
Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1013 / 2024    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1013/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 2) Σ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4880/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1133/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/8/2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως επέσπευσαν εγκύρως οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες, των οποίων ο πληρεξούσιος δικηγόρος Νικόλαος Κακαβέλας παρήγγειλε την επίδοση της από 10-12-2020 κλήσεως προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως για τη δικάσιμο της 2-5-2022, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης στην αναιρεσίβλητη, η οποία και επιδόθηκε σ' αυτήν. Όμως οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επέσπευσαν τη συζήτηση, δεν παρέστησαν κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1133/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 806 A.K., με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, και κατά τη διάταξη του άρθρου 807 Α.Κ., αν δεν ορίστηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη. Με βάση τον παραδοτικό χαρακτήρα της σύμβασης δανείου, η μεταβίβαση του δανείσματος κατά κυριότητα στο δανειολήπτη αποτελεί στοιχείο για την τελείωση του δανείου. Ο δανείζων έχει την υποχρέωση από τη σύμβαση δανείου να αποχωρίσει από την περιουσία του το αντικείμενο του δανείου, το οποίο οριστικά να εισφέρει στην περιουσία του λήπτη, ο οποίος έτσι αποκτά την εξουσία και δυνατότητα για διάθεση του αντικειμένου του δανείου. Η κατά τα άνω μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος δεν αποτελεί τύπο της δανειστικής σύμβασης έτσι ώστε, αν αυτή ελλείπει, να θεωρείται ότι η σύμβαση δεν καταρτίστηκε, αλλά αποτελεί προϋπόθεση αυτής, επιβαλλόμενη μάλιστα από την πιο πάνω διάταξη, η οποία δεν είναι αναγκαστικού δικαίου (ΑΠ 1234/2018, ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1807/2007). Ποικιλία τρόπων μεταβίβασης της κυριότητας παρουσιάζει το συναινετικό δάνειο, στο οποίο περιλαμβάνεται και η συμφωνία να δώσει ο δανειοδότης το δάνεισμα σε τρίτο. Ο σκοπός χρησιμοποίησης του δανείσματος και δη με εξουσία ανάλωσής του από τον δανειζόμενο, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας του δανείου, νοείται όμως γενικά και αφηρημένα και όχι ως ο σκοπός για τον οποίο ο δανειζόμενος στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται να χρησιμοποιήσει το δάνεισμα. Ο τελευταίος αυτός σκοπός, όχι μόνο δεν είναι ουσιώδες στοιχείο του δανείου αλλά, κατά κανόνα, δεν έχει καμία νομική σημασία (ΑΠ 667/2022, ΑΠ 1802/2007). Επομένως, στην απλή νομοτυπική μορφή του δανείου, όπως ρυθμίζεται στον Αστικό Κώδικα, δεν ανήκει ο σκοπός της χρηματοδότησης (AΠ 1292/2023). Το κύρος δηλαδή της σύμβασης του δανείου δεν συναρτάται προς οποιαδήποτε συμφωνία των συμβαλλομένων για τη διοχέτευση του ποσού σε συγκεκριμένη κατεύθυνση, αλλά η χρήση του εναπόκειται στην ελεύθερη βούληση του δανειζόμενου. Δεν αποκλείεται όμως η με συμφωνία των μερών ανάληψη από το λήπτη του δανείου της υποχρέωσης για χρησιμοποίηση του δανείσματος για ορισμένο σκοπό. Έτσι, τα προβλεπόμενα στην τραπεζική νομοθεσία δάνεια και εν γένει πιστώσεις χορηγούνται, κατά κανόνα, από τα πιστωτικά ιδρύματα στον δανειολήπτη για συγκεκριμένο, ειδικά συμφωνημένο, σκοπό, ο οποίος τότε αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της δανειακής (και εν γένει πιστωτικής) σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή, ανάλογα με τον σκοπό της χρηματοδότησης, διαφοροποιούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κατάρτιση της σύμβασης (π.χ. με την επιβολή ορίων, με τη χορήγηση πίστωσης σε συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων κλπ.), ενώ, παράλληλα, επιβάλλονται συνήθως συγκεκριμένες υποχρεώσεις στον δανειολήπτη για τη διασφάλιση της εκπλήρωσης του σκοπού του δανείου (π.χ. δάνεια για την αγορά βιομηχανικού εξοπλισμού, για την εξυγίανση της επιχείρησης, δάνεια αναπτυξιακών νόμων, στεγαστικά δάνεια κλπ.). Δάνειο ειδικού σκοπού είναι υπό την έννοια αυτή το δάνειο και εν γένει η πίστωση για αγορά μετοχών. Η κατάρτιση τέτοιων δανείων ("μετοχοδανείων") δεν είναι ελεύθερη, αλλά υπόκειται σε συγκεκριμένους περιορισμούς. Ήδη από 8.8.2007 ισχύει το νέο άρθρο 16α Ν 2190/1920, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 22 του Ν. 3604/2007 (ΦΕΚ ΑΊ89/8.8.2007) και περιλαμβάνει τη ρύθμιση που αποσπάστηκε από το άρθρο 23 α παρ. 1 εδ. β' και είχε τη νομοθετική βάση της στη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 της δεύτερης Κοινοτικής Οδηγίας 77/91 της 13ης.12. 1976. Σύμφωνα μ' αυτό ισχύουν τα εξής: Παρ. 1.Η εταιρεία δεν επιτρέπεται, με ποινή ακυρότητας, να προβαίνει σε προκαταβολές, να χορηγεί δάνεια ή να παρέχει εγγυήσεις με σκοπό την απόκτηση των μετοχών της από τρίτους, εκτός εάν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Οι ανωτέρω συναλλαγές πραγματοποιούνται με ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου με εύλογους όρους αγοράς, ιδίως όσον αφορά τους τόκους που εισπράττει η εταιρεία και τις εγγυήσεις που λαμβάνει προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της. Η φερεγγυότητα του τρίτου ή, σε περίπτωση πολυμερών συναλλαγών, κάθε αντισυμβαλλομένου, πρέπει να ερευνάται με την προσήκουσα επιμέλεια, β) Οι ανωτέρω συναλλαγές αποφασίζονται, πριν πραγματοποιηθούν, από τη γενική συνέλευση σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 29 και την παράγραφο 2 του άρθρου 31, εκτός εάν το καταστατικό προβλέπει υψηλότερα ποσοστά απαρτίας ή πλειοψηφίας. Το διοικητικό συμβούλιο υποβάλλει στη γενική συνέλευση γραπτή έκθεση, στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της συναλλαγής, το ενδιαφέρον που αυτή παρουσιάζει για την εταιρεία, οι όροι της συναλλαγής, οι κίνδυνοι που αυτή εμπεριέχει για τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητα της εταιρείας και η τιμή στην οποία ο τρίτος θα αποκτήσει τις μετοχές. Η έκθεση αυτή υποβάλλεται στη δημοσιότητα του άρθρου 7β. γ) Η συνολική χρηματοδοτική συνδρομή που παρέχεται σε τρίτους σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των ιδίων κεφαλαίων σε ποσό κατώτερο του οριζομένου στην παράγραφο 1 του άρθρου 44α. Για τον υπολογισμό του ποσού αυτού συνυπολογίζεται κάθε μείωση των ιδίων κεφαλαίων που ενδέχεται να έχει προκύψει με την απόκτηση, από την εταιρεία ή για λογαριασμό της, ιδίων μετοχών σύμφωνα με το άρθρο 16. Η εταιρεία συμπεριλαμβάνει στον ισολογισμό, μεταξύ των στοιχείων του παθητικού, ένα Αποθεματικό μη διανεμητέο, ίσο με το ποσό της συνολικής χρηματοδοτικής συνδρομής. Παρ. 2. Η παράγραφος 1 ισχύει και προκειμένου για προκαταβολές, δάνεια ή εγγυήσεις που χορηγούνται από θυγατρικές εταιρείες κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε, για την απόκτηση μετοχών της μητρικής από τρίτους, καθώς και από ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εταιρείες, στις οποίες ομόρρυθμο μέλος είναι η ανώνυμη εταιρεία. Παρ 3. Σε περιπτώσεις όπου συμβαλλόμενοι σε συναλλαγή της παραγράφου 1 είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας ή της μητρικής εταιρείας, κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε ή η ίδια η μητρική εταιρεία ή πρόσωπα που ενεργούν στο όνομα τους, αλλά για, λογαριασμό των ανωτέρω προσώπων ή της μητρικής εταιρείας, η έκθεση της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 πρέπει να συνοδεύεται από έκθεση ορκωτού ελεγκτή-λογιστή από την οποία εμφαίνεται ότι η συναλλαγή δεν συγκρούεται με τα συμφέροντα της εταιρείας. Στις περιπτώσεις αυτές δεν εφαρμόζεται το άρθρο 23α. Τέλος στην παρ. 4 ορίζονται τα εξής: 4. Οι παράγραφοι 1 έως 3 δεν εφαρμόζονται στις συναλλαγές που έγιναν στο πλαίσιο των τρεχουσών συναλλαγών των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, καθώς και στις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν με σκοπό την κτήση μετοχών από ή για το προσωπικό της εταιρείας ή εταιρείας συνδεδεμένης με αυτήν. Σε κάθε περίπτωση, οι συναλλαγές αυτές δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση των ιδίων κεφαλαίων σε ποσό κατώτερο του οριζομένου στην παράγραφο 1 του άρθρου 44α.". Στην έννοια της "τρέχουσας συναλλαγής" της εταιρείας μετά των πελατών της, όρος που χρησιμοποιείται στο νόμο όχι κυριολεκτικώς αλλά προς δήλωση του συνήθως συμβαίνοντος, θεωρείται εκείνη που βάσει του αντικειμένου της εμπίπτει στις συμβάσεις που καταρτίζονται στα πλαίσια της καθημερινής δράσης της εταιρείας ήτοι αυτή που οι όροι της είναι οι συνήθεις όροι των συμβάσεων που η εταιρεία συνάπτει με τους λοιπούς συναλλασσόμενους μ' αυτήν. Άρα σύμβαση το αντικείμενο της οποίας διαφέρει από εκείνο των συμβάσεων που καταρτίζονται στα πλαίσια της καθημερινής δράσης της εταιρείας ή που κατά το περιεχόμενό της υπερβαίνει το συνηθισμένο για τη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο όπως αυτό προσδιορίζεται από τη δραστηριότητα της εταιρείας, την οικονομική της ευρωστία και τα ειθισμένα στις συναλλαγές για συμβάσεις του αυτού είδους, εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής (ΑΠ 791/2015, ΑΠ 1245/2018). Το ανωτέρω (νέο) άρθρο 16 α του Ν. 2190/1920 έχει ως σκοπό να αποτρέψει την καταστρατήγηση της απαγόρευσης απόκτησης από την εταιρία δικών της μετοχών και ειδικότερα τη μη τήρηση των προϋποθέσεων των παρ. 1 και 2 του αρθ. 16. Τέλος, το άρθρο 138 ΑΚ ορίζει στην πρώτη μεν παράγραφο: "Δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά παρά μόνον φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη", στη δε δεύτερη παράγραφο: "Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της". Από την πρώτη διάταξη (άρθρο 138 παρ. 1 ΑΚ) συνάγεται ότι η δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε (άρθρο 180 ΑΚ). Εικονική είναι λοιπόν η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και έχει ως σκοπό να δημιουργήσει σε άλλους την εντύπωση μεταβολής ορισμένης νομικής κατάστασης, χωρίς να υπάρχει πρόθεση στο δηλούντα τέτοιας νομικής μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση (όπως είναι και η σύμβαση δανείου), στην τελευταία δε περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο κατάρτισης συμβαλλομένων ότι η σύμβαση που συνάφθηκε δεν παράγει έννομες συνέπειες (ΑΠ 1662/2022, ΑΠ 1427/2017, ΑΠ 342/2014, ΑΠ 160/2013). Έτσι, για την εικονικότητα της σύμβασης αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, το οποίο συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής κατά τη δεύτερη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ. Η τελευταία όμως αυτή διάταξη δεν είναι προσδιοριστική της κατά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 138 ΑΚ εικονικότητας, υπό την έννοια ότι οριοθετεί απλώς την έκταση και την ενέργειά της, αλλ` έχει αυτοτέλεια διότι στηρίζεται σε νέα πραγματικά γεγονότα, διαφορετικά από εκείνα που απαρτίζουν την εικονικότητα της εμφανούς δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 32/1998,ΑΠ 1024/2018, ΑΠ 365/2015). Για την ακυρότητα, επομένως, ως εικονικής μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, συμβαλλομένων, για το ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Η κατά τα άνω ακυρότητα της δικαιοπραξίας είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθένα που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των όρθρων 180 ΑΚ και 68, 70 ΚΠολΔ (ΑΠ 1024/2018, ΑΠ 502/2018, ΑΠ 563/2016), καταλαμβάνοντας στο σύνολό της τη δικαιοπραξία, αφού οι μερικότεροι όροι της δεν έχουν αυτοτέλεια, δηλαδή δεν αποτελούν αντικείμενο αυτόνομης ρύθμισης (ΑΠ 1514/2013). Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως. Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 158/2023). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την έρευνα της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ζήτησαν ν' αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρες οι συμβάσεις δανείων που καλύπτονται υπό τις όμοιου τύπου συμβάσεις με εικονικό σκοπό την κατασκευή - επισκευή ακινήτου και υποκρυπτόμενο τη συμμετοχή των δανειοληπτών στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, με βάση το ακόλουθο ιστορικό: << Ενόψει, της επικείμενης αύξησης μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης και της δεδηλωμένης άρνησης μας να συμμετέχουμε σε αυτήν, περί τα τέλη Ιουνίου-αρχές Ιουλίου του 2007 μας επισκέφθηκε στα γραφεία μας αυτοβούλως, ο κύριος Θ. Α., στέλεχος τότε της εναγομένης στο τμήμα του PRIVATE BANKING από την Αθήνα, ο οποίος μας πρότεινε να μας πωλήσει ένα δάνειο προκειμένου να το χρησιμοποιήσουμε για συμμετοχή μας στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής. Η στάση μας από την αρχή υπήρξε ιδιαίτερα επιφυλακτική, που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ευγενικά αρνητική. Προκειμένου το ανωτέρω στέλεχος της εναγομένης να μας πείσει για το πόσο συμφέρον θα ήταν για μας μια τέτοιου είδους επένδυση μας προσκόμισε στοιχεία ανάπτυξης και απόδοσης των επενδύσεων της Τράπεζας καθώς και άλλες επενδυτικές προτάσεις (ανάλυση ισολογισμών κλπ). Οι συζητήσεις και οι διαπραγματεύσεις μας με την εναγόμενη Τράπεζα, διά μέσου του κ. Α., ο οποίος ερχόταν από την Αθήνα αποκλειστικά και μόνο στο γραφείο μας και αποκλειστικά και μόνο γι' αυτό, διήρκησαν μέχρι και την τελευταία στιγμή, ήτοι μέχρι τις ημεροχρονολογίες υπογραφής των συμβάσεων, και αφορούσαν κυρίως το να πειστούμε εμείς για την ασφάλεια της επένδυσης μας. Έκτοτε, ουδεμία επικοινωνία είχαμε ξανά με τον κ. Α., ούτε προσωπική ούτε τηλεφωνική ούτε άλλης μορφής. Μάλιστα, προς διευκόλυνσή μας, μας προτάθηκε από τον κ. Α. η αγορά των μετοχών να γίνει με τη μορφή και την αιτιολογία του "Στεγαστικού-Επισκευαστικού" δανείου, ποσού τριακοσίων χιλιάδων (300.000) Ευρώ για τον πρώτον από μας και πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) Ευρώ για τη δεύτερη από μας, με εγγύηση μετοχές που τότε κατείχαμε στο διπλάσιο σχεδόν της αξίας των δανείων. Ο προβληματισμός μας για το συμφέρον ή όχι της επένδυσης, ενόψει των ως άνω προτάσεων το κ. Α. ήταν ιδιαίτερα έντονος. Στη σκέψη μας επικρατούσε η θέση, ότι δεν επιθυμούσαμε να διαθέτουμε χρήματα από άλλη πηγή για την εξυπηρέτηση του δανείου που μας πρότεινε. Τελικά στην απόφασή μας να δεχθούμε τα δάνεια που μας πρότεινε για να μετάσχουμε στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης καθόρισε η "εγγύηση" του κ. Α. ότι με τα ποσά των μερισμάτων, που θα παίρναμε θα αποπληρώναμε και το δάνειο, χωρίς καμία επιπλέον οικονομική επιβάρυνση τονίζοντας μας μάλιστα ότι εκ των μερισμάτων αυτών θα υπολείπονταν κιόλας χρήματα μετά την καταβολή κάθε δόσης του δανείου, αφού, όπως μας έλεγε, οι προοπτικές της τράπεζας παρουσιάζονταν ιδιαίτερα ευοίωνες. Τις θέσεις αυτές περί υγιούς επιχειρήσεως ενίσχυσε ο τότε διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης κ. Ν. Ν. τόσο σε ομιλίες του προς εμάς τους μετόχους όσο και σε συνεντεύξεις του στον τύπο. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η δεύτερη εξ ημών ήμουν πελάτισσα του PRIVATE BANKING της εναγόμενης. Ενόψει της ιδιότητάς μου αυτής ο κ. Α.ς μου απέστειλε, με ιδιωτικό Ταχυδρομείο, με ημερομηνία αποστολής 20-7-2007 το σύνολο των εγγράφων δηλαδή σχέδιο της σύμβασης που θα υπογράφαμε, παράρτημα, υπεύθυνη δήλωση και όλα τα έγγραφα που ήταν απαραίτητα για την ενεχυρίαση των μετοχών έτσι ώστε να δούμε και οι δύο οι ενάγοντες ότι επρόκειτο περί μίας απλή τυπικής σύμβασης στεγαστικού - επισκευαστικού δανείου. Το δείγμα της συμβάσεως που μου απεστάλει με ιδιωτικό ταχυδρομείο φέρει ημερομηνία 20-7-2007 και φυσικά δεν υπεγράφει, διότι ακόμη ήμασταν στις διαπραγματεύσεις. Πεισθέντες λοιπόν από τα ανωτέρω υπογράφηκαν μεταξύ ημών και της εναγομένης δύο συμβάσεις, με τη μορφή και την αιτιολογία του "Στεγαστικού-Επισκευαστικού δανείου, ποσού τριακοσίων χιλιάδων (300.000) Ευρώ για τον πρώτον από μας και πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) Ευρώ για τη δεύτερη από μας, με εγγύηση μετοχής που τότε κατείχαμε στο διπλάσιο σχεδόν της αξίας των δανείων. Με το προϊόν των ως άνω δανείων ο πρώτος από μας μετείχα στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης με την αγορά 13.980 νέων μετοχών με ποσό καταβολής ανά μετοχή 20.00 Ευρώ και με συνολικό ποσό χρέωσής μου 279.600,00 Ευρώ και η δεύτερη από μας μετείχα στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης με την αγορά 14.478 νέων μετοχών με τιμή εκδόσεως 20.00 Ευρώ ανά νέα μετοχή και με συνολικό ποσό χρέωσής μου 289.560,00 Ευρώ... Οι συμβάσεις στεγαστικού δανείου είναι εικονικές τόσο ως προς το σκοπό τους όσο και ως προς το λοιπό περιεχόμενό τους, αφού δεν υπήρχαν οικίες ούτε για αποπεράτωση ούτε για βελτίωση, υποκρύπτουν άλλες συμβάσεις, οι οποίες είναι απολύτως άκυρες, διότι αντίκεινται στο άρθρο 16α παρ. 1 περ.α, β του Ν.2190/1920, που απαγορεύει με ποινή ακυρότητας την παροχή δανείων από τράπεζες σε τρίτους, με αποκλειστικό σκοπό την απόκτηση μετοχών τους απ' αυτούς, εκτός αν διενεργούνται με ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου, αποφασίζονται από τη γενική συνέλευση και υποβάλονται σε δημοσιότητα, προϋποθέσεις που δεν τηρήθηκαν στην συγκεκριμένη περίπτωση. Επιπλέον, οι συμβάσεις δανείου και οι συμβάσεις αγοράς μετοχών είναι άκυρες και λόγω της απάτης που μετήλθε ο ως άνω προστηθείς υπάλληλος της εναγομένης τράπεζας.>> Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ζήτησαν: α) να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρες οι συμβάσεις δανείων γιατί υποκρύπτουν τη συμμετοχή τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης που αντίκεινται σε απαγορευτική διάταξη νόμου, καθώς και να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρες οι συμβάσεις αγοράς των νέων μετοχών και β) να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρες οι ίδιες ως άνω συμβάσεις λόγω απάτης. Η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 16α παρ. 1-3 του Ν. 2190/1920 και ορισμένη, καθόσον αναφέρεται σ' αυτήν ότι οι επίδικες συμβάσεις δανείων είναι εικονικές τόσο ως προς τον σκοπό τους, όσο και ως προς το λοιπό περιεχόμενό τους, αφού δεν υπήρχαν οικίες των αναιρεσειόντων για αποπεράτωση ή για βελτίωση, αλλά αφορούσαν αποκλειστικά την αγορά μετοχών στην επερχόμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της αναιρεσίβλητης και ως εκ τούτου άκυρες, διότι δεν πραγματοποιήθηκαν με ευθύνη του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, δεν αποφασίστηκαν από τη Γενική Συνέλευση αυτής και δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας. Αντίθετα, δεν εκτίθεται στην αγωγή ότι οι επίδικες συναλλαγές έγιναν στο πλαίσιο των τρεχουσών συναλλαγών της αναιρεσίβλητης, για τις οποίες δεν εφαρμόζονται οι παράγραφοι 1-3 του άρθρου 16α του Ν. 2190/1920, αλλά η παρ. 4 του ίδιου άρθρου. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η ένδικη αγωγή στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 16α παρ. 4 του Ν. 2190/1920 και είναι αόριστη γιατί οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες έπρεπε να ισχυριστούν ότι δεν τηρήθηκε η μοναδική προϋπόθεση που τάσσεται από τη διάταξη του άρθρου 16α παρ. 4α του Ν. 2190/1920, ότι οι συμβάσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση των κεφαλαίων της αναιρεσίβλητης σε ποσό κατώτερο του οριζομένου στην παρ. 1 του άρθρου 44α του ίδιου νόμου, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 16α παρ. 4 του Ν. 2190/1920, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω, αλλά αυτή της διατάξεως του άρθρου 16α παρ. 1-3 του ίδιου ως άνω νόμου, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε. Κατόπιν τούτων, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 16α παρ. 4 Ν. 2190/1920, είναι βάσιμος. Περαιτέρω, η σύμβαση μεταξύ υφισταμένης ήδη ανώνυμης εταιρείας, η οποία προβαίνει σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, και τρίτου υποψηφίου μετόχου, δυνάμει της οποίας αφενός o δεύτερος αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει μέρος του ποσού κατά το οποίο αυξάνεται το μετοχικό κεφάλαιο, ως εισφορά αυτού στην ανώνυμη εταιρεία, αφετέρου η πρώτη αναλαμβάνει την υποχρέωση να τον αναγνωρίσει ως μέτοχο και να εκδώσει και παραδώσει σε αυτόν μετοχές αντίστοιχες με την καταβλητέα εισφορά του, συνιστά ιδιότυπη αμφοτεροβαρή σύμβαση, στην οποία εφαρμόζονται οι διέπουσες το εταιρικό δίκαιο διατάξεις και ονομάζεται σύμβαση αναλήψεως μετοχών. Η ανάληψη μετοχών από τον τρίτο, κατά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, συνιστά πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της μετοχικής ιδιότητας από αυτόν και της κυριότητος αυτού επί των τίτλων των μετοχών. Η μετοχική αυτή σχέση δεν αποτελεί σχέση δανειστή και οφειλέτη, εφ` όσον o μέτοχος δεν είναι δανειστής της ανώνυμης εταιρείας, ούτε καν υπό αίρεση, αλλά αντίθετα εκφράζει τον εταιρικό δεσμό ανάμεσα στην ανώνυμη εταιρεία και τον μέτοχο, από τον οποίο απορρέουν ορισμένα δικαιώματα που κατονομάζονται ρητώς στον νόμο (ΑΠ 1285/1980 NoB 29.554), ενώ η κτήση της μετοχής προσδίδει στον κομιστή την ιδιότητα του μετόχου, από την οποία απορρέουν τα έναντι της ανώνυμης εταιρείας δικαιώματά του. Σε περίπτωση ανώμαλης εξελίξεως της ιδιότυπης αυτής αμφοτεροβαρούς συμβάσεως γίνεται δεκτό ότι εφαρμόζονται οι γενικές και ειδικές διατάξεις του εταιρικού δικαίου σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις του αστικού δικαίου για την ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, μόνον εφ` όσον οι τελευταίες συμβιβάζονται με τις ειδικές διατάξεις του εταιρικού δικαίου. Συγκεκριμένα o αναγκαστικός χαρακτήρας των διατάξεων που διέπουν το δίκαιο της ανώνυμης εταιρείας και την φύση της μετοχικής σχέσεως επιβάλλουν να γίνει δεκτό ότι κατά την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ που αφορούν την ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής, δεν μπορούν να ασκούνται είτε από την ανώνυμη εταιρεία, είτε από τον μέτοχο δικαιώματα που οδηγούν στην λύση της μετοχικής σχέσεως, όπως λ.χ. υπαναχώρηση από την σύμβαση αναλήψεως μετοχών ή αναστροφή της πωλήσεως, αλλά μόνον δικαιώματα που οδηγούν σε αποκατάσταση αυτής, όπως αποζημίωση. Διαφορετική εκδοχή θα οδηγούσε σε νομικά άτοπα, διότι σε περίπτωση υπαναχωρήσεως από την σύμβαση αναλήψεως μετοχών ή αναστροφής της πωλήσεως, η ανώνυμη εταιρεία θα αποκτούσε άμεσα δικές της μετοχές, αν και η ανωτέρω κτήση ιδίων μετοχών από την ανώνυμη εταιρεία απαγορεύεται κατά την § 1 του άρθ. 16 του ν. 2190/1920, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρει η § 2 του ιδίου άρθρου, στις οποίες όμως δεν υπάγεται η ανωτέρω περίπτωση ανώμαλης εξελίξεως της συμβάσεως αναλήψεως μετοχών. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά το αίτημα της αναγνώρισης της ακυρότητας των συμβάσεων αγοράς των μετοχών, ως μη νόμιμη, ορθώς, σύμφωνα με τα νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 16α παρ. 1 του ν. 2190/1920. Επομένως, ο σχετικός τέταρτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως, ο οποίος γίνεται δεκτός, στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των πρώτου και τρίτου λόγων της αναιρέσεως από τους αριθμούς 13, 19, 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί και η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατέθεσαν (άρθρο 495 αρ.3ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν ορίζονται καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 1133/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος απ' αυτούς παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ