ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 714/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 714/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 714/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 714 / 2024    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 714/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Σ. Δ. του Χ. Κ. και της Ε. Δ., 2) Σ. Δ. του Ν. και της Σ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κατσουρίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Δ. του Ν. και της Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τρακάδα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4614/2018 μη οριστική, 3784/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3037/2022 του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8-10-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 08-10-2022 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 3037/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ... ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατ' επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... από 11-4-2017 αγωγή τους κατά του εναγομένου, ήδη αναιρεσιβλήτου, ζήτησαν οι ενάγουσες, ήδη αναιρεσείουσες για τους αναφερόμενους στο δικόγραφο αυτής λόγους, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης του συζύγου της πρώτης και πατέρα της δεύτερης των αναιρεσειουσών και του αναιρεσιβλήτου, με την οποία εγκατέστησε ως κληρονόμο του σε ακίνητό του και στην κινητή περιουσία του τον αναιρεσίβλητο. Ισχυρίζονται δε ότι η διαθήκη δεν γράφτηκε ούτε υπογράφηκε από τον αποβιώσαντα αλλά από τρίτο πρόσωπο και επικαλούνται άμεσο έννομο συμφέρον, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, στις οποίος περιέρχεται ένα μέρος της κληρονομίας, λόγω της ακυρότητας της διαθήκης. Επί της αγωγής αυτής το Πολυμελές Πρωτοδικείο ... εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, την υπ' αριθ. 4614/2018 μη οριστική απόφαση περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης από δικαστικό γραφολόγο πραγματογνώμονα και ακολούθως την υπ' αριθ. 3784 /2020 οριστική απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης οι αναιρεσείουσες άσκησαν την από 23-2-2021 έφεση για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, επί της οποίας το Τριμελές Εφετείο ... εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 3037/2022 απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση.
Σύμφωνα με το άρθρο 1721 ΑΚ η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται εξ ολοκλήρου με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται κατά τρόπο που να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος και υπογράφεται από αυτόν, αλλά και να μη συντρέχει λόγος ανικανότητας του άρθρου 1723 ΑΚ. Ειδικότερα, η χρονολογία, από την οποία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος, απαιτείται για να υπάρχει δυνατότητα ελέγχου της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη, της αληθινής βούλησής του και των τυχόν ελαττωμάτων της, καθώς και για να μπορεί να καθοριστεί η ισχύς της διαθήκης, όταν υπάρχουν και άλλες διαθήκες, ανάλογα με τη χρονολογική τους σειρά. Η έλλειψη, συνεπώς, κάποιου από τους βασικούς όρους συνεπάγεται την, κατά τα άρθρα 1718 και 180 ΑΚ, ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης. Την ακυρότητα μπορεί να προτείνει καθένας που έχει άμεσο έννομο συμφέρον και τέτοιο έχουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, στους οποίους, λόγω της ακυρότητας της διαθήκης, περιέρχεται ολόκληρη η κληρονομία. Ο επικαλούμενος την διαθήκη δεν αρκεί να αποδείξει τη γνησιότητα της υπογραφής σ' αυτή, αλλά πρέπει να αποδείξει ότι όλο το περιεχόμενό της γράφτηκε, ιδιοχείρως, από τον διαθέτη. Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής για ακυρότητα της διαθήκης, λόγω της μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής αυτής, όπου αρκεί, μόνο, η αντιτασσόμενη με την αγωγή γενική άρνηση του ενάγοντος κατά του προβαλλόμενου από την διαθήκη δικαιώματος του εναγομένου. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή δεν είναι υποχρεωμένος ο ενάγων να αποδείξει την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν το δικαίωμα του εναγομένου, αλλά ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την αλήθεια των περιστατικών αυτών, δηλαδή την ιδιόχειρη από το διαθέτη γραφή και υπογραφή της διαθήκης, ήτοι την σύνταξη έγκυρης διαθήκης (ΑΠ 618/2016, ΑΠ 708/2015). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο νόμος απαιτεί η διαθήκη να γραφεί ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη. Αν φράση, λέξη ή αριθμός γραφεί με ξένο χέρι, στην περίπτωση αυτή ολόκληρη η διαθήκη είναι άκυρη. Επομένως, προκειμένου περί ιδιόγραφης διαθήκης, προβαλλομένης της μη γνησιότητας αυτής, ο επικαλούμενος την διαθήκη οφείλει να αποδείξει την γνησιότητα όχι μόνο της υπογραφής, αλλά και της χρονολογίας και του περιεχομένου της διαθήκης, διότι οι απαιτούμενες αυτές προϋποθέσεις έχουν τεθεί για την ύπαρξη της διαθήκης, ήτοι είναι συστατικά στοιχεία αυτής. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1721 ΑΚ, ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται, μόνη της, ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης. Αλλά και αν αποδειχθεί ότι η χρονολογία που γράφτηκε είναι ανακριβής, δεν επέρχεται ακυρότητα της διαθήκης, αλλά πρέπει ο ισχυριζόμενος την ακυρότητα διαθήκης για τον λόγο αυτό να επικαλείται και να αποδεικνύει και κάποιο άλλο γεγονός, το οποίο σε συνδυασμό με την ανακριβή χρονολογία να ασκεί επιρροή στο κύρος της διαθήκης. Επομένως, ως προς την χρονολογία της ιδιόγραφης διαθήκης, η ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται ακυρότητα γι' αυτόν τον λόγο, αλλά συναπτόμενη με κάποιο άλλο γεγονός, που συνήθως θα είναι η ανικανότητα του διαθέτη κατά τον χρόνο που συνέτασσε την διαθήκη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 6/2019). Ειδικότερα, "ανεπάρκεια αιτιολογίας" υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υπάρχουν ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Εξάλλου, ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την προσβαλλόμενη απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021). Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ 1226/2022, ΑΠ 331/2021, ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 1046/2020, ΑΠ 96/2019, ΑΠ 365/2010). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2020, ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 331/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 96/2019, ΑΠ 708/2017). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 238/2020, ΑΠ 573/2018). Επίσης, στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα, ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων (340 ΚΠολΔ) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη. Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, εκτιμηθούν, κατ' άρθρο 340 του ΚΠολΔ, ελεύθερα (ΑΠ 306/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 387 του ΚΠολΔ, που επαναλαμβάνει τον ορισμό της διατάξεως του άρθρου 340 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ' άρθρο 368 και δεν έχει αυξημένη δύναμη σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή και, συνεπώς, η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως, που να είναι αντίθετη προς το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, η δε σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 ΚΠολΔ, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 1226/2022, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 1173/2017, ΑΠ 1020/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 879/2009, ΑΠ 1225/2009, ΑΠ 2017/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, έγιναν δεκτά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 29-8-2016 απεβίωσε ..... στην Αθήνα ..... ο Ν. Δ.. ..... Ο αποβιώσας κατέλιπε κατά τον χρόνο του θανάτου του ως μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς του την πρώτη ενάγουσα ..... σύζυγό του ..... και τα τέκνα του, δεύτερη ενάγουσα ..... τον εναγόμενο ..... και τη μη διάδικο Μ. Δ. .....Περαιτέρω, κατά τον χρόνο του θανάτου του ο αποβιώσας κατέλιπε την από 18-9-2015 ιδιόγραφη διαθήκη του ..... αποτελείται από την επικεφαλίδα "Η Διαθήκη μου" και περιλαμβάνει 18 στίχους, κάτω από τους οποίους, ύστερα από μια κενή γραμμή, αναφέρεται η φράση "Ο Διαθέτης", κάτωθι της οποίας υπάρχει η υπογραφή του διαθέτη και δίπλα από αυτήν το όνομα "Ν. Δ.". Ειδικότερα, το περιεχόμενο του κειμένου της ένδικης διαθήκης έχει ως εξής: "Η Διαθήκη μου". Στο ... Σήμερα 16/9/2015 ο υπογεγραμμένος. Έχοντας καλή ψυχική και σωματική υγεία επιθυμώ να δηλώσω την τελευταία βούλησή μου ελεύθερα και ανεπηρέαστα Επιθυμώ να αφήσω Στον Χ. Δ. το ακίνητο Στο ... Αττικής Στη θέση (...) εμβαδό ιδιοκτησίας 5.680.39 τ.μ. πού περιέχει ένα Σπίτησύν την κινητή περιουσία μου Αυτή ή επιθυμία μου θέλω να γίνει Σεβαστή από όλους ώστε να μην την αμφισβητήσει κανείς ούτε να προσβάλει κανείς την παρούσα Διαθήκη μου. Αυτή είναι η τελευταία μου βούληση την οποία έγραψα ολόκληρη μόνος μου και την υπογράφω. Ο Διαθέτης Ν. Δ.". ..... Εξάλλου, η ένδικη διαθήκη εμφανίζει τα εξής χαρακτηριστικά: Η γραφή της είναι ομοιογενής, αποδιδόμενη με κεφαλαιογράμματους και μικρογράμματους Ελληνικούς χαρακτήρες και αριθμούς, με μέση ταχύτητα και ευχέρεια χάραξης, με ομαλή κατανομή της γραφικής πίεσης και με καλό ρυθμό στις αυξομειώσεις. ..... Όσον αφορά στην υπογραφή κάτωθι της ένδικης διαθήκης, έχει σύνθετη δομή και ο σχηματισμός της πραγματοποιήθηκε με έξι ανεξάρτητες χαρακτικές κινήσεις ..... Όπως προκύπτει από την με αριθμό .../2019 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Φ. Γ., διορισθέντος με την ανωτέρω με αριθμό 4614/2018 απόφαση, α μορφολογικά χαρακτηριστικά της γραφής και της υπογραφής της επίδικης διαθήκης όπως αυτά περιγράφηκαν παραπάνω, εμφανίζουν σημαντικές και ουσιώδεις ομοιότητας σε σχέση με τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των δειγμάτων γραφής και υπογραφής του διαθέτη ..... Κατόπιν τούτου, αποδείχθηκε ότι τόσο η γραφή, όσο και η υπογραφή στην επίδικη διαθήκη έχουν χαραχθεί από τον διαθέτη Ν. Δ. και μάλιστα με τρόπο φυσιολογικό και αυθόρμητο. Εξάλλου, η από 2-3-2017 γραφολογική γνωμοδότηση και η από 7-3-2020 έκθεση παρατηρήσεων - σχολιασμός - αντίκρουση της ανωτέρω .../2019 έκθεσης του δικαστικού γραφολόγου Κ. Β., συνταχθείσες κατόπιν αιτήσεως των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, αναφέρουν ότι μεταξύ της γραφής και της υπογραφής της επίδικης διαθήκης και της δειγματικής γραφής και υπογραφής του διαθέτη από τις προαναφερόμενες πηγές υπάρχουν ανομοιότητες ..... και για τους λόγους αυτούς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η ένδικη διαθήκη δεν γράφτηκε από τον αποβιώσαντα Ν. Δ., αλλά από διαφορετικό χέρι τρίτου προσώπου, το οποίο έκανε αποτυχημένη προσπάθεια πλαστογράφησης. Όμως, όλα τα παραπάνω αναιρούνται από την με αριθμό .../2019 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία ..... κατέληξε σε αξιόπιστα συμπεράσματα κατόπιν επιστημονικά άρτιας έρευνας. .... ". Μετά από αυτά το Εφετείο απέρριψε κατ ουσία την έφεση, εκφέροντας όμοια κρίση με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή περί αναγνώρισης της ακυρότητας της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω ελλιπούς αιτιολογίας, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι η ένδικη διαθήκη γράφτηκε και υπογράφηκε από τον διαθέτη, ενώ παραλείπει να αναφέρει και ότι χρονολογήθηκε από τον διαθέτη και από την έλλειψη αιτιολογίας για το ζήτημα αυτό δεν είναι εφικτός ο έλεγχος του ισχυρισμού τους περί μη γνησιότητας της ένδικης διαθήκης ως προς την αναγραφή της χρονολογίας της διαθήκης από τον διαθέτη. Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο διαθέτης έγραψε και υπέγραψε ο ίδιος την ένδικη ιδιόγραφη διαθήκη του με το χέρι του, ότι η χρονολογία περιλαμβάνεται σε στίχο εντός του κειμένου της διαθήκης με αριθμητικά στοιχεία (ημέρα, μήνας, έτος), ότι στην αρχή της διαθήκης αναγράφεται και η χρονολογία σύνταξης αυτής, που αποτελεί μέρος του κειμένου της και ότι στο τέλος του έχει τεθεί από τον διαθέτη η υπογραφή του. Με τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι είναι έγκυρη η από 16-9-2015 ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος στην Αθήνα την 29-8-2016 Ν. Δ. του Δ. και της Σ., διότι αποδείχθηκε πλήρως η γνησιότητα της ένδικης διαθήκης ως προς όλα τα στοιχεία της. Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής για την στήριξη του απορριπτικού διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν ήταν αναγκαία, κατά τις αναιρεσείουσες, η επιπλέον ιδιαίτερη αναφορά ότι η διαθήκη χρονολογήθηκε από τον διαθέτη και όχι κατ' απομίμηση από άλλο πρόσωπο. Εξάλλου, δεν γίνεται επίκληση και απόδειξη ισχυρισμού περί ψευδούς ή εσφαλμένης χρονολογίας της διαθήκης (άρθρο 1721 παρ. 3 ΑΚ), που επάγεται, με την συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων, ακυρότητα από έτερο λόγο. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε από την απόφασή του τη νόμιμη βάση εξαιτίας ελλιπών ή ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την συνδρομή των προϋποθέσεων της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1721 παρ. 1 ΑΚ για την ύπαρξη έγκυρης ιδιόγραφης διαθήκης, την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, με βάση τις παραδοχές της, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο του αντιτασσόμενου ισχυρισμού των αναιρεσειουσών περί ακυρότητας της ένδικης διαθήκης κατά του προβαλλόμενου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου από τη διαθήκη αυτή. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η διαθήκη έχει γραφεί με το χέρι του διαθέτη, επίσης έχει τεθεί και η υπογραφή του με το χέρι του και ακολούθως δέχεται ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ύπαρξη της ένδικης έγκυρης διαθήκης. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν το αντίθετο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ιδιαίτερη αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και τη ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 1482/2017). Για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, αποδεικτικό μέσο και να καθορίζεται το περιεχόμενό του, ώστε να κριθεί αν αυτό είναι κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού (ΑΠ 180/2017). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και προβάλλουν, κατ' εκτίμηση, την αιτίαση ότι καταλείπονται αμφιβολίες για το εάν το Εφετείο έλαβε υπόψη την διαταχθείσα γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, ιδίως ως προς τις αρνητικές της διαπιστώσεις, για την γνησιότητα της ένδικης διαθήκης, επίσης και για το αν έλαβε υπόψη την γραφολογική γνωμοδότηση του δικαστικού γραφολόγου Κ. Β.. Στην προκείμενη περίπτωση, από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικά μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ των οποίων και η έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης σε συνδυασμό με την γραμματική της διατύπωση και τις ουσιαστικές διαπιστώσεις της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε ως προς όλα τα σημεία η έκθεση της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, καθώς και η γνωμοδότηση του δικαστικού γραφολόγου κατ'επιταγή των αναιρεσειουσών. Επιπλέον το Εφετείο, ανεξαρτήτως του ότι δεν είναι αναγκαία η ιδιαίτερη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, στα οποία στηρίχθηκε το κατά την μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αξιολογεί διεξοδικά την έκθεση του γραφολόγου πραγματογνώμονα κατά τον σχηματισμό της κρίσης του ότι η διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τον αποβιώσαντα διαθέτη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν το αντίθετο είναι αβάσιμος. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και προβάλλουν την αιτίαση ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση για τη διαπίστωση του διορισθέντος γραφολόγου πραγματογνώμονος με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ότι παρατηρείται διαφοροποίηση στον τρόπο απόδοσης τμήματος του εναρκτήριου σχηματισμού της υπογραφής του διαθέτη στη διαθήκη, μη εμφανιζόμενη στο δειγματικό υλικό. Ειδικότερα οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης από την έλλειψη αιτιολογίας για το ζήτημα αυτό, διότι δεν είναι εφικτός ο έλεγχος του ισχυρισμού τους περί μη γνησιότητας της ένδικης διαθήκης ως προς την υπογραφή του διαθέτη στη διαθήκη. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αιτιάσεις με τον λόγο αυτό δεν αποτελούν ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, αλλά αναφέρονται σε επιχειρηματολογία και αξιολόγηση της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και ούτε ελέγχεται αναιρετικώς. Περαιτέρω, το Εφετείο κρίνοντας, σχετικά, με το ουσιώδες ζήτημα της ιδιόχειρης υπογραφής της ένδικης διαθήκης από τον διαθέτη, περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1721 παρ. 1 ΑΚ, την οποία το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ο αναιρετικός αυτός λόγος με την αιτίαση ότι η έλλειψη αξιολόγησης της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης ως προς το ζήτημα της γνησιότητας της υπογραφής του διαθέτη, προβαλλόμενος κατ' επίφαση, ως παραβίαση εκ πλαγίου της ανωτέρω διάταξης, είναι απαράδεκτος, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, μετά την απόρριψη των λόγων αναίρεσης ως προς όλες τις αιτιάσεις τους, πρέπει και η αναίρεση να απορριφθεί. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου. Οι αναιρεσείουσες που κατέθεσαν προτάσεις, ως ηττώμενες διάδικοι, πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού τους αιτήματος, να καταδικασθούν στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ),

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Απορρίπτει την από 08-10-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3037/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ....
-Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
-Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή