ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 997/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 997/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 997/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 997 / 2024    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 997/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Θεοδωρακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Ζυγούρη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/12/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14574/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3761/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/12/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 3761/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, κατά της 14574/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), η δικαστική δαπάνη μετά της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτό και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.... Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υποχρέου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαία τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης. Κατά δε το άρθρο 8 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ο υπόχρεος για την πληρωμή της αποζημίωσης, της κατά το άρθρο 18 παρ. 4 δικαστικής δαπάνης, καθώς και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, που προσδιορίσθηκε δικαστικώς, καταθέτει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, την αποζημίωση υπέρ του δικαιούχου και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου''. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ν. 2882/2001, ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς, μία αμοιβή του δικηγόρου, σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης, ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Ο υπόχρεος προς αποζημίωση οφείλει να καταθέσει τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή του δικηγόρου του καθού η απαλλοτρίωση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου, στον οποίο ο δικηγόρος που παρέστη στη δίκη είναι μέλος του (ΑΠ 320/2020, ΑΠ 143/2014, ΑΠ 1780/2011). Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 2, 6 και 12 του ίδιου ως άνω ν. 2882/2001, προκύπτει ότι η απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, η οποία αποφαίνεται αμετάκλητα με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν στη διάθεση του δικαστηρίου, χωρίς να περιορίζεται στον κτηματολογικό πίνακα και στο αντίστοιχο κτηματολογικό διάγραμμα, αποτελεί δεδικασμένο, έναντι πάντων, για το ποιος είναι δικαιούχος για την είσπραξη της αποζημίωσης και, επιπροσθέτως, για το εμβαδόν των απαλλοτριωμένων ακινήτων και τον όγκο των επ' αυτών κτισμάτων (ΟλΑΠ 7/2013), τα οποία το δικαστήριο ερευνά ελεύθερα, χωρίς να περιορίζεται από το εμβαδόν και τον όγκο που αναγράφονται στα στοιχεία της κτηματογράφησης (κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα), ενώ το Μονομελές Πρωτοδικείο κατέστη αρμόδιο να αποφασίσει επί των θεμάτων αυτών οριστικά και αμετάκλητα. Με βάση το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση αναγνώρισης δικαιούχων της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση και εκείνη από την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο οποίο κατ' άρθρο 8 παρ. 1, εδ. α του ν. 2882/2001, ο υπόχρεος για την πληρωμή της αποζημίωσης, της κατ' άρθρο 18 παρ. 4 δικαστικής δαπάνης, καθώς και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, που προσδιορίστηκαν δικαστικά, έχει καταθέσει την αποζημίωση υπέρ του δικαιούχου (και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, υπέρ του οικείου δικηγορικού συλλόγου), είναι υποχρεωμένο, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 εδαφ. α του ίδιου νόμου, να αποδώσει σε εκείνον που αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημίωσης το ποσό της αποζημίωσης που προκύπτει από αυτές. Με την καταβολή δε της αποζημίωσης στον δικαιούχο που αναγνωρίσθηκε δικαστικά, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση και ευθύνη απέναντι σε οποιονδήποτε τρίτο διεκδικητή ή δικαιούχο (ΑΠ 884/2019). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων, 904, 915 και 916 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι δεν μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση, με βάση εκτελεστό τίτλο, αν από τον τίτλο δεν προκύπτει το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης. Δεν είναι ''βεβαία'' η απαίτηση, όταν από τον τίτλο προκύπτει ότι αυτή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, πριν την πλήρωση της αίρεσης ή την πάροδο της προθεσμίας, αφού μέχρι την συντέλεση των σχετικών αυτών γεγονότων δεν υφίσταται υποχρέωση του οφειλέτη και αντίστοιχο δικαίωμα του δανειστή προς ικανοποίηση του οποίου αποσκοπεί η αναγκαστική εκτέλεση. Η πλήρωση της αίρεσης ή η πάροδος της προθεσμίας, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν μπορεί να βρεθεί ημερολογιακά, πρέπει να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη, έναντι του οφειλέτη και το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 924 ΚΠολΔ, πρέπει να επιδίδεται στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη, ως συμπλήρωμα του εκτελεστού τίτλου, μαζί με την επιταγή προς εκτέλεση, προκειμένου αυτός να μπορεί να εναντιωθεί, ασκώντας ανακοπή κατά της εκτέλεσης. Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση όταν από τον εκτελεστό τίτλο προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής, ενώ είναι επίσης, εκκαθαρισμένη η χρηματική απαίτηση, και όταν το ποσό αυτής δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με την διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 1048/2022, ΑΠ 1016/2018, 1543/2014). Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι οι σχετικά με το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης, διατάξεις των άρθρων 915 και 916 ΚΠολΔ της αναγκαστικής εκτέλεσης, έχουν χαρακτήρα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/1995, ΑΠ 1535/2022, ΑΠ 69/2021, ΑΠ 1051/2009). Ακολούθως, κατά το άρθρο 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση, λόγω του χρόνου άσκησης της ανακοπής, το οποίο έχει εφαρμογή σε κάθε μορφή ανακοπής, όπως και στην ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρο 933 ΚΠολΔ), το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους αυτής, δηλαδή κατά τρόπο συγκεκριμένο τις ελλείψεις εκείνες, διαδικαστικές ή ουσιαστικές, που δικαιολογούν την ακύρωση της πράξης εκτέλεσης. Νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο τριάντα ημέρες ή όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Οι λόγοι αυτοί, σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας, που επέρχεται με την άσκηση της ανακοπής και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 1569/2022, ΑΠ 2067/2022, ΑΠ 348/2022). Νέοι δε λόγοι ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά, με τρόπο διάφορο του οριζόμενου στο άνω άρθρο 585 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ και δη με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη ή με το δικόγραφο της έφεσης, των πρόσθετων λόγων αυτής ή της αναίρεσης, κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, ακόμη και αν οι λόγοι αυτοί αφορούν ισχυρισμούς, που αναφέρονται στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, διότι έναντι της τελευταίας αυτής γενικής διάταξης κατισχύει, λόγω της ειδικότητάς της, η ως άνω διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ. Ούτε επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις, ή την έφεση, τους πρόσθετους λόγους αυτής και την αναίρεση (ΑΠ 1569/2022, ΑΠ 348/2022, ΑΠ 611/2022, ΑΠ 1298/2018, ΑΠ 245/2016). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009). Έτσι, μέσω του λόγου αυτού, ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, το παραδεκτό των ανακοπών (άρθρ. 583 επ, 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της έκδοσης διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο, που, κατά παράβαση του άρθρου 623 ΚΠολΔ, δεν αποδεικνύει την απαίτηση και το ποσό αυτής (ΟλΑΠ 43/2005, ΑΠ 1048/2022, ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 498/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με τη με αριθμό, 4119/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των αναφερόμενων σ' αυτή απαλλοτριωθεισών εκτάσεων, υπέρ του αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου και καταδικάστηκε το αναιρεσείον, ως υπόχρεο προς αποζημίωση, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναφερόμενων στην απόφαση αυτή δικαιούχων της αποζημίωσης (αιτούντων - ανταιτούντων - παρεμβάντων στη σχετική δίκη). Αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της άνω απόφασης, με την από 25-11-2013 επιταγή, κοινοποιήθηκε νόμιμα στο αναιρεσείον, από τον αναιρεσίβλητο, Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Με την επιταγή αυτή, ο αναιρεσίβλητος, κάλεσε το αναιρεσείον να καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, για λογαριασμό του μέλους του, Α. Π., ως πληρεξουσίας δικηγόρου των αναφερόμενων στην επιταγή προσώπων - καθών η απαλλοτρίωση, τα οποία είχαν αναγνωριστεί δικαιούχοι της αναλογούσας σ' αυτά αποζημίωσης, με τις αναφερόμενες στην επιταγή αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το συνολικό ποσό των 138.309,15 ευρώ, και αναλυτικά: α) για την καθορισθείσα με την άνω απόφαση αμοιβή (3% επί της αποζημίωσης), το ποσό των 137.779,15 ευρώ, β) για δικαστική δαπάνη, ποσό 500 ευρώ και για έξοδα επίδοσης επιταγής, ποσό 30 ευρώ. Κατά της επιταγής αυτής, το αναιρεσείον άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 3-12-2013 ανακοπή, με την οποία ζήτησε την ακύρωσή της. Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, κατά το επικουρικό του σκέλος (που ενδιαφέρει εν προκειμένω) το αναιρεσείον, αφού παρέθεσε τις διατάξεις των άρθρων 915 και 924 ΚΠολΔ, πρόβαλε ακυρότητα της επιταγής, ως προς το κονδύλιο της αμοιβής της άνω δικηγόρου, με τις αιτιάσεις ότι η απαίτηση για την αμοιβή δεν είναι βέβαια, εφόσον αυτή προσδιορίζεται με βάση τις ιδιοκτησίες των αιτούντων και τις αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες αυτοί αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι των αποζημιώσεων, οι οποίες δεν συγκοινοποιήθηκαν με την επιταγή, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει η τελικά καθορισθείσα αποζημίωση, βάσει της οποίας εξάγεται ως ποσοστό, η αμοιβή της δικηγόρου. Με τις προτάσεις του δε, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επικαλέστηκε επιπλέον, ακυρότητα της επιταγής, λόγω του ανεκκαθάριστου της απαίτησης, ως προς το άνω κονδύλιο της αμοιβής, εκθέτοντας ειδικότερα, ότι στον επιδοθέντα εκτελεστό τίτλο, ουδεμία αναφορά γίνεται στο εμβαδόν καθεμιάς ιδιοκτησίας και καθενός απαλλοτριωθέντος επικείμενου χωριστά, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατος ο αριθμητικός υπολογισμός του ακριβούς ύψους της αποζημίωσης και κατ' επέκταση της αντίστοιχης δικηγορικής αμοιβής, η οποία καθορίστηκε σε ποσοστό επί της οφειλόμενης αποζημίωσης. Έτσι, το αναιρεσείον με τις προτάσεις πρότεινε απαραδέκτως, για πρώτη φορά ως λόγο ανακοπής το ανεκκαθάριστο της απαίτησης, δεδομένου ότι, κατά τα ως άνω, στο δικόγραφο της ανακοπής δεν διαλαμβανόταν τέτοιος λόγος, ούτε και είχε προβάλει τον ανωτέρω ισχυρισμό, με πρόσθετο λόγο ανακοπής. Επί της ανακοπής, εκδόθηκε η 14574/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ο άνω λόγος περί μη βέβαιης απαίτησης, ως μη νόμιμος και ο προβληθείς με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, ισχυρισμός περί ανεκκαθάριστης απαίτησης, ως απαράδεκτος. Την απόφαση αυτή προσέβαλε το αναιρεσείον με την από 5-1-2020 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 3761/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Ήδη, το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο, λόγω της μη παραδεκτής προβολής του, το λόγο της ανακοπής του, περί ανεκκαθάριστης απαίτησης, τον οποίο επανέφερε στο Εφετείο με τον τρίτο λόγο της έφεσής του, με τις αιτιάσεις ότι ο λόγος αυτός είχε προβληθεί παραδεκτά με το δικόγραφο της ανακοπής του και απλά διευκρινίστηκε και συμπληρώθηκε με τις προτάσεις, επιτρεπτά, στα πλαίσια του άρθρου 224 εδ. β ΚΠολΔ. Το Εφετείο, αναφορικά με τον παραπάνω λόγο έφεσης, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: " ... µε τον τρίτο λόγο έφεσης, το εκκαλούν, ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να κάνει δεκτή την επικουρική βάση του πρώτου λόγου της ανακοπής του περί ανεκκαθάρισης απαίτησης, λόγω µη συγκοινοποίησης των αποφάσεων περί αναγνώρισης δικαιούχων, από τις οποίες προκύπτουν µε σαφήνεια οι εδαφικές εκτάσεις και τα επικείµενα. Ισχυρίζεται δε, ότι τα ως άνω προέβαλε νοµίµως µε τον πρώτο λόγο της ανακοπής του και διευκρίνισε στη συνέχεια µε τις πρωτόδικες προτάσεις του, σε κάθε δε περίπτωση έπρεπε να εκτιμηθούν οι ισχυρισμοί του αυτοί υπό το πρίσμα του άρθρου 916 του ΚΠολΔ και όχι του άρθρου 915 ΚΠολΔ, όπως εκτιµήθηκαν από την εκκαλουµένη, διότι διηγηµατικώς παρατίθεται (το άρθρο 915 ΚΠολΔ ) στην ανακοπή και στερείται σηµασίας, καθόσον το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει τον πραγµατικό ισχυρισμό που διατυπώθηκε και όχι τον νοµικό χαρακτηρισμό µε τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός περιβλήθηκε. Όπως, όµως, προκύπτει από την ανακοπή, ο ισχυρισμός περί ανεκκαθάριστης απαίτησης δεν προβλήθηκε νοµότυπα µε το δικόγραφο της ανακοπής ή µε δικόγραφο πρόσθετων λόγων, αλλά για πρώτη φορά µε τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθµιου Δικαστηρίου και συνεπώς, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, ελλείψει προδικασίας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής του ενέργειας, εντάσσει τα εκτιθέµενα από τους διαδίκους πραγματικά περιστατικά στον αντίστοιχο εφαρµοστέο κανόνα δικαίου, στην περίπτωση δε που τα πραγματικά περιστατικά και ο αντίστοιχος κανόνας δικαίου εκτίθενται µε σαφήνεια και αναπτύσσονται εκτενώς από τους διαδίκους, δεν αντικαθίστανται από άλλον κανόνα δικαίου που κατά την κρίση του Δικαστηρίου πρέπει να εφαρμοστεί, καθόσον αυτό εκφεύγει από τα πλαίσια της δικαιοδοτικής του αρμοδιότητας. Επομένως, η έκθεση από το ανακόπτον των πραγματικών περιστατικών και η ένταξή τους στο άρθρο 915 του ΚΠολΔ µε εκτενή ανάπτυξη και λεπτομερή αναφορά των πραγµατικών περιστατικών, δεν επιτρέπει την από το Δικαστήριο εφαρµογή έτερου κανόνα δικαίου και δη του 916 ΚΠολΔ, απορριπτοµένου του σχετικού λόγου έφεσης". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο τον άνω λόγο ανακοπής περί ακυρότητας της επιταγής, λόγω του ανεκκαθάριστου της απαίτησης. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με όσα ήδη αναφέρθηκαν, τέτοιος λόγος δεν προβλήθηκε με την ανακοπή και συγκεκριμένα με τον πρώτο λόγο αυτής, κατά το επικουρικό του σκέλος, ούτε με πρόσθετο λόγο και επομένως αυτός προβαλλόμενος το πρώτον με τις προτάσεις στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ήταν απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, ενώ δεν επιτρέπεται προβολή νέων λόγων ή συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις. Επομένως, ο άνω από τον αρθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ίδιου δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 18/2018, ΑΠ 521/2023). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι στο νόμο. Έτσι, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων, γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 553/2023, ΑΠ 1097/2022, ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 369/2014). Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης κατά το σχετικό μέρος του, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας τον ίδιο ως άνω λόγο της ανακοπής του, κατά το επικουρικό του σκέλος, περί μη βέβαιας απαίτησης, τον οποίο επανέφερε στο Εφετείο με το δεύτερο λόγο λόγο της έφεσής του, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 915 και 924 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι η απαίτηση δεν ήταν βέβαιη, αφού η εκτελεστότητα της 4119/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, εξαρτάτο από την έκδοση των αποφάσεων αναγνώρισης δικαιούχων, χωρίς τις οποίες δεν μπορούσε να προσδιοριστεί τελικά η οφειλόμενη αποζημίωση και κατ' επέκταση η δικηγορική αμοιβή. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά τον άνω ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, δέχθηκε τα ακόλουθα: " ... Με το δεύτερο λόγο έφεσής του, το εκκαλούν ισχυρίζεται, ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως µη νόµιµο τον πρώτο λόγο ανακοπής, κατά την επικουρική του βάση, διά του οποίου ισχυρίστηκε (το εκκαλούν), ότι τυγχάνει εφαρµογής το άρθρο 915 του ΚΠολΔ, καθόσον η επιδικασθείσα µε την υπ' αριθμ. 4119/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απαίτηση δικηγορικής αμοιβής εξαρτάτο από αίρεση ή προθεσµία ή από μεταγενέστερα γεγονότα που δεν προκύπτουν από την ίδια την ως άνω απόφαση και δη από την έκδοση των αποφάσεων αναγνώρισης δικαιούχων, αφού χωρίς αυτές δεν θα μπορούσε να προσδιοριστεί η τελικώς οφειλόμενη αποζημίωση και κατ' επέκταση η δικηγορική αμοιβή, απαιτουµένης συνεπώς της συγκοινοποίησης των αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί αναγνώρισης δικαιούχων. Ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί, διότι η επιδικασθείσα δικηγορική αμοιβή µε την υπ' αριθμ. 4119/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών περί καθορισμού αποζημίωσης και δικηγορικής αμοιβής της πληρεξουσίας δικηγόρου των δικαιούχων και αιτούντων της αποζημίωσης, δεν εξαρτάτο από αίρεση ή προθεσµία ή από μεταγενέστερα γεγονότα που δεν προκύπτουν από την ίδια την απόφαση, δεδοµένου ότι κατά την έκδοση της ως άνω υπ' αριθμ. 4119/2011 απόφασης καθορισμού αποζημίωσης και δικηγορικής αμοιβής, οι αποφάσεις με τις οποίες οι αιτούντες είχαν αναγνωριστεί δικαιούχοι της αποζημίωσης, ήταν σε γνώση του εκκαλούντος ως ήδη εκδοθείσες, µη απαιτουµένης από το άρθρο 924 του ΚΠολΔ, ούτε από κάποια άλλη διάταξη νόµου της συγκοινοποίησής τους για την έναρξη της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 915 και 924 ΚΠολΔ, που αφορά ο άνω αναιρετικός λόγος, οι οποίες, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, χαρακτηρίζονται ως ουσιαστικού δικαίου, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του βέβαιου της απαίτησης, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε. Και τούτο διότι η ένδικη απαίτηση προσδιορίστηκε με βάση την 4119/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως εκτελεστό τίτλο, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας των απαλλοτριωθεισών εκτάσεων και ταυτόχρονα καταδικάστηκε το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικηγορικής αμοιβής, η κατάθεση της οποίας αξιώνεται με την ανακοπτόμενη επιταγή, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, υπέρ του αναιρεσίβλητου Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, για λογαριασμό του μέλους του Α. Π., πληρεξούσιας δικηγόρου των καθών η απαλλοτρίωση, χωρίς να προκύπτει από τον εκτελεστό αυτό τίτλο, ότι η εν λόγω απαίτηση (δικηγορική αμοιβή), τελεί υπό αίρεση ή προθεσμία. Επομένως, ο άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Τέλος, με τον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες κατά την απόρριψη του δεύτερου λόγου της έφεσης, ως προς το βέβαιο της απαίτησης. Ο αναιρετικός, όμως, αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο έκρινε μη νόμιμο τον άνω λόγο της ανακοπής και δεν υπεισήλθε στην κατ' ουσίαν έρευνα αυτού. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, σημειώνεται ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν υποχρεούται, κατ' άρθρο 19 παρ.1 του ΝΔ της 26-6/10-7-1944, σε συνδυασμό με άρθρο 36 ΠΔ 28/1931, σε κατάθεση του προβλεπόμενου από το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, για την άσκηση αναίρεσης και γι' αυτό δεν γίνεται λόγος περί τούτου (ΑΠ 471/2022, ΑΠ 1455/2021).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-12-2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3761/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή