Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 845 / 2024    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 845/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέως Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων : 1) Ε. Σ. του Ι., και 2) Ι. Π. του Γ., κατοίκων ..., δήμου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζ. Ι. Π., το γένος Κ. Κ., 2) Ι. Π. του Κ., κατοίκων ..., δήμου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Τσοπελάκο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2014 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, την από 14-11-2014 αγωγή του ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου και την από 10-07-2015 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο ... και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 24/2018 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και 338/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-10-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 10-10-2022 αίτηση προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, με αριθμ. 338/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε η 14-12-2018 έφεση των αναιρεσειόντων και οι από 13-11-2020 πρόσθετοι λόγοι της πρώτης αναιρεσείουσας κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 24/2018, απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία είχαν γίνει δεκτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες οι από 17-11-2014 και 14-11-2014 αγωγές της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και του ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου, αντίστοιχα, και απορρίφθηκε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η από 10-07-2015 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας. Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. [1] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι, αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή (ΑΠ 1411/2023, ΑΠ 571/2023), χωρίς να είναι αναγκαίο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος, και αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει όχι μόνο την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά ειδικά και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (άμεσου ή και απωτέρων) επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων, αν δεν το έχει κάνει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και, αν είναι ανάγκη και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, όπως είναι η τακτική ή έκτακτη χρησικτησία (ΑΠ 2078/2022, ΑΠ 1930/2022). Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία. Άσκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και, κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη, είναι δηλωτικές εξουσίασης τούτου, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου (ΑΠ 1033/2023, ΑΠ 793/2021). Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976 - 978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) (ΑΠ 1221/2022, ΑΠ 238/2021, ΑΠ 1082/2019). H ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Φυσική εξουσίαση υπάρχει όταν ασκούνται πάνω στο πράγμα πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, έτσι ώστε το πράγμα, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα Η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (ΑΠ 1033/2023, ΑΠ 1400/2022). Η νομή που άπαξ έχει κτηθεί, εξακολουθεί να διατηρείται από τον νομέα, εφόσον υφίσταται πάντοτε η θέλησή του να κατέχει το πράγμα και η επ' αυτού άσκηση φυσικής εξουσίας, αλλά δεν είναι απαραίτητο τη φυσική εξουσία να ασκεί διαρκώς και αδιαλείπτως δι' ενεργείας έργων επί του πράγματος, ούτε να είναι σε συνεχή εγρήγορση και να έχει αδιάκοπα κατευθυνόμενη τη διάνοια κυρίου προς αυτό. Αρκεί να υφίσταται η δυνατότητα του νομέα να επενεργεί επί του πράγματος έργα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε προσωπική επαφή του προς το πράγμα, αρκούσης της δυνατότητας προσέγγισης του νομέα προς το πράγμα και της δυνατότητας τούτου όπως αποκλείει τρίτο από τη φυσική εξουσία του (ΑΠ 1981/2022, ΑΠ 947/2022, ΑΠ 774/2021). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 983 ΑΚ, με το οποίο ορίζεται ότι η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, συνάγεται ότι ο κληρονόμος, χωρίς να αποκτήσει τη φυσική εξουσία επί των κληρονομιαίων πραγμάτων και, ακόμη, χωρίς να γνωρίζει την επαγωγή της κληρονομίας και των αντικειμένων αυτής, θεωρείται (κατά πλάσμα δικαίου) ως νομέας αυτών, διαδεχόμενος ολόκληρη την έννομη σχέση της νομής και τα εξ αυτής δικαιώματα και με την προϋπόθεση βέβαια ότι ο κληρονομούμενος είχε τη νομή κατά το χρόνο του θανάτου του, συνεπώς, μπορεί να ασκήσει και τις αγωγές περί νομής (984 ΑΚ). Για να αποκτήσει ο κληρονόμος φυσική εξουσία επί κληρονομιαίου πράγματος πρέπει να καταλάβει το πράγμα σωματικά, ώστε η έννοια της ανωτέρω διάταξης (άρθρου 983 ΑΚ) είναι ότι στον κληρονόμο μεταβιβάζεται το δικαίωμα της νομής, δυνάμει του οποίου μπορεί πλέον αυτός να επιληφθεί του πράγματος και να ιδρύσει νέα φυσική εξουσία, ήτοι δική του νομή (ΑΠ 1526/2006). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 980, 984 εδ α, 989 και 991 ιδίου Κώδικα προκύπτει, εκτός άλλων, ότι η προσβολή της νομής με διατάραξη, που τέτοια συνιστά κάθε θετική πράξη η παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του, (χωρίς ο τελευταίος να αποβάλλεται, αλλά διατηρεί τη νομή), αν είναι παράνομη και γίνεται χωρίς τη θέληση του νομέα, παρέχει στον τελευταίο αγωγή για παύση της διατάραξης και την παράλειψη της στο μέλλον, ενώ μπορεί να σωρευθεί και η αγωγή αναγνωριστική της νομής (ΑΠ 191/2023, ΑΠ 811/2020, ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 585/2016). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 984 εδ. α' και 989 εδ. α' του ΑΚ προκύπτει ότι στοιχεία της αγωγής περί διατάραξης της νομής είναι η νομή του ενάγοντος πάνω στο πράγμα κατά το χρόνο της διατάραξης και της άσκησης της αγωγής και η προσβολή αυτής από τον εναγόμενο με διατάραξη που έγινε παράνομα και χωρίς τη θέληση του νομέα ενάγοντος. Διατάραξη της νομής συνιστά κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Η διατάραξη, που υπάρχει όταν ο νομέας δεν αποβάλλεται από το πράγμα, αφού ο τελευταίος δεν στερείται πλήρως της φυσικής εξουσίας, αλλά παρακωλύεται σε κάποιες από τις εκδηλώσεις της, εκδηλώνεται είτε θετικά, με πράξη του προσβολέα στο πράγμα ή με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, είτε αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως λ.χ. όταν ο τελευταίος παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο, συνεπαγόμενο διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Η συνδρομή της διατάραξης της νομής κρίνεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα αμέσως πιο πάνω στοιχεία, ενώ ο χρόνος, ο τρόπος και η αιτία απόκτησης της νομής δεν αποτελούν στοιχεία της σχετικής αγωγής. Είναι, δηλαδή, αδιάφορο επί πόσο χρόνο πριν από τη διατάραξη νεμόταν ο ενάγων το πράγμα, όπως, επίσης και με ποιο τρόπο αποκτήθηκε η νομή (εφόσον η νομή δεν είναι επιλήψιμη έναντι του εναγομένου) και από ποια αιτία, ενώ δεν είναι αναγκαία η ειδικότερη μνεία στην εν λόγω αγωγή του στοιχείου της διάνοιας κυρίου, αφού με τη λέξη "νομή" προσδιορίζεται έννοια εξουσίασης, περιλαμβάνουσα ως αδιάσπαστη ενότητα και τη με διάνοια κυρίου άσκηση αυτής, ούτε, τέλος, είναι αναγκαία η αιτιολογία και του τρόπου κτήσης της κυριότητας των απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος (ΑΠ 793/2021, ΑΠ 703/2021, ΑΠ 540/2021). [2] Με τη διάταξη του άρθρου 1018 ΑΚ θεσπίζεται νόμιμος περιορισμός της κυριότητας που διαρκεί ως την εκτέλεση του έργου για την είσοδο και κυκλοφορία του εργαζομένου προσωπικού στο γειτονικό ακίνητο ή την παροδική τοποθέτηση σ' αυτό εγκαταστάσεων ή οικοδομικού υλικού, όταν οι πράξεις αυτές είναι αναγκαίες για την επισκευή ή ανακαίνιση κτιρίου. [3] Με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1α του ΚΠολΔ ορίζεται, ότι αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021). [4] Κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα σε σχέση με τα οποία η έλλειψη ή η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της καταλυτικής αυτής ένστασης, και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 9/2016, ΑΠ 672/2022, ΑΠ 890/2021). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 428/2023, ΑΠ 1226/2022, ΑΠ 34/2021).
ΙΙΙ. [1] Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Αναφορικά με την 1η συνεκδικαζόμενη αγωγή (από 17-11-2014), αποδείχθηκε ότι η 1η εφεσίβλητη/ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη είναι κυρία, κατά ποσοστό 100%, ενός ακινήτου, εκτάσεως 1.242,40 τ.μ, που κείται στη θέση "..." του οικισμού ... του δημοτικού διαμερίσματος ... του τέως Δήμου ..., νυν Δήμου ..., του Νομού ..., όπως αυτό εμφαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Α, στο από μηνός Ιουνίου του έτους 2008 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού, Ο. Π., μετά των εντός αυτού εδαφικού τμήματος κτισμάτων και δη, κατά σειρά από τα ανατολικά προς τα δυτικά, πλησίον του βορινού ορίου του ως άνω ένδικου ακινήτου, μίας πέτρινης παλαιάς ισόγειας οικίας, εμβαδού 75,13 τ.μ, μίας ισόγειας οικίας, εμβαδού 38,57 τ.μ, μίας αποθήκης, εμβαδού 51,82 τ.μ, και ενός στεγάστρου, εμβαδού 73,30 τ.μ, ενώ πλησίον του νότιου ορίου του ως άνω ένδικου ακινήτου, ενός "φουρναριού", εμβαδού 21,39 τ.μ, και ενός λουτρού, εμβαδού 2,88 τ.μ, και, σε έκταση 431,17 τ.μ, εκτός του ως άνω οικισμού, όπως τα επιμέρους αυτά εδαφικά τμήματα εμφαίνονται με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Η-Α και Δ-Ε-Ζ-Η-Γ-Δ, αντιστοίχως, στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό, και συνορεύει ανατολικά με δημοτική οδό δυτικά με το επίδικο ακίνητο της 2ης αγωγής του 2ου εφεσίβλητου/ενάγοντος και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου, βόρεια με την ένδικη ιδιοκτησία της 1ης εκκαλούσας και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, όπως κατωτέρω περιγράφεται αναλυτικά, και νότια με ιδιοκτησίες Α. Π. του Κ. και Γ. Π. του Κ., το οποίο περιήλθε σ' αυτήν, κατά το ανωτέρω εμπράγματο δικαίωμά της, με παράγωγο τρόπο δι' αγοραπωλησίας από τους άμεσους δικαιοπαρόχους της, Ι. Π. του Κ., Γ. Π. του Κ., Α. Π. του Κ. και Γ. Π. του Κ., δυνάμει του υπ' αριθμ. 6.093/05-03-2009 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου ..., Μ. Μ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., σε τόμο 645 και αριθμό 21. Οι δε άμεσοι αμέσως ανωτέρω δικαιοπάροχοί της, είχαν αποκτήσει το ως άνω ένδικο ακίνητό κατά κυριότητα, σε μερίδα 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών, με παράγωγο τρόπο εκ κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής, αφενός του πατέρα τους, Κ. Π. του Κ., αφετέρου της μητέρας τους, Ν. χήρας Κ. Π., τις κληρονομιές των οποίων απεδέχθησαν έκαστος εξ αυτών, δυνάμει της υπ' αριθμ, 23.353/1988 "εννοείται 1998" συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου ..., Γ. Τ., νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., σε τόμο 435 και αριθμώ 11, και της υπ' αριθμ. 6092/2009 συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου ..., Μ. Μ., νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., σε τόμο 645 και αριθμό 20. Περαιτέρω, ο απώτερος δικαιοπάροχός της, Κ. Π. του Κ., είχε αποκτήσει το ως άνω ένδικο ακίνητο, σε μείζονα έκταση, από κληρονομιά του πατρός του, Κ. Π. σε χρόνο μείζονα της πεντηκονταετίας, ασκώντας, με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως, επ' αυτού κάθε διακατοχική πράξη, που προσιδιάζει στη φύση και στον προορισμό του, καθιστάμενος κατ' αυτόν τον τρόπο, κύριος αυτού, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Η 1η εκκαλούσα/εναγομένη, ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, τυγχάνει κυρία, σε ποσοστό 100%, ενός όμορου της 1ης εφεσίβλητης/ενάγουσας ακινήτου προς βορρά ακινήτου, εκτάσεως 3.534,30 τ.μ., που κείται στην τοπική κοινότητα ... του δημοτικού διαμερίσματος ... του τέως Δήμου ..., νυν Δήμου ..., του Νομού ..., και ειδικότερα, σε έκταση 913,41 τ.μ, εντός του οικισμού ... ..., μετά των εντός αυτού κτισμάτων και δη μίας ισογείου οικίας, εμβαδού 147,50 τ.μ, και μίας αποθήκης, εμβαδού 49,50. τ.μ, και, σε έκταση 2.620,89 τ.μ., εκτός του ως άνω οικισμού, όπως τα επιμέρους αυτά εδαφικά τμήματα εμφαίνονται με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Β'-Ζ'-Η-Θ-Α και Β-Γ'Γ-Δ-Ε-Ζ-Ζ'-Β', αντιστοίχως, στο από μηνός Οκτωβρίου του έτους 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του εργολήπτη δημοσίων και ιδιωτικών έργων, Δ. Κ., και συνορεύει ανατολικά με δημοτική οδό (την ίδια δημοτική οδό, όπως ακριβώς και το ένδικο ακίνητο, της 1ης εφεσίβλητης), δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ., βόρεια με ιδιοκτησία της ιδίας και νότια εν μέρει με το ως άνω ένδικο ακίνητο της 1ης εφεσίβλητης και εν μέρει με το επίδικο της 2ης αγωγής, του 2ου εφεσίβλητου, το οποίο περιήλθε σ' αυτήν, κατά το ανωτέρω εμπράγματο δικαίωμά της, με παράγωγο τρόπο δι' αγοραπωλησίας από τον άμεσο δικαιοπάροχό της, Γ. Π. του Λ., δυνάμει του υπ' αριθμ, 3.891/02-12-2004 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου ..., Μ. Μ. του Ι., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., σε τόμο 608 και αριθμό 23. Το αμέσως ανωτέρω ένδικο ακίνητο της 1ης εφεσίβλητης [εννοείται της 1ης εκκαλούσας] προέκυψε από τη συνένωση περισσότερων του ενός μερικότερων ακινήτων, τα οποία απέκτησε ο άμεσος δικαιοπάροχός της, με παράγωγο τρόπο, ήτοι ενός μερικότερου ακινήτου, εκτάσεως δύο (2) γαλλικών στρεμμάτων, το οποίο συνόρευε, κατά τον τίτλο κτήσης του, ανατολικά με "αγρόν Γ. Λ. Π. (αγοραστού)", βόρεια με "αγρόν Α. Μ.", δυτικά με "αγρούς Τ. και Χ. υιών Β. Σ.." και νότια "με αγρούς Κ. Π.υ και Α. Λ.), σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 15163/27-12-1968 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου ..., Ε. Ι. Π., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., σε τόμο 191 και αριθμό 79, και ενός μερικότερου ακινήτου, εκτάσεως 600,00 τετραγωνικών πήχεων, το οποίο συνόρευε, κατά τον τίτλο κτήσης του, ανατολικά με "δρόμον" οδό, δυτικά με " . . . αγρόν Δ. Κ.", ήτοι το αμέσως ανωτέρω επιμέρους ακίνητο, εκτάσεως δύο (2) γαλλικών στρεμμάτων, "αρκτικώς" (βόρεια) με "οικόπεδον Ν. Μ." και "μεσημβρινώς" (νότια) με "με οικόπεδον Γ. Π., απέχον της αρκτικής πλευράς της οικίας του τριάκοντα πέντε (35) πόντους", ήτοι 35,00 εκατοστά του μέτρου από την εκεί κείμενη οικία του άμεσου δικαιοπαρόχου του ως άνω ένδικου ακινήτου της 1ης εφεσίβλητης, Γ. Π. του Κ., όπως συνάγεται από τον συνδυασμό πάντων των ανωτέρω συμβολαιογραφικών τίτλων κτήσης των ως άνω ένδικων ακινήτων των διαδίκων, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 10.467/1010-1940 συμβόλαιο ανταλλαγής του Συμβολαιογράφου ..., Β. Χ. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., σε τόμο 37 και αριθμό 259. Η επίδικη εδαφική λωρίδα της υπό στοιχείο Α αγωγής, που κείται μεταξύ των όμορων ως άνω ένδικων ιδιοκτησιών των διαδίκων, έχει σχήμα παραλληλόγραμμου, εμβαδού 39,60 τ.μ., συνορεύουσα βόρεια, σε πλευρά 79,20 μέτρων, με την ως άνω ένδικη ιδιοκτησία της 1ης εκκαλούσας, νότια, στο ίδιο μήκος πλευράς, με υπόλοιπη ένδικη ιδιοκτησία 1ης εφεσίβλητης, ανατολικά, σε πλευρά 50,00 εκατοστά του μέτρου, με δημοτικό δρόμο, και δυτικά, στο ίδιο μήκος πλευράς, με υπόλοιπη ένδικη ιδιοκτησία της εκκαλούσας, και ανήκει κατά κυριότητα, σε ποσοστό 100%, στην 1η εφεσίβλητη, ως επιμέρους εδαφικό τμήμα της / ως άνω ένδικης ιδιοκτησίας της. Ειδικότερα, το επιμέρους τμήμα της εν λόγω επίδικης εδαφικής λωρίδας, άρχεται, κατά πλάτος, από τον τοίχο των εν λόγω κτισμάτων (μίας πέτρινης παλαιάς ισόγειας οικίας, εμβαδού 75,13 τ.μ., μίας ισόγειας οικίας, εμβαδού 38,57 τ.μ., μίας αποθήκης, εμβαδού 51,82 τ.μ., και ενός στεγάστρου, εμβαδού 73,30 τ.μ., όπως ανωτέρω διαλαμβάνεται) και εκτείνεται προς βορράν, ήτοι προς τα όρια του ένδικου ακινήτου της εκκαλούσας, απέκτησε η 1η εφεσίβλητη με παράγωγο τρόπο δι' αγοραπωλησίας, στο πλαίσιο κτήσης του μείζονος ως άνω ένδικου ακινήτου της, ήτοι δυνάμει του υπ' αριθμ. 6.093/05-03-2009 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου ..., Μ. Μ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., καθόσον αποδεικνύεται από το συμβόλαιο κτήσης του δικαιοπαρόχου της ίδιας της εκκαλούσας, υπ' αριθμ. 10.467/10-10-1940 συμβολαίου ανταλλαγής του Συμβολαιογράφου ..., Β. Χ. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., σε τόμο 37 και αριθμό 259, με το οποίο μεταγενέστερα η τελευταία απέκτησε το ως άνω ένδικο ακίνητό της, δεδομένου ότι ανέκαθεν τα όρια των δύο ως άνω περιγραφόμενων ένδικων ακινήτων των διαδίκων ήταν 35,00 εκατοστά του μέτρου από την αρκτική (βόρεια) πλευρά της εκεί κείμενης οικίας του δικαιοπαρόχου της εφεσίβλητης, όπως άλλωστε προκύπτει από τη μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2015 τεχνική έκθεση της διπλωματούχου μηχανικού, Ο. Π., που προσκομίζει η εφεσίβλητη, σύμφωνα με την οποία η πέτρινη παλαιά ισόγεια οικία, εμβαδού 75,13 τ.μ., πρώτο προς ανατολάς και προς τον ανατολάς κείμενον δημοτικό δρόμο κτίσμα του ως άνω ένδικου ακινήτου της εφεσίβλητης κείτο στην ίδια θέση από τις "αρχές του εικοστού αιώνα", ήτοι ταυτίζεται με την οικία που αναφέρεται στο υπ' αριθμ. 10.467/10-10-1940 συμβολαίου ανταλλαγής του Συμβολαιογράφου ..., Β. Χ. Κ., ως σημείο εξάρτησης της μέτρησης του ορίου των 35,00 εκατοστών του μέτρου, ενώ τα υπόλοιπα, κατά σειρά από ανατολικά προς δυτικά κτίσματα, ήτοι μία ισόγεια οικία, εμβαδού 38,57 τ.μ., μία αποθήκη, εμβαδού 51,82 τ.μ, και ένα στέγαστρο, εμβαδού 73,30 τ.μ., ακολουθούν ακριβώς την οριογραμμή του βόρειου τοίχου της αμέσως ανωτέρω πέτρινης παλαιάς ισόγειας οικίας. Τα υπόλοιπα, δε, 15,00 εκατοστά - του μέτρου της επίδικης εδαφικής λωρίδας, ήτοι αυτά που κείνται ακριβώς μετά τα 35,00 εκατοστά του μέτρου αυτής, απέκτησε η εφεσίβλητη και αυτά με παράγωγο τρόπο δι' αγοραπωλησίας, στο πλαίσιο κτήσης του μείζονος ως άνω ένδικου ακινήτου της, ήτοι δυνάμει του υπ' αριθμ. 6.093/05-03-2009 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου ..., Μ. Μ., καθόσον τόσο ο απώτερος δικαιοπάροχός της, όσο και οι άμεσοι δικαιοπάροχοί της είχαν αποκτήσει αυτά, με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας επ' αυτών τις προσήκουσες και εμφανείς πράξεις νομής, για χρόνο μείζονα της πεντηκονταετίας, ήδη συμπληρωμένου κατά τον χρόνο μεταβίβασης του ως άνω ένδικου ακινήτου της εφεσίβλητης, ήτοι εισέρχονταν σε ολόκληρη την επίδικη εδαφική λωρίδα των 50,00 εκατοστών του μέτρου, προκειμένου να ασπρίζουν τους βόρειους τοίχους των ως άνω κτισμάτων και να τους σοφατίζουν, αφού ήταν η μοναδική δίοδος, για να προσεγγίζουν τους τοίχους αυτούς, και να πράττουν τις ως άνω εμφανείς πράξεις νομής, ενώ ήταν και ο χώρος στον οποίο αποστραγγίζονταν και αποστραγγίζονται μέχρι και σήμερα τα όμβρια ύδατα της στέγης των εν λόγω κτισμάτων, φερόμενα από τα κεραμίδια αυτής (στέγης), τα οποία εξέχουν ακριβώς σε 50,00 εκατοστά του μέτρου κατακόρυφα της επίδικης εδαφικής λωρίδας. Αποδεικνυομένης επομένως της κυριότητας της εφεσίβλητης επί της εδαφικής λωρίδας, ορθά απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η ένσταση ιδίας κυριότητας της εκκαλούσης ως αβάσιμης κατ' ουσία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η 1η εκκαλούσα, τον μήνα Αύγουστο του έτους 2014, προέβη αφενός σε περίφραξη της ως άνω ένδικης ιδιοκτησίας της, από την πλευρά του ένδικου δημοτικού δρόμου, τοποθετώντας σιδερένιο πορτόνι, που εκκινεί από τη νοητή προέκταση προς ανατολάς του βορεινού τοίχου των ισογείων οικιών της 1ης εφεσίβλητης, που κείνται εντός του ένδικου ακινήτου της τελευταίας, αφετέρου κατασκεύασε αποθήκη προς το δυτικό μέρος της παραπάνω νοητής προέκτασης του βορεινού τοίχου των οικιών της τελευταίας και εν επαφή μ' αυτή, με αποτέλεσμα να αμφισβητήσει εμπράκτως την κυριότητά της επί της επίδικης εδαφικής, λωρίδας του ένδικου ως άνω ακινήτου της, πλάτους 50,00 εκατοστών του μέτρου και μήκους 79,20 μέτρων, καταλαμβάνοντας αυτή και προσβάλλοντας έτσι την κυριότητά της τελευταίας επ' αυτής, αποβάλλοντας της απ' αυτήν, με αποτέλεσμα να την ενσωματώσει στην όμορη ιδιοκτησία της. Ευθύς η εφεσίβλητη, προκειμένου να προστατέψει την ιδιοκτησία της άσκησε την πρώτη εκ των συνεκδικαζόμενων αγωγών, απορριπτομένης εκ της ως άνω ενέργειάς της της ένστασης κατάχρησης δικαιώματος που πρωτόδικα προέβαλε η εκκαλούσα ως αβάσιμης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθά, διότι δεν αποδείχθηκε αδράνεια από την πλευρά της εφεσίβλητης προς υπεράσπισης των δικαιωμάτων της.... Β. Ως προς την δεύτερη συνεκδικαζόμενη αγωγή που άσκησε ο 2ος εφεσίβλητος, και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος σε βάρος των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, αποδείχθηκε ότι η νομή του επιδίκου ακινήτου, εκτάσεως 890,00 τ.μ., που κείται εντός της κτηματικής περιφέρειας της τοπικής κοινότητας ... ... και συνορεύει ανατολικά με την ένδικη ως άνω ιδιοκτησία της 1ης εφεσίβλητης, δυτικά με ιδιοκτησία αδελφών Σ., βόρεια με την ως άνω ένδικη ιδιοκτησία της 1ης εκκαλούσης και νότια με ιδιοκτησία των Γ. Π. του Κ. και Α. Π. του Κ., ανήκει στον ίδιο, σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, ήτοι ο 2ος εφεσίβλητος είναι συννομέας αυτού, σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου. Ειδικότερα, ο άμεσος δικαιοπάροχός του, Κ. Π. του Κ., είχε αποκτήσει το αμέσως ανωτέρω επίδικο ακίνητο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας επ' αυτού κάθε προσήκουσα και εμφανή πράξη νομής, για χρόνο μείζονα της πεντηκονταετίας, ήδη συμπληρωμένου κατά τον χρόνο μεταβίβασης του ως άνω επίδικου ακινήτου, όπως αφήνοντας εντός αυτού τα εκτρεφόμενα πτηνά (κότες) του, καθαρίζοντας αυτό από αυτοφυή φυτά και εποπτεύοντας αυτό. Μετά τον θάνατο του αμέσως ανωτέρω άμεσου δικαιοπαρόχου του 2ου εφεσίβλητου, την 9η Οκτωβρίου Ι997, η νομή του αμέσως ανωτέρω επιδίκου ακινήτου περιήλθε εκ του νόμου στους νόμιμους κληρονόμους του, ήτοι τη σύζυγό του, Ν. χήρα εν ζωή Κ. Π.υ, και τα τέσσερα (4) τέκνα του, τον Ι. Π. του Κ. (2° εφεσίβλητο), τον Γ. Π. του Κ., τον Α. Π. του Κ. και την Γ. Π. του Κ., οι οποίοι έκτοτε κατέστησαν συννομείς επ' αυτού. Κατόπιν, δε, και του θανάτου της Ν. χήρας εν ζωή Κ. Π.υ, την 03-06-1999 τα αμέσως ανωτέρω αδέλφια, ήτοι ο 2ος εφεσίβλητος, ο Γ. Π. του Κ., ο Α. Π. του Κ. και η Γ. Π. του Κ., κατέστησαν αποκλειστικοί συννομείς αυτού, σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών. Έκτοτε ο εφεσίβλητος συνέχισε να ασκεί την ίδια νομή επ' αυτού, όπως και ο άμεσος δικαιοπάροχός του, κατά το ποσοστό της συννομής του, κυρίως καθαρίζοντάς αυτό από άγρια και αυτοφυή φυτά, καθόσον στο μεγαλύτερο μέρος του είναι ελώδες και απρόσφορο προς καλλιέργεια, αλλά και αφήνοντας τα εκτρεφόμενα πτηνά (κότες) του εντός αυτού. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι το ως άνω ακίνητο είχε αποκτήσει ο άμεσος δικαιοπάροχος της 1ης εκκαλούσης με παράγωγο, δι' αγοραπωλησίας, τρόπο, δυνάμει του υπ' αριθμ. 15163/27-12-1968 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου ..., Ε. Ι.. Π., καθόσον σ' αυτόν είχε μεταβιβασθεί η κυριότητα επί ενός αγροτεμαχίου ξερικού, εκτάσεως δύο (2) γαλλικών στρεμμάτων, που κείται στη θέση "..." της τοπικής κοινότητας ... του νυν Δήμου ... και συνορεύει "ανατολικώς με αγρόν Γ. Λ. Π.", ήτοι το μερικότερο ακίνητο, εκτάσεως 600,00 τετραγωνικών πήχεων, το οποίο συνόρευε, με τη σειρά του, κατά τον τίτλο κτήσης του, ανατολικά με "δρόμον" οδό και αποτελεί μέρος της ιδιοκτησίας της 1ης εκκαλούσης (βλ. ανωτέρω την περιγραφή του ένδικου ακινήτου της), βόρεια με αγροτεμάχιο Α. Μ.,- δυτικά με αγροτεμάχια Τ. και Χ. υιών Β. Σ.. και "νότια με αγρούς Κ. Π.υ και Α. Λ.), ήτοι δεν πρόκειται για το επίδικο ακίνητο που συνορεύει ανατολικά με την ένδικη ιδιοκτησία της Α. Π. ή των δικαιοπαρόχων της και νότια με ιδιοκτησία Γ. και Α. Π., δηλαδή δεν συνορεύει προς ανατολάς με την ένδικη ιδιοκτησία της Α. Π. και εν συνεχεία αυτού, αλλά πρόκειται για εντελώς διαφορετικό ακίνητο από το επίδικο, με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα στον άμεσο δικαιοπάροχο της 1ης των εκκαλούντων, δυνάμει του υπ' αριθμ.. 15163/27-12-1968 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου ..., Ε. Ι.. Π., και ακολούθως ουδέποτε μεταβιβάσθηκε σε αυτήν, δυνάμει του υπ' αριθμ. 3.891/02-12-2004 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου ..., Μ. Μ.. Πάρα ταύτα, οι εκκαλούντες περί τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2014, εισήλθαν στο επίδικο αγροτεμάχιο από την όμορη προς τούτο ιδιοκτησία της 1ης εξ αυτών και προέβησαν σε αποκοπή των χόρτων, σε έκταση 350,00 έως 400,00 τ.μ. αυτού, χωρίς τη θέληση του 2ου εφεσίβλητου, διαταράσσοντας και προσβάλλοντας, με τον τρόπο αυτόν, τη συννομή του επ' αυτού. Τα αυτά επομένως έκρινε και η πρωτόδικη απόφαση, η οποία ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτομένου του περί αντιθέτου σχετικού λόγου έφεσης ως αβάσιμου κατ' ουσίαν. Γ. Αναφορικά τέλος με την υπό στοιχείο [Γ] αγωγή, αποδείχθηκε ότι αφενός τα όμορα ακίνητα των διαδίκων δεν συνορεύουν σε επαφή μεταξύ τους, αλλά σε απόσταση 50,00 εκατοστών του μέτρου, όπως ειδικότερα περιγράφονται τα όμορα ακίνητα ανωτέρω υπό στοιχείο Α, αφετέρου ότι τα όμβρια καταλήγουν σε ιδιοκτησία της 1ης εφεσίβλητης. Στην ίδια ως άνω κρίση κατέληξε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, απορρίφθηκε η έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της πρώτης αναιρεσείουσας και η αγωγή του δεύτερου αναιρεσίβλητου κατά των αναιρεσειόντων και απορρίφθηκε η αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας. Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, έκρινε : 1) Ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα, που κείται μεταξύ των όμορων ιδιοκτησιών της πρώτης αναιρεσείουσας και πρώτης αναιρεσίβλητης έχει σχήμα παραλληλόγραμμου, εμβαδό 39,60 τ.μ., συνορεύει βόρεια, σε πλευρά 79,20 μέτρων, με την ιδιοκτησία της πρώτης αναιρεσείουσας - εναγόμενης, νότια, στο ίδιο μήκος πλευράς, με υπόλοιπη ιδιοκτησία πρώτης αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, ανατολικά, σε πλευρά 0,50 εκατοστά του μέτρου, με δημοτικό δρόμο, και δυτικά, στο ίδιο μήκος πλευράς, με υπόλοιπη ιδιοκτησία της πρώτης αναιρεσείουσας - εναγόμενης, άρχεται, κατά πλάτος, από τον τοίχο των παραπάνω κτισμάτων (μίας πέτρινης παλαιάς ισόγειας οικίας, εμβαδού 75,13 τ.μ., μίας ισόγειας οικίας, εμβαδού 38,57 τ.μ., μίας αποθήκης, εμβαδού 51,82 τ.μ., και ενός στεγάστρου, εμβαδού 73,30 τ.μ., και εκτείνεται προς βορράν, ήτοι προς τα όρια της ιδιοκτησίας της πρώτης αναιρεσείουσας, ανήκει κατά κυριότητα, σε ποσοστό 100%, στην πρώτη αναιρεσίβλητη - ενάγουσα, ως επιμέρους εδαφικό τμήμα της ιδιοκτησίας της, και περιήλθε στην κυριότητά της, με παράγωγο τρόπο, και δη με το με αριθμ. 6.093/05-03-2009 συμβόλαιο της συμβ/φου ..., Μ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τους αληθείς κυρίους Ι. Π. του Κ., Γ. Π. του Κ., Α. Π. του Κ. και Γ. Π. του Κ., στους οποίους είχε περιέλθει, με παράγωγο τρόπο, κατά 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, με τις με αριθμ. 23.353/1988 και 6092/2009 συμβ/φικές πράξεις αποδοχής κληρονομίας, συνταγείσες από τον συμβ/φο ... και ..., Γ. Τ. και Μ. Μ., που μεταγράφηκαν νόμιμα, αντίστοιχα, των κληρονομούμενων Κ. Π.υ του Ι. (πατέρα τους) και Ν. χήρας Κ. Π. (μητέρα τους), αντίστοιχα, με άσκηση εμφανών πράξεων νομής διανοία κυρίου επί της επίδικης εδαφολωρίδας (0,35 εκ. και λοιπών 0,15 εκατοστών του μέτρου προς την ιδιοκτησία της πρώτης αναιρεσείουσας), τόσο από τον απώτερο δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Κ. Π. του Κ. όσο και από τους άμεσους δικαιοπάροχους αυτής, οι οποίοι είχαν αποκτήσει κυριότητα, επί της επίδικης λωρίδας, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας μέχρι τη μεταβίβασή του (το έτος 2009) στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ασκώντας για χρόνο μείζονα της πεντηκονταετίας, πριν από το έτος 2009, τις προσιδιάζουσες στη φύση και το χαρακτήρα της επίδικης λωρίδας εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου, [είσοδο των προαναφερθέντων σε ολόκληρη την επίδικη εδαφική λωρίδα, προκειμένου να συντηρούν τους βόρειους τοίχους (με άσπρισμα και σοβάτισμα των βόρειων τοίχων), προβολή των κεραμιδιών στέγης σε 0,50 εκ. του μέτρου, κατακόρυφα της επίδικης εδαφικής λωρίδας, μέσα στην οποία αποστραγγίζονταν και αποστραγγίζονται μέχρι και σήμερα τα όμβρια ύδατα της στέγης των εν λόγω κτισμάτων, και υπήρχε δυνατότητα των προαναφερθέντων δικαιοπαρόχων της πρώτης αναιρεσίβλητης διαχρονικά να επενεργούν και επενεργούσαν με πράξεις νομής διανοία κυρίου επί της εδαφικής λωρίδας. 2) Ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν εμπίπτει στον παράγωγο τίτλο κυριότητας της ιδιοκτησίας της πρώτης αναιρεσείουσας, λόγω αγοράς από τον Γ. Π. του Λ. (3.891/02-12-2004 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβ/φου ..., Μ. Μ. του Ι., που μεταγράφηκε νόμιμα), και τους τίτλους του τελευταίου (10.467/10-10-1940 συμβόλαιο ανταλλαγής του συμβ/φου ... Β. Χ. Κ., και 15163/27-12-1968 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβ/φου ..., Ε. Ι. Π., που μεταγράφηκαν νόμιμα), ούτε στον φερόμενο απ' αυτήν πρωτότυπο τίτλο κυριότητας έκτακτης χρησικτησίας, διότι επί αυτής ασκούσαν πράξεις νομής διανοία κυρίου οι άμεσοι δικαιοπάροχοι και απώτερος δικαιοπάροχος της πρώτης αναιρεσίβλητης. 3) Ότι η πρώτη αναιρεσείουσα Ε. Σ., τον Αύγουστο 2014, αμφισβήτησε την κυριότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης Α. Π. στην επίδικη εδαφική λωρίδα και απέβαλε αυτήν από τη λωρίδα, ενσωματώνοντας αυτήν στην ιδιοκτησία της, με την κατασκευή: α) περίφραξης με πορτόνι και β) μέρους της αποθήκης της σε τμήμα της επίδικης εδαφικής λωρίδας. 4) Ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν άσκησε καταχρηστικά την άσκηση της ένδικης αγωγής, διότι άσκησε αυτήν ευθύς αμέσως από την ανωτέρω αμφισβήτηση και αποβολή της από την κυριότητα της στην επίδικη εδαφολωρίδα. 5) Ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος - ενάγων, Ι. Π. του Κ., τόσο πριν τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2014 όσο και κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής ήταν (συν)νομέας, κατά ποσοστό 25%, του επίδικου ακινήτου, έκτασης 890,00 τ.μ., που κείται εντός της κτηματικής περιφέρειας της τοπικής κοινότητας ... ... και συνορεύει ανατολικά με την ιδιοκτησία της Α. Π., δυτικά με ιδιοκτησία αδελφών Σ., βόρεια με την ένδικη ιδιοκτησία της πρώτης αναιρεσείουσας και νότια με ιδιοκτησία των Γ. Π. του Κ. και Α. Π. του Κ., και περιήλθε σ' αυτόν η (συν)νομή λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομίας: α) μετά τον επισυμβάντα στις 09-10-1997 θάνατο του άμεσου δικαιοπάροχό του, Κ. Π. του Κ., πατέρα του, ο οποίος κατέλειπε τη σύζυγό του και τα τέσσερα τέκνα του, ασκούσε δε επ' αυτού, μέχρι το θάνατό του, πράξεις νομής κατά ποσοστό 100%, για χρόνο περισσότερο της πεντηκονταετίας, αφήνοντας μέσα σ' αυτό τα εκτρεφόμενα πτηνά (κότες) του, καθαρίζοντας αυτό από αυτοφυή φυτά και εποπτεύοντας αυτό, και β) μετά τον επισυμβάντα, στις 03-06-1999, θάνατο της Ν. χήρας Κ. Π., συννομέα - κληρονόμου, κατά ποσοστό 1/4 του συζύγου της Κ. Π.υ, ασκώντας μετά το θάνατο αμφοτέρων, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος πράξεις (συν)νομής, αφήνοντας μέσα σ' αυτό τα εκτρεφόμενα πτηνά (κότες) του, και καθάριζε αυτό από τα αυτοφυή φυτά. 7) Ότι, περί τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2014, οι αναιρεσείοντες - εναγόμενοι, τρίτοι ως προς τη νομή του επίδικου, εισήλθαν στο επίδικο αγροτεμάχιο από την όμορη προς τούτο ιδιοκτησία της πρώτης αναιρεσείουσας και προέβησαν σε αποκοπή των χόρτων, σε έκταση 350,00 έως 400,00 τ.μ. αυτού, χωρίς τη θέληση του δεύτερου αναιρεσίβλητου - ενάγοντος, διαταράσσοντας και προσβάλλοντας, με τον τρόπο αυτόν, τη (συν)νομή του, κατά 25%, επί του επίδικου ακινήτου και 8) Ότι τα όμβρια καταλήγουν στην ιδιοκτησία της πρώτης αναιρεσίβλητης. [2] Με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο α) ως προς το ουσιώδες ζήτημα κτήσης κυριότητας επί της εδαφικής λωρίδας από την πρώτη αναιρεσίβλητη - ενάγουσα δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1192, 1710 επ. 1045, 974 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και τις διατάξεις του άρθρου 1018 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, διότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, και, ειδικότερα, τα δεκτά γενόμενα, ότι η επίδικη λωρίδα εμπίπτει ως τμήμα του μείζονος ακινήτου που απέκτησε η πρώτη αναιρεσίβλητη, με τον προαναφερθέντα παράγωγο τρόπο, λόγω αγοράς, από τους αληθείς κυρίους αυτού, προαναφερθέντες άμεσους και απώτερους δικαιοπαρόχους αυτής, από τους οποίους οι άμεσοι απέκτησαν αυτήν με παράγωγο τρόπο, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Κ. Π.υ του Ι. (πατέρα τους) και Ν. χήρας Κ. Π. (μητέρα τους), και τόσο οι άμεσοι δικαιοπάροχοι όσο και ο απώτερος δικαιοπάροχος, Κ. Π. του Κ., με πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, με άσκηση εμφανών πράξεων νομής διανοία κυρίου επί της επίδικης εδαφολωρίδας (0,35 εκ. και λοιπών 0,15 εκατοστών του μέτρου προς την ιδιοκτησία της πρώτης αναιρεσείουσας), συμπληρωθείσα πριν το έτος 2009, πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 1033, 1192, 1710 επ. 1045, 974 ΑΚ και δεν πληρούν αυτές του 1018 ΑΚ και β) ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσης κυριότητας επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας από την πρώτη αναιρεσείουσα, με παράγωγο τρόπο ή/και με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1192, 1045, 974 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, διότι τα δεκτά γενόμενα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Παράλληλα, με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των αυτών παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα. Επομένως, ο από τους αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτού, με τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η πρώτη αναιρεσείουσα, με τον αυτό παραπάνω λόγο αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη: 1) ότι η είσοδος των δικαιοπαρόχων της πρώτης αναιρεσίβλητης στην επίδικη λωρίδα: αποτελούσε χρήση αυτής την οποία, λόγω συγγενικής σχέσης, επέτρεπε ο δικαιοπάροχος της πρώτης αναιρεσείουσας, Γ. Π. του Λ., στον απώτερο δικαιοπάροχο της πρώτης αναιρεσίβλητης, Κ. Π. του Κ., και στη συνέχεια στον σύζυγο της πρώτης αναιρεσίβλητης και τα αδέλφια αυτού, λόγω της συγγενικής σχέσης τους, άλλως διότι η πρώτη αναιρεσείουσα επέτρεπε κάθε φορά την είσοδο στην επίδικη λωρίδα για εργασίες, ως υποχρέωση ανοχής επισκευών, επιβαλλόμενη, χωρίς βλάβη της, από τις διατάξεις του άρθρου 1018 ΑΚ, 2) ότι από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η επίδικη λωρίδα χρησιμοποιείτο από τους δικαιοπαρόχους της πρώτης αναιρεσίβλητης για την αποστράγγιση των ομβρίων υδάτων της στέγης των κτισμάτων του ακινήτου της, δεν προκύπτει βούληση εξουσίασης, αφού τα νερά της στέγης των κτισμάτων της πρώτης αναιρεσίβλητης που δεν συλλέγονται με συλλέκτες που να οδηγούν σε δημοτικό δρόμο ή σε αποχετευτικό δημοτικό δίκτυο, από το ύψος της στέγης, διασκορπίζονται στο 0,50 πλάτος της επίδικης λωρίδας, και 3) ότι η προεξοχή της στέγης από κεραμίδια μέσα στην ιδιοκτησία της πρώτης αναιρεσείουσας δεν εκδηλώνει βούληση νομής διανοία κυρίου από τους δικαιοπαρόχους της πρώτης αναιρεσίβλητης, αλλά ενδεχομένως βούληση οιονεί νομής σχετικής πραγματικής δουλείας σε βάρος του ακινήτου της πρώτης αναιρεσείουσας. Οι παραπάνω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι αποτελούν επιχειρήματα της πρώτης αναιρεσείουσας προς θεμελίωση των αντίθετων προς τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά απόψεων αυτής, και, επιπλέον, υπό την επίφαση των επικαλούμενων αιτιάσεων πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν πλήττεται αναιρετικά. [3] Κατά το άρθρ. 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του με αποτέλεσμα η μεταγενέστερη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 735/2023, ΑΠ 2024/2022). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο 'Αρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 7/2002). Η κατάχρηση δικαιώματος, απαγορευόμενη από την άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, συνιστά παράβαση νόμου και άρα αποτελεί παράνομη πράξη. Έτσι, ο βλαπτόμενος από την κατάχρηση δικαιώματος δύναται να προβάλει ένσταση, αντένσταση κλπ, εφόσον τελεί σε δίκη με τον καταχρηστικώς ασκούντα το δικαίωμα (ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 213/2023). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262, 269 και 560 αρ. 5β του ΚΠολΔ στον τελευταίο αντιστοιχεί το άρθρο 559 αρ. 8β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη θεμελίωση ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως πρέπει να ληφθούν αθροιστικά υπόψη, ως "πράγματα", που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 560 αρ. 5β του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά, που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, και αθροιστικώς λαμβανόμενα υπόψη, θεμελιώνουν την από το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, καθόσον, διαφορετικά, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ και, επομένως, δεν μπορεί να θεμελιώσουν τον από την εν λόγω διάταξη προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο.
Συνεπώς, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ενός ή περισσοτέρων από αυτά, τότε μόνο στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την τελευταία διάταξη λόγο αναίρεσης (ΑΠ 534/2020, ΑΠ 782/2014, ΑΠ 623/2011), όταν αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενα υπόψη μαζί μ' εκείνα που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, θεμελιώνουν τον από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμό (ΑΠ 213/2023, ΑΠ 463/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 5 β του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η πρώτη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε, στην νομίμως επαναφερθείσα με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο έφεσης, προς θεμελίωση της (επικουρικής) ένστασής της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης, και δη: 1) ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της πρώτης αναιρεσείουσας, Δ. Κ. και Λ. Π., χρησιμοποιούσαν ως τμήμα του ακινήτου την επίδικη εδαφική λωρίδα, για την είσοδό τους, καθάριζαν και συντηρούσαν αυτήν μέχρι τον τοίχο της οικίας της πρώτης αναιρεσίβλητης που ανεγέρθηκε πριν το 1935, με τη συναίνεση και ανοχή των απώτερων δικαιοπαρόχων της πρώτης αναιρεσίβλητης, 2) ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας, Γ. Π., από το έτος 1959 και μέχρι τη μεταβίβασή του, το έτος 2004, στην πρώτη αναιρεσίβλητη, χρησιμοποιούσε την επίδικη λωρίδα ως τμήμα του ακινήτου τους και είσοδο στην ιδιοκτησία τους, την οποία είχε ανεγείρει το 1960, με καθαρισμό, φύτευση φυτών και λουλουδιών, εναπόθεση κινητών πραγμάτων και το ανατολικό μέρος διαμόρφωσε με χαλικόστρωση ως μέρος της εισόδου - εξόδου των ιδιωτικών αυτοκινήτων και γεωργικών μηχανημάτων, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από τους δικαιοπαρόχους της πρώτης αναιρεσίβλητης, 3) ότι οι δικαιοπάροχοι της πρώτης αναιρεσίβλητης, το έτος 1998, άφησαν έξω από την περίφραξη και από το σινάζι - στηθαίο της περίφραξης της ιδιοκτησίας τους την επίδικη εδαφολωρίδα περιφράσσοντας το χώρο μεταξύ του στηθαίου και του τοίχου της οικίας του, αποκλείοντας κάθε πρόσβαση από το ακίνητό τους στην επίδικη εδαφική λωρίδα, 3) ότι, το έτος 2000, ο Γ. Π., δικαιοπάροχός της πρώτης αναιρεσείουσας, τσιμεντόστρωσε και την επίδικη λωρίδα και τη χρησιμοποίησε ως μέρος της εισόδου - εξόδου των παραπάνω οχημάτων και γεωργικών μηχανημάτων, και μετά την αγορά του ακινήτου της, από το έτος 2004, η πρώτη αναιρεσείουσα χρησιμοποιεί τη λωρίδα ως παραπάνω είσοδο - έξοδο και συντηρεί αυτήν ως αυλή της, 4) ότι το έτος 2008 η πρώτη αναιρεσείουσα κατασκεύασε στην παραπάνω είσοδο - έξοδο της ιδιοκτησίας της σιδερένιο πορτόνι, που κλειδώνει, για ασφάλεια του ανήλικου τέκνου της στην αυλή της, χωρίς οι δικαιοπάροχοι της πρώτης αναιρεσίβλητης να διαμαρτυρηθούν και αντιδράσουν για τον αποκλεισμό τους από την επίδικη εδαφική λωρίδα, 6) ότι, το έτος 2011, η πρώτη αναιραισείουσα κατασκεύασε την ψησταριά (μπάρμπεγκιου) και όχι αποθήκη, μέρος της οποίας κατέλαβε μέρος της επίδικης εδαφικής λωρίδας, σε πλάτος 0,50 εκ., με τη σύμφωνη γνώμη της πρώτης αναιρεσίβλητης, και 7) ότι η μεταβολή, με την άσκηση της αγωγής, της στάσης της, με την οποία επιχειρεί την ανατροπή της παραπάνω κατάστασης που διαμορφώθηκε, επιφέρει δυσμενείς συνέπειες στα συμφέροντά της (καταστροφή της σιδερένιας πόρτας εισόδου, γκρέμισμα της ψησταριάς, αδυναμία ευχερούς εισόδου - εξόδου και πραγματοποίησης ελιγμών στο ακίνητό της με αγροτικά οχήματα και μηχανήματα), επειδή ο απομένων ακάλυπτος χώρος των 2,50 μ. μετά την αφαίρεση των 0,50 εκ. δεν αρκεί και χωρίς ωφέλεια της πρώτης αναιρεσίβλητης αφού η είσοδός της για εργασίες επισκευών είναι υποχρεωτική από το νόμο για την πρώτη αναιρεσείουσα. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι κατά τα δεκτά, με την προσβαλλόμενη απόφαση, γενόμενα πραγματικά περιστατικά οι με στοιχείο -4- και -5- κατασκευές (περίφραξη με πορτόνι της επίδικης λωρίδας, κατασκευή αποθήκης (και όχι ψησταριάς) σε ορισμένο μήκος της επίδικης λωρίδας στο πλάτος των 0,50 εκ.) έγιναν τον Αύγουστο 2014, και, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ άλλων: ".. Ευθύς η εφεσίβλητη, προκειμένου να προστατέψει την ιδιοκτησία της άσκησε την πρώτη εκ των συνεκδικαζόμενων αγωγών, απορριπτομένης εκ της ως άνω ενέργειάς της της ένστασης κατάχρησης δικαιώματος που πρωτόδικα προέβαλε η εκκαλούσα ως αβάσιμης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθά, διότι δεν αποδείχθηκε αδράνεια από την πλευρά της εφεσίβλητης προς υπεράσπισης των δικαιωμάτων της..." και τα αναφερόμενα στα με στοιχεία -1-, -2-, -3- και -4- πραγματικά περιστατικά απορρίφθηκαν εκ του πράγματος με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι δικαιοπάροχοι της πρώτης αναιρεσίβλητης είχαν τη δυνατότητα διαχρονικά και επενεργούσαν στην επίδικη εδαφική λωρίδα με διάνοια κύριου και η πρώτη αναιρεσίβλητη, άσκησε την ένδικη αγωγή προστασίας της κυριότητάς της, χωρίς αδράνεια, αμέσως μόλις η πρώτη αναιρεσείουσα αμφισβήτησε αυτήν και απέβαλε αυτήν από την επίδικη λωρίδα, και, επομένως, το Εφετείο δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να λάβει υπόψη τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, ως θεμελιούντα, αθροιστικά την παραπάνω ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.
[4] Έτσι, που έκρινε το Εφετείο ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος - ενάγων ήταν (συν)νομέας του παραπάνω επίδικου ακινήτου, εμβαδού 890,00 τ.μ., τόσο κατά το χρόνο διατάραξης όσο και κατά το χρόνο επίδοσης της από 14-11-2014 αγωγής, και της παράνομης διατάραξης, της (συν)νομής αυτού από τους τρίτους αναιρεσείοντες - εναγόμενους, από τους οποίους η πρώτη ιδιοκτήτρια όμορου ακινήτου, περί τον μήνα Οκτώβριο 2014, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 983, 984, 987 και 989 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού και, συνεπώς, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από τα αναφερόμενα στους παραπάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου πραγματικά περιστατικά. Παράλληλα, με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος - ενάγων της παραπάνω από 14-11-2014 αγωγής ήταν (συν)νομέας, κατά ποσοστό 25%, κατά τους ως άνω κρίσιμους χρόνους, με την άφεση μέσα σ' αυτό των εκτρεφόμενων παραπάνω πτηνών (κότες) του και τον καθαρισμό από τα αυτοφυή φυτά, ενώ δεν απαιτείται η αναφορά του τρόπου με τον οποίο, υπό την ισχύ του ΑΚ, περιήλθε στον παραπάνω (συν)νομέα η ίδια αυτού (συν)νομή, αν και διαλαμβάνεται, επιπροσθέτως, ότι και οι προαναφερθέντες άμεσοι δικαιοπάροχοί του, αντίστοιχα, ήταν νομέας και (συν)νομέας κατά το χρόνο θανάτου τους, και ότι οι αναιρεσείοντες ως τρίτοι, διατάραξαν τη (συν)νομή του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, οι, από τους αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, κατά τα οικεία μέρη αυτών, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. [5] Με τη διάταξη του αρ. 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (που είναι ταυτόσημη με τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2021). Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνήσεις (αιτιολογημένοι ή μη) ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 1028/2021) ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της αγωγής (ΑΠ 465/2023, ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 1530/2008). Για το ορισμένο του παραπάνω λόγου πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (ΑΠ 740/2023, ΑΠ 1038/2023, ΑΠ 1026/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με από τον αρ. 5β του άρθρου 560 ΚΠολΔ τρίτο λόγο αναίρεσης, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν αναφέρονται στην αναγνωριστική (συν)νομής αγωγή και παύσης διατάραξης της (συν)νομής του, και ειδικότερα ότι δεν αναφέρεται ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος - ενάγων συνέχισε να ασκεί στο επίδικο ακίνητο την ίδια νομή που είχε ο άμεσος δικαιοπάροχός του, Κ. Π. του Κ., κατά το ποσοστό (συν)νομής του, κυρίως καθαρίζοντας αυτό από άγρια και αυτοφυή φυτά, αλλά και αφήνοντας τα εκτρεφόμενα πτηνά (κότες) του μέσα σ' αυτό, είτε ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος απέκτησε δική του νέα νομή στο επίδικο μετά το θάνατο του ανωτέρω άμεσου δικαιοπαρόχου του. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 14-11-2014 αγωγής, που κατέθεσε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος στο Ειρηνοδικείο ... κατά των αναιρεσειόντων, αφού εξέθετε ότι είναι (συν)νομέας κατά ποσοστό 25% του αναφερόμενου αγρού, έκτασης 890,00 τ.μ., περιελθόν σ' αυτόν, λόγω κληρονομίας: α) από τον άμεσο δικαιοπάροχό του, Κ. Π. του Κ., ο οποίος ασκούσε πράξεις αποκλειστικής νομής, διανοία κυρίου, για χρόνο μεγαλύτερο της πεντηκονταετίας, προσιδιάζουσες στη φύση και προορισμό του, καθαρισμό από τα άγρια χόρτα και εποπτεία αυτού μέχρι τον επισυμβάντα, στις 09-10-1997, θάνατό του, καταλείποντας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του - (συν)νομείς τα τέσσερα τέκνα του, αναιρεσίβλητο, Γ., Α. και την Γ., και τη σύζυγό του Ν., και β) από την άμεση δικαιοπάροχο του, Ν. χήρα Κ. Π. του Κ., η οποία απεβίωσε την 03-06-1999, με συνέχιση από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο - ενάγοντα των ίδιων παραπάνω πράξεων (συν)νομής που ασκούσαν οι δικαιοπάροχοί του, ζήτησε την αναγνώριση της (συν)νομής του, κατά ποσοστό 25% και την παύση της διατάραξης και της παράλειψης στο μέλλον, επικαλούμενη ότι περί τον Οκτώβριο 2014 οι εναγόμενοι εισήλθαν στον αγρό και προέβησαν στην κοπή των χόρτων σε έκταση 350 - 400 τ.μ.. Επομένως, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι κατά το χρόνο άσκησης της από 14-11-2014 αγωγής είχε αποκτήσει την δική του παραπάνω νομή, την οποία, κατά τις παραδοχές, είχαν οι προαναφερθέντες κληρονομούμενοι, ανεξαρτήτως ότι δεν απαιτείται η αναφορά του τρόπου με τον οποίο περιήλθε η νομή στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, δεν έλαβε υπόψη αναγκαία πράγματα προς θεμελίωση της αγωγής που δεν προτάθηκαν με το δικόγραφο αυτής, και, συνεπώς, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Και, τούτο, ανεξαρτήτως : 1) της αοριστίας του παραπάνω λόγου αναίρεσης, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο τρόπος προβολής του ισχυρισμού αυτού από τους αναιρεσείοντες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και 2) της αλυσιτέλειας, διότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο περαιτέρω διευκρινιστικών απλώς περιστατικών νομής των δικαιοπαρόχων του δεύτερου αναιρεσίβλητου, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, ακόμη και αν δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., επειδή δεν επήλθε μεταβολή της βάσης της αγωγής, δεν αποτελούν πράγματα με την έννοια του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. IV. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, και τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2022 αίτηση των Ε. Σ. του Ι. και Ι. Π. του Γ. για αναίρεση της με αριθμ. 338/2022 απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ