Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 758 / 2024    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 758/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Κ., κατοίκου Θ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάρι Νιφλή, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και της ήδη αποβιωσάσης Ε. Σ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28411/1997 μη οριστική, 35335/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1950/2017, 4331/2020 μη οριστικές, 471/2022 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-6-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20-06-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 471/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αποτελεί δε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης: Οι ενάγοντες, Α. Σ. του Κ. (ήδη αναιρεσίβλητος) και Ε. χήρα Κ. Σ., άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) Ελληνικού Δημοσίου, την από 10-04-1994 αγωγή τους, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι το με αριθμό ... πρωτόκολλο διοικητικής κατάληψης του Γραφείου Διαχείρισης Ανταλλάξιμων Περιουσιών Θεσσαλονίκης είναι άκυρο και ότι αυτοί είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος από αυτούς και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη, των αναφερομένων στην αγωγή οριζοντίων ιδιοκτησιών πολυώροφης οικοδομής ευρισκομένης στην οδό Μ. με αριθμό .. στη Θ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 28411/1997 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία διέταξε αποδείξεις και στη συνέχεια η υπ' αριθμ. 35335/2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά τα παραπάνω αιτήματά της. Κατά της παραπάνω απόφασης το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 15-09-2010 έφεσή του. Μετά την άσκηση της έφεσης και πριν τη συζήτησή της, απεβίωσε η πρώτη εφεσίβλητη, Ε. χήρα Κ. Σ. και συνέχισε τη δίκη, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, ο δεύτερος εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος, Α. Σ.. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 1950/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, στη συνέχεια η υπ' αριθμ. 4331/2020 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία το Δικαστήριο διέταξε την αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο ακροατήριο του, διορισθέντος με την προαναφερόμενη απόφαση, πραγματογνώμονα, Χ. Ζ., καθώς και του ορισθέντος από το Ελληνικό Δημόσιο, τεχνικού συμβούλου, Δ. Κ., για την παροχή διευκρινήσεων. Τελικά, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη και πιο πάνω αναφερόμενη υπ' αριθμ. 471/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, ..., 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 147/1914, στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών (βλ. ΑΠ 1056/2013), ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους Ελληνικούς Νόμους. Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία από 01.02.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου ως άνω νόμου 147/1914, η Ελληνική Νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Εισ.Ν.Α.Κ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (καθ' ημάς 1856), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσης σ' αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 147/1914, οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο (βλ. Ολ.ΑΠ 1/2013, ΑΠ 1806/2006). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζιί - εμιριγιέ) γίνεται με την χορήγηση από το κράτος εγγράφου τίτλου, ονομαζόμενου "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα, όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), αντικείμενο της οποίας είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (βλ. ΑΠ 80/2015, ΑΠ 81/2015, ΑΠ 390/2014, ΑΠ 385/2012, ΑΠ 77/2007). Εξάλλου, με την παρ. 5 του ν. 79/1913 "περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συμβάσεως περί Ειρήνης της 01/14. 11.1913" ορίσθηκε ότι: "Τα μέχρι της καταλήψεως των εκχωρηθεισών χωρών κεκτημένα δικαιώματα, καθώς και αι δικαστικοί πράξεις και οι επίσημοι τίτλοι οι εκδοθέντες παρά την Οθωμανικήν Αρχήν έσονται σεβαστά και απαραβίαστα μέχρις εννόμου περί το εναντίον αποδείξεως". Επίσης, με την παρ. 2 εδάφια τελευταία του ν. 147/1914, ορίζεται ότι: "Εν ταις χώραις ταις διατελούσαις τέως υπό την άμεσον κυριαρχίαν του Οθωμανικού Κράτους εισάγεται εν γένει η ελληνική αστική νομοθεσία. Διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις, αι ρυθμίζουσαι τα περί αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους Ελληνικούς Νόμους. Κατά τα λοιπά παραμένουσιν οι εν ταις προσαρτημέναις χώραις προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Βάσει των διατάξεων αυτών διατηρήθηκε στις προσαρτηθείσες μετά τους βαλκανικούς πολέμους χώρες το προϋπάρχον ιδιοκτησιακό καθεστώς επί των ακινήτων, η κυριότητα όμως των δημοσίων γαιών δεν ανήκε πλέον στο τουρκικό δημόσιο αλλά στο ελληνικό κράτος δικαιώματι πολέμου. Διατηρήθηκε επίσης και το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης στις εκτάσεις αυτές. Περαιτέρω, βακούφιο (βακφ) κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ("σερη") είναι περιουσιακό στοιχείο, το οποίο αφιερώνεται προς εκπλήρωση διηνεκούς ευαγούς σκοπού, έτσι ώστε αυτό να θεωρείται ως θείον πράγμα, του οποίου η ωφέλεια ανήκει στους ανθρώπους. Σε περίπτωση που τα βακούφια είναι ακίνητα, διακρίνονται, αναλόγως των παρεχομένων δυνατοτήτων εκμεταλλεύσεως αυτών, σε ευαγή καταστήματα (μουεσσετάτι χοηριχέ), δηλ. σ' εκείνα που υπηρετούν αμέσως το σκοπό τον οποίο όρισε ο αφιερωτής (βακήφ) χωρίς να αποφέρουν κάποια πρόσοδο (με κάρπωση ή εκμίσωθση προς τρίτους) και σε προσοδοφόρα (μουστεγάλ), ήτοι εκείνα που συμβάλλουν μόνον εμμέσως στην εκπλήρωση του σκοπού που έταξε ο αφιερωτής με τα εισοδήματα, τα οποία επιτυγχάνονται με τη μίσθωση ή παραχώρηση αυτών σε ιδιώτες, αντί τελέσματος. Ο ιερός μουσουλμανικός νόμος αγνοεί τη νομική προσωπικότητα του αφιερώματος, γι' αυτό και το βακουφικό κτήμα, είτε της πρώτης είτε της δεύτερης κατηγορίας, λογίζεται ότι ανήκει στο Θεό με την έννοια ότι είναι res divini iuris, ήτοι res extra commercium και επομένως αναπαλλοτρίωτο, ο δε οριζόμενος με το αφιερωτήριο (βακφηγέ) ή διοριζόμενος από το δικαστή έφορος (μουτεβελή) είναι το πρόσωπο, στο οποίο χορηγείται η εξουσία διευθύνσεως και διεξαγωγής των υποθέσεων του βακουφίου και έχει προς τούτο άμεση και κατά παντός εξουσία επί του βακουφικού κτήματος, ήτοι εξουσία προστασίας αυτού, καθώς και τις απαραίτητες για τη διοίκηση αυτού εξουσίες, στο πλαίσιο του τεθέντος από τον αφιερωτή σκοπού. Τα προσοδοφόρα βακούφια, αναλόγως του χαρακτήρα της παραχώρησης προς τρίτους, διακρίνονται σε τρία είδη: α) τα καλούμενα μονοτελή (ιδζαρέϊ βαχιδελή εβκάφ), επί των οποίων ο ιδιώτης έναντι καταβολής μισθώματος αποκτά για ορισμένο χρόνο (λ.χ. μήνα ή έτος) μόνο το δικαίωμα χρήσεως ή και καρπώσεως, το οποίο δεν είναι μεταβιβαστό, β) τα λεγόμενα διτελή (ιδζαρετεΪνλή), επί των οποίων, έναντι καταβολής διπλού τελέσματος-μισθώματος (ιδζαρετέϊν), ήτοι ορισμένου ποσού κατά την παραχώρηση και ορισμένου ετησίως ή κατά άλλες χρονικές περιόδους, παραχωρείται στον ιδιώτη δικαίωμα χρήσεως και καρπώσεως διηνεκές με εμπράγματο χαρακτήρα, το οποίο συνήθως χαρακτηρίζεται ως ωφέλιμη κυριότητα (dominium utile), μεταβιβαστό δε και δεκτικό υποθήκης (με άδεια του εφόρου), αλλά και κληρονομητό και γ) τα ονομαζόμενα "μουκαταλή", ήτοι εκείνα, κατά τα οποία με την παραχώρηση παρέχεται στον τρίτο έναντι καταβολής ετησίου τελέσματος (μουκατά) η εξουσία ανέγερσης και διατήρησης οικοδομής ή φύτευσης δένδρων και κλημάτων επί του εδάφους του βακουφικού κτήματος, επί τούτων δε εκείνος, προς τον οποίο γίνεται η παραχώρηση, αποκτά χωριστή κυριότητα, μεταβιβαστή και κληρονομητή, χωρίς όμως κυριότητα επί του εδάφους, το οποίο ανήκει στο αφιέρωμα και απλώς εξουσιάζεται από τον έχοντα την κυριότητα επί της οικοδομής, των δένδρων ή των κλημάτων. Τα βακούφια διακρίνονται σε μετακλητά και αμετάκλητα, ενώ σχολάζοντα είναι εκείνα, ως προς τα οποία έπαυσε να υπάρχει ο σκοπός που είχε ταχθεί από τον αφιερωτή. Παρά το διηνεκές και το αναπαλλοτρίωτο, που αποτελεί θεμελιώδη κανόνα του βακουφικού δικαίου, σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρέπεται, μετά από παροχή σχετικής αδείας και υπό τις προβλεπόμενες διατυπώσεις, η απαλλοτρίωση της κυριότητας, όπως όταν το αφιερωθέν κτήμα δεν αποφέρει πρόσοδο για τον ευαγή σκοπό ή η πρόσοδος δεν καλύπτει το σκοπό ή όταν το αφιερωθέν κτήμα απέβη άχρηστο για τον ταχθέντα από τον αφιερωτή σκοπό, οπότε το απαλλοτριούμενο περιέρχεται κατά πλήρη κυριότητα σ' εκείνον, προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση. Περαιτέρω και ενόψει του ότι στη νομική έννοια της αφιερώσεως περιλαμβάνεται η υπέρ ευαγούς σκοπού από κάποιον ιδιοκτήτη γενομένη αποξένωση και απαλλοτρίωση της κυριότητας πράγματος, ανακύπτει ως θεμελιώδης ή διάκριση των βακουφίων εις γνήσια, επί των οποίων εφαρμόζονται όλα όσα ανωτέρω εκτίθενται και εις μη γνήσια. Και γνήσια μεν βακούφια είναι εκείνα των οποίων ο αφιερωτής έχει πλήρη κυριότητα (μούλκ) επί του κτήματος κατά τη σύσταση του αφιερώματος, καθώς και εκείνα που προέρχονται από δημόσιες γαίες (εραζίϊ-μιριγέ) με αφιέρωση (υπό διάφορες μορφές) υπερ ευαγούς σκοπού από αυτόν τον Σουλτάνο, ο οποίος όμως παραιτείται και αυτής της ψιλής κυριότητας (ρεκαμπέ) υπέρ του βακουφίου. Μη γνήσια δε βακούφια (εραζϊϊ μεβκουφέ), περί των οποίων προβλέπει το αρθρ. 4 του περί γαιών νόμου της 7 Ραμαζάν 1274, (1856), είναι τμήματα δημόσιας γης (εραζιϊ-μιριγέ), των οποίων οι πρόσοδοι, ιδία δε η δεκάτη και άλλα τέλη, αφιερώθηκαν από τον Σουλτάνο ή από άλλον με αυτοκρατορική άδεια υπέρ ευαγούς σκοπού, χωρίς να αποβάλουν την ιδιότητα της δημόσιας γης. Οι αφιερωμένες γαίες αυτού του είδους, οι οποίες καθόλα τα άλλα σε τίποτε δεν διαφέρουν των λοιπών δημοσίων γαιών και υπάγονται στον μνημονευθέντα περί γαιών νόμο και όχι στις περί βακουφίων διατάξεις του ιερού μουσουλμανικού δικαίου, ανήκουν και μετά την αφιέρωση κατά ψιλήν κυριότητα (ρεκαμπέ) στην πολιτεία και φέρουν την ονομασία "ταχσησάτ", η οποία υποδηλώνει ότι όχι η γη καθαυτήν αποτελεί βακούφιον ήτοι αφιέρωμα, αλλά ότι μόνες οι ανήκουσες στην πολιτεία πρόσοδοι από τη γη έχουν ειδικώς αφιερωθεί υπέρ ευαγούς σκοπού. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 1,3,9,10,11 και 14 της με ημερομηνία 30 Ιανουάριου 1923 Σύμβασης της Λωζάνης περί ανταλλαγής των Ελληνοτουρκικών πληθυσμών που κυρώθηκε με το από 25.8.1923 ν.δ/γμα και τα άρθρα 1 και 7 της από 10 Ιουνίου 1930 σύμβασης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας περί του τρόπου ανταλλαγής ελληνοτουρκικών πληθυσμών και της με αριθμό 9 δήλωσης, που κυρώθηκε με το ν. 4793/1930 (Α' 226/3- 07-1930), η κινητή και ακίνητη περιουσία των Ελλήνων υπηκόων μουσουλμανικού θρησκεύματος, που ήταν εγκατεστημένοι στην Ελλάδα και την εγκατέλειψαν από 28-10-1912 ή πρόκειται να την εγκαταλείψουν εξαιτίας της ανταλλαγής των πληθυσμών περιέρχεται, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά πρωτότυπο τρόπο και όχι ως διάδοχο των μουσουλμάνων. Ανταλλάξιμα δε ακίνητα, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, σε συνδυασμό με το άρθρο 27 της συμφωνίας αυτής, ήταν και όσα ανήκαν σε μουσουλμανικά νομικά πρόσωπα, τα οποία, μετά την από 30.1.1923 Σύμβαση της Λωζάνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, έπαυσαν να υφίστανται στην Ελλάδα, πλην της περιοχής της Δ. Θράκης, που εξαιρέθηκε της ανταλλαγής. Τέτοια νομικά πρόσωπα, τα οποία έπαυσαν να υπάρχουν μετά την πιο πάνω ημερομηνία, ήταν και τα υποκείμενα κυριότητας βακουφικά αφιερώματα, πλην των ευρισκομένων στη Δ. Θράκη, κατά τα προλεχθέντα (ΑΠ 1334/1995). Επομένως, η επι των βακουφίων αυτών κυριότητα επί του εδάφους περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο και όχι στους εξουσιαστές, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 της με το ν. 5266/1931 (Δ' 281/17-8-1931) κυρωθείσας κωδικοποίησης των μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Τράπεζας της Ελλάδος συμβάσεων (βλ. ΑΠ 569/1953 ΝοΒ 2.121). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή και των δικαιοπαρόχων του ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 7/2002 και Ολ ΑΠ 17/1995). Περαιτέρω, από το ως άνω άρθρο του ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η αποδυνάμωση του δικαιώματος, η οποία αποτελεί ειδική περίπτωση κατάχρησης αυτού, προϋποθέτει την ύπαρξη δικαιώματος, την επί τινα χρόνο μη άσκηση αυτού και συμπεριφορά του δικαιούχου τέτοια, η οποία κρινόμενη αντικειμενικώς, όπως απαιτεί η καλή πίστη, παρέχει την εύλογη πεποίθηση στον άλλο ότι ο δικαιούχος δεν θα ασκήσει την αξίωσή του (ΟλομΑΠ 8/2001, ΟλομΑΠ 17/1995, ΟλομΑΠ 62/1990). Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, Ολ ΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ ΑΠ 9/2013, ΑΠ 280/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ. 1/2020, Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 1/1999). Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ. ΑΠ. 24/1992, Ολ ΑΠ. 1/1999, ΑΠ 7/2021, ΑΠ 343/2020, ΑΠ. 9/2013). Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης (ΑΠ 290/2017, ΑΠ 681/2014). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις, αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 77/2021, ΑΠ 816/2017, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 4.1.1895 ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων Γ. Σ. Σ. αγόρασε από τον αυστριακό υπήκοο Μ. Μ., ένα οικόπεδο εμβαδού 370 τετραγωνικών μέτρων περίπου, μετά της επ' αυτού υπάρχουσας τότε διώροφης οικίας, κείμενου επί της οδού άλλοτε Σ. Π. και ήδη Μ. αρ… στην πόλη της Θ., προς τούτο δε εκδόθηκαν οι με αριθμ. ... (αφορούσε την αγορά της διώροφης οικίας) και ... (αφορούσε το οικόπεδο) τίτλοι κυριότητας (ταπιά) του τέως Οθωμανικού Κτηματολογίου Θεσσαλονίκης, στους οποίους το ως άνω οικόπεδο φέρεται να συνορεύει (προσβλέποντας προς την είσοδο της οικοδομής) εκ δεξιών με ιδιοκτησία Λ. θυγατέρας Μ. Α., εξ αριστερών με ιδιοκτησία Α. Μ., όπισθεν με οικία Γ. και έμπροσθεν με την οδό Μ., σήμερα δε το εν λόγω οικόπεδο ορίζεται ως εξής: πρόσοψη στην οδό Μ. αρ. ., γύρωθεν δε συνορεύει με ακίνητο ιδιοκτησίας Γ. Τ., με ακίνητο ιδιοκτησίας Γ. Χ., με αδιέξοδη πάροδο ήδη καταργηθείσα και με άλλο ακίνητο αγνώστων ιδιοκτητών. Το ανωτέρω ακίνητο και συγκεκριμένα τη διώροφη οικία αγόρασε ο Γ. Σ. αντί του τιμήματος των 32.650 γροσσίων (βλ. σε νόμιμη μετάφραση από την τουρκική στην ελληνική γλώσσα τον με αριθμ. ... τίτλο ιδιοκτησίας), ενώ για το οικόπεδο κατέβαλε ως τίμημα το ποσό των 16.350 γροσσίων (βλ. σε νόμιμη μετάφραση από την τουρκική στην ελληνική γλώσσα τον με αριθμ. ... τίτλο ιδιοκτησίας). Το ότι τα ακίνητα πωλήθησαν στον απώτατο δικαιοπάροχο των αρχικά εναγόντων και δη ως κτήματα καθαρής ιδιοκτησίας, προκύπτει από τους δύο ως άνω τίτλους-ταπιά, υπ' αρ. ... και ..., όπου αναγράφεται ρητά "οριστική πώληση" και όχι εκμίσθωση, χωρίς πουθενά να προκύπτει ή να αναφέρεται ο όρος φόρος και συνεπώς αίρεται ο χαρακτηρισμός του επιδίκου οικοπέδου ως βακουφικού, καθώς σε διαφορετική περίπτωση δεν θα μπορούσε να γίνει "πώληση" παρά μόνο "εκμίσθωση", μετατρέποντάς το σε οιονεί τελείας κυριότητας ακίνητο (mulk). Τα ανωτέρω αναφέρονται στην υπ' αριθμ. ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Χ. Ζ., ο οποίος εξετασθεις στο ακροατήριο του δικαστηρίου αυτού, προς παροχή διευκρινήσεων κατέθεσε επίσης με σαφήνεια - εν αντιθέσει με την γενικόλογη κατάθεση του Κ. Δ.- ότι οι τίτλοι μιλούν για "οριστική πώληση", δεν αναφέρεται "μίσθωμα", τα δε αναγραφόμενα ποσά των 32.650 και 16.350 γροσσίων είναι αδύνατον να αντιπροσωπεύουν μίσθωμα, καθόσον είναι πολύ υψηλά και αφορούν προφανώς, σε τίμημα πώλησης, επιπλέον δε πουθενά δεν αναγράφεται στους άνω τίτλους ότι το ακίνητο ήταν υπέγγυο φόρου, η αναγραφή δε στη μετάφραση των παραπάνω τίτλων ότι το άνω κτήμα προέρχεται από το βακούφι του Π. Μ. Π. υποδηλώνει απλώς και μόνο την αρχική προέλευση του ανωτέρω κτήματος ως κάποτε βακουφικού, ενώ από την αγορά του από τον αυστριακό υπήκοο Μ. Μ. το κτήμα αυτό κατέστη κτήμα καθαρής ιδιοκτησίας. Κατά συνέπεια, η προβληθείσα από το εναγόμενο ένσταση ιδίας κυριότητας κρίνεται απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη..........Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι από τότε (1895) που ο Γ. Σ. αγόρασε το ανωτέρω ακίνητο εξουσίαζε συνέχεια και εκμεταλλευόταν αυτό, ειδικότερα το διώροφο κτίσμα χρησιμοποιούσε ως κατοικία δική του και της οικογένειας του ενώ το υπόγειο και το ισόγειο εκμίσθωνε σε τρίτους. Δυνάμει του με αριθμό ... δωρητηρίου συμβολαίου του τέως συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Β. Τ., ο Γ. Σ. μεταβίβασε το εν λόγω ακίνητο στη σύζυγό του Α., η οποία και συνέχισε να κατέχει αυτό, ασκώντας τις ίδιες πράξεις νομής, δηλαδή κατοικούσε σ' αυτό με την οικογένειά της, ενώ το υπόγειο και το ισόγειο εκμίσθωνε σε τρίτους, το έτος δε 1943 η διώροφη οικία καταστράφηκε εξαιτίας των βομβαρδισμών της Θεσσαλονίκης και απέμειναν μόνον οι περιμετρικοί τοίχοι αυτού. Ακολούθως, η οικογένεια Σ. επισκεύασε το ισόγειο και το εκμίσθωσε σε κάποιον ξυλέμπορα ονόματι Γ. προς άσκηση της εμπορικής του δραστηριότητας μέχρι το έτος 1960 οπότε η Α. Σ. πώλησε τα 3/6 (1/2) εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου στον Ε. Κ. ή Β. δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης I. Α. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ... και αριθμό ..., ενώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου η Α. Σ. κατέλιπε στον γιο της Κ. Σ. (πατέρα του πρώτου των εναγόντων και σύζυγο της δεύτερης εξ αυτών), το 1/6 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου, την κληρονομιά δε αυτή αποδέχθηκε ο τελευταίος δια της υπ' αριθμ. ... δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου στον τόμο ... και αριθμό ..., το έτος δε 1962 μεταβίβασε λόγω πώλησης τα 2/6 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου με τα ανεγερθέντα επ' αυτού δύο ισόγεια καταστήματα στον ως άνω υιό της Κ. δυνάμει του με αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τέως συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Τ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ... και αριθμό .... Εξάλλου, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω πλέον συγκύριοι του ως άνω οικοπέδου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας εξ αυτών Κ. Σ. και Ε. Κ. ή Β., το έτος 1969 ανήγειραν πολυώροφη-οικοδομή, με το σύστημα της αντιπαροχής, και με βάση το ... διανεμητήριο συμβόλαιο διένειμαν τους, περιελθόντες σ' αυτούς από την αντιπαροχή χώρους, και έτσι, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων (Κ. Σ.) έλαβε τους παρακάτω περιγραφόμενους χώρους: 1) ένα υπόγειο αυτοτελές και διηρημένο εμβαδού 113,75 τετραγωνικών μέτρων μετά του αναλογούντος ποσοστού επί του οικοπέδου εκ 34,40%0 εξ αδιαιρέτου, 2) το με τον διακριτικό αριθμό 1 εσωτερικής αρίθμησης κατάστημα του ισογείου ορόφου, εμβαδού 75,50 τετραγωνικών μέτρων μετά του αναλογούντος ποσοστού επί του οικοπέδου εκ 48,60%0 εξ αδιαιρέτου, 3) το κείμενο στον πρώτο πάνω από το ισόγειο κύριο όροφο με διακριτικό αριθμό πέντε [5] εσωτερικής αρίθμησης γραφείο εμβαδού 52,50 τετραγωνικών μέτρων καθαρών και 57,50 τετραγωνικών μέτρων μικτών μετά του αναλογούντος σ' αυτό ποσοστού επί του όλου οικοπέδου εξ 24,60%ο εξ αδιαιρέτου και το με τον διακριτικό αριθμό έξι [6] εσωτερικής αρίθμησης γραφείο εμβαδού 60,50 τετραγωνικών μέτρων καθαρών και 66,00 τ.μ. μικτών μετά του αναλογούντος σ' αυτό ποσοστού επί του όλου οικοπέδου εξ 28,40%ο εξ αδιαιρέτου, τα γραφεία δε αυτά ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Κ. Σ. διαμόρφωσε και διαρρύθμισε σε 4 γραφεία και συγκεκριμένα, α) ένα γραφείο εμβαδού 27,27 τ.μ. με ποσοστό εξ 11,61 %ο εξ αδιαιρέτου, β) ένα γραφείο εμβαδού 36,34 τ.μ. μετά του αναλογούντος ποσοστού εκ 15,63%ο εξ αδιαιρέτου, γ) ένα γραφείο εμβαδού 31,37 τ.μ. μετά του αναλογούντος ποσοστού εκ 13,51%* εξ αδιαιρέτου και δ) ένα γραφείο εμβαδού 28,37 τ.μ. μετά του αναλογούντος ποσοστού εκ 12,16%ο εξ αδιαιρέτου, 4) το κείμενο στον τρίτο πάνω από το ισόγειο κύριο όροφο της οικοδομής με τον διακριτικό αριθμό πέντε (5) εσωτερικής αρίθμησης γραφείο, εμβαδού 52,50 τ.μ. καθαρών και 57,50 τ.μ. μικτών μετά του αναλογούντος ποσοστού επί του οικοπέδου εξ 24,60%ο εξ αδιαιρέτου και τον υπό τον διακριτικό αριθμό έξι [6] εσωτερικής αρίθμησης γραφείο εμβαδού 60,50 τ.μ. καθαρών και 66,00 τ.μ. μικτών μετά του αναλογούντος ποσοστού επί του οικοπέδου εξ 28,40%ο εξ αδιαιρέτου, τα οποία ο δικαιοπάροχος των εναγόντων διαμόρφωσε σε τέσσερα [4] γραφεία και συγκεκριμένα: α) ένα γραφείο εμβαδού 27,27 τ.μ. μετά του αναλογούντος ποσοστού εξ 11,61%ο εξ αδιαιρέτου, β) ένα γραφείο εμβαδού 36,34 τ.μ. μετά του αναλογούντος ποσοστού εκ 15,63%ο εξ αδιαιρέτου, γ) ένα γραφείο εμβαδού 31,37 τ.μ. μετά του αναλογούντος ποσοστού εκ 13,51%ο εξ αδιαιρέτου και δ) ένα γραφείο εμβαδού 28,37 τ.μ. μετά του αναλογούντος ποσοστού εκ 12,16%ο εξ αδιαιρέτου. Τους ανωτέρω διαιρετούς χώρους ο Κ. Σ. εκμεταλλευόταν μέχρι το έτος 1992 οπότε και απεβίωσε, την ως άνω δε κληρονομιαία περιουσία του δικαιοπαρόχου τους αποδέχθηκαν οι ενάγοντες [γιος και σύζυγος του αποβιώσαντος αντίστοιχα] δυνάμει της με αριθμό ... δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Μ., νομίμως μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ... και αριθμό .... Μετά την πάροδο 81 ετών, από τότε που ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων Γ. Σ. προέβη στην αγορά του ανωτέρω ακινήτου και αφού έλαβαν χώρα όσα προεκτέθηκαν (ανέγερση οικοδομής, κάρπωση και εκμετάλλευση από μέρους αυτών και του δικαιοπαρόχου τους των παραπάνω χώρων και μεταβίβαση προς τρίτους των περιελθόντων σ' αυτούς και στον κατασκευαστή - εργολάβο χώρων) το Γραφείο Διαχείρισης Ανταλλάξιμων Κτημάτων Θεσσαλονίκης κοινοποίησε στις 15.9.1976 στον δικαιοπάροχο των εναγόντων Κ. Σ. το ... Πρωτόκολλο Κατάληψης του οικοπέδου αυτού, ισχυριζόμενο ότι αυτό είναι ανταλλάξιμο. Κατά του ως άνω Πρωτοκόλλου Κατάληψης ο Κ. Σ. άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα την από 12.10.1976 ένσταση αιτούμενος την ανάκληση και εξαφάνιση αυτού, η ως άνω ένσταση απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και ο Κ. Σ. άσκησε την από 20 6.1977 αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου της Υ.ΔΑ.ΜΚ. του Υπουργείου Οικονομικών, αιτούμενος την ανάκληση και εξαφάνιση της ανωτέρω αποφάσεως του Γραφείου ΔΑΠ Θεσσαλονίκης καθώς και την ακύρωση του με αριθμό ... Πρωτοκόλλου Καταλήψεως του άνω Γραφείου. Επί της ως άνω αιτήσεως ακυρώσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. Δ 2...4/258/25.5.1982 απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η ανωτέρω αίτηση ακυρώσεως, εν συνεχεία δε ο Κ. Σ. άσκησε κατά της ως άνω απόφασης του Υπουργού Οικονομικών ενώπιον του αυτού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου την από 10.12.1982 Αίτηση Αναθεώρησης με την οποία ζητούσε την ακύρωση και εξαφάνιση της προσβαλλόμενης πράξης και του ως άνω πρωτοκόλλου κατάληψης. Επί της ανωτέρω αιτήσεως εκδόθηκε η με αριθμό Γ 1009/18.29.9.1988 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών, η οποία απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αίτηση αναθεωρήσεως. Τέλος, ο Κ. Σ. άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών την από 14.11.1988 προσφυγή αιτούμενος την ανάκληση της με αριθμό Γ 1009/18.29.9.1988 απόφασης του Υπουργού των Οικονομικών για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτήν λόγους. Επί της ανωτέρω προσφυγής εκδόθηκε η με αριθμό 342/1991 απόφαση η οποία απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων με την αιτιολογία ότι οι διαφορές οι οποίες αναφέρονται σε αμφισβήτηση δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου το οποίο χαρακτηρίζετε ως ανταλλάξιμο από τη Διοίκηση υπάγεται στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων. Όλα τα ανωτέρω έλαβαν χώρα, χωρίς ουδεμία αντίδραση ή εναντίωση του εναγομένου στις άνω ενέργειες των δικαιοπαρόχων των εναγόντων όσο και των ιδίων καθόλο το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα και δη από το 1895 μέχρι 15-9-1976, δημιουργηθείσης πεποίθησης σ' αυτούς ότι είναι συγκύριοι των ακινήτων και ότι το εναγόμενο δεν έχει, και ούτε θα ασκήσει, οποιοδήποτε δικαίωμα κυριότητας του σ' αυτά. Περαιτέρω, η αξία των διαιρετών χώρων που έλαβε ως αντιπαροχή ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Κ. Σ. μετά την ανέγερση της πολυώροφης επί του επιδικου ακινήτου οικοδομής προσδιορίστηκε από τους μάρτυρες απόδειξης Χ. Β. και Π. Κ. σε 400.000 δραχμές (ήδη 1.174 Ευρώ) τουλάχιστον ανά τετραγωνικό μέτρο των γραφείων του 1ου και 3ου ορόφου της εν λόγω οικοδομής (οκτώ γραφεία συνολικά) και σε 1.000.000 έως 1.500.000 δραχμές περίπου ανά τετραγωνικό μέτρο η αξία των ισογείων καταστημάτων, οι ανωτέρω δε μάρτυρες προσδιόρισαν την αξία της επίδικης οικοδομής σε 550.000.000 έως 600.000.000 δραχμές, περαιτέρω οι ίδιοι ως άνω μάρτυρες κατέθεσαν ότι οι οικοπεδούχοι Κ. Σ. και Ε. Κ. ή Β., κάνοντας χρήση όρου του εργολαβικού προσυμφώνου επεξέτειναν κατά δυο ορόφους καθ' ύψος την ως άνω οικοδομή, τους διαιρετούς δε χώρους που προέκυψαν από την επέκταση αυτή πώλησαν σε τρίτους οι οποίοι αγόρασαν καλόπιστα τις ιδιοκτησίες αυτές με την πεποίθηση ότι είναι ελεύθερες βαρών. Προκύπτει, συνεπώς, σαφώς, ότι οι αποζημιώσεις τις οποίες τυχόν θα κληθούν να καταβάλουν οι ενάγοντες, σε περίπτωση μεταβολής της δημιουργηθείσας παραπάνω κατάστασης, βάσει του εκδοθέντος πρωτοκόλλου, στους καλόπιστους τρίτους στους οποίους πώλησαν διαιρετούς χώρους της ως άνω πολυώροφης οικοδομής θα υπερβαίνει το ποσό των 100.000.000 δραχμών (όπως επίσης, οι άνω μάρτυρες κατέθεσαν) δηλαδή το ποσό των 293.470,00 ευρώ. Κατόπιν τούτων, ενόψει της άνω δημιουργηθείσης και διατηρηθείσης επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα κατάστασης, η στην συνέχεια έκδοση και κοινοποίηση από το εναγόμενο του πρωτοκόλλου κατάληψης, με το οποίο επιδιώκει την μεταβολή αυτής, αποτελεί καταχρηστική ενέργεια εκ μέρους του κατά τρόπο προφανώς αντίθετο στην καλή πίστη, στα χρηστά ήθη και στον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος, διότι οι επερχόμενες από την ενέργεια αυτή του εναγομένου, συνέπειες δημιουργούν για τους ενάγοντες έντονη εντύπωση αδικίας, καθόσον ενδεχόμενη ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης θα προκαλέσει, όχι απλώς δυσμενείς, αλλά δυσβάστακτες οικονομικές συνέπειες σε βάρος τους, απορριπτομένου του ως αβάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του ομοίως έκρινε και αναγνώρισε την ακυρότητα του ... πρωτοκόλλου διοικητικής κατάληψης του γραφείου διαχείρισης ανταλλαξίμων περιουσιών Θεσσαλονίκης και αναγνώρισε τη συγκυριότητα των αρχικώς εναγόντων κατά τα αναφερόμενα στην εν λόγω απόφαση ποσοστά εξ αδιαιρέτου, στους διαιρετούς χώρους της επί της οδού Μ. .. πολυόροφης οικοδομής στη Θ., ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και οι σχετικοί λόγοι έφεσης κρίνονται απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι όπως και η έφεση στο σύνολό της ....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, για το οποίο εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... πρωτόκολλο διοικητικής κατάληψης, όταν μεταβιβάσθηκε στον απώτατο δικαιοπάροχο των εναγόντων, Γ. Σ., με αγορά από τον αυστριακό υπήκοο, Μ. Μ., ήταν κτήμα καθαρής ιδιοκτησίας και όχι βακουφικό κτήμα, όπως ισχυρίσθηκε το εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο) και ότι οι ίδιοι με παράγωγο τρόπο κατέστησαν (συγ)κύριοι των οριζοντίων ιδιοκτησιών πολυόροφης οικοδομής που ανηγέρθη από τον άμεσο δικαιοπάροχό τους, Κ. Σ., το έτος 1969, επί του επιδίκου. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο και ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα, δηλαδή στην παραδοχή της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής ως κατ'ουσίαν βάσιμης, κατέληξε στην κατ'ουσίαν απόρριψη της από 15-09-2010 έφεσης κατά της υπ'αριθμ. 35335/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, το Εφετείου δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (καθ' ημάς 1856), του άρθρου 12 της από 1/14 Νοεμβρίου 1913 σύμβασης ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας που κυρώθηκε με το νόμο ΔΣΙΓ/1913, του άρθρου 2παρ.3 του νόμου 147 της 6.1/1.2.1914, τα άρθρα 1,3,9,10,11 και 14 της με ημερομηνία 30 Ιανουαρίου 1923 σύμβασης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το από 25.8.1923 νομοθετικό διάταγμα και των άρθρων 1 και 7 της από 10 Ιουνίου 1930 σύμβασης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας περί του τρόπου ανταλλαγής ελληνοτουρκικών πληθυσμών, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής διέλαβε σ'αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον άμεσο, αλλά και τους απώτερους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου με παράγωγο τρόπο (αγορά από τον κύριο αυτού, κληρονομικές διαδοχές) και στη συνέχεια από αυτόν. Επομένως, ο συναφής δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εάν με το λόγο αναίρεσης πλήττεται αιτιολογία της απόφασης, η οποία δεν στηρίζει το διατακτικό της, είναι αυτός αλυσιτελής, αφού και η εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή της απόφασης (ΑΠ 486/2020, 189/2017). Με τον ίδιο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος του, το αναιρεσείον, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον εάν το επίδικο ακίνητο ήταν καθαρής ιδιοκτησίας, όπως δέχθηκε το δικαστήριο, δεν υπάρχει δικαίωμα για την έκδοση του πρωτοκόλλου και επομένως δεν νοείται καταχρηστική άσκησή του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού οι προαναφερθείσες παραδοχές του Εφετείου σχετικά με την καταχρηστικότητα της ενέργειας του αναιρεσείοντος να εκδώσει πρωτόκολλο κατάληψης του επιδίκου, αφορούν πλεοναστική αιτιολογία προς επίρρωση της ουσιαστικής επιχειρηματολογίας του δικαστηρίου, η οποία δεν στηρίζει το διατακτικό. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 3... του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο. Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη κλπ), από δε την ειδική αναφορά της απόφασης σε κάποιο από αυτά, δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη. Μόνον αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 407/2020, ΑΠ 112/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη: α) την από 7.5.1977 έκθεση έρευνας των υπαλλήλων του Γραφείου Διαχείρισης Ανταλλάξιμων Κτημάτων (Δ.Α.Π.) Θεσσαλονίκης, Α. Α. και Π. Π., β) την με αριθμό ... έκθεση εξέτασης της μάρτυρα Ε. Μ., γ) την με ημερομηνία 18.1.2019 τεχνική έκθεση του Δ. Κ. και δ) το επισυναπτόμενο στην ανωτέρω τεχνική έκθεση φωτοαντίγραφο εκ της πραγματογνωμοσύνης της σελίδας .. του Βιβλίου Πρακτικών του Οθωμανικού Κτηματολογίου Θεσσαλονίκης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον όπως προκύπτει από το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της πpoσβαλλόμεvης απόφασης, και, ιδιαίτερα, από την περιεχόμενη σ' αυτήν διαβεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν γεννιέται καμία απολύτως αμφιβολία αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος. Οι αιτιάσεις του ερευνωμένου λόγου, σύμφωνα με τις οποίες από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνάγεται ότι έπρεπε να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση ιδίας κυριότητας του επιδίκου, που πρόβαλε το αναιρεσείον είναι απαράδεκτες, καθόσον αυτές πλήττουν την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ως προς την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμων, για το αποδεικτέο γεγονός, φράσεων αυτού, που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Για την ίδρυση του λόγου αυτού δεν αρκεί εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 728/2020, ΑΠ 330/2016, ΑΠ 1509/2013). Επίσης, η παραμόρφωση διαφέρει από την ορθή ανάγνωση της μετάφρασης ξενόγλωσσου εγγράφου, η οποία έχει αποδοθεί ανακριβώς. Στην τελευταία περίπτωση, το δικαστήριο λαμβάνει μεν υπ' όψη ανακριβή μετάφραση, η οποία, όμως, δεν παύει να το δεσμεύει σε κάθε περίπτωση αν έχει γίνει από πρόσωπο που έχει δικαίωμα προς τούτο (ΑΠ 848/2019).
Εν προκειμένω, στον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στη πλημμέλεια του αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθ' όσον, ενώ αυτό (αναιρεσείον) κατά τη συζήτηση της έφεσής του προσκόμισε τους με αριθμούς ... και ... τίτλους - ταπιά του τουρκικού κτηματολογίου Θεσσαλονίκης, σε επίσημη μετάφραση, στην οποία περιγράφεται το επίδικο ως υπέγγυο βακουφικού φόρου και ανήκον στο βακούφι του Μ. Μ. Π., το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο πωλήθηκε στον απώτατο δικαιοπάροχο των εναγόντων ως κτήμα καθαρής ιδιοκτησίας, όπως προκύπτει από τους προαναφερθέντες τίτλους - ταπιά, όπου αναγράφεται ρητά "οριστική πώληση" και όχι εκμίσθωση. Υπό τις προαναφερόμενες - κατά την έρευνα του δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης - παραδοχές το Εφετείο, δεν υπέπεσε, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων (ταπίων) και ορθώς διέγνωσε το περιεχόμενο τους, υιοθετώντας ως ορθή την προσαχθείσα επίσημη μετάφραση, τη διενεργηθείσα υπό του διορισθέντος υπ' αυτού πραγματογνώμονα (και όχι την υπό του αναιρεσείοντος προσκομισθείσα μετάφραση) και, αφού τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον εκτιμώντας και ερμηνεύοντας το περιεχόμενό του, θεωρεί ορθό. Εντεύθεν, ο περί του αντιθέτου ανωτέρω τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι τα πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται σ' αυτά μπορούν να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοίκησης ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια. Η έρευνα αυτή των πολιτικών δικαστηρίων περιορίζεται στο αν τα ως άνω όργανα ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους, μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών, ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων. Ειδικότερα, το πολιτικό δικαστήριο όταν εξετάζει παρεμπιπτόντως μία διοικητική πράξη ελέγχει, μόνο, αν η διοίκηση ενήργησε μέσα στα πλαίσια της νομοθετικής εξουσιοδότησης, αν τήρησε τους καθορισμένους τύπους, αν ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά το νόμο, αν εκδόθηκε από το αρμόδιο όργανο ή καθ' υπέρβαση της εξουσίας του και τέλος αν είναι ή όχι αιτιολογημένη. Δηλαδή ο παρεμπίπτων έλεγχος έχει την έννοια, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν τη διοικητική πράξη, που θεωρούν άκυρη κ.λπ., ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέλος, υπέρβαση δικαιοδοσίας, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.4 ΚΠολΔ, υπάρχει στις περιπτώσεις που τακτικό πολιτικό δικαστήριο επιλήφθηκε υπόθεσης, η οποία κατά νόμον ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου από τη φύση της, ή υπόθεσης, η οποία κατ' αρχήν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, όμως με ρητή διάταξη νόμου έχει εξαιρεθεί από αυτή. Τα πλαίσια της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων καθορίζονται από το άρθρο 1 ΚΠολΔ. Περίπτωση, όμως, τέτοιας υπέρβασης δικαιοδοσίας δεν συντρέχει, όταν το πολιτικό δικαστήριο εξετάζει παρεμπιπτόντως ζητήματα, τα οποία, αν αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο της δίκης, δεν θα υπήγοντο στη δικαιοδοσία του, διότι η έννοια του παρεμπίπτοντος συνδέεται στο νόμο (άρθρα 2 και 282 ΚΠολΔ) σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με την απλή εξέταση αλλά όχι και τη διάγνωση του ζητήματος, το οποίο αποτελεί το παρεμπίπτον, (όταν το δικαστήριο στερείται σχετικής δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας), οπότε η απόφασή του για το παρεμπιπτόντως κριθέν ζήτημα, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου, δεν παράγει δεδικασμένο, σύμφωνα με το άρθρο 331 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018, 2/2018). Στην ένδικη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε ότι: ".....Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του ομοίως έκρινε και αναγνώρισε την ακυρότητα του ... πρωτοκόλλου διοικητικής κατάληψης του γραφείου διαχείρισης ανταλλαξίμων περιουσιών Θεσσαλονίκης .....ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και οι σχετικοί λόγοι έφεσης κρίνονται απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι...". Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο ουσίας υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία δεν ακυρώνουν τη διοικητική πράξη, που θεωρούν άκυρη κ.λπ., ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεκτού γενόμενου ως βασίμου του πρώτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, με τη διάταξη της παρ.1 του όρθρου 580 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για υπέρβαση δικαιοδοσίας, τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαίωμα ν' ασχοληθούν με την υπόθεση. Στην περίπτωση αυτή συναναιρείται και η πρωτόδικη απόφαση που έχει τυχόν επικυρωθεί με την απόφαση που αναιρέθηκε, εφόσον και αυτή ενέχει υπέρβαση δικαιοδοσίας. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αναίρεση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ο Άρειος Πάγος αναιρεί την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθώς και την επικυρωθείσα από αυτήν απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που έχει το ίδιο σφάλμα και δεν παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβληθείσα απόφαση, αλλά απορρίπτει αυτός την αγωγή (ΑΠ 1562/2005, ΑΠ 98/2005, ΑΠ 31/2004). Εν όψει όλων των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αναίρεση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθ. 471/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και η επικυρωθείσα από αυτή με αριθμό 35335/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που έχει το ίδιο σφάλμα, κατά το κεφάλαιο με το οποίο αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα του με αριθμό ... πρωτοκόλλου διοικητικής κατάληψης και στη συνέχεια πρέπει να απορριφθεί η από 10-4-1994 (αρ. καταθ. ...) αγωγή, κατά το παραπάνω κεφάλαιο, ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Τέλος τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων (178, 183 ΚΠολΔ, 22 του Ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει τις αποφάσεις με αριθμούς 471/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και 35335/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το κεφάλαιο με το οποίο αναγνώρισαν την ακυρότητα του με αριθμό ... πρωτοκόλλου διοικητικής κατάληψης.
Απορρίπτει την από 10-4-1994 και με αριθμό κατάθεσης ... αγωγή, κατά το παραπάνω κεφάλαιο. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ