ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 744/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 744/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 744/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 744 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 744/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ά. Α. Γ. Ε. και Τ. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Α. A.E. ή A. S.A.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Κούρτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία "... Ι.Κ.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "... Ι.Κ.Ε.", που εδρεύει στην περιοχή ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλα Φρώυντε, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 117/2019 του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-6-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 26-6-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ.117/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας - εναγομένης εταιρείας κατά της υπ' αριθ.49/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., επικυρώνοντας την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη - ενάγουσα εταιρεία Ι.Κ.Ε. το συνολικό ποσό των 258.376,98 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική της ζημία και τα διαφυγόντα κέρδη της λόγω ελαττωματικότητας του πωληθέντος σ' αυτή από την εναγομένη εξοπλισμού συστημάτων υδροπονικής καλλιέργειας. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1, 335, 337 και 559 αριθ 1 και 8 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η φύση της σύμβασης ή της δικαιοπραξίας γενικότερα δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτή οι δικαιοπρακτούντες, αλλά ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εφαρμόζοντας εξ επαγγέλματος το νόμο, χαρακτηρίζει σύμφωνα με αυτόν το αντικείμενο της αγωγής και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην έννομη σχέση που προσβάλλεται με αυτή, τη νομική έννοια που αρμόζει, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων επί του θέματος αυτού (Α.Π.108/2014, Α.Π.2091/2013). Έτσι, το δικαστήριο, με βάση το περιεχόμενο της αγωγής που έγινε ανέλεγκτα δεκτό, αυτεπαγγέλτως χαρακτηρίζει την καταρτισμένη σύμβαση, υπάγοντας το περιεχόμενό της αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης (Ολ.Α.Π.18/2006). Σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας με βάση τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε ανέλεγκτα κατατάσσει τη σύμβαση σε νομική κατηγορία άλλη και όχι εκείνη στην οποία ανήκει κατά νόμο, πρόκειται για εσφαλμένο χαρακτηρισμό, ο οποίος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και επιτρέπεται αναίρεση κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον υπάρχει παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που ρυθμίζουν τη σχετική δικαιοπραξία και δεν έχουν εφαρμοστεί (Α.Π.1081/2022, A.Π.878/2018). Περαιτέρω, το άρθρο 361 του ΑΚ που ορίζει ότι ..."για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά"...εκφράζει την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που πηγάζει από το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος (Ολ.Α.Π.33/2002), συνεπεία της οποίας τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος. Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση, τόσο γενικά, όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλόμενου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης (Α.Π. 1518/2013, Α.Π.1519/2013). Στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων δεν είναι νοητό να υπάρχει και δεν υπάρχει numerus clausus των ενοχικών σχέσεων. Έτσι, στη συναλλακτική πρακτική συναντούμε, εκτός από τις ενώσεις δύο ή περισσότερων συμβάσεων και τις ανώνυμες συμβάσεις, τις αποκαλούμενες μικτές συμβάσεις, που αντιδιαστέλλονται από τις επώνυμες συμβάσεις, οι οποίες ρυθμίζονται κατά τα ουσιώδη τους στοιχεία, είτε από τον ίδιο τον Αστικό Κώδικα (λχ. πώληση, μίσθωση, σύμβαση έργου), είτε από ειδικούς νόμους (λχ. Ν. 1665/1986 για τη χρηματοδοτική μίσθωση-leasing, Ν.1905/1990 για την πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων- factoring κλπ). Εξάλλου, μικτή σύμβαση είναι η ενιαία εκείνη σύμβαση, η οποία εμφανίζει μία άγνωστη στο νόμο σύνθεση στοιχείων, που ανήκουν σε διάφορους "τύπους" συμβάσεων (επώνυμων ή και ανώνυμων). Οι μικτές συμβάσεις εμφανίζονται συνήθως με μία από τις ακόλουθες μορφές: 1. Συμβάσεις, όπου ο ένας συμβαλλόμενος οφείλει περισσότερες παροχές, που ανήκουν η καθεμία τους σε διαφορετικό συμβατικό τύπο, αλλά η μία είναι (οικονομικώς και νομικώς) κύρια, ενώ οι άλλες παρεπόμενες (τυπικές συμβάσεις με παρεπόμενη παροχή διαφορετικού τύπου). Στις συμβάσεις αυτού του τύπου εφαρμόζεται βασικά η μέθοδος της "απορρόφησης ή αφομοίωσης", κατά την οποία θα πρέπει να διαπιστώνεται κάθε φορά, ποια είναι η οικονομικώς κύρια παροχή. Πάντως και εδώ θα πρέπει να εξετάζεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση μήπως ενδεχόμενη ανωμαλία σχετικά με την εξέλιξη μιας από τις οφειλόμενες παροχές (ακόμη και της παρεπόμενης) και η συνακόλουθη δημιουργία "καταργητικού λόγου" ως προς αυτήν (λ.χ. δικαιώματος καταγγελίας, υπαναχωρήσεως, κ.λπ.) επηρεάζει την τύχη της όλης συμβάσεως. 2. Συμβάσεις, όπως οι παραπάνω, όπου όμως οι περισσότερες παροχές, που οφείλει ο ένας συμβαλλόμενος είναι οικονομικώς ισοδύναμες μεταξύ τους και νομικώς κύριες ("δίδυμες") συμβάσεις. Στις συμβάσεις αυτού του τύπου εφαρμόζεται βασικά η "μέθοδος του συνδυασμού", κατά την οποία θα πρέπει να εφαρμοστούν παράλληλα για καθεμία από τις σωρευόμενες παροχές, οι κανόνες του συμβατικού τύπου, στον οποίο αυτή ανήκει, χωρίς όμως να παραβλέπεται και η ενότητα της μικτής συμβάσεως, ιδίως όταν μία ανωμαλία σε κάποια από τις παροχές δημιουργεί έναν "καταργητικό λόγο". 3. Συμβάσεις, όπου ο ένας συμβαλλόμενος οφείλει (κύρια) παροχή, που ανήκει σε ορισμένο συμβατικό τύπο (ή και περισσότερες παροχές που ανήκουν σε διαφορετικό συμβατικό τύπο η καθεμία), ενώ ο αντισυμβαλλόμενος του οφείλει αντιπαροχή που ανήκει σε άλλον συμβατικό τύπο. 4. Συμβάσεις, όπου η μία ενιαία παροχή του ενός συμβαλλόμενου περιέχει τα χαρακτηριστικά περισσότερων συμβατικών τύπων (συμβάσεις ενιαίας μικτής παροχής). Στις συμβάσεις αυτών των τύπων υπό στοιχεία 3 και 4 εφαρμόζεται βασικά η παραπάνω "μέθοδος του συνδυασμού" (Α.Π.1595/2022, Α.Π.1465/2018, Α.Π. 167/2015, Α.Π.620/2015). Από τις διατάξεις των άρθρων 513 και 681 ΑΚ, οι οποίες ορίζουν αντίστοιχα, "με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή του δικαιώματος που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε" (ΑΚ 513) και "με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή" (ΑΚ 681) προκύπτουν τα ακόλουθα: Η σύμβαση πώλησης διαφέρει από τη σύμβαση έργου στο ότι, στη μεν σύμβαση πώλησης ο πωλητής οφείλει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, συνιστάμενο στη μεταβίβαση της κυριότητας ενός πράγματος, δεν υποχρεούται όμως στην κατασκευή του ακόμη και αν το πράγμα δεν υπάρχει κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης. Αντίθετα, στη σύμβαση έργου, ο εργολάβος είναι υποχρεωμένος να παραγάγει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα (έργο) στο οποίο αποβλέπουν τα μέρη, και όχι απλώς να παράσχει ένα συγκεκριμένο, ήδη έτοιμο, αντικείμενο. Κατά συνέπεια από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης έργου είναι το έργο, η αμοιβή και η γι' αυτό συμφωνία, δηλαδή η από τα μέρη ρητώς συμφωνούμενη αμοιβή, η οποία συνιστά το αντάλλαγμα της εκτέλεσης του έργου (Α.Π.464/2022, Α.Π.1137/2020, Α.Π.669/2019, Α.Π. 162/2018). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 535, 537, 540 και 543 ΑΚ, όπως τα πέντε τελευταία έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3043/2002, προκύπτει α) ότι ο πωλητής ευθύνεται ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του αν το πράγμα, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, ήτοι κατά το χρόνο παραδόσεώς του σ` αυτόν, έχει πραγματικά ελαττώματα ή στερείται τις συνομολογημένες ιδιότητες (Α.Π.1888/2018), δηλαδή η ευθύνη του είναι αντικειμενική και β) ότι ο αγοραστής, στις περιπτώσεις που υφίσταται ευθύνη του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, δικαιούται, κατ` επιλογή του, είτε να απαιτήσει, χωρίς επιβάρυνσή του, τη διόρθωση ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός εάν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, είτε να μειώσει το τίμημα, είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός εάν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα (Α.Π.2097/2022). Σε περίπτωση, εξάλλου, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε πταίσμα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης ή, σωρευτικά, με τα ανωτέρω δικαιώματα να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους. Δηλαδή, η ευθύνη προς αποζημίωση ορίζεται βασικά αντικειμενική, αν πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων, πταισματική όμως αν πρόκειται για πραγματικό ελάττωμα (543 εδ. β' Α.Κ.). Το πταίσμα μπορεί να υπάρχει, αν κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή, υπάρχει πραγματικό ελάττωμα που οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή ή το οποίο ο πωλητής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει (δηλαδή αρκεί και άγνοια από ελαφριά αμέλεια) είτε κατά τη σύναψη της σύμβασης είτε (σε περίπτωση πώλησης πράγματος κατά γένος ορισμένου) κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου. Η ως άνω ευθύνη, όπως διαγράφεται στο άρθρο 543 Α.Κ., είναι συμβατική (Α.Π.1230/2019), που αποσκοπεί, καλύπτοντας τόσο τις θετικές ζημίες όσο και το διαφυγόν κέρδος του αγοραστή, να τον φέρει (οικονομικά) στη θέση που θα βρισκόταν αν το πράγμα ανταποκρινόταν στη σύμβαση, δεν είχε δηλαδή το πραγματικό ελάττωμα ή αν έφερε τη συνομολογημένη ιδιότητα. Ειδικότερα, ο αγοραστής δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση που περιλαμβάνει: α) σε περίπτωση που επιλέξει να κρατήσει το πράγμα, τις ζημίες που συνδέονται άμεσα και αιτιωδώς με το ελάττωμα ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η αποζημίωση συνίσταται είτε στη διαφορά μεταξύ της αξίας που θα είχε το πωληθέν χωρίς την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας ή χωρίς το πραγματικό ελάττωμα και εκείνης που έχει ήδη το ελαττωματικό είτε σε όσα δαπάνησε για την αποκατάσταση της έλλειψης, καθώς και το διαφυγόν κέρδος εξαιτίας της έλλειψης της συνομολογημένης ιδιότητας ή της ύπαρξης του πραγματικού ελαττώματος (Α.Π.1760/1987), β) σε περίπτωση που επιστρέψει το ελαττωματικό πράγμα, τις ζημίες από τη μη εκτέλεση της σύμβασης, που καλύπτει τόσο τη θετική ζημία (π.χ τίμημα πωλήσεως, έξοδα συμβολαίου) όσο και το διαφυγόν κέρδος και γ) τη λεγόμενη "περαιτέρω ζημία", δηλαδή τη ζημία σε άλλα περιουσιακά αγαθά του αγοραστή-εκτός του αντικειμένου της πώλησης- ή σε αγαθά που απορρέουν από την προσωπικότητα, εφόσον συνδέονται αιτιωδώς με την ελαττωματικότητα ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητος (π.χ. τραυματισμός και καταστροφή αντικειμένων της οικίας του αγοραστή από ανάφλεξη ελαττωματικής ηλεκτρικής συσκευής). Πρόκειται, δηλαδή, για τις ζημίες που οφείλονται μεν αιτιωδώς στην ελαττωματικότητα του πράγματος, αλλά δεν εμπίπτουν σε εκείνες που καταλαμβάνονται από τις πιο πάνω υπό στοιχ. α' και β' αναφερόμενες περιπτώσεις (Α.Π. 1588/2018). Την αποκατάσταση, όμως, των ανωτέρω ζημιών μπορεί να ζητήσει ο αγοραστής ασκώντας, σωρευτικά, το δικαίωμα αποζημιώσεως με ένα από τα δικαιώματα του άρθρου 540 ΑΚ, δηλαδή της διόρθωσης ή αντικατάστασης του πράγματος, ή της μείωσης του τιμήματος ή της υπαναχώρησης από τη σύμβαση, κατά το άρθρο 543 εδ. α' (in fine) του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο η αποζημίωση, στην περίπτωση αυτή, καλύπτει τη ζημία που δεν δύναται να καλυφθεί από την άσκηση των προηγούμενων δικαιωμάτων και η οποία, επίσης, περιλαμβάνει τη θετική ζημία και το διαφυγόν κέρδος (Α.Π. 1302/2023). Εξάλλου, πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάστασή του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού. Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση η οποία από το είδος και τη διάρκειά της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος. Τα μέρη είναι κατ` αρχήν ελεύθερα να αναγάγουν ρητώς οποιαδήποτε χαρακτηριστικά ή ιδιότητες ενός πράγματος σε δεσμευτικό περιεχόμενο της μεταξύ τους συμβάσεως. Η σχετική συμφωνία των μερών μπορεί να έχει θετικό ή αρνητικό περιεχόμενο, να αναφέρεται δηλαδή στην ανάγκη υπάρξεως ορισμένων ιδιοτήτων ή στην ανάγκη απουσίας ορισμένων χαρακτηριστικών - ελαττωμάτων αντίστοιχα. Έτσι, ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών, ότι το πράγμα έχει τη συμφωνημένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται, αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψή της (Α.Π.575/2013). Συνιστά δε συνομολόγηση ιδιότητας και η συμφωνία περί έλλειψης ορισμένου πραγματικού ελαττώματος (Α.Π.1497/2018, Α.Π. 243/2009). Επομένως, για να γεννηθεί η κατά τα ανωτέρω ευθύνη του πωλητή, πρέπει το πραγματικό ελάττωμα ή συνομολογημένη ιδιότητα να λείπει κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου (άρθρο 537 παρ. 1 ΑΚ), που προσδιορίζεται στα άρθρα 522-524 ΑΚ, δηλαδή κατά κανόνα κατά το χρόνο της παράδοσης του πωληθέντος πράγματος στον αγοραστή (Α.Π.84/2020, Α.Π. 1391/2010). Εκ τούτων παρέπεται, ότι, αποκλείεται η εφαρμογή των γενικών διατάξεων για τη μη (ή τη μη προσήκουσα) εκπλήρωση (άρθρα 335 επ., 362 επ. 374 ΑΚ). Τούτο, διότι λείπει ακριβώς η βασική προϋπόθεση εφαρμογής τους, ήτοι η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση, καθόσον η παροχή ελαττωματικού πράγματος ή χωρίς τις συνομολογημένες ιδιότητες αποτελεί εκπλήρωση και ένεκα των ελαττωμάτων αυτού ή των ελλείψεων των συνομολογημένων ιδιοτήτων έχουν εφαρμογή πλέον οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 540 και 543 ΑΚ, μέσω των οποίων υλοποιείται η πρωτογενής εκ του άρθρου 534 ΑΚ αξίωση εκπλήρωσης (Α.Π.1165/2019, Α.Π.710/2017, Α.Π.420/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ) του δικογράφου της ένδικης από 30-5-2017 αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε τα εξής: Ότι δυνάμει του από 5.6.2015 ιδιωτικού συμφωνητικού η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση να της πωλήσει και να εγκαταστήσει τον αναφερόμενο στο δικόγραφο εξοπλισμό ώστε να λειτουργήσει πλήρες σύστημα υδροπονικής καλλιέργειας εντός του υπό κατασκευή θερμοκηπίου ιδιοκτησίας αυτής (ενάγουσας), έναντι συνολικού τιμήματος 516.381 ευρώ, η εξόφληση του οποίου θα γινόταν σταδιακά με την παράδοση του εξοπλισμού. Ότι η εναγόμενη, παρά τις συνεχείς οχλήσεις της, οι οποίες αφορούσαν τη διόρθωση και αποκατάσταση τεμαχίων του εξοπλισμού που εμφάνισαν ελαττωματική λειτουργία, δεν συμμορφώθηκε προς την υποχρέωσή της αυτή και έτσι η ίδια (ενάγουσα) το Φεβρουάριο του έτους 2017 προέβη σε εξώδικη όχληση της εναγομένης προς διόρθωση και αποκατάσταση του ελαττωματικού εξοπλισμού. Ενόψει δε της άρνησης της εναγομένης να συμμορφωθεί, ανέθεσε σε τρίτους την αποκατάσταση των κακοτεχνιών. Το Μάιο του έτους 2017 προέβη σε νέα εξώδικη όχληση με αίτημα μείωσης του τιμήματος και αποζημίωσης για τις θετικές και αποθετικές της ζημίες. Με βάση τα περιστατικά αυτά, η ενάγουσα ζήτησε, όπως έτρεψε το αίτημά της σε εν μέρει αναγνωριστικό: Α. Να αναγνωρισθεί ότι το τίμημα πρέπει να μειωθεί κατά 40%, ήτοι κατά ποσό 205.567,20 ευρώ και (δεδομένου ότι έχει καταβληθεί εκ μέρους της το ποσό των 449.900 ευρώ) ν' αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 139.086,20 ευρώ. Β.α. Να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 398.934,97 ευρώ και ειδικότερα το ποσό των 142.990,25 ευρώ για θετική 255.044,72 ευρώ για αποθετική ζημία και Β.β. υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ για θετική της ζημία, νομιμότοκα. Το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Υπό το περιεχόμενο αυτό, τα περιληφθέντα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, υπάγονται στις νομικές διατάξεις της πώλησης, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με από το άρθρο 1 § 1 του ν. 3043/2002, συνιστάμενη στην πώληση και παράδοση του όλου εξοπλισμού των συστημάτων της υδροπονικής καλλιέργειας και την σωστή εγκατάσταση αυτών, τη θέση σε πλήρη λειτουργία με το ανάλογο εξειδικευμένο προσωπικό της πωλήτριας εναγομένης εταιρείας ως και την υπόδειξη και εκμάθηση του χειρισμού λειτουργίας και συντήρησης των μηχανημάτων στους υπεύθυνους χειριστές της ενάγουσας αγοράστριας. Τούτο διότι κυρίαρχο στοιχείο της επίδικης σύμβασης ήταν η προμήθεια των μηχανημάτων με την εξασφάλιση του είδους και της ποιότητας αυτών, η εγκατάσταση δε του εξοπλισμού συνίστατο στη συναρμολόγηση μιας σειράς μηχανημάτων και εξοπλισμού ως ενιαίο λειτουργικό σύνολο χωρίς να τείνει στην παραγωγή έργου με χρήση πρώτης ύλης, η οποία εγκατάσταση αποτέλεσε μέρος της σύμβασης και πραγματοποιήθηκε από τον πωλητή. Εξάλλου, επί μικτής συμβάσεως, στην οποία συγχωνεύονται στοιχεία περισσότερων ρυθμισμένων συμβατικών τύπων, όταν δηλαδή η παροχή του ενός ή αμφοτέρων των συμβαλλομένων κατά το σύνολο ή κατά μέρος αυτής ανήκει συγχρόνως σε περισσότερους τύπους συμβάσεων, εάν η μία σύμβαση είναι απλώς παρακολουθηματική της άλλης και οι εξ αυτής υποχρεώσεις, είτε ανήκουν στις συνηθισμένες υποχρεώσεις της κυρίας σύμβασης, είτε είναι παρακολουθηματικές της κυρίας σύμβασης, εφαρμόζονται οι διατάξεις, που ρυθμίζουν την κυρία σύμβαση, στην οποία απορροφάται η παρακολουθηματική σύμβαση. Έτσι, επί μικτής συμβάσεως, η οποία υφίσταται και στην περίπτωση που συμφωνηθεί μεταξύ των συμβληθέντων, ότι ο πωλητής, εκτός της υποχρεώσεώς του να μεταβιβάσει την κυριότητα του πωληθέντος έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος, αναλαμβάνει και την υποχρέωση τοποθέτησης του πωληθέντος στο τόπο του προορισμού του, εφαρμόζονται οι περί πωλήσεως διατάξεις των άρθρων 513 επομ. ΑΚ, λόγω του, έναντι της συμβάσεως πωλήσεως, παρακολουθηματικού χαρακτήρα της μετ' αυτής συμφωνηθείσης για την τοποθέτηση των πωληθέντων μισθώσεως έργου, κατά την οποία η οφειλόμενη αμοιβή περιλαμβάνεται στο συμφωνηθέν με την πώληση τίμημα. Το ότι σ' αυτή την περίπτωση σε πώληση αποβλέπουν κυρίως τα μέρη καταφαίνεται και από το γεγονός, ότι, αν απομονωθεί από την ενιαία σύμβαση το στοιχείο της πώλησης, το σκέλος της τοποθέτησης των πωληθέντων πραγμάτων παραμένει μετέωρο και το σημαντικότερο δεν είναι αυτοτελώς αγώγιμο. Επομένως, μόνο η πώληση οδηγεί στον επιδιωκόμενο από τα μέρη σκοπό και η συμφωνία περί της τοποθέτησης εξυπηρετεί αυτόν. Γι' αυτό τον λόγο απορροφάται, τελικά, η σύμβαση έργου από τη σύμβαση πώλησης". Με βάση την ανωτέρω αιτιολογία, το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή στηριζόμενη στις διατάξεις της πώλησης και όχι σ' αυτές της σύμβασης έργου, όπως η αναιρεσείουσα υποστήριζε.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 535, 536, 537, 540 και 543 ΑΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 681, 688-690 Α.Κ., τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δεν ήσαν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση, καθόσον υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων ένδικη σύμβαση φέρει το χαρακτήρα μικτής σύμβασης, ήτοι σύμβασης πώλησης και σύμβασης μίσθωσης έργου, με κυρίαρχο όμως στοιχείο αυτό της πώλησης και παράδοσης στην αναιρεσίβλητη όλου του εξοπλισμού των συστημάτων υδροπονικής καλλιέργειας, ενώ η εγκατάσταση, θέση σε πλήρη λειτουργία και συντήρηση των μηχανημάτων αποτέλεσε σύμβαση έργου παρακολουθηματική της πρώτης κύριας σύμβασης, με την οφειλόμενη γι' αυτή αμοιβή να περιλαμβάνεται στο συμφωνηθέν με την πώληση τίμημα, και, ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, εφαρμοστέες τυγχάνουν οι διατάξεις που ρυθμίζουν την κύρια σύμβαση της πώλησης, στην οποία απορροφάται η παρακολουθηματική σύμβαση της μίσθωσης έργου. Επομένως, οι πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, και πέμπτος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις της πώλησης και έκρινε νόμιμη την αγωγή, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει αυτές της σύμβασης έργου, είναι αβάσιμοι.
Από την παραδεκτή επισκόπηση, περαιτέρω, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα: "Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, η εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την νομοτύπως υποβληθείσα από αυτή, πρωτοδίκως, ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (374 ΑΚ), επικαλούμενη ότι αρνήθηκε να παράσχει τεχνική υποστήριξη στην ενάγουσα (εφεσίβλητη ήδη αναιρεσίβλητη) λόγω μη εκπληρώσεως της κύριας υποχρέωσης αυτής, που συνίστατο στην καταβολή του τιμήματος ανερχόμενο στο ποσό των 124.653,0 ευρώ...Ο ανωτέρω ισχυρισμός προεχόντως απαραδέκτως προβάλλεται μετά τη μετάθεση του κινδύνου στην αγοράστρια ενάγουσα, δεδομένου ότι πρόκειται για παροχή πραγμάτων που δεν ανταποκρίνονται στη σύμβαση, οπότε, η εφαρμογή των γενικών διατάξεων για τη μη εκπλήρωση ή τη μη προσήκουσα εκπλήρωση, εκ μέρους της πωλήτριας, της σύμβασης αποκλείεται και η αγοράστρια δικαιούται να ασκήσει τα δικαιώματα των διατάξεων των άρθρων 540 επ. του Α.Κ., οι οποίες, εξάλλου, εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση λόγω του έναντι της επίμαχης σύμβασης πώλησης παρακολουθηματικού χαρακτήρα της μετ' αυτής συμφωνηθείσας για την τοποθέτηση των πωληθέντων μηχανημάτων, κατά την οποία η οφειλόμενη αμοιβή περιλαμβάνεται στο συμφωνηθέν με την πώληση τίμημα... Επομένως, με αυτά που δέχτηκε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας ότι, εφόσον είχε λάβει χώρα μετάθεση του κινδύνου των πωληθέντων πραγμάτων στην αγοράστρια ενάγουσα..., αποκλειόταν η εφαρμογή των γενικών διατάξεων για τη μη εκπλήρωση ή τη μη προσήκουσα εκπλήρωση, εκ μέρους της πωλήτριας και η αγοράστρια δικαιούταν να ασκήσει τα δικαιώματα των διατάξεων των άρθρων 540 επ. του Α.Κ., δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 374 και 376 ΑΚ, οι οποίες δεν ήσαν εφαρμοστέες, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 374 και 376 Α.Κ., τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, καθόσον, σύμφωνα με την οικεία νομική σκέψη, μετά τη μετάθεση του κινδύνου στον αγοραστή, ήτοι μετά την παράδοση σ' αυτόν του πράγματος και τη διαπίστωση της ελαττωματικότητάς του, εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 540 επ. Α.Κ. και όχι οι γενικές διατάξεις του ΑΚ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιώμενη τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής, ο περιορισμός δε αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίσθηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση, όμως, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής που εμποδίζει την συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται κατά σαφή δήλωση του ενάγοντος κατά κλάσμα ή ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων. Επομένως, επί περισσοτέρων αγωγικών κονδυλίων ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, χωρίς να προσδιορίζεται από τον ενάγοντα, στην σχετική δήλωσή του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά την προφορική συζήτηση της αγωγής, καταχωριζομένη στα πρακτικά, ούτε στις προτάσεις του ενώπιον αυτού, σε ποιο ή ποια ειδικότερα κεφάλαια ή κονδύλια αφορά ο περιορισμός αυτός ή ότι τα κονδύλια αυτά περιορίζονται κατά ποσοστό ανάλογο του όλου αιτήματος, καθιστά την αγωγή αόριστη στο σύνολό της, διότι, εφόσον δεν διευκρινίζεται, ποίων συγκεκριμένων αξιώσεων ζητείται η αναγνώριση και ποίων η καταψήφιση, δεν είναι δυνατόν να διαγνωσθεί, σε περίπτωση που θα κριθούν νόμιμες ή ουσιαστικά βάσιμες, αν πρόκειται για αξιώσεις, των οποίων ζητείται η αναγνώριση ή η καταψήφιση και ιδίως ν' αποφασισθεί, ποιες από τις γενόμενες δεκτές υπόλοιπες αξιώσεις πρέπει ν' αναγνωρισθούν και ποιες να επιδικασθούν στον ενάγοντα (Ολ.Α.Π.30/2007, Α.Π.31/2021). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π.1/2019, Ολ.Α.Π.25/ 2008, Α.Π.1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π.2/2001, Α.Π.933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π.2/2001, Α.Π.480/2020, Α.Π.175/2019, Α.Π.1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ` αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π.927/2019, Α.Π.357/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια με την αιτίαση ότι, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατ' αυτής, παρότι μετά το γενόμενο, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, το οποίο αποτελεί άθροισμα περισσοτέρων του ενός κονδυλίων, από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, καθίσταται αδύνατος ο προσδιορισμός ποια κονδύλια παραμένουν καταψηφιστικά και ποια αναγνωριστικά. Ο λόγος αυτός, που, όπως αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης, είναι αβάσιμος, διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση των ταυτάριθμων με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικών και των έγγραφων προτάσεων της ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η ενάγουσα με προφορική δήλωσή της ενώπιον αυτού και με τις έγγραφες προτάσεις της μετέτρεψε το αίτημα της αγωγής τους από καταψηφιστικό σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό και συγκεκριμένα, από το συνολικά αιτούμενο ποσό των 498.034,97 ευρώ, μετέτρεψε σε αναγνωριστικό το ποσό των 398.034,97 ευρώ (142.990,25 θετική +255.044,72 αποθετική ζημία) και ζήτησε την καταψήφιση του υπολοίπου, των 100.000 ευρώ (θετική ζημία), ενώ προσδιόρισε στις προτάσεις της σε ποια ειδικότερα κονδύλια της αγωγής αφορά ο περιορισμός αυτός, από το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 26/2004, Α.Π.862/2020). Η παράλειψη δε του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, στις περιπτώσεις που αυτή είναι επιβεβλημένη, καθώς και η ορθότητα της κρίσεως αυτού ως προς τη δοθείσα ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως, ελέγχονται αναιρετικώς, διότι ανάγονται στην εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (561 παρ.1 ΚΠολΔ, Α.Π.672/2014, Α.Π.1179/ 1996). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) εταιρία υπέγραψε με την εναγόμενη (αναιρεσείουσα) το από 05.07.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό δια του οποίου η τελευταία ανέλαβε να πωλήσει, να μεταβιβάσει και να εγκαταστήσει στην υπό κατασκευή θερμοκηπιακή μονάδα της τον κάτωθι εξοπλισμό της: μια θερμοκουρτίνα σκίασης και εξοικονόμησης ενέργειας κόστους 105.774 ευρώ, σύστημα λίπανσης και θρέψης καλλιεργούμενων ειδών κόστους 43.281 ευρώ, πάνελ δροσισμού θερμοκηπιακής μονάδας 87.972 ευρώ, σειριακό αερισμό θερμοκηπίου κόστους 10.062 ευρώ, εξοπλισμό υδροπονικής καλλιέργειας κόστους 78.150 ευρώ και σύστημα θέρμανσης υδροπονικής μονάδας κόστους 191.142 ευρώ, και συνολικό τίμημα 516.381 ευρώ. Η παράδοση και θέση σε λειτουργία του εξοπλισμού θα γινόταν τρεις μήνες μετά από την ολοκλήρωση κατασκευής του θερμοκηπίου, ενώ η εξόφληση του τιμήματος θα γινόταν τμηματικά με την παράδοση των υλικών ενός εκάστου των συστημάτων έως συγκεκριμένο ποσοστό της συνολικής του αξίας, αφού δίνονταν το ποσό των 260.000 ευρώ ως προκαταβολή με την υπογραφή του συμφωνητικού. Η ενάγουσα κατέβαλε με την υπογραφή 175.000 ευρώ και το Σεπτέμβριο του 2015 ο Ι. Α., συνεργάτης και μηχανικός της εναγομένης άρχισε έχοντας υπό τις εντολές του τέσσερις εργατοτεχνίτες να εγκαθιστά τα συστήματα της υδροπονικής καλλιέργειας, η δε ενάγουσα έως το Μάιο του έτους 2016 είχε καταβάλει, τμηματικά, το συνολικό ποσό των 449.900 ευρώ. Ήδη δε, όπως προκύπτει ιδίως από την ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ εκπροσώπων της εναγομένης, Γ. Χ., και της ενάγουσας, Α. Π., οι παραδόσεις του μέγιστου μέρους των υλικών και των συστημάτων είχαν ολοκληρωθεί από τον Δεκέμβριο του 2015, πλην η ενάγουσα δεν είχε εξοφλήσει το αντίστοιχο μέρος του τιμήματος, ανερχόμενο κατά το στάδιο αυτό στο ποσό των 146.000 € και, για το λόγο αυτό, η εναγόμενη στις 11.02.2016 όχλησε την ενάγουσα, διά ηλεκτρονικής επιστολής, να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της. Η τελευταία δε απάντησε ότι αδυνατεί να εκπληρώσει την παροχή της και ότι απόκειται στην ευχέρεια της εναγόμενης αν θα συνέχιζε τις παραδόσεις και την εγκατάσταση τμημάτων του εξοπλισμού. Στις 13.03.2016 η εναγόμενη κάλεσε την ενάγουσα να επιλύσει το θέμα της ηλεκτροδότησης του ακινήτου προκειμένου να γίνουν δοκιμές για τη λειτουργία των ήδη εγκατεστημένων συστημάτων. Ενημέρωσε δε για την ανάγκη προσθήκης υλικών και μετατροπών στην εγκατάσταση, πλην όμως εξάρτησε τα παραπάνω από την καταβολή του υπολοίπου του τιμήματος καθώς και του επιπλέον αυτού κόστους. Αναφορικά με το σύστημα θέρμανσης απεδείχθη ότι ο κατασκευαστής και προμηθευτής των λεβήτων του συστήματος θερμάνσεως Ι. Σ., προστηθείς της εναγομένης, εκπλήρωσε την παροχή αυτή και παρέδωσε το σύστημα θερμάνσεως την 11η-06-2016. Περαιτέρω δε ο μηχανικός της εναγομένης, Ι. Α., παρέδωσε τα λοιπά συστήματα την προηγουμένη, 10.06.2016, παρουσία του διαχειριστή της ενάγουσας κ. Ν.. Ο Ι. Α. αποχώρησε την 11.06.2016 και επέστρεψε την 04.07.2016 με δύο τεχνικούς της ολλανδικής εταιρίας "P..", κατασκευάστριας του υπολογιστή ρυθμίσεως περιβάλλοντος και ηλεκτρονικών συστημάτων, που είχαν ήδη εγκατασταθεί στην μονάδα, προκειμένου να ελέγξουν την εγκατάσταση, να την θέσουν σε δοκιμαστική λειτουργία και να εκπαιδεύσουν το προσωπικό της ενάγουσας στην ορθή χρήση. Την 20.07.2016 ο Α. Π., αιτείται μέσω ηλεκτρονικής επιστολής να γίνει παράδοση του συνόλου των πωληθέντων τάσσοντας μάλιστα την ικανοποίηση του αιτήματος του. Την 09.08.2016 του δηλώνεται μέσω ηλεκτρονικής επιστολής ότι θα επαναληφθεί η παράδοση του έργου και σε αυτόν προσωπικά. Αναφορικά με τις βεβαιώσεις και τις εγγυήσεις των κατασκευαστικών εταιριών που ζήτησε, του επισημάνθηκε ότι αυτές θα εγχειρισθούν μόλις εξοφληθεί το υπόλοιπο του τιμήματος. Ακολούθως, την 12η.08.2016, η ενάγουσα ζήτησε η εν λόγω συνάντηση να γίνει την 19.08.2016 και να παρίστανται τεχνικοί για την επίλυση του ζητήματος με τα πάνελ δροσισμού. Η συνάντηση δεν έλαβε χώρα ένεκα της έλλειψης επαρκούς συνεννόησης μεταξύ των δύο μερών. Στις 23-8-2016, με ηλεκτρονική επιστολή, η ενάγουσα γνωστοποίησε συγκεκριμένες εκκρεμότητες προκειμένου να παραλάβει το σύνολο των εγκαταστάσεων. Συγκεκριμένα επεσήμανε τις εξής ελλείψεις: σχέδιο θερμοκηπίου (οδεύσεις δικτύων), σχέδιο ηλεκτρικού πίνακα, εγγυήσεις και σειριακούς αριθμούς από αντλίες, μοτέρ ανεμιστήρων και συστήματος P.., ονομαστικά Δ.Τ. για την μελέτη της θέρμανσης και ψύξης, εξαγωγή data από το σύστημα P... Περαιτέρω επεσήμανε τις κάτωθι ελλείψεις: σύστημα υδρολίπανσης έχει μία πλατφόρμα ζυγιστικού (ενώ στην προσφορά υπάρχουν δύο), όργανα μέτρησης ψεκασμού με δοχείο 500 lt, PC, 4 μπεκ με μια υδρολόγχη (ανά σακούλα) (ενώ είχαν παραδοθεί με διπλή υδρολόγχη) αρδευτικό σύστημα, σύστημα θέρμανσης (το οποίο σημειώνεται ότι δεν παράλαβε λόγω καιρικών συνθηκών). Κατέστησε δε γνωστό ότι για να παραλάβει χρειαζόταν: α) επιδόσεις ΔΤ σύμφωνα με το ονομαστικό, β) ασφαλιστικό έλεγχο, γ) ποιότητα καπναερίων, δ) έλεγχο καμινάδας. Πρόσθεσε δε ότι αναμένεται να αποσταλεί από το νομικό της τμήμα: "σύμβαση για τον ορισμό εκπαίδευσης και επισκέψεων καθώς και σύμβαση για την εγγύηση και λειτουργία των συστημάτων που έχετε εγκαταστήσει". Στη συνέχεια, η ενάγουσα προχώρησε στην φύτευση της επερχόμενης καλλιεργητικής περιόδου. Η φύτευση έγινε στις 24 και στις 25 Αυγούστου του 2016 και ανέμενε την πρόοδο ανάπτυξης των φυτών των δύο ποικιλιών ντομάτας που φύτευσαν ήτοι τις ποικιλίες Cherry Plum Lipso και Cluster Comeett. Στις 27.08.2016, η ενάγουσα απέστειλε νέα ηλεκτρονική επιστολή, δια της οποίας γνωστοποιήθηκε ρητά το πρόβλημα λειτουργίας στο σύστημα ελέγχου P... Την 17.09.2016 η εναγόμενη απαντά με ηλεκτρονική επιστολή ότι απαιτείται εξοικείωση με τα μηχανήματα και κάλεσε την ενάγουσα να προβεί στην εξόφληση του τιμήματος. Στις 06.10.2016 είχε ζητηθεί μέσω ηλεκτρονικής επιστολής να τεθούν σε λειτουργία οι καυστήρες, να ρυθμιστούν τα νερά της θέρμανσης εντός του θερμοκηπίου, και να οριστεί η επίδειξη λειτουργίας, υπενθυμίζοντας ταυτόχρονα την επικείμενη αλλαγή των καιρικών συνθηκών που απαιτούσε την εν συνόλω εύρυθμη λειτουργία του συστήματος. Στις 18-10-2016, η ενάγουσα ζήτησε από την εναγομένη να θέσει σε λειτουργία τους λέβητες θέρμανσης. Επιπλέον, της ζήτησε να αποκαταστήσει βλάβη στην θερμοκουρτίνα, λόγω μη συμβατής λειτουργίας της με το ηλεκτρονικό σύστημα ελέγχου P... Η εναγομένη απαντώντας στις 19.10.2016, έθετε το θέμα της αποπληρωμής της, ως προϋπόθεση για να ασχοληθεί με τα προβλήματα που είχαν επισημανθεί. Η ενάγουσα την 19.12.2015 μέσω ηλεκτρονικής επιστολής, συγκεκριμενοποίησε το πρόβλημα απόδοσης του συστήματος θέρμανσης των θερμοκηπιακών εγκαταστάσεων και κυρίως την αποτυχία της - αναγκαίας-ταυτόχρονης λειτουργίας της επιδαπέδιας και αερόθερμης θέρμανσης, ζητήθηκε δε από την εναγομένη να αποστείλει τη μελέτη και το διάγραμμα των σωλήνων θέρμανσης του εσωτερικού των θερμοκηπίων, προκειμένου να διαπιστωθεί η αιτία της μη ορθής λειτουργίας της θέρμανσης, πλην όμως η εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε. Το Δεκέμβριο του 2016, η ενάγουσα διαπίστωσε ότι τα φυτά δεν είχαν αναπτυχθεί και δεν είχαν αποδώσει καρπούς σύμφωνα με τα αναμενόμενα. Ενόψει τούτου, τον Ιανουάριο του έτους 2017, η ενάγουσα απευθύνθηκε στις εταιρίες Γ. Α.Ε., G. ΕΠΕ, Μ.- I.. Χ. Κ. Σ. ΟΕ, και G. (για το σύστημα P..) προκειμένου να ελεγχθούν τα συστήματα που εγκατέστησε η εναγομένη. Η εταιρία Γ. ΑΕ, στις 26.01.2017 απέστειλε εντεταλμένο τεχνικό, ο οποίος αφού εξέτασε το θερμοκήπιο και την λειτουργία του, παρέδωσε την προσκομιζόμενη από 28/01/2017 τεχνική έκθεση, στην οποία ανέφερε ως παρατηρήσεις τα εξής: "(....) Η θέρμανση και κύρια τα αερόθερμα δεν λειτουργούν σωστά αφού κατά την λειτουργία ο αέρας που βγάζουν δεν είναι ικανοποιητικά ζεστός για να βοηθήσουν στην αφύγρανση. Με βάση τα στοιχεία από την εταιρία παραγωγής των αερόθερμων θα πρέπει να βγαίνει θερμοκρασία της τάξης των 37°C ενώ βγαίνει κάτω από 30°C. 3. Οι σωλήνες θέρμανσης τοποθετήθηκαν κάτω ακριβώς από τα υποστρώματα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αυξάνεται η ενέργεια συντήρησης των ριζών. Επειδή όμως το φυτό στέλνει συγκεκριμένη ποσότητα ενέργειας για την συντήρηση των ριζών οι ρίζες δαπανούν περισσότερη από ότι έχουν στην διάθεση τους. Το φυτό αρχίζει και νεκρώνει κάποιες ρίζες για να μπορέσει να συντηρήσει τις υπόλοιπες". Περαιτέρω, η εταιρία C. ΑΕ, διενήργησε αυτοψία στο θερμοκήπιο, και συνέταξε την από 13.02.2017 τεχνική έκθεση, στην οποία εντόπισε ελλείψεις και τις τεχνικές αστοχίες του έργου της εναγομένης, ανέφερε δε μεταξύ άλλων τα εξής: "Διαπιστώθηκε ότι η φυτεία βρίσκεται σε πολύ άσχημη κατάσταση με το 95% των φυτών να έχουν προσβληθεί από βοτρίτη & περονόσπορο (προχωρημένα στάδια). Δεν μπορεί να συνεχίσει η φυτεία και θα πρέπει να ξηλωθεί ώστε να ξεκινήσει εξ αρχής. Από την συζήτηση με τον τεχνικό, ενημερωθήκαμε ότι κατά τη διάρκεια των προηγούμενων εβδομάδων υπήρχε σοβαρό πρόβλημα με το σύστημα θέρμανσης. Δεν λειτουργούσε ικανοποιητικά με αποτέλεσμα να σημειωθούν ιδιαίτερα χαμηλές θερμοκρασίες (7-8 °C) στο χώρο της φυτείας. Διαπιστώθηκε επίσης ότι ο έλεγχος κλίματος δεν λειτουργεί ικανοποιητικά με αποτέλεσμα ο εξαερισμός του θερμοκηπίου μέσω των παραθύρων οροφής να είναι ελλιπής και να επικρατούν συνθήκες που δεν ευνοούν την σωστή ανάπτυξη της καλλιέργειας. Δεν φαίνεται να υπάρχει καμία στρατηγική κλίματος για να προστατευτεί η καλλιέργεια. Α. Σύστημα θέρμανσης: Οι λέβητες (ισχύος 1.000.000 Kcal/ h ο καθένας) δεν μπορούσαν να ανεβάσουν θερμοκρασίες μεγαλύτερες από 65°C ακόμα και στην περίπτωση που τα δυο επιδαπέδια συστήματα (μεγάλο & μικρό θερμοκήπιο) ήταν κλειστά, σε μία ημέρα που οι εξωτερικές θερμοκρασίες δεν ήταν ιδιαίτερα χαμηλές (10 - 12 Χ). Οι λέβητες δεν είχαν ικανοποιητικό ελκυσμό μέσω της κοινής καμινάδας. Η καύση που παρατηρήθηκε στην εστία καύσης, δεν ήταν καθόλου καλή. Το σύστημα των κολλεκτέρ δεν είναι σωστά σχεδιασμένο. Συγκεκριμένα το δίκτυο των αερόθερμων (για μεγάλο & μικρό θερμοκήπιο) δεν διαθέτει τετράοδες βάνες ανάμιξης και διοχετεύεται ζεστό νερό στα αερόθερμα χωρίς απολύτως κανένα έλεγχο. Επίσης δεν υπάρχει αυτόματος έλεγχος των τετράοδων βανών ανάμιξης για τα δύο επιδαπέδια συστήματα. Οι τετράοδες βάνες δεν λειτουργούσαν αυτόματα μέσω του Υπολογιστή Κλίματος και η ηλεκτρολογική σύνδεση ήταν γεφυρωμένη μεταξύ τους με αποτέλεσμα, ακόμα και αν υπήρχε αυτόματη λειτουργία, να μην υπάρχει αυτονομία για το κάθε ένα θερμοκήπιο. Επίσης, η διαστασιολόγηση των κυκλωμάτων τόσο για την επιδαπέδια θέρμανση όσο και για το δίκτυο των αερόθερμων είναι λανθασμένη, τόσο όσον αφορά τις κεντρικές σωληνώσεις όσο και τους κυκλοφορητές. Δεν υπάρχουν εγκατεστημένα θερμόμετρα και μανόμετρα σε προσαγωγή και επιστροφή του καθενός από τα τέσσερα δίκτυα, ώστε να μπορεί να παρακολουθείται η λειτουργία του συστήματος. Το δίκτυο των κεντρικών σωληνώσεων θέρμανσης είναι κατασκευασμένο από πλαστικές σωλήνες (αντί μεταλλικών) και είναι λάθος σχεδιασμένο. Συγκεκριμένα, το δίκτυο δεν έχει σχεδιαστεί με βάση την αρχή Tickelman που είναι προϋπόθεση για την σωστή εξισορρόπηση του επιδαπέδιου δικτύου θέρμανσης και είναι ο σχεδιασμός που ακολουθείται στην κατασκευή των δικτύων θέρμανσης στην πλειοψηφία των θερμοκηπιακών μονάδων, προκειμένου να εξασφαλιστεί ομοιόμορφη κατανομή της θέρμανσης σε όλα τα δίκτυα διανομής και κατά συνέπεια στο χώρο του θερμοκηπίου. Οι επιδαπέδιες σωλήνες θέρμανσης που έχουν χρησιμοποιηθεί είναι λείες πλαστικές σωλήνες και όχι οι ενδεδειγμένες σπιράλ σωλήνες θέρμανσης με πολύ καλύτερη απόδοση ανά m2. Β. Σύστημα Δροσισμού: Οι ανεμιστήρες δροσισμού έχουν τοποθετηθεί στην πλέον χαμηλότερη θέση, που είναι τελείως λανθασμένη (...) Δ. Θέση αισθητήρων θερμοκρασίας & υγρασίας: Η σωστή θέση αισθητήρων θερμοκρασίας και υγρασίας θα πρέπει να είναι μέσα στη φυτεία και στο ύψος της κορυφής του φυτού. Επειδή ο κεντρικός διάδρομος διαχωρίζει το θερμοκήπιο σε δύο τμήματα Βόρειο και Νότιο με ξεχωριστά δίκτυα επιδαπέδιας θέρμανσης, θα πρέπει να τοποθετηθούν διπλοί αισθητήρες, στο Βόρειο και στο Νότιο τμήμα της μονάδας". Περαιτέρω, στις 20.01.2017, η εταιρία "Μ.-1.Χ. Κ. Σ. ΟΕ" και η εταιρία C. Ε.Π.Ε, εξέτασε τους λέβητες και ειδικότερα το σύστημα της διαφυγής των αερίων παραγώγων της καύσης και διαπιστώθηκε ότι οι λέβητες δεν είχαν ικανοποιητικό ελκυσμό μέσω της κοινής καμινάδας (δηλαδή κακώς είχε μπει μία καμινάδα για δύο λέβητες) και έτσι, η καύση που γινόταν στις εστίες καύσης των λεβήτων δεν ήταν ικανοποιητικά αποδοτική. Τέλος, η εταιρία G. εξέτασε το σύστημα P.. και διαπίστωσε ότι: "Το Groscale (μέτρηση ηλεκτρικής αγωγιμότητας, βάρος υποστρώματος και ποσότητας απορροής) όπως και οι μετρητές θερμοκρασίας υγρασίας είχαν τοποθετηθεί λάθος, δίπλα στον διάδρομο όπου τα φυτά έχουν παραπάνω διαπνοή και ο διάδρομος συσσωρεύει θερμότητα. To Croscale πρέπει να τοποθετηθεί τουλάχιστον στο δεύτερο τμήμα από τον διάδρομο. Και στις δύο πλευρές πρέπει να υπάρχουν φυτά. Ο αισθητήρας ροής επίσης έχει τοποθετηθεί λάθος. Είναι εγκατεστημένος αμέσως μετά από την αντλία. Δημιουργείται στροβιλισμός και το ροόμετρο δεν μετράει πάντα με ακρίβεια. Με βάσει το ροόμετρο γίνεται η άρδευση. Επίσης δεν υπάρχει μηχανικό ροόμετρο για να μπορέσουμε να ελέγχουμε την ορθή λειτουργία του ροόμετρου και κατ' επέκταση της άρδευσης. Το καλώδιο από το Control station στο base station ήταν ματισμένο και άλλαζε κατηγορίες. Αυτό έχει σαν συνέπεια πολλές φορές την δημιουργία θορύβου στις καταγραφές αλλά και προβλήματα επικοινωνίας." Σημειώνεται ότι στο από 05.06.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε συμφωνηθεί επί λέξει ότι η εναγόμενη "(....) για τον πρώτο χρόνο θα παρέχει την τεχνική υποστήριξη για την αντιμετώπιση ενδεχομένων προβλημάτων ορθής λειτουργίας όλων των συστημάτων που εγκατέστησε επιβαρύνοντας τον αγοραστή μόνο με τα έξοδα μετακίνησης και διαμονής του τεχνικού. Στις παραπάνω τιμές συμπεριλαμβάνονται η προμήθεια, η μεταφορά και κάθε μικρό υλικό που θα χρειαστεί για την εγκατάσταση και ορθή λειτουργία των μηχανημάτων. Σε ευαίσθητα σημεία των ηλεκτρονικών συστημάτων (όπως το ρελέ στους ηλεκτρονικούς και ηλεκτρικούς πίνακες) θα τοποθετηθούν διπλά συστήματα ασφαλείας. Όποιες κακοτεχνίες και ατέλειες δημιουργηθούν ο πωλητής (εναγόμενη) οφείλει να τις αντικαθιστά χωρίς κόστος για τον αγοραστή." Μετά τις προαναφερθείσες διαπιστώσεις, η ενάγουσα κοινοποίησε προς την εναγομένη στις 14.02.2017 την από 08.02.2017 εξώδικη δήλωση δια της οποίας ζήτησε να προβεί στην παράδοση όσων είχε ήδη ζητήσει από τις 23.08.2016, διαμαρτυρήθηκε για την έως τότε πρακτική της εναγόμενης να μη συνεργάζεται για την αποκατάσταση των ελλείψεων και κακοτεχνιών που της είχαν κατά το προηγούμενο διάστημα τεθεί υπ' όψιν, την κάλεσε όπως εντός τριών (3) ημερών από την λήψη της εξωδίκου δηλώσεως γνωστοποιήσει αν θα προβεί στην αντικατάσταση των μη λειτουργούντων ορθά μηχανημάτων και στην παράδοση όσων ελλείπουν, δηλώνοντας πως θα διεκδικήσει κάθε μορφής νόμιμη αποζημίωση από την μη ορθή εκτέλεση της σύμβασης και την προκληθείσα ζημία της. Κατόπιν τούτου, η εναγομένη απέστειλε μεν στις 19-02-2017 συνεργάτη της (Κ. Σ.), πλην όμως με την από 01-3-2017 εξώδικη δήλωσή της χαρακτήριζε ως "μικροελλείψεις" τις διαπιστωθείσες επισκευαστικές κακοτεχνίες και ελλείψεις. Τα ελαττώματα που άπτονται τόσο της ιδιοσυστασίας των πωληθέντων όσο και της εγκατάστασής τους (πλημμελής εγκατάσταση) τεκμαίρεται κατ' άρθρο 537 Α.Κ. ότι υπήρχαν κατά τη μετάσταση του κίνδυνου καθόσον εμφανίστηκαν εντός του εκ του νόμου οριζόμενου εξαμήνου για την εφαρμογή του τεκμηρίου. Σχετικά με την κατάφαση της υπαιτιότητας της εναγομένης για τη θεμελίωση της ευθύνης της προς την καταβολής αποζημίωσης, πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγόμενη φέρει το βάρος απόδειξης της έλλειψης πταίσματός της. Ο μοναδικός λοιπόν συναφής ισχυρισμός της εναγομένης που επαναφέρεται με την κρινόμενη έφεση, με τον οποίο επικαλείται ότι αιτία της μειωμένης παραγωγής δεν είναι η πλημμελής εγκατάσταση του εξοπλισμού αλλά οι καιρικές συνθήκες πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος τυγχάνει και ο ισχυρισμός περί ευθύνης του I. Σ. για τα ελαττώματα του συστήματος θέρμανσης, αφού στο ιδιωτικό συμφωνητικό η ίδια είχε αναλάβει την πώληση με εγκατάσταση του σχετικού εξοπλισμού, ευθύνεται, δε, κατά το νόμο και για πταίσμα του προστηθέντος της. Πέραν αυτού, όμως, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα όρο του συμφωνητικού, η εναγόμενη ανέλαβε την λεγόμενη "μη αυτοτελή εγγυητική ευθύνη" για την ορθή λειτουργία του εν συνόλω εγκατεστημένου από αυτή εξοπλισμού, επομένως δεν απαιτείται η ύπαρξη υπαιτιότητας για τη θεμελίωση της υποχρέωσής της να επιδιορθώσει με δαπάνες της κάθε βλάβη που τυχόν εμφανιστεί κατά το διάστημα εντός του οποίου εμφανίστηκε ... Εξάλλου, αξίζει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά που άπτονται των ελαττωμάτων του εξοπλισμού και της εγκατάστασης, του είδους αυτών, του τρόπου αντιμετώπισης και της διαδικασίας εξέλιξης της σύμβασης γενικότερα, δεν αμφισβητούνται από την εκκαλούσα. Ενόψει των παραπάνω..., καθίσταται σαφές ότι θεμελιώνεται η ευθύνη της εναγομένης προς αποζημίωση της ενάγουσας η οποία δεν καλύπτεται από την άσκηση του δικαιώματος διόρθωσης και περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία όσο και το τυχόν διαφυγόν κέρδος. Επομένως, δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε τα ίδια και δέχθηκε ότι υφίσταται υπαιτιότητα της εναγομένης για την ύπαρξη των παραπάνω ελαττωμάτων που συνιστούσαν την πλημμελή εγκατάσταση των πωληθέντων μηχανημάτων και ο προταθείς ως άνω ισχυρισμός της εκκαλούσας περί έλλειψης πταίσματος, τον οποίο είχε προτείνει πρωτοδίκως και παραδεκτά επαναφέρει με τον προαναφερόμενο τέταρτο και πέμπτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα υπέστη θετική ζημία συνιστάμενη στην δαπάνη που υποβλήθηκε εξαιτίας της άρνησης της εναγομένης προς διόρθωση των τοποθετημένων συστημάτων, καθόσον ανέθεσε στην εταιρεία "G. Μ. Ε. ΕΠΕ" την προμήθεια υλικών και την υλοποίηση εργασιών εγκατάστασης και ορθής λειτουργίας Η/Μ συστημάτων για ολόκληρη την έκταση των 12 στρεμμάτων και συγκεκριμένα εργασίες επιδιόρθωσης συστήματος θέρμανσης (συμπερ/νων & μεταφορικών), προμήθεια καναλιών υδροπονίας (συμπερ/νων μεταφορικών προμήθεια σερβοκινητήρα 92-2 τετράοδης βάνας ανάμιξης του συστήματος θέρμανσης, επιδιόρθωση της θερμοκουρτίνας. Για τον λόγο αυτό, η ως άνω εταιρία εξέδωσε τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών με αριθμούς .../2017 ποσού 20.504,64 ευρώ, .../2017 ποσού 12.354,34 ευρώ, .../2017 ποσού 37.468,65 ευρώ, .../2017 ποσού 10.986,09 ευρώ, .../2017 ποσού 4.216 ευρώ, .../2017 ποσού 5.332 ευρώ, το υπ' αριθμόν .../2017 ποσού 9.548 ευρώ και το υπ' αριθμόν .../2017 τιμολόγιο ποσού 6.572 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου σε όλα του ΦΠΑ), ήτοι δαπανήθηκε συνολικά το ποσό των 106.961,72 ευρώ. Επιπλέον, για αποκατάσταση του συστήματος άρδευσης απευθύνθηκε στη εταιρία Γ. ΑΕ, η οποία εξέδωσε το υπ' αριθμόν .../2017 τιμολόγιο πώλησης ποσού 12.499,20 ευρώ. Η ίδια εταιρία ανέλαβε την αλλαγή του συστήματος κίνησης της θερμοκουρτίνας εκδίδοντας ϊ) το υπ' αριθμόν /2017 τιμολόγιο ποσού 13.930,16 και ii) το υπ' αριθμόν .../2017 τιμολόγιο ποσού 9.287,60 ευρώ καθώς και τις εργασίες αποκατάστασης στις θερμοκουρτίνες εκδίδοντας το υπ' αριθμόν .../2017 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσού 8.680 ευρώ, ήτοι δαπανήθηκε συνολικά το ποσό των 44.396,96 ευρώ. Περαιτέρω, η ενάγουσα ανέθεσε στην εταιρία " Μ. - I.. Χ. & Σ. Ο.Ε." την ανακατασκευή της βάσης καμινάδας, έτσι ώστε η παλιά καμινάδα να παραλαμβάνει καυσαέρια μόνο από τον έναν λέβητα, την αποσυναρμολόγηση της καμινάδας και την τοποθέτηση στηριγμάτων, τη συναρμολόγηση της καμινάδας και την αύξηση του ύψους της καμινάδας με πρόσθετα τμήματα από γαλβανισμένα ελάσματα και την κατασκευή νέας βάσης καμινάδας για την παραλαβή των καυσαερίων από το δεύτερο λέβητα, την κατασκευή τμημάτων καμινάδας αποτελούμενα από γαλβανισμένα ελάσματα, τη συναρμολόγηση της καμινάδας με τοποθέτηση ενδιάμεσων στηριγμάτων με συνολικό ύψος, όσο και η αρχική καμινάδα. Για τον λόγο αυτό, η ως άνω εταιρία εξέδωσε το με αριθμό .../2017 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσού 15.870 ευρώ συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Τέλος, η ενάγουσα ανέθεσε στην εταιρεία G. την επιδιόρθωση και επαναρύθμιση του συστήματος P.. Για τον λόγο αυτό, εξέδωσε τα με αριθμούς .../2017 ποσού 1.877,5 ευρώ, .../2017 ποσού 1.075,00 €, .../2017 ποσού 2335,00 ευρώ τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ήτοι έχει λάβει το ποσό των 5.287,50 ευρώ. Επομένως, δεδομένου ότι οι δαπάνες αυτές δεν καλύφθηκαν από την άσκηση του δικαιώματος διόρθωσης, το οποίο - ενόψει του ότι ο εξοπλισμός δύναται να λειτουργήσει μόνον ως σύνολο καθόσον τα επιμέρους τμήματα αυτού τελούν σε σχέση αλληλεξάρτησης ως προς τη εύρυθμη λειτουργία του συνόλου της μονάδας- νοείται ως ασκηθέν το πρώτον την 14.02.2017, δια της επιδόσεως της από εξωδίκου δηλώσεως, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει το ποσό των (106.961,72 + 44.396,96 + 15.870 + 5.287,50=) 172.516,18 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια των εργασιών αποκατάστασης στη θερμοκηπιακή μονάδα, η ενάγουσα απώλεσε κέρδη που θα αποκόμιζε κατά το μεγαλύτερο μέρος της δεύτερης (β') καλλιεργητικής περιόδου και ειδικότερα κατά το διάστημα από 15.2.2017 (επομένη της εν γένει άσκησης του δικαιώματος διόρθωσης ως προελέχθη) έως 29.05.2017. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το production plan της εταιρίας A. Α.Ε., Α) αναφορικά με την παραγωγή τομάτας Cherry Plum Lipso η πρόβλεψη παραγωγής, ανερχόταν σε συνολική ποσότητα 49.680 κιλών για το διάστημα από 30.01.2017 έως 29.05.2017 (β' καλλιεργητική περίοδος), ήτοι σε ποσότητα 43.470 κιλών για το διάστημα από 15.02.2017 έως 29.05.2017. Τελικά, η παραγωγή για το διάστημα της β' καλλιεργητικής περιόδου ήταν μηδενική καθόσον η φύτευση ήταν αδύνατη. Β) Αναφορικά με την παραγωγή τομάτας Tomatoe Cluster Comeett η πρόβλεψη παραγωγής ανερχόταν σε συνολική ποσότητα 107.280 κιλών για το διάστημα από 13.02.2017 έως 29.05.2017 (β' καλλιεργητική περίοδος). Ωστόσο, τελικά η παραγωγή για το διάστημα της β' καλλιεργητικής περιόδου για τον ίδιο λόγο ήταν μηδενική. Δεδομένου ότι: Α. το συνολικό μέσο κόστος της παραγωγής της τομάτας Cherry Plum Lipso ανέρχεται σε 1,8 € ανά κιλό, η τιμή πώλησης του προϊόντος σε 4,2 € και το αναμενόμενο καθαρό κέρδος σε 2,4€ (4,2-1,8) και Β. Το συνολικό μέσο κόστος της παραγωγής της τομάτας Tomatoe Cluster Comeett ανέρχεται σε 0,74 € ανά κιλό, η τιμή πώλησης του προϊόντος σε 1,5€ και το αναμενόμενο καθαρό κέρδος σε 0,76 € (1,5-0,74), τα διαφυγόντα κέρδη της ενάγουσας ανέρχονται σε Α. (43.470 ευρώ χ 2,4=) 104.328 ευρώ αναφορικά με την παραγωγή τομάτας Cherry Plum Lipso και Β. (107.280 ευρώ χ 0,76=) 81.532,80 ευρώ αναφορικά με την παραγωγή τομάτας Tomatoe Cluster Comeett. Τα παραπάνω επιδικασθέντα με την εκκαλουμένη απόφαση χρηματικά κονδύλια, της θετικής και αποθετικής ζημίας, ουδόλως αμφισβητεί ως προς το είδος των εργασιών, το ύψος των δαπανών και αυτό των διαφυγόντων κερδών η εκκαλούσα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 258.376,98 ευρώ και υποχρεώνοντάς την να της καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και με τις προπαρατεθείσες παραδοχές, στις οποίες στήριξε το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, δεν προέβη σε ερμηνεία της επίδικης σύμβασης, δεχόμενο ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πώλησης εξοπλισμού υδροπονικής καλλιέργειας με την πρόσθετη συμφωνία για εγκατάσταση στη θερμοκηπιακή μονάδα της ενάγουσας του ως άνω εξοπλισμού, αλλά ούτε και προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ανεύρεση της αληθούς περιεχομένου της σύμβασης, ούτε διέγνωσε ασάφειες και αμφιβολίες στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά τα πραγματικά περιστατικά είναι αυτά που καθόρισαν την ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης, που αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, καίτοι διαπίστωσε την ύπαρξη ασαφειών στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και συνεπώς είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 513, 522, 534, 535, 536, 537, 540 και 543 ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές και ειδικότερα δεν παραβίασε εκ πλαγίου ούτε τη διάταξη του άρθρου 543 εδ.β' Α.Κ., καθόσον: α) με το από 5-7-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) και της εναγομένης (αναιρεσείουσας), η τελευταία ανέλαβε να πωλήσει, μεταβιβάσει και εγκαταστήσει στην θερμοκηπιακή μονάδα της ενάγουσας πλήρη εξοπλισμό υδροπονικής καλλιέργειας, β) το τίμημα ορίσθηκε στο συνολικό ποσό των 516.381 ευρώ, το οποίο θα καταβαλλόταν τμηματικά με την παράδοση και εγκατάσταση του εξοπλισμού, για την οποία (εγκατάσταση) η οφειλόμενη αμοιβή περιλαμβάνεται στο συμφωνηθέν με την πώληση τίμημα, γ) τα εμφανισθέντα ελαττώματα του εξοπλισμού που άπτονται τόσο της ιδιοσυστασίας του όσο και της εγκατάστασής του (πλημμελής εγκατάσταση) τεκμαίρεται ότι υπήρχαν κατά το χρόνο μετάστασης του κινδύνου στην ενάγουσα, καθόσον εμφανίσθηκαν εντός του εκ του νόμου οριζόμενου εξαμήνου για την εφαρμογή του τεκμηρίου, δ) με σχετικό όρο του παραπάνω συμφωνητικού η εναγομένη ανέλαβε την ευθύνη για την ορθή εγκατάσταση και λειτουργία του εν συνόλω εξοπλισμού και συνεπώς, ενόψει των εμφανισθέντων ελαττωμάτων και της μη ορθής λειτουργίας του εξοπλισμού στοιχειοθετείται η υπαιτιότητά της για τη μη ορθή λειτουργία του και η ευθύνη της προς επιδιόρθωση με δικές της δαπάνες κάθε ελαττώματος και βλάβης του εξοπλισμού και ε) θεμελιώνεται η ευθύνη της εναγομένης προς αποζημίωση της ενάγουσας η οποία δεν καλύπτεται από την άσκηση του δικαιώματος διόρθωσης και περιλαμβάνει τόσο τη θετική της ζημία όσο και το διαφυγόν κέρδος της. Επομένως, ο τέταρτος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες, αν, εν προκειμένω, αξίωσε και τελικά διαπίστωσε τη συνδρομή πταίσματός της για επιδικάσει αποζημίωση στην αντίδικό της, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π.22/ 2005, Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π.757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π.50/2020, Α.Π.1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.Α.Π.8/2013, Ολ.Α.Π.3/1997, Α.Π.630/2020, Α.Π.1142/2019). Επίσης, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής (Α.Π.832/2011), εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (Α.Π.1992/2022, Α.Π.1529/2022, Α.Π.954/2011). Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα, κατά το πρώτο σκέλος του, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της περί συμφωνημένης προεκπληρώσεως των υποχρεώσεων της αντιδίκου της. Όμως ο ως άνω ισχυρισμός δεν προτάθηκε από την εναγομένη ενώπιον των Δικαστηρίων ουσίας και επομένως, ο ως άνω λόγος της αναίρεσης, κατά το παραπάνω σκέλος του, είναι απαράδεκτος. Ακόμη, αιτιάται, κατά το δεύτερο σκέλος του ως άνω λόγου, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, περί έλλειψης υπαιτιότητάς της. Από το προεκτεθέν, όμως, περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της εναγομένης, που προβλήθηκε με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε με σχετικό λόγο της έφεσής της, τον οποίο απέρριψε ως αβάσιμο, δεχόμενο, πέραν της ευθύνης αυτής για το πταίσμα του προστηθέντος Ι. Σ. για τα ελαττώματα του συστήματος θέρμανσης, ότι "η εναγόμενη ανέλαβε την λεγόμενη "μη αυτοτελή εγγυητική ευθύνη" για την ορθή λειτουργία του εν συνόλω εγκατεστημένου από αυτή εξοπλισμού, επομένως δεν απαιτείται η ύπαρξη υπαιτιότητας για τη θεμελίωση της υποχρέωσής της να επιδιορθώσει με δαπάνες της κάθε βλάβη". Επομένως, ο ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, είναι αβάσιμος.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ),

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26/6/2019 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Ά. Α. Γ. Ε. και Τ. Ε." για αναίρεση της υπ` αριθ. 117/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ....
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή