Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 931 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 931/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ά. Κ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Νακοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή - Μαρία Μαυρομάτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1366/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3519/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-5-2018 αίτησή της και τους από 25-8-2023 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 3519/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το δικαστήριο αυτό δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 1366/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 9-12-2012 αγωγή της αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ]. Περαιτέρω, ως ημέρα συζήτησης της ως άνω αίτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου ορίστηκε η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας [13-11-2023], η δε αιτούσα άσκησε με το από 25-8-2023 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 26-8-2023, δηλαδή τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από την ως άνω δικάσιμο. Από την υπ' αριθ. 721 Β'/26-9-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Χρήστου Ζερλεντέ, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι αντίγραφο του ως άνω δικογράφου προσθέτων λόγων επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 26-8-2023, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο. Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, αφού συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης [άρθρο 246 ΚΠολΔ], να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς τη βασιμότητά τους.
Κατά την έννοια των άρθρων 35, 36, 39 και 44 του ν.δ. 17-7/13-1923 "περί ειδικών διατάξεων ανωνύμων εταιρειών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, ενεχυρίαση απαιτήσεως του οφειλέτη της πιστώτριας εταιρείας κατά τρίτου προς εξασφάλιση προγενέστερης απαιτήσεως αυτής λόγω δανείου, απλού ή από ανοικτό λογαριασμό, συνεπάγεται την εκ του νόμου εκχώρηση της απαιτήσεως από τον οφειλέτη στην πιστώτρια [άρθρα 455 επ. ΑΚ], η οποία δικαιούται να την εισπράξει ως εκδοχέας, το δε μετά την εξόφληση υπόλοιπο οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή ΑΠ 1168/2015], από την επίδοση δε αντιγράφου της συμβάσεως ενεχυριάσεως στον τρίτο η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας, αλλά νομέας αυτής της απαιτήσεως, η οποία της μεταβιβάζεται από εκείνον [ΑΠ 906/2019]. Με τις διατάξεις αυτές, εισήχθη ως προς την ενεχυρίαση ονομαστικών απαιτήσεων προς εξασφάλιση απαιτήσεων ανωνύμων εταιρειών από δάνειο, απλό ή με ανοικτό λογαριασμό ή προγενέστερων απαιτήσεών τους, εξαιρετικό δίκαιο και ως εκ τούτου οι γενικές διατάξεις των άρθρων 1247 - 1256 ΑΚ εφαρμόζονται μόνο συμπληρωματικώς, για θέματα μη οριζόμενα από τις ειδικές διατάξεις του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος [ΑΠ 906/2019]. Περαιτέρω, στην τραπεζική πρακτική είναι σύνηθες το φαινόμενο η ίδια η τράπεζα, όπου τηρείται ο λογαριασμός κατάθεσης, να συστήνει ενέχυρο επί της κατάθεσης αυτής για την εξασφάλισή της από παροχή πίστωσης στον καταθέτη, οπότε πρόκειται για διμερή σχέση σε αντίθεση με τον προαναφερθέντα κανόνα, κατά τον οποίο για να συσταθεί ενέχυρο είναι απαραίτητο να υπάρχουν τρία πρόσωπα, ήτοι ο ενεχυρούχος δανειστής [φορέας της ασφαλιζόμενης δια του ενεχύρου απαίτησης, που είναι τρίτος ή άλλη τράπεζα από αυτήν που τηρείται ο λογαριασμός], ο ενεχυράζων [φορέας της ενεχυραζόμενης απαίτησης - καταθέτης, που μπορεί να είναι ο ίδιος ο προσωπικός οφειλέτης της ασφαλιζόμενης απαίτησης ή τρίτος] και, τέλος ο οφειλέτης της ενεχυραζόμενης απαίτησης, ήτοι η τράπεζα στην οποία έγινε η κατάθεση και οφείλει να την αποδώσει όταν ζητηθεί. Στην περίπτωση αυτή της διμερούς σχέσης η από τον καταθέτη ενεχυρίαση προς την τράπεζα της απαίτησής του κατ' αυτής για απόδοση του προϊόντος της κατάθεσης δεν αποτελεί εκχώρηση κατά την έννοια του άρθρου 455 ΑΚ αλλά απλώς παρέχει στην τράπεζα το δικαίωμα είσπραξης της απαίτησης [σχετ. ΑΠ 1411/2011, ΑΠ 1915/1999]. Εξάλλου, αντικείμενο ενεχυρίασης είναι και οι προθεσμιακές καταθέσεις, δηλαδή αυτές που έχουν συγκεκριμένη διάρκεια και επιτρέπουν στην τράπεζα να επενδύει τα κεφάλαια σε χρηματοοικονομικά προϊόντα με υψηλότερα κέρδη. Οι προθεσμιακές καταθέσεις γενικά δεν είναι διαπραγματεύσιμες και δεν μεταβιβάζονται από τον καταθέτη, έτσι ώστε πρέπει να συναλλάσσεται με την τράπεζα όταν εξαργυρώνει πρόωρα την κατάθεση. Περαιτέρω, η γενική δικαιική αρχή της καλής πίστης [άρθρο 200, 288, 281 ΑΚ] και η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας στοιχειοθετούν τις υποχρεώσεις γενικής φύσεως των τραπεζικών ιδρυμάτων και διατρέχουν κάθε είδους τραπεζική συναλλαγή. Ειδικότερα, η σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ τράπεζας και πελάτη και η γενικώς υπερέχουσα θέση της τράπεζας στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, βαρύνουν την τελευταία με την ιδιαίτερη υποχρέωση πρόνοιας και μέριμνας προς τον έτερο συμβαλλόμενο. Σκοπός είναι να αποφευχθούν αδικαιολόγητες δυσμενείς συνέπειες εις βάρος της οικονομικής θέσης του αντισυμβαλλομένου, τόσο ως προς την προσωπικότητά του, όσο και ως προς την περιουσία του. Η ως άνω υποχρέωση της τράπεζας, στηρίζεται στη συναγόμενη από τα ως άνω άρθρα αρχή της καλής πίστης, που επιβάλλει στα εντεταλμένα όργανα αυτής την ενδεδειγμένη θετική ενέργεια προς αποτροπή ζημίας του πελάτη της, ακόμη δε και την ευθύνη κατά το άρθρο 8 του Ν. 2251/1994. Εξάλλου περαιτέρω εξειδίκευση της καλόπιστης εκπλήρωσης της συμβατικής ενοχής [άρθρο 288 ΑΚ], αλλά και της συνταγματικής επιταγής της ισότητας, όπως αποδίδεται στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. γ' του Συντάγματος και διαχέεται και στις έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, είναι η υποχρέωση της τράπεζας για ίση μεταχείριση της πελατείας της. Για να γίνει επίκληση της συγκεκριμένης υποχρέωσης της τράπεζας, θα πρέπει οι περιπτώσεις των αντισυμβαλλομένων της να μοιάζουν ως προς το είδος της τραπεζικής εργασίας [π.χ. να πρόκειται για δανειολήπτες], το χρονικό βάθος της συναλλακτικής σχέσης [παλαιός - νέος πελάτης], τη συνέπειά τους ως προς την εκπλήρωση των δικών τους υποχρεώσεων απέναντι στην πιστώτρια τράπεζα κ.λπ. Έτσι, αν στοιχειοθετείται ανόμοια μεταχείριση όμοιων περιπτώσεων, με επιζήμιο αποτέλεσμα αιτιωδώς συνδεόμενο με την μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης εκ μέρους της πιστώτριας, νοείται αποζημιωτική ευθύνη της τράπεζας, με βάση τα άρθρα 922, 200, 288, 281 και 914 ΑΚ. Όμως, η στοιχειοθέτηση της παραβίασης της εν λόγω υποχρέωσης θα πρέπει να περιέχει ειδικά επί μέρους χαρακτηριστικά των υπό σύγκριση περιπτώσεων, ώστε υπό το πρίσμα της ισότητας να προκύπτει το αδικαιολόγητο της διαφορετικής μεταχείρισης των όμοιων καταστάσεων, ήτοι των συναλλακτικών σχέσεων. Αντίθετα, μια διασταλτική και όλως αόριστη ερμηνεία της υποχρέωσης αυτής εκ μέρους των πιστωτικών αυτών ιδρυμάτων θα συνιστούσε ανασταλτικό παράγοντα των συναλλαγών του τραπεζικού τομέα και θα επέφερε αντίθετο αποτέλεσμα, ήτοι υπερμεγέθη συναλλακτική ανασφάλεια, ως προς τα πιστωτικά ιδρύματα και άρα ιδιαίτερα φειδωλές δανειακές εκταμιεύσεις. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού [ολΑΠ 1/2016, ολΑΠ 2/2013, ΑΠ261/2021]. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε [ολΑΠ 1/1999, ΑΠ 73/2023, ΑΠ1127/2021, ΑΠ 1275/2020]. Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάργηση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα [ολΑΠ 15/2006, ΑΠ 73/2023, ΑΠ1127/2021]. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ], προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. ... συμβάσεως χορήγησης στεγαστικού δανείου που καταρτίστηκε στην 20-6-2006 μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης, η δεύτερη χορήγησε στην πρώτη στεγαστικό δάνειο ποσού 100.000 ευρώ. Προς εξασφάλιση αποπληρωμής του εν λόγου στεγαστικού δανείου τα συμβαλλόμενα μέρη συνήψαν την από 20.6.2006 σύμβαση ενεχύρασης επί προθεσμιακής κατάθεσης (DIAMOND) που ήδη διατηρούσε η ενάγουσα στην εναγομένη συνολικού ποσού 105.000 ευρώ, η οποία έληγε στις 28.4.2009. Ακολούθως υπεγράφη από 4.4.2007 τροποποιητική πράξη με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν την μετατροπή του ανεξόφλητου υπολοίπου ποσού του δανείου, ήτοι 98.751,57, ευρώ σε ελβετικά φράγκα, δεδομένου ότι το επιτόκιο του δανείου σε ελβετικά φράγκα ήταν προνομιακό σε σχέση με τα υπόλοιπα τρέχοντα επιτόκια εκείνης της περιόδου. Στις 17.11.2006, κατόπιν αιτήματος της ενάγουσας διασπάστηκε η ως άνω προθεσμιακή κατάθεση των 105.000 ευρώ σε δύο προθεσμιακές καταθέσεις ποσού 80.000 ευρώ και 25.000 ευρώ και έτσι συνεπεία τούτου συνεστήθη ενέχυρο επί της με αριθμό 2500980 προθεσμιακής χρηματική κατάθεσης της ενάγουσας ποσού 80.000,00 ευρώ και επί των τόκων αυτής καθώς και επί του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού καταθέσεων και επί της με αριθμό 2508815 προθεσμιακής κατάθεσης, ποσού 25.000,00 ευρώ και επί των τόκων αυτής καθώς και επί του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού καταθέσεων. Στις 28.4.2009 έληξε η τοποθέτηση των χρηματικών καταθέσεων των 80.000 ευρώ και 25.000 ευρώ αντίστοιχα στο επενδυτικό προϊόν "DIAMOND" κι ως εκ τούτου έληξαν οι ενεχυρασθείσες προθεσμιακές χρηματικές καταθέσεις της ενάγουσας, συμφωνήθηκε δε μεταξύ των μερών να διατηρηθεί η ενεχυρίαση της χρηματικής κατάθεσης των 105.000 ευρώ στον υπ' αριθμόν ... λογαριασμό καταθέσεων, όπως είχε διασπασθεί (στο ποσό των 80.000 ευρώ και 25.000 ευρώ) και να τοποθετηθεί εκ νέου σε προθεσμιακή κατάθεση με επιτόκιο 2,95% με διάρκεια ενός έτους, ήτοι από 28.4.2009 έως 28.4.2010. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ότι στις 28.4.2010, με τη λήξη των προθεσμιακών καταθέσεων, η τράπεζα δεν θα προχωρούσε σε ανανέωση αυτών, αλλά το κεφάλαιο μετά των τόκων θα πιστωνόταν αυτομάτως στον λογαριασμό ταμιευτηρίου της ενάγουσας με τους όρους και το επιτόκιο αυτού, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις λήξης των προθεσμιακών καταθέσεων. Τούτο δε αποδεικνύεται και από τον σχετικό όρο της σύμβασης ενεχύρασης "...Επίσης συνιστά ενέχυρο επί του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού καταθέσεων που τηρεί στην Τράπεζα και ο οποίος θα πιστωθεί με το ποσό της ως άνω προθεσμιακής κατάθεσης κατά την ημέρα της λήξης της" καθώς και από τις από 5-7-2011 αποδείξεις των επίδικων προθεσμιακών καταθέσεων όπου ρητά αναγράφεται "Κατά τη λήξη της, η προθεσμιακή κατάθεση να μην ανανεωθεί, πιστώνοντας τον παραπάνω λογαριασμό με το κεφάλαιο πλέον τόκων ... Δηλώνω τέλος ότι αποδέχομαι ανεπιφύλακτα την ακριβή ημερομηνία λήξης και το επιτόκιο όπως αυτά αναφέρονται στην παρούσα απόδειξη προθεσμιακής κατάθεσης", ως ημερομηνία δε λήξης αναγράφεται η 28-4-2010. Πράγματι στις 28.4.2010, κατά τη λήξη των προθεσμιακών καταθέσεων αφού δεν είχε συμφωνηθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη η περαιτέρω ανανέωσή τους, και αφού είχε διαπιστωθεί από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης ότι δεν ήταν πλέον δυνατή η σύναψη προθεσμιακής κατάθεσης με το ίδιο επιτόκιο, εφόσον η χρηματική κατάθεση ήταν ενεχυρασμένη και τούτο θα ήταν ιδιαίτερα επιζήμιο για την τράπεζα, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης κάλεσαν την ενάγουσα για να διαπραγματευθούν το ενδεχόμενο άλλης εξασφάλισης για το εν λόγω στεγαστικό δάνειο, εφόσον η ενάγουσα ήθελε την επανατοποθέτηση της χρηματικής της κατάθεσης σε προθεσμιακή, προτείνοντάς της ως λύσεις είτε να παραμείνει η δέσμευση της κατάθεσής της (ποσού 105.000 ευρώ) με το τρέχον επιτόκιο ταμιευτηρίου (0,20 %) είτε να αποδεσμευθεί το ως άνω ενεχυρασθέν ποσό και να τοποθετηθεί σε προθεσμιακή κατάθεση με τα τρέχοντα επιτόκια εκείνης της περιόδου (3,5%) και προς εξασφάλιση του δανείου να χορηγηθεί άλλη εξασφάλιση στην τράπεζα, όπως προσημείωση υποθήκης. Η εναγομένη αρνήθηκε τις προτεινόμενες λύσεις κι έτσι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών δεν κατέληξαν σε κάποια συμφωνία. Επομένως, κατά τη λήξη των προθεσμιακών καταθέσεων στις 28.4.2010, αφενός δεν είχε συμφωνηθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη ούτε η τράπεζα είχε εγγυηθεί την περαιτέρω ανανέωσή τους και αφετέρου δεν επετεύχθη συμφωνία των μερών για την κατάρτιση νέας προθεσμιακής σύμβασης. Εξ' άλλου από κανένα συμβατικό όρο και από καμία νομοθετική διάταξη δεν προκύπτει υποχρέωση της τράπεζας για την κατάρτιση νέας σύμβασης προθεσμιακής κατάθεσης. Έτσι, εφόσον τα συμβαλλόμενα μέρη δεν συμφώνησαν, κατά τα προεκτεθέντα, για την κατάρτιση της νέας προθεσμιακής, οι ενεχυρασθείσες χρηματικές καταθέσεις της ενάγουσας ύψους 105.000 ευρώ παρέμεναν στον λογαριασμό ταμιευτηρίου και τοκίζονταν με βάση το επιτόκιο του ταμιευτηρίου, όπως ρητώς άλλωστε είχε συμφωνηθεί. Περαιτέρω, δεν απεδείχθη ότι η τράπεζα παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης, καθόσον δεν απεδείχθη ότι χορηγούσε υψηλότερο επιτόκιο σε δανειολήπτη που να έχει λάβει δάνειο με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις με αυτούς που χορήγησε το στεγαστικό δάνειο στην ενάγουσα. Ειδικότερα δεν απεδείχθη ότι η τράπεζα χορηγούσε επιτόκιο 4% σε δανειολήπτη με ενεχυρασμένη προθεσμιακή κατάθεση προς εξασφάλιση στεγαστικού δανείου, το οποίο είχε μετατραπεί σε ελβετικά φράγκα. Επομένως, αφού δεν υπήρχε σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης και ουδεμία υποχρέωση σύναψης νέας, είτε εκ του νόμου, είτε εκ συμβάσεως, είχε η Τράπεζα και αφού δεν αποδείχθηκε ότι η τελευταία χορηγούσε υψηλότερο επιτόκιο σε δανειολήπτες με τους ίδιους όρους και τις προϋποθέσεις που είχε λάβει δάνειο η ενάγουσα, η τελευταία δεν δικαιούται να της επιδικασθεί το αιτούμενο ποσό των τόκων και ως εκ τούτου η αγωγή πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων, και πρέπει αφού γίνουν δεκτοί οι συναφείς λόγοι εφέσεως ως ουσία βάσιμοι ως και η έφεση στο σύνολό της, παρελκομένης της έρευνας των προσθέτων λόγων εφέσεως, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο για να δικασθεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 535 ΚΠολΔ, και κατ' ουσίαν, και να απορριφθεί η αγωγή". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την αγωγή της αναιρεσείουσας, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 281, 288 ΑΚ, 8 Ν. 2251/1994, 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δεν συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α] λόγω της σύμβασης ενεχύρασης της προθεσμιακής κατάθεσης της αναιρεσείουσας για την εξασφάλιση απαίτησης της αναιρεσίβλητης τράπεζας από στεγαστικό δάνειο σε ελβετικά φράγκα, οι διαδοχικές ανανεώσεις της ήταν προϊόν διαπραγματεύσεων μεταξύ των διαδίκων, αφού δεν υπήρχε συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης για την κατάρτιση νέας σύμβασης προθεσμιακής κατάθεσης και το χρηματικό ποσό του λογαριασμού δεν ήταν ελεύθερα διαθέσιμο από την αναιρεσείουσα, με συνέπεια μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων να παραμείνει στο λογαριασμό ταμιευτηρίου τοκιζόμενο με το επιτόκιο ταμιευτηρίου, β] κατά τις διαπραγματεύσεις αυτές η αναιρεσίβλητη τήρησε την συμπεριφορά που απαιτείται από την υποχρέωσή της να επιδεικνύει καλή πίστη και να μεριμνά για τα συμφέροντα των πελατών της, γ] η αναιρεσίβλητη δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης των πελατών της, καθώς δεν συνήψε με άλλους οφειλέτες της από στεγαστικό δάνειο, σύμβαση ενεχύρασης προθεσμιακής κατάθεσης, με όρους ευνοικότερους από αυτούς της αναιρεσείουσας. Εξάλλου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την μη εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπωμένο αρνητικό της πόρισμα, περί μη συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των παραπάνω διατάξεων. Ειδικότερα, τα παραπάνω υποστηρίζονται από τις ακόλουθες παραδοχές της προσβαλλομένης: α] οι διάδικοι συνήψαν σύμβαση ενεχύρασης επί προθεσμιακής κατάθεσης της αναιρεσείουσας προς εξασφάλιση στεγαστικού δανείου σε ελβετικά φράγκα, β] η ως άνω σύμβαση ενεχύρασης ανανεωνόταν κατά τη λήξη της μετά από διαπραγματεύσεις του επιτοκίου μεταξύ των διαδίκων, γ] την 28-4-2010 έληξε η προθεσμιακή αυτή κατάθεση και οι διάδικοι συμφώνησαν να μην ανανεωθεί η σύμβαση και να πιστωθεί το ποσό αυτής στο λογαριασμό ταμιευτηρίου με τους όρους και το επιτόκιο του λογαριασμού αυτού, δ] η μη ανανέωση οφειλόταν στην επιζήμια για την αναιρεσίβλητη τράπεζα μεταβολή του επιτοκίου και την αποτυχία των διαπραγματεύσεων των διαδίκων, ώστε να επανατοποθετηθεί η κατάθεση της αναιρεσείουσας σε προθεσμιακή κατάθεση με το προβλεπόμενο επιτόκιο, αφού δοθεί άλλη εγγύηση για το στεγαστικό δάνειο, ή να ανανεωθεί η σύμβαση ενεχύρασης με μικρότερο επιτόκιο, ε] από κανέναν συμβατικό όρο και καμία νομοθετική διάταξη δεν προκύπτει υποχρέωση της τράπεζας για ανανέωση της σύμβασης ενεχύρασης, στ] η εξέλιξη της σύμβασης ενεχύρασης ήταν προϊόν διαπραγματεύσεων μεταξύ των διαδίκων και δεν υπήρχε δέσμευση από οποιοδήποτε γενικό όρο συναλλαγών, ζ] η αναιρεσίβλητη τράπεζα δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης των πελατών της και δεν χορήγησε επιτόκιο 4 ο/ο σε άλλους δανειολήπτες με ενεχυρασμένη απαίτηση για εξασφάλιση στεγαστικού δανείου σε ελβετικά φράγκα, που έλαβαν το δάνειο με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις με την αναιρεσείουσα, η] γενικά η αναιρεσίβλητη δεν παραβίασε τη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης με την αναιρεσείουσα οφειλέτριά της, που επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας των συμφερόντων των πελατών της. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και οι δύο πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχονται από το Άρειο Πάγο [άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ].
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ [που είναι αντίστοιχη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ] αναίρεση επιτρέπεται κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου [ολΑΠ 22/2005, ΑΠ 241/2023]. Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση [ΑΠ 1248/2022, ΑΠ 50/2020]. Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων [ολΑΠ 8/2013, ΑΠ 241/2023]. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ [και όχι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ], με την αιτίαση ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη της "πράγματα" και ειδικότερα α] ότι η τακτική της αναιρεσείουσας να μετατρέψει μονομερώς τη σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης, χωρίς η μετατροπή αυτή να έχει αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ τους, καθ' όλη τη διάρκεια αποπληρωμής του στεγαστικού δανείου της, είναι καταχρηστική και άκυρη, γιατί παραβίασε την υποχρέωση της τράπεζας για διαφάνεια των Γενικών Όρων Συναλλαγών [Γ.Ο.Σ.], β] ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη ότι η διαφοροποίηση σε βάρος της πολιτικής της αναιρεσίβλητης, οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην τροποποίηση του στεγαστικού δανείου, ώστε το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό να μετατραπεί την 28-4-2007 σε ελβετικό φράγκο, με βάση την ισοτιμία συναλλάγματος της παραπάνω ημέρας, χωρίς να έχει παράσχει σ' αυτήν επαρκή πληροφόρηση για τις συνέπειες της υποτίμησης του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης που αναφέρεται στη σύμβαση των διαδίκων περί μετατροπής του στεγαστικού δανείου της αναιρεσείουσας από ευρώ σε ελβετικά φράγκα και στην έλλειψη διαφάνειας σχετικά με τους όρους της σύμβασης αυτής, καθώς και στην ελλιπή πληροφόρηση για τους κινδύνους της τυχόν υποτίμησης του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού η ένδικη διαφορά στηρίζεται στη σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης της αναιρεσείουσας με την αναιρεσίβλητη και την κάθε φορά ανανέωσή της, κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ των διαδίκων. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚπολΔ [και όχι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα], είναι αβάσιμος.
Με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1] αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2] αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3]αν το δικαστήριο δέχτηκε ή δεν δέχτηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4] αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5] αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6] αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης απαριθμούνται περιοριστικά στη διάταξη αυτή, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνο" και συνεπώς στις αποφάσεις αυτές είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ερείδονται στις λοιπές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ για τις αιτήσεις αναίρεσης κατά των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων [ΑΠ 269/2020], όπως, μεταξύ άλλων, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων και στοιχείων που ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία που η ίδια επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα και τα οποία είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον αντίστοιχος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η από 25-5-2018 υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με τους πρόσθετους λόγους αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις [άρθρα 176, 183 191 πατρ.2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-5-2018 αίτηση της Ά. Κ. και τους από 25-8-2023 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3519/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ