατος λόγος αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος του είναι αβάσιμος. Τέλος η ειδικότερη αιτίαση που διαλαμβάνεται στον πρώτο αναιρετικό λόγο (υπό στοιχείο 1ζ), με την οποία ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν ανέμεινε την διενέργεια της διαταχθείσας με την με αριθ. 4730/2014 (μη οριστική) απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών λογιστικής πραγματογνωμοσύνης (η οποία εκκρεμεί), αν ήθελε εκτιμηθεί ως αιτίαση για την (σιωπηρή) απόρριψη αιτήματος αναβολής της ανοιγείσας με την ένδικη αγωγή δίκης μέχρι την τελεσίδικη (ή αμετάκλητη) περάτωση της δίκης επί της διαφοράς επί της οποίας είχε εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 249 του ΚΠολΔ, η σχετική αιτίαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον η χορήγηση ή μη αναβολής εναπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1601/2018, 194/2017, 1191/2010). Με τους τέταρτο (εν μέρει) και δέκατο όγδοο (κατ' ορθή αρίθμηση δέκατο έβδομο) λόγους αναίρεσης, (μη υπάρχοντος 17ου λόγου), αληθώς από τους αριθμούς 16 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 17 του ως άνω άρθρου, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση α) ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την έκδοση της υπ' αριθμ. 7381/2014 απόφασης του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αθωώθηκε για το αδίκημα της πλαστογραφίας και χρήσης πλαστού των ενδίκων εγγράφων συμβάσεων εργασίας του β) αντιφατικότητα αυτής [προσβαλλόμενης απόφασης] και των επιχειρημάτων των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 380/2019 απόφαση σε συνάρτηση με την υπ' αριθμ. 213/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η προηγούμενη από 2.2.2011 αγωγή του αναιρεσείοντος και το απορρέον από αυτή δεδικασμένο και την υπ' αριθμ. 4730/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε λογιστική πραγματογνωμοσύνη. Οι ως άνω λόγοι είναι αόριστοι καθ' όσον στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, επιπλέον δε ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος και για το λόγο ότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε αυτή να περιλαμβάνει. Περαιτέρω επισημαίνεται ότι, ο ως άνω τέταρτος λόγος διαλαμβάνει, κυρίως, ως εκ του περιεχομένου του, πραγματικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος περί του ότι οι συναφθείσες έγγραφες συμβάσεις εργασίας του ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Ο ίδιος λόγος (και ο συναφής κατά το μέρος αυτό πρώτος λόγος αναίρεσης) κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στην από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια για παραβίαση δεδικασμένου είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, κατά το μέρος που αφορά την έκδοση της με αριθμ. 7381/2014 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων αθωώθηκε για το αδίκημα της πλαστογραφίας και χρήση των πιο πάνω συμβάσεων, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθότι οι ποινικές αποφάσεις δεν αποτελούν δεδικασμένο κατά την έννοια των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ σε πολιτική δίκη. Κατά το μέρος δε που αφορά α) την με αριθμό 213/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσία προηγούμενη από 2.2.2011 αγωγή του ίδιου, και κατόπιν έφεσης του αναιρεσείοντος την με αριθμ. 3527/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εξαφάνισε την πρώτη και απέρριψε ως αόριστη την ως άνω αγωγή, (βλ. 24ο φύλο πίσω σελίδα προσβαλλομένης), ο περί παραβίασης του δεδικασμένου λόγος είναι αβάσιμος, διότι το δεδικασμένο καλύπτει μόνο το δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε τελεσιδίκως (αοριστία) και όχι την ουσία της διαφοράς, β) την με αριθμ. 4730/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διέταξε λογιστική πραγματογνωμοσύνη, ο λόγος είναι επίσης αβάσιμος, διότι η ως άνω απόφαση είναι μη οριστική. Ο δέκατος όγδοος (αληθώς δέκατος έβδομος) αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, αφού, ανεξαρτήτως του ότι οι επικαλούμενες παραδοχές σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου απαραδέκτως πλήττονται (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), οι εν λόγω παραδοχές δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, καθ' ότι η γνησιότητα της υπογραφής και του περιεχομένου ιδιωτικού εγγράφου (όπως η έγγραφη σύμβαση εργασίας) δεν σημαίνει ότι το περιεχόμενό του ανταποκρίνεται στην πραγματική βούληση των συμβαλλομένων για δέσμευσή τους από τη σύμβαση, όπως άλλωστε ανελέγκτως η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 4/2021, 14/2011, 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 1094/2021, 598/2019, 237/2019, 261/2016). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Ο λόγος έφεσης αποτελεί πράγμα όταν μ' αυτόν υποβάλλεται παράπονο για την απόρριψη πρωτοδίκως αυτοτελούς ισχυρισμού του εκκαλούντος ή για την αποδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 248/2019, 781/2017, 19/2004). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 19/2022, 1108/2020, 153/2019). Τέλος, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του περιστατικά της αγωγής, που στηρίζουν τη νομιμοποίηση, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 657/2020, 233/2016, 354/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους δεύτερο και τρίτο, λόγους της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αληθώς την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, [και όχι από τους αριθμούς 1, 9, 10, 12, 13 και 19 του ως άνω άρθρου] πλημμέλεια, ισχυριζόμενος, α) ότι εσφαλμένως το Εφετείο δέχθηκε την έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης των φυσικών προσώπων και δεν έλαβε υπ' όψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό του περί αποκλειστικής ευθύνης του 4ου αναιρεσιβλήτου και ατομικά (δεύτερος λόγος). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθ' όσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (φύλλο 26ο) προκύπτει ότι τον έλαβε υπ' όψη και τον απέρριψε ως αβάσιμο, κρίνοντας (ορθά) "τα ανωτέρω φυσικά πρόσωπα, με μόνη την ιδιότητά τους, ως μέτοχοι ή μέλη του διοικητικού συμβουλίου των εταιρειών αυτών [ενν. τις δύο πρώτες αναιρεσίβλητες που είχαν τη νομική μορφή της υπεράκτιας ανώνυμης εταιρείας και την τρίτη εξ αυτών που είχε τη νομική μορφή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης] δεν ευθύνονται προσωπικά για τα χρέη των εταιρειών αυτών, προς τον ενάγοντα, ενώ περαιτέρω δεν εκτίθενται στην αγωγή, ως προς τις ως άνω εναγόμενες (ε, στ, ζ) τα πραγματικά περιστατικά που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν την παθητική νομιμοποίηση αυτών, όπως τη συνδρομή των προϋποθέσεων άρσης της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων ή περιστατικά αδικοπραξίας που θα είχαν ως αποτέλεσμα την κατάφαση της προσωπικής τους ευθύνης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην οικεία νομική σκέψη". Αναφορικά δε με τον τέταρτο των αναιρεσίβλητων Α. Κ., ορθά η προσβαλλομένη απόφαση δεν διέλαβε περαιτέρω αιτιολογία προς απόρριψη του αγωγικού ισχυρισμού περί ατομικής του ευθύνης με βάση όρο της από 1.1.1999 έγγραφης σύμβασης εργασίας, καθ' ότι κατά τις λοιπές παραδοχές αυτής δεν υφίστανται μισθολογικές οφειλές των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων εταιρειών ως προς τον αναιρεσείοντα από την ως άνω σύμβαση και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ατομικής ευθύνης του τέταρτου αναιρεσίβλητου για τις οφειλές αυτές, β) ότι δεν απάντησε στο λόγο έφεσής του σχετικά με την έκδοση της υπ' αριθμ. 113/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για την πράξη υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 120.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια άνω των 30.000 ευρώ, στον οποίο (λόγο έφεσης) διελάμβανε ισχυρισμούς και επιχειρήματα ότι η έκδοση της ως άνω απόφασης του ποινικού δικαστηρίου δεν έχει σχέση με τις ένδικες αξιώσεις του (τρίτος λόγος). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με τον προαναφερόμενο λόγο έφεσης ο αναιρεσείων προσάπτει σφάλμα στην απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν αφορά θεμελιωτικό της αγωγής ή άλλο αυτοτελή ισχυρισμό αλλά διαλαμβάνει επιχειρήματα αυτού προς υποστήριξη των απόψεών του σχετικά με τη σημασία της καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης στην ένδικη διαφορά, και, συνεπώς, κατά τη μείζονα σκέψη ο ανωτέρω λόγος έφεσης δεν αποτελεί "πράγμα", με την εκτεθείσα έννοια. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό του, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, 2/2008). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 527/2022, 47/2020, 466/2019, 1349/2017). Σύμφωνα δε με το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων από το Δικαστήριο, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που ο νόμος ορίζει το αντίθετο, μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του που δεν ελέγχεται αναιρετικά να προσδώσει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο διαθέτουν την ίδια αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα (ΑΠ98/2020, 96/2019, 2080/2017, 188/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο κατά τα λοιπά, πέμπτο και έκτο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση α) ότι δεν έλαβε υπ' όψη του την υπ' αριθμ. 7381/1014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος κατά πλειοψηφία για χρήση πλαστών εγγράφων όσον αφορά την κατάρτιση των συμβάσεων εργασίας του, την οποία, όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (φύλλο 22ο και 23ο) προκύπτει ότι την έλαβε υπ' όψη, (τέταρτος λόγος, κατά το οικείο μέρος), β) ότι δεν έλαβε υπ' όψη του το υπ' αριθμ. 4757/2016 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του αναιρεσείοντος για τις πράξεις της της απάτης στο δικαστήριο και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση με σκοπό οφέλους άνω των 73.000 ευρώ και της απόπειρας απάτης κατ' εξακολούθηση με σκοπό οφέλους άνω των 73.000 ευρώ, κατά το σκέλος που αφορούν τη χρήση των επίμαχων εγγράφων κατά την εκδίκαση της από 3.5.2004 αγωγής αποζημίωσης των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς σε βάρος τους (υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και πλαστογραφία με χρήση), το οποίο, όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (21ο φύλλο) προκύπτει ότι το έλαβε υπ' όψη (πέμπτος λόγος), γ) ότι έλαβε υπ' όψη την αμετάκλητη 113/2018 απόφαση του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για τις πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, υπερβαίνουσα συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση και της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια άνω των 30.000 ευρώ χωρίς συνεκτίμηση της 7381/2014 αποφάσεως του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, του υπ' αριθμ. 4757/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και της υπ' αριθμ. 213/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 2.2.2011 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων εταιρειών και του 4ου αναιρεσιβλήτου ως αβάσιμη κατ' ουσία και της υπ' αριθμ. 3527/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε μετά από άσκηση εφέσεως που άσκησε ο αναιρεσείων ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (έκτος λόγος). Ο λόγος αυτός αφορά την κατά το άρθρο 340 του ΚΠολΔ ελεύθερη από το Δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση ισοδύναμων αποδεικτικών μέσων και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρ. 340 σε συνδ. προς 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης, με τους έβδομο, ένατο, δέκατο (εν μέρει) δωδέκατο (εν μέρει), δέκατο έκτο (εν μέρει) και δέκατο ένατο (εν μέρει) λόγους της αίτησης αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος τους, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ομοίως, η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση και να απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσία την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις α) την πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ, από την οποία προέκυπτε η γνησιότητα και η αλήθεια του περιεχομένου των εγγράφων συμβάσεων εργασίας (έβδομος λόγος), β) τις με αριθμ. ..., ..., ... και ... ένορκες βεβαιώσεις (τις τρεις πρώτες ως δικαστικά τεκμήρια) (ένατος λόγος), γ) το με αριθμ. 2968/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο απαλλάχθηκε της κατηγορίας για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και του πορίσματος του ΣΔΟΕ από το οποίο προέκυψε οφειλή φόρου μισθωτών υπηρεσιών, ύψους 300.384,56 ευρώ για την περίοδο 1992-1998, που αντιστοιχεί για την περίοδο αυτή σε αποδοχές πολύ μεγαλύτερες των εμφανιζομένων στα επίσημα λογιστικά βιβλία (δέκατος λόγος και δωδέκατος εν μέρει λόγος), δ) τις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων Β.. Ί., Π.. Π. περί διπλών μισθών και του μάρτυρα ανταπόδειξης Π.. Π. ως προς τον τρόπο καταβολής της μισθοδοσίας και της εμφάνισης των πραγματικών μισθών (δωδέκατος ένατος εν μέρει λόγος), ε) την με αριθμ. 4730/2014 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που διέταξε τη διεξαγωγή λογιστικής πραγματογνωμοσύνης (δέκατος έκτος εν μέρει λόγος) και στ) τα έντυπα απόδοσης νέου μητρώου εργοδότη για τις αναιρεσίβλητες εταιρείες, τις από 7 και 26.11.2002 επιστολές του αναιρεσείοντος προς τις αναιρεσίβλητες και την από 12.11.2002 απάντηση του Υπουργείου Εργασίας, τις πράξεις επιβολής προστίμου του ΙΚΑ στις δύο πρώτες αναιρεσίβλητες εταιρείες, τις προσλήψεις άλλων εργαζομένων στη δεύτερη αναιρεσίβλητη γνωστοποιηθείσες στον ΟΑΕΔ, την αναφορά του στο ΙΚΑ και την από 10.7.2001 αναφορά της Επιθεώρησης Εργασίας (δέκατος ένατος μέρει λόγος), που νομότυπα επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των ισχυρισμών του αλλά και προς απόκρουση των ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων. Όλοι οι ως άνω λόγοι, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν "από την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα ανταπόδειξης Π. Π., που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης, την με αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση της Β. Ί., που λήφθηκε με την επιμέλεια του ενάγοντος, κατόπιν προηγούμενης νόμιμης κλήτευσης των εναγομένων και από όλα τα έγγραφα που νομίμως επαναπροσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπ' όψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη [χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εξ αυτών να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς], περιλαμβανομένων μεταξύ αυτών των ενόρκων βεβαιώσεων με αριθμ. ..., ... του Π. Π., της με αριθμ. ... της Β. Ί. και της με αριθμ. ... της Σ. Α." (7ο, 8ο φύλλα προσβαλλομένης), σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στις αιτιολογίες της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, τα πλείστα των οποίων μάλιστα ρητά μνημονεύει στο σκεπτικό του, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου. Περαιτέρω ο αναιρεσείων με τους όγδοο, δέκατο (εν μέρει), ενδέκατο, δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο λόγους αληθώς από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [και όχι από τους αριθμούς 9, 10, 12, 13 και 19 του ως άνω άρθρου] προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις κάτωθι πλημμέλειες και ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τις αντιφάσεις και αληθείς και αναληθείς ισχυρισμούς του εξετασθέντος πρωτοδίκως μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων Π.. Π. σε συνάρτηση με τα όσα διαλαμβάνονται στις ένορκες βεβαιώσεις με αριθμούς ... και ... του Π.. Π. και των με αριθμούς ... και ... ενόρκων βεβαιώσεων της Β. Ί., ούτε τα όσα προς επίρρωση των ισχυρισμών του προέκυπταν από το περιεχόμενο του αρχικού Πορίσματος του ΣΔΟΕ, της υπ' αριθμ. 4730/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και των αμετάκλητων ποινικών αποφάσεων. Οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθ' όσον, ανεξαρτήτως του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκτίμησε ανελέγκτως τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα, ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) και το περιεχόμενό τους δεν λήφθηκαν υπ' όψη, να μην ιδρύεται ο από την εν λόγω διάταξη προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι το αποδεικτικό του πόρισμα στηρίχθηκε στις αποδείξεις που με επίκληση προσκομίσθηκαν, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη για την άμεση ή έμμεση απόδειξη συγκεκριμένου ισχυρισμού (ΑΠ 385/2022, 1575/2021, 96/2019, 576/2018). Περαιτέρω κατά την παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔικ "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης". Από τις αμέσως πιο πάνω παρατιθέμενες διατάξεις του ΚΠολΔικ προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες. Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα τα οποία απαιτούν, προκειμένου να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 696/2021, 96/2019. 194/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το οικείο αυτό σκέλος ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι χωρίς απόδειξη απέρριψε τους θεμελιωτικούς της αγωγής ισχυρισμούς αυτού ότι μεταξύ αυτού και των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων ναυτιλιακών εταιρειών του ιδίου ομίλου, συμφερόντων του τετάρτου αναιρεσιβλήτου και μελών της οικογένειας του, είχαν καταρτισθεί συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, δυνάμει των οποίων προσλήφθηκε για να εργασθεί ως προϊστάμενος λογιστηρίου των πιο πάνω εταιρειών, αντί των αναγραφομένων στην αγωγή συμφωνημένων μηνιαίων αποδοχών του για την κάθε μία από τις αναιρεσίβλητες εταιρείες, από τις οποίες (αποδοχές) όμως κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.1.1999 έως 23.9.2023 του καταβαλλόταν μόνο μέρος αυτών και συγκεκριμένα εκείνο που εμφανιζόταν στα επίσημα λογιστικά βιβλία, ως μισθολογική δαπάνη και μέρος εκτός των επίσημων λογιστικών βιβλίων με συνέπεια να προκύψουν οι διαλαμβανόμενες στην αγωγή μισθολογικές αξιώσεις αυτού συνολικού ύψους 404.141,50 ευρώ. Ο λόγος αυτός κατά το πιο πάνω σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στο απορριπτικό της αγωγής αποδεικτικό πόρισμα δε δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, αφού, κατά τα ήδη ανωτέρω προεκτεθέντα έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα ανταπόδειξης, τις ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα, είτε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη. Ο ίδιος λόγος κατά το οικείο σκέλος του και ο συναφής δέκατος έκτος λόγος αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος του, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι δεν διέταξε τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης είναι απορριπτέος, καθότι η διενέργεια ή μη πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και, επί πλέον, δεν υπάρχει παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι πρόκειται για ζήτημα για το οποίο απαιτούνται, προκειμένου να γίνει αντιληπτό, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Ο λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 619/2022, 344/2021, 455/2020, 1611/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δέκατο πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε το δεδικασμένο που απέρρεε από τη σε βάρος του υπ' αριθ. 113/2018 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για υπεξαίρεση και δε δέχθηκε το δεδικασμένο από τη με αριθ. 7381/2014 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για τα αδικήματα της πλαστογραφίας με χρήση των ένδικων συμβάσεων εργασίας και από το με αριθ. 4737/2016 απαλλακτικό βούλευμα που δέχθηκαν τη γνησιότητα των πιο πάνω συμβάσεων εργασίας, παρόλο που και στην με αριθμό 113/2018 απόφαση διαλαμβάνεται ότι η εν λόγω ποινική υπόθεση δεν έχει σχέση με τη γνησιότητα των συμβάσεων εργασίας αυτού και με τις αστικές αξιώσεις αυτού και ενώ κατά νόμο οι ποινικές αποφάσεις δεν παράγουν δεδικασμένο για τις αστικές αξιώσεις στην πολιτική δίκη. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δε δέχθηκε τη συνδρομή δεδικασμένου από την έκδοση της με αριθ. 113/2018 καταδικαστικής για υπεξαίρεση απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, αλλά συνεκτίμησε αυτήν, όπως και τις απαλλακτικές για τον ενάγοντα αποφάσεις και βουλεύματα, στο πλαίσιο της ουσιαστικής έρευνας της διαφοράς, περιλαμβάνοντας μάλιστα στα φύλλα 9ο έως 26ο αυτής την όλη διαδρομή των αστικών και ποινικών δικών στο πλαίσιο της μεταξύ των διαδίκων αντιδικίας.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει κατά το σχετικό αίτημά τους να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 4 και 9 του του Ν. 3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος", προκύπτει σαφώς ότι η παροχή νομικής βοήθειας δεν εμποδίζει το Δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έλαβε τη νομική βοήθεια, όπως στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων σύμφωνα με την υπ' αριθμ. …/2023 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, να επιβάλλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δε μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμόδιου Δικαστή (ΑΠ 57/2022, 424/2021, 399/2020, 146/2020, 1484/2018).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.4.2023 και με αριθμό εκθ. καταθ. (…/…/20.4.2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2128/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή