ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 782/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 782/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 782/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 782 / 2024    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 782/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Θ. - Γ. συζ. Σ.. Φ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου Π. Φ. Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλη Αλαβάνο-Τσαπαλίρα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: 1) ανώνυμης εταιρείας Μ. Α..Ε.. (Τ. Ξ. Ε. Μ. Α. Ε.), με έδρα στην ... όπως εκπροσωπείται κατά τον νόμο (ΑΦΜ ...), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Γεωργιάδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 308/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2020 του Μονομελούς Εφετείου ... Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-2-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 21.02.2022 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 62/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου ... (Μεταβατική Έδρα ...). Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 308/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη η επικουρική βάση της αγωγής της, και η κυρία βάση της, ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή της προβληθείσας από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ενστάσεως παραγραφής. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
I. Κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή τα στοιχεία κάθε δικογράφου και να αναφέρει τους λόγους αναίρεσης, ήτοι τα παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Πρέπει δε να περιέχει έστω και έναν ορισμένο λόγο αναίρεσης, από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ή, αν πρόκειται για απόφαση του Ειρηνοδικείου ή του Πρωτοδικείου που δίκασε κατ' έφεση, στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Ο λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, όταν εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο τα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεδομένα στοιχεία της περιπτωσιολογίας, τα οποία συγκροτούν το σφάλμα, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της για να διαπιστωθεί αν και ποιόν λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικούς αναφερομένους στο άρθρο 559 ή του 560 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΟλΑΠ 32/1996 ΑΠ 1108/2018). Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλομένης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης των παραπάνω άρθρων 559 ή 560 ΚΠολΔ για τους οποίους ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 100/2019), ενώ ,εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει , ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης χωρίς προσδιορισμό κατά τα ως άνω των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 275/2017, ΑΠ 1008/2018). Επομένως, μόνη η αναφορά στο αναιρετήριο ορισμένων παραδοχών του εφετείου και η αναφορά επίσης και η επίκληση αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ, χωρίς συγκεκριμένο προσδιορισμό της αποδιδόμενης στην απόφαση νομικής πλημμέλειας, δεν στοιχειοθετεί τους αντίστοιχους αναιρετικούς λόγους, οι προβαλλόμενοι δε ως τέτοιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους. (ΑΠ 100/2019 ΑΠ 857/2017).
II. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε , αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013 ).Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδί...ν, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται,δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
III. Επί πλέον λόγοι αναίρεσης ιδρύονται: α) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όμως όταν ο προτεινόμενος ισχυρισμός είναι απαράδεκτος μη νόμιμος ή αλυσιτελής και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1109/2023, ΑΠ 733/2020), όπως επίσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1109/2023, ΑΠ 1070/2023, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1109/2023, ΑΠ 1070/2023,ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017). β) από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει (περ. α'), ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν (περ. β) ή δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (περ. γ). Και στις τρεις περιπτώσεις για να είναι παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, εκτός των άλλων, τα επίμαχα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς άμεση απόδειξη ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, κατά τέτοιο τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους. (ΑΠ 1408/2021, ΑΠ 1240/2019). γ) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ 103/2011).Η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το δικαστήριο να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξεως και όχι να την απέρριψε ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών, ούτε εκτιμά τα αποδεικτικά μέσα και δεν διατυπώνει αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις ή αντιφάσεις στην περιγραφή τους. (ΑΠ 717/2023, ΑΠ 664/2023, ΑΠ 76/2023, ΑΠ1485/2022, ΑΠ 1754/2022, ΑΠ 312/2021, ΑΠ 213/2020, ΑΠ 460/2019, ΑΠ 16/2017). δ) από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις και δικαιώματα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα. Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση της παραβίασης δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1429/2023, ΑΠ 1496/2017). Για να είναι ορισμένος ο ως άνω αναιρετικός λόγος πρέπει να αναφέρεται ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα.(ΑΠ 1106/2023,ΑΠ 1032/2023, ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 510/2022,ΑΠ 1199/2018).
IV. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 ΑΚ η νομή προσβάλλεται είτε με αποβολή είτε με διατάραξη του νομέα, εφόσον γίνεται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του. Παράνομη είναι η προσβολή όταν ο νομέας δεν την επιτρέπει. Προσβολή της νομής αποτελεί κάθε θετική πράξη ή παράλειψη του προσβολέα που επάγει είτε αποβολή του νομέα από τη νομή είτε διατάραξη του νομέα από την άσκηση της νομής του. Η σχετική αγωγή του νομέα , που αποβλήθηκε από τη νομή στρέφεται , κατ άρθρο 989 ΑΚ , κατά του προσβολέα με αίτημα την απόδοση της νομής. (ΑΠ 119/2022, ΑΠ 95/2019). Η προκειμένη αξίωση υπόκειται στην ετήσια παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ, που αρχίζει από την προσβολή, επί της βραχυπρόσθεσμης δε αυτής παραγραφής εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 260 - 270 ΑΚ. (ΑΠ 95/2019, ΑΠ 771/2017). Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 277 ΑΚ η παραγραφή δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο κατόπιν πρότασής της με ένσταση από τον οφειλέτη , ο οποίος, κατ άρθρο 272 ΑΚ , λόγω της συμπλήρωσής της, μπορεί να αρνηθεί να εκπληρώσει την παροχή (ΑΠ 1603/2022, ΑΠ 876/2022, ΑΠ 824/2022, ΑΠ 656/2022, ΑΠ 361/2019, ΑΠ 148/2017), διακόπτεται δε με την άσκηση της αγωγής. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι και ο ισχυρισμός για διακοπή ή αναστολή της παραγραφής αποτελεί αντένσταση κατά της τελευταίας, την οποία πρέπει να προτείνει παραδεκτώς και νομίμως ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή και δεν μπορεί να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο. Για να είναι παραδεκτή η αντένσταση διακοπής ή αναστολής της παραγραφής πρέπει να περιέχει σαφώς το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός και να καταλήγει σε συγκεκριμένο αίτημα για απόρριψη της ένστασης παραγραφής. (ΟλΑΠ 472/1983, ΑΠ 830/2023, ΑΠ 1296/2022, ΑΠ 990/2022, ΑΠ 656/2022, ΑΠ 792/2021, ΑΠ 212/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 21.3.2014 η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε ότι από κοινού με τον ήδη αποβιώσαντα σύζυγο της ... ανήγειραν ξενοδοχειακή μονάδα σε ακίνητο ιδιοκτησίας τους στη νήσο ..., την οποία μετά του εξοπλισμού της συνεισέφερε ο σύζυγος της στην εναγομένη ανώνυμη εταιρία, την οποία συνέστησε το έτος 1977, κατέχοντας έκτοτε την θέση του Προέδρου του Διοικητικού της Συμβουλίου και του Διευθύνοντος Συμβούλου, αναλαμβάνοντας μετοχές που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 98,62% του εταιρικού της κεφαλαίου. Ότι η ίδια κατά το μεγαλύτερο μέρος του έτους διέμενε με τον σύζυγο της σε δύο σουίτες του ξενοδοχειακού συγκροτήματος τις οποίες χρησιμοποιούσαν ως κατοικία, ενώ της είχε παραδοθεί και ένα δωμάτιο του ξενοδοχείου προκειμένου να το χρησιμοποιεί ως αρχιτεκτονικό γραφείο, λόγω του επαγγέλματος της ως αρχιτέκτονα. Ότι τον Δεκέμβριο του έτους 2008 όταν διασπάσθηκε αιφνιδίως η έγγαμη συμβίωσή της με τον σύζυγο της , αυτός υπό την ως άνω ιδιότητά του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης , της απαγόρευσε την είσοδο της στο ξενοδοχείο και δεν της επέτρεψε να παραλάβει τα ευρισκόμενα εντός των ως άνω δύο δωματίων προσδιοριζόμενα κατά είδος, ποσότητα και αξία προσωπικά της αντικείμενα, τα οποία αποτελούσαν προσωπική της περιουσία, έχοντας αποκτηθεί από έσοδα τη ίδιας από την επαγγελματική της δραστηριότητα και από δώρα φίλων και συγγενών. Επικαλούμενη δε η ενάγουσα ότι η εξακολουθητική παρακράτηση εντός του ξενοδοχείου των προσωπικών της αντικειμένων από την εναγομένη συνιστά παράνομη αποβολή από τη νομή τους, αιτήθηκε να υποχρεωθεί αυτή , ούσα επιλήψιμη νομέας, να της αποδώσει τη νομή των επίδικων αντικειμένων την αξία των οποίων προσδιόρισε στο ποσό των 112.430 ευρώ, επικουρικά δε, σε περίπτωση που ένα ή περισσότερα από τα επίδικα κινητά έχουν καταστραφεί ολικά ή μερικά, ή έχουν απολεσθεί, να υποχρεωθεί η εναγομένη να την αποζημιώσει με βάση τις περί αδικοπραξίας διατάξεις. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 308/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής ως αόριστη , ενώ δέχθηκε ως νόμιμη της κυρία βάση της αγωγής, πλην όμως την απέρριψε κατ'ουσίαν λόγω παραγραφής της σχετικής αξιώσεως της ενάγουσας- αναιρεσείουσας. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από την ενάγουσα επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 62/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... (Μεταβατική Έδρα ...). Με την απόφαση αυτή, μετά την έκθεση του περιεχομένου της αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, ως προς την νομιμότητα της κύριας βάσης της έγιναν δεκτά τα εξής: "Με το ως άνω περιεχόμενο η ασκηθείσα από την εκκαλούσα. .. αγωγή στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 974,984 και 987 ΑΚ., καθόσον ρητώς η ενάγουσα ζητεί με αυτήν να υποχρεωθεί η εναγομένη, η οποία την απέβαλε παράνομα από τη νομή των επίδικων κινητών αντικειμένων και παρακρατά παράνομα, να της παραδώσει τη νομή αυτών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ως νόμιμη την αγωγή, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, ορθώς έκρινε, απορριπτομένου ως μη νομίμου του ισχυρισμού της εκκαλούσας πως τυγχάνουν εφαρμοστέες οι διατάξεις των άρθρων 1394,1395 και 1398 ΑΚ., που ρυθμίζουν την κατανομή των κινητών μεταξύ των συζύγων κατά τη διάρκεια της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης αυτών...". Στη συνέχεια με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων μετ επικλήσεως αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους έγιναν δεκτά ανελέγκτως, κατά το ενδιαφέρον αναιρετικό μέρος, τα εξής: "Η ενάγουσα και ο Σ. Φ., ο οποίος αποβίωσε στις 12.7.2013, τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 22.3.1972, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα . Μέχρι το χρόνο εκείνο η ενάγουσα ζούσε μόνιμα στην Ελλάδα και διατηρούσε γραφείο ως αρχιτέκτονας μηχανικός στην Αθήνα ενώ ο Σ. Φ. διέμενε στο Ζ. και εργαζόταν ως οδοντίατρος, ενώ ασχολείτο και με διάφορες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν προσωρινά στην Αθήνα και αποφάσισαν να αγοράσουν ακίνητο στη νήσο ... προκειμένου να ανεγείρουν ξενοδοχειακή μονάδα. Ο Σ. Φ., χρησιμοποιώντας δικά του περιουσιακά στοιχεία, που είχε αποκτήσει από την επιχειρηματική του δράση κατά την πολετή του παραμονή στο Ζ. και με προσωπικό του τραπεζικό δανεισμό, προέβη στην αγορά αγροτικών ακινήτων στη θέση Α. Π. ..., όπου ανεγέρθηκε ξενοδοχειακό συγκρότημα, με την ονομασία "Κ. ...Σ." την εκμετάλλευση του οποίου ανέλαβε η συσταθείσα από τον ίδιο και τον Γ. Κ. του Η. ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Τ. - Ξ. Ε. Μ. Α..Ε..", που δημοσιεύθηκε νόμιμα, με μετοχικό κεφάλαιο 175.000.000 δραχμές, διαιρούμενο σε 350.000 μετοχές, εκ των οποίων τις 345.200 μετοχές, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 98,62% του εταιρικού κεφαλαίου, ανέλαβε ο Γ. Φ., που ορίσθηκε Πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος. Κατά τη διάρκεια της εποχικής λειτουργίας του ξενοδοχείου η ενάγουσα και ο σύζυγος της διέμεναν στο ξενοδοχείο , χρησιμοποιώντας ως κατοικία τους δύο διαμερίσματα αυτού..., ενώ ένα δωμάτιο του ξενοδοχείου... χρησιμοποιείτο από την ενάγουσα ως αρχιτεκτονικό γραφείο. Την 1.12.2008, ύστερα από ένα έντονο λεκτικό επεισόδιο μεταξύ των συζύγων, ο Σ. Φ. εκδίωξε βίαια την ενάγουσα από την ως άνω κοινή τους κατοικία στο ξενοδοχείο , χωρίς να της επιτρέψει να παραλάβει τα προσωπικά της αντικείμενα , ενώ έδωσε εντολή στους υπαλλήλους του ξενοδοχείου να μην της επιτρέψουν πλέον την είσοδο για οιοδήποτε λόγο. Σύμφωνα με τα όσα έγιναν δεκτά με την εκκαλουμένη απόφαση και δεν προσβάλλονται με την ένδικη έφεση εντός των προαναφερομένων δωματίων του ξενοδοχείου, όπου διέμενε η ενάγουσα με το σύζυγο της, υπήρχαν τα κάτωθι αντικείμενα, τα οποία αποτελούσαν προσωπική περιουσία της ενάγουσας, καθόσον είχαν αποκτηθεί με χρήματα αποκλειστικά της ίδιας, και τα οποία δεν αποδόθηκαν σε αυτήν, παρά τις συνεχείς οχλήσεις της, αρχικά προς τον άνω σύζυγο της, και μετά τον θάνατο αυτού, προς την εναγομένη εταιρία...". Ακολουθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση αναλυτική περιγραφή κατά είδος κάθε αντικειμένου και στη συνέχεια διαλαμβάνονται σε αυτήν τα εξής: " ... Με βάση τα προεκτεθέντα η ενάγουσα αποβλήθηκε από τη νομή των ως άνω κινητών την 1.12.2008, όταν εκδιώχθηκε από το σύζυγο της από το ξενοδοχείο της εναγομένης, έκτοτε δε η εναγομένη, δια των προστηθέντων οργάνων της και ακολουθώντας τις εντολές του προέδρου του ΔΣ της και Διευθύνοντος Συμβούλου της ..., αλλά και μετά τον θάνατο του τελευταίου, ακολουθώντας τις εντολές των νομίμων εκπροσώπων της, αρνήθηκε να επιτρέπει στην ενάγουσα την παραλαβή των ως άνω αντικειμένων της, παρακρατώντας αυτά παράνομα. Όμως, ενόψει του ότι από την αποβολή της ενάγουσας την 1.12.2008, έως και την άσκηση της ένδικης αγωγής, η οποία κατατέθηκε την 1.4.2012 και επιδόθηκε στην εναγομένη την 14.4.2014, παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον του έτους , οι αξιώσεις της ενάγουσας από την προσβολή της νομής της επί των ως άνω κινητών αντικειμένων έχουν υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης που προβλήθηκε παραδεκτώς από την εναγομένη κατά την πρωτοβάθμια δίκη, όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και απέρριψε για το λόγο αυτό ως ουσιαστικώς αβάσιμη την αγωγή. Η εκκαλούσα ... ισχυρίζεται ακόμα με την ένδικη έφεση πως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όφειλε αυτεπαγγέλτως να λάβει υπόψη του την κατ'άρθ. 256 περ. 1 ΑΚ αναστολή της παραγραφής , καθώς επρόκειτο για αξιώσεις μεταξύ των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου. Ωστόσο ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος προεχόντως διότι κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης η ενάγουσα δεν πρότεινε παραδεκτώς κατ' αντένσταση οιοδήποτε γεγονός διακοπτικό της παραγραφής με συγκεκριμένο αίτημα για απόρριψη της προβληθείσας από την εναγομένη ένστασης παραγραφής, πέραν του ότι η κατ' αρθ. 256 περ. 1 ΑΚ αναστολή της παραγραφής αφορά μόνο στις αξιώσεις μεταξύ των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου..." .
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλείται συλλήβδην πλημμέλειες από τους αριθμούς 1,8,11 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα αιτιάται η αναιρεσείουσα, με τον λόγο αυτό, ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και δέχθηκε ότι οι επίδικες αξιώσεις της περί απόδοσης των κινητών που απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον ..., πρώην Διευθύνοντα Σύμβουλο και Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης έχουν παραγραφεί, και ότι η ίδια δεν πρότεινε αντένσταση, παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 256 περ. 1 ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες αναστέλλεται η παραγραφή των αξιώσεων μεταξύ των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου , ενώ έπρεπε να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη του την αντένσταση περί αναστολής της παραγραφής, για την πληρότητα της οποίας αρκούσε η επίκληση από την ίδια στην αγωγή και στην έφεσή της των πραγματικών περιστατικών του γάμου της, ο οποίος λύθηκε μόνο με τον θάνατο του ως άνω συζύγου της. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, με τις πληττόμενες από την αναιρεσείουσα συγκεκριμένες παραδοχές της έγιναν ειδικότερα δεκτά τα εξής : α) ότι η κύρια βάση της αγωγής στηρίζονταν στις ως άνω διατάξεις των άρθρων 974,984 και 987 ΑΚ., που αφορούν στη παράνομη αποβολή της ενάγουσας από τη νομή των επιδίκων αντικειμένων και την παράνομη κατακράτησή τους από την εναγομένη εταιρία ,με αίτημα την παράδοση της νομής αυτών στην ενάγουσα - αναιρεσείουσα, β) ότι από την 01.12.2008, οπότε αποβλήθηκε η ίδια από τη νομή των επίδικων κινητών πραγμάτων, μέχρι 14.04.2014, οπότε ασκήθηκε η αγωγή της παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον του έτους , με αποτέλεσμα οι αξιώσεις της από την προσβολή της νομής της επί αυτών (κινητών πραγμάτων) να έχουν υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 992 Α.Κ., γ) ότι κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης δεν προτάθηκε παραδεκτώς κατ αντένσταση από την ενάγουσα οποιοδήποτε διακοπτικό γεγονός της παραγραφής με συγκεκριμένο αίτημα για απόρριψη της προβληθείσας από την εναγομένη ένστασης παραγραφής και δ) ότι στην επίδικη υπόθεση δεν τυγχάνουν εφαρμοστέες οι διατάξεις των άρθρων 1394, 1395 και 1398 ΑΚ, που ρυθμίζουν την κατανομή των κινητών μεταξύ των συζύγων κατά τη διάρκεια της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης αυτών, ούτε οι διατάξεις του άρθρου 256 περ. 1 ΑΚ, που αφορά στην αναστολή της παραγραφής μόνο σχετικά με τις αξιώσεις μεταξύ συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αποφαινόμενο εν τέλει ,ότι οι αγωγικές αξιώσεις της αναιρεσείουσας δεν απορρέουν από την κατανομή των κινητών μεταξύ των συζύγων κατά τη διάρκεια της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης η παραγραφή των οποίων αναστέλλεται κατά τη διάρκεια του γάμου, αλλά από την παράνομη αποβολή της ίδιας από τη νομή των επίδικων κινητών πραγμάτων και την παράνομη κατακράτησή τους από την αναιρεσίβλητη , δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 256 παρ. 1 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, εφόσον αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση . Υπό τα δεδομένα αυτά, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και διότι υπό την επίφαση της παραβίασης του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με όλες τις ως άνω αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, πλήττεται στην πραγματικότητα η επί της ουσίας της υπόθεσης κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολ.Δ. Ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναίρεσης, κατά τα εκτιθέμενα στις οικείες ως άνω νομικές σκέψεις είναι απαράδεκτος ως προς το μέρος του με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες : α) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αυτεπαγγέλτως την κατ'άρθ. 256 περ. 1 ΑΚ αναστολή της παραγραφής, ισχυρισμό τον οποίο η αναιρεσείουσα προέβαλε με λόγο εφέσεώς ενώπιον του, διότι ο λόγος αυτός της έφεσης, με τον ισχυρισμό περί αναστολής της παραγραφής, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, ως αβάσιμος. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο ισχυρισμός αυτός για αναστολή της παραγραφής που αποτελεί αντένσταση κατά της τελευταίας πρέπει να προτείνεται παραδεκτώς και νομίμως από τον διάδικο που αποκρούει την παραγραφή και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, όπως λανθασμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα. β) από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω της αοριστίας του, εφόσον στον πρώτο λόγο αναίρεσης γίνεται μνεία μόνο των αριθμού αυτού, χωρίς συγκεκριμένο προσδιορισμό της αποδιδόμενης, κατά την αναιρεσείουσα, νομικής πλημμέλειας στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, λόγω αοριστίας ,διότι στο αναιρετήριο γίνεται μνεία μόνο του αριθμού αυτού, χωρίς να αναφέρεται ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα.
V.
Κατά την έννοια του άρθρου 305 ΑΚ, διαζευκτική είναι η ενοχή, που παράγει ενιαία αξίωση και στην οποία από την αρχή της συστάσεώς της οφείλονται δύο ή περισσότερες αυτοτελείς παροχές, από τις οποίες όμως τελικά μόνο μία θα καταβληθεί, που θα καθορισθεί από το δικαιούμενο να κάνει την επιλογή, οπότε καταλύεται η όλη ενοχή. Χαρακτηριστικό, δηλαδή, γνώρισμα της διαζευκτικής ενοχής είναι η αοριστία της. Ο παραγωγικός δε λόγος της διαζευκτικής ενοχής μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση, μονομερή δικαιοπραξία, δικαστική απόφαση ή νόμο. Το δικαίωμα της επιλογής ανήκει σε αυτόν που ορίζεται στη σύμβαση, στο νόμο ή στη δικαστική απόφαση. Απλοποίηση της διαζευκτικής ενοχής, δηλαδή συγκέντρωσή της ώστε να οφείλεται πλέον η μία παροχή, επέρχεται και με μεταγενέστερη συμφωνία των μερών, σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ (ΑΠ 526/2018, ΑΠ 893/2017). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 68, 216 παρ. 1, 218 και 219 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται το διαζευκτικό αίτημα της αγωγής, γιατί το αίτημα πρέπει να είναι ορισμένο και θετικό. Διαζευκτικό αίτημα υπάρχει και όταν υποβάλλονται πολλά αιτήματα, τα οποία προέρχονται από την ίδια αιτία χωρίς να προσδίδεται σε ένα από αυτά η ιδιότητα του κυρίου αιτήματος κατά τρόπο οριστικό ή θετικό και σε άλλο η ιδιότητα του επικουρικού αιτήματος, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αμφιβολία ως προς το τι επιδιώκει ο ενάγων με την αγωγή του και τι ζητά από το Δικαστήριο. Έτσι, επί αρνήσεως ή αδυναμίας του οφειλέτη προς απόδοση του πράγματος, αίτημα της αγωγής του κυρίου αυτού μπορεί να αποτελέσει μόνον η αυτούσια απόδοση του πράγματος και, συνεπώς, η διαζευκτική επιδίωξη και της αξίας του σε χρήμα, καθιστά την αγωγή αόριστη, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται περί διαζευκτικής ενοχής, αλλά για απλή, της οποίας η παροχή είναι μία (βλ. ΑΠ 251/2014). Επομένως, επί διαζευκτικού αιτήματος η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω ακυρότητας του δικογράφου της, που θεωρείται στο σύνολο του άκυρο και η ακυρότητα αυτή δημιουργείται από την πλήρη αοριστία της αγωγής ως προς το αίτημα. Μπορεί, όμως, ο ενάγων, που ζητεί την αυτούσια απόδοση του πράγματος, να ζητήσει επικουρικά, κατ' άρθρο 219 ΚΠολΔ, για την περίπτωση αρνήσεως ή αδυναμίας του οφειλέτη να αποδώσει αυτούσιο το πράγμα, την καταδίκη του εναγομένου στην καταβολή της αξίας του.
VI.
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ , συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Συνδέεται δηλαδή η νομική αοριστία της αγωγής με την εκτίμηση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, αποτελούν δε προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα μολονότι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης , ενώ αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,. (ΑΠ 299/2020, ΑΠ 994/2019, ΑΠ 886/2018, ΑΠ 2086/2014, ΑΠ 1106/2014). Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής εκτιμάται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο και ο αναιρετικός έλεγχος περί αοριστίας της αγωγής γίνεται με βάση την κυριαρχική αυτή εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας.(ΑΠ 141/2023, ΑΠ 1780/2022,ΑΠ 1017/2022, ΑΠ1181/2021, ΑΠ 335/2020, ΑΠ 1262/2019). Εξάλλου από το συνδυασμό των άρθρων 70, 117, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής της βασιμότητας. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.(ΑΠ 1597/2018, 165/2018, ΑΠ 1274/2017, ΑΠ 862/2015).
VII.
Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, κατά δε το άρθρο 1097 ΑΚ ο νομέας από την επίδοση της αγωγής ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, αν από υπαιτιότητά του το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιο άλλο λόγο και κατά το άρθρο 1098 εδαφ. α' ΑΚ, αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος, την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητας αυτού και την απόδοση του πράγματος , αν όμως συντρέχουν οι όροι των άρθρων 1097 και 1098 ΑΚ, μεταξύ των οποίων είναι και η αδυναμία προς απόδοση του πράγματος, αποζημίωση ίση προς την αξία αυτού (πράγματος).(ΑΠ 1258/2020, ΑΠ 1120/2019, ΑΠ 1388/2018, ΑΠ 144/2015). Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ,ότι στην αγωγή περί αποζημίωσης του κυρίου πράγματος από τον παρανόμως κατέχοντα αυτό νομέα, εξαιτίας του ότι η αυτούσια απόδοσή του έχει καταστεί αδύνατη για οποιοδήποτε λόγο (καταστροφή, απώλεια κλπ.), πρέπει να αναφέρεται ότι υφίσταται υπαίτια αδυναμία προς απόδοση αυτούσιου του πράγματος, δηλαδή πρέπει να επικαλεσθεί ( και στη συνέχεια να αποδείξει) ο ενάγων ότι υφίσταται αδυναμία αυτούσιας απόδοσης του πράγματος και συγχρόνως συντρέχουν οι προϋποθέσεις των διατάξεων περί αδικοπραξίας, απαιτείται δηλαδή η συνδρομή και της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του παρανόμως κατέχοντος το πράγμα νομέα. Τούτο δε , διότι, στην περίπτωση της αδυναμίας απόδοσης αυτούσιου του πράγματος επέρχεται αλλοίωση του αντικειμένου της ενοχής και η αρχική υποχρέωση προς εκπλήρωση αυτής της παροχής , ήτοι της απόδοσης της νομής του πράγματος στον κύριο αυτού, μετατρέπεται σε δευτερογενή υποχρέωση αποζημιώσεως, η οποία, εκτός των άλλων περιλαμβάνει την αξία του πράγματος καθώς και κάθε άλλη ζημία που ενδεχομένως υπέστη αυτός. (ΑΠ 867/2021, ΑΠ 647/201).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη εκτέθηκε, η αναιρεσείουσα με την επικουρική βάση της αγωγής της αιτήθηκε για την περίπτωση που η αναιρεσίβλητη αδυνατεί να παραδώσει αυτούσια τα κινητά της, λόγω ενδεχόμενης απώλειας ή καταστροφής ενός ή περισσοτέρων εξ αυτών , να υποχρεωθεί να της καταβάλει την αξία τους. Το Μονομελές Εφετείο ... , επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως, απέρριψε την επικουρική αυτή βάση της αγωγής ως αόριστη με τις παραδοχές ότι "... η ενάγουσα δεν αναφέρει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 και 216 ΚΠολΔ, εάν υφίσταται πράγματι αδυναμία αυτούσιας απόδοσης και ποια κινητά έχουν απολεσθεί ή καταστραφεί από υπαιτιότητα των οργάνων της εναγομένης, ώστε να δικαιούται να αξιώσει αντί των πραγμάτων αποζημίωση ίση με την αξία τους ...". Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για σωρευτικές πλημμέλειες από τους αριθμού 1,8,14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , αιτιώμενη ,ότι το Εφετείο, που απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής της, παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 298, 335, ΑΚ, που καθορίζουν γενικά την υποχρέωση του οφειλέτη για αποζημίωση του δανειστή σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης της παροχής και το τι περιλαμβάνει η αποζημίωση , των άρθρων 987 και 1063 ΑΚ., που ορίζουν ότι σε περίπτωση είτε αποβολής από τη νομή είτε απόσβεσης της κυριότητας δεν αποκλείεται αξίωση αποζημίωσης του νομέα που αποβλήθηκε παράνομα, ή εκείνου που έχασε την κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, καθώς και τις διατάξεις των σχετικών με τη διαδικασία εκτέλεσης την περίπτωση υποχρέωσης απόδοσης κινητού πράγματος άρθρων 941 παρ. 2 ΚΠολΔ και 948 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο "Οι διατάξεις των άρθρων 941 έως 947 δεν θίγουν το δικαίωμα του δανειστή να απαιτήσει την αποζημίωση που προβλέπουν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου". Κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, η ίδια δεν είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει αν τα επίδικα κινητά πράγματα των οποίων ζητούσε την απόδοση εξακολουθούσαν να υφίστανται ή αν είχαν απολεσθεί ή καταστραφεί με ευθύνη των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, ώστε να περιλάβει τέτοια περιστατικά στην αγωγή της, και έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής της με το αίτημά της για αποζημίωση σε περίπτωση μη απόδοσης των επίδικων κινητών πραγμάτων, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και με ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης την κήρυξε απαράδεκτη . Με τον λόγο αυτό αναίρεσης, κατά την ορθή εκτίμησή του, η αναιρεσείουσα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον η επικουρική βάση της αγωγής της απορρίφθηκε ως αόριστη, επειδή δεν αναφέρθηκαν σε αυτήν τα γεγονότα που θεμελίωναν το αίτημά της για αποζημίωση σε περίπτωση αδυναμίας αποδόσεως αυτούσιων των επίδικων κινητών πραγμάτων , σύμφωνα με τις εκτιθέμενες στην ως άνω οικεία νομική σκέψη διατάξεις. Πρόκειται δηλαδή περί ποσοτικής αοριστίας της αγωγής και όχι περί νομικής ή ποιοτικής αοριστίας, που ελέγχονται από τους αριθμούς 1 και 14 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επί πλέον δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση παραβίαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, ούτε βεβαίως των διατάξεων δικονομικού δικαίου που επικαλείται η αναιρεσείουσα στον δεύτερο λόγο αναίρεσης , οι οποίες ορίζουν πράγματι το δικαίωμα αποζημίωσης, κατά τις περί των αδικοπραξιών διατάξεις σε όλες τις προαναφερόμενες περιπτώσεις, εφόσον με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν έγινε δεκτό ότι η ίδια δεν δικαιούται αποζημίωση σε περίπτωση αδυναμίας αποδόσεως σε αυτήν αυτούσιων των επίδικων κινητών πραγμάτων εξαιτίας απώλειας ή καταστροφής αυτών από υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης , η οποία τα κατακρατεί και δεν της τα αποδίδει, αλλά ότι αυτή δεν περιέλαβε στην αγωγή της τα αναγκαία περιστατικά που θεμελιώνουν το επίδικο αίτημά της. Υπό τα δεδομένα αυτά ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά στην παραβίαση των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος. Επίσης ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος και όσον αφορά στην παραβίαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της αγωγής και όχι όταν την απέρριψε ως απαράδεκτη, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση που απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο η προαναφερόμενη επικουρική βάση της αγωγής λόγω αοριστίας της, χωρίς αυτό δικαστήριο να προβεί σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών και σε διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος. Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε την ως άνω διαζευκτική επικουρική βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας, ως αόριστη λόγω ποσοτικής αοριστίας δεν παραβίασε τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, καθόσον στην αγωγή δεν περιλαμβάνονταν τα αναγκαία γεγονότα για τη θεμελίωση του επικουρικού αυτού αιτήματος της και συγκεκριμένα δεν περιλαμβάνονταν περιστατικά αδυναμίας απόδοσης αυτούσιων των επίδικων κινητών πραγμάτων, η οποία πρέπει να βεβαιωθεί από το δικαστήριο ώστε να ακολουθήσει ο έλεγχος της ύπαρξης περίπτωσης αποζημίωσης ίσης με την αξία αυτών και κυρίως δεν υπήρξε επίκληση ότι η ενδεχόμενη έστω αδυναμία της αυτούσιας απόδοσής τους οφείλεται σε υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, ισχυρισμός, ο οποίος, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη θεμελίωση αξίωσης αποζημίωσης του κυρίου πράγματος από τον νομέα που το παρακρατεί παράνομα, σε περίπτωση που η αυτούσια απόδοσή του έχει καταστεί αδύνατη για οποιοδήποτε λόγο.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω , μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 21.02.2022 αίτηση της Θ. - Γ. Φ., το γένος Γ. Σ., για αναίρεση της 62/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου ... και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττηθείσα διάδικος, στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) , κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.02.2022 αίτηση της Θ. - Γ. Φ., το γένος Γ. Σ. για αναίρεση της 62/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου ...
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή