Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1046 / 2024    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1046/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Π. του Α., κατοίκου Πατρών, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Αϋφαντή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) της ομόρρυθμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "Θ.Γ. και Μ. ... Ο.Ε." μέλους του Τ.Ε.Ε. όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Πάτρα, 2) Χ. Α. του Δ. και 3) Ε. Μ. του Ι., συζ.Γ. Α., κατοίκων Πατρών, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Παπάκου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 107/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 69/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-4-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 αντικαταστάθηκε εκ νέου με την παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 4446/2016, προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την περίπτωση αναίρεσης κατά απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 614 παρ. 3 και 5 του ιδίου Κώδικα (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 11.4.2023 με αριθμ. καταθ. 129/11.4.2023 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 69/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με αντικείμενο αμοιβές για την παροχή εργασίας, μεταξύ των διαδίκων, η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του υπ` αριθ. 57854243295310090081 ηλεκτρονικού παραβόλου, ύψους τριακοσίων (300) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά όμως, ως διαφορά από αμοιβές για την παροχή εργασίας, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 1307/2022, 1237/2022).
Με την από 11.4.2023 με αριθμ. καταθ. 129/11.4.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 69/30.1.2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών-αμοιβών από την παροχή εργασίας, με την οποία εξαφανίσθηκε η υπ' αριθμ. 107/2018 πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών και έγινε δεκτή η από 25.9.2016 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ως κατ'ουσία βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των λόγων της ένδικης αίτησης αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες με την από 25.9.2016 αγωγή τους, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών, ισχυρίσθηκαν ότι η εναγόμενη, ιδιοκτήτρια οικοπέδου μετά ισογείου οικοδομής στη θέση "..." του Δήμου Πατρέων, τους ανέθεσε τη σύνταξη πλήρους μελέτης κατασκευής και επίβλεψης προσθήκης καθ'υψος ορόφου και επέκτασης του ισογείου της οικοδομής, για την οποία εκδόθηκε η υπ'αριθμ. ... άδεια οικοδομής με προϋπολογισμό (πλασματικό) του εν λόγω έργου αποκλειστικά για τον υπολογισμό των νομίμων αμοιβών το ποσό των 13.705 ευρώ. Ότι η εναγόμενη δεν κατέβαλε τις νόμιμες αμοιβές τους, όπως προκύπτουν από τους νόμιμους συντελεστές του Π.Δ. 694/1974 για κάθε στάδιο εργασιών με βάση τον ως άνω προϋπολογισμό του έργου και που ανέρχονται, σύμφωνα με τους επισυναπτόμενους σ'αυτή (αγωγή) πίνακες υπολογισμού α) για την πρώτη ενάγουσα ομόρρυθμη τεχνική εταιρεία γα την επίβλεψη των στατικών στο ποσό των 629,48 ευρώ, για την επίβλεψη της παθητικής πυροπροστασίας στο ποσό των 96,17 ευρώ, για την επίβλεψη της αποχέτευσης στο ποσό των 127,47 ευρώ και για την επίβλεψη της ύδρευσης στο ποσό των 127,47 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 1.206,13 ευρώ (με ΦΠΑ 23%), β) για το δεύτερο ενάγοντα, μηχανολόγο-μηχανικό για την επίβλεψη των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων στο ποσό των 204,67 ευρώ, για την επίβλεψη του κλιματισμού στο ποσό των 383,24 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 723,13 ευρώ (με ΦΠΑ 23%) και γ) για την τρίτη ενάγουσα, πολιτικό μηχανικό, για την επίβλεψη των αρχιτεκτονικών στο ποσό των 1.830,28 ευρώ (με ΦΠΑ 23%). Με βάση το ως άνω ιστορικό ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 1.206,13 ευρώ, στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 723,13 ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 1.830,28 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Το Ειρηνοδικείο Πατρών με την υπ'αριθμ. 107/2018 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Επί της από 8.7.2020 έφεσης των εναγόντων εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 110/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσής τους, λόγω μη κοινοποίησής της στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος. Κατόπιν της από 25.2.2022 κλήσης των εναγόντων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 69/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών με την οποία έγινε τυπικά και κατ'ουσία δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση, έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 1.206,13 ευρώ, στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 723,13 ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 1.830,28 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής "...Στις 05-08-2011 υπεγράφη μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και της εναγόμενης το με την ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η εναγόμενη ως εργοδότης ανέθεσε στην πρώτη ενάγουσα ως ανάδοχο, να εκτελέσει η τελευταία τις εργασίες κατασκευής προσθήκης ορόφου καθ' ύψος και ισογείου κατ' επέκταση ισογείου κατοικίας σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της εναγομένης που βρίσκεται στα ... Πατρών. Επίσης στο ίδιο συμφωνητικό και συγκεκριμένο στον όρο 2 αυτού, ορίστηκε ότι το τελικό ποσό της αμοιβής για την ολοκλήρωση του έργου συμφωνείται στο ποσό των 60.000,00 ευρώ, ενώ στον όρο 5 αυτής προβλέφθηκε ότι η επίβλεψη και διεύθυνση εκτέλεσης του έργου είναι αποκλειστική ευθύνη της εδώ πρώτης ενάγουσας. Για τις ως άνω εργασίες εκδόθηκε η 538/20-9-2011 άδεια οικοδομής. Αποδείχθηκε επίσης ότι η εναγόμενη δυνάμει της από 6-6-2011 δήλωσης ανάθεσης, η οποία εμπεριέχεται στον φάκελο της άδειας οικοδομής, που βρίσκεται στο Πολεοδομικό Γραφείο Πατρών ανέθεσε στους ενάγοντες τη σύνταξη μελέτης, κατασκευής και επίβλεψης του έργου (....). Αποδείχθηκε, όμως, ότι η εναγόμενη δεν έχει καταβάλει τις νόμιμες αμοιβές των εναγόντων για την επίβλεψη του έργου και ως εκ τούτου οφείλει σε καθέναν από αυτούς τις νόμιμες αμοιβές του, όπως αυτές προκύπτουν από τη βάση υπολογισμού του Τ.Ε.Ε., οι οποίες έχουν υπολογιστεί με βάση τους νόμιμους συντελεστές, ως αναφέρονται κατά εργασία και στάδιο εργασιών στο Π.Δ. 696/1974, με προϋπολογισμό του έργου το ποσό των 13.745,00 ευρώ και οι οποίες ανέρχονται: α) για την πρώτη ενάγουσα στο συνολικό ποσό των 1.206,13 ευρώ (μαζί με ΦΠΑ 23%), το οποίο αναλύεται ως εξής: ποσό 629,48 ευρώ για την επίβλεψη των στατικών, ποσό 96,17 ευρώ για την επίβλεψη της παθητικής πυροπροστασίας, ποσό 127,47 ευρώ για την επίβλεψη της αποχέτευσης και ποσό των 127,47 ευρώ για την επίβλεψη της ύδρευσης, β) για τον δεύτερο ενάγοντα στο συνολικό ποσό των 723,13 ευρώ (μαζί με ΦΠΑ 23%), το οποίο αναλύεται ως εξής: ποσό 204,67 ευρώ για την επίβλεψη των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων και ποσό 383,24 ευρώ για την επίβλεψη του κλιματισμού και γ) για την τρίτη ενάγουσα στο ποσό των 1.830,28 ευρώ (μαζί με ΦΠΑ 23%), το οποίο αντιστοιχεί στην επίβλεψη των αρχιτεκτονικών (βλ. σχετικούς πίνακες υπολογισμού των αμοιβών, όπως έχουν εκδοθεί και εγκριθεί από το Τ.Ε.Ε., τους οποίους επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες). Η εναγόμενη προβάλει την ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης ως προς τον 2° και την 3η των εναγόντων για το λόγο ότι το ως άνω από 05-08-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό υπογράφηκε μόνο μεταξύ της ιδίας και της πρώτης ενάγουσας δίχως δηλαδή να συμβληθούν οι λοιποί ενάγοντες, πλην όμως ο σχετικός ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον από την ως άνω από 6-6-2011 δήλωση ανάθεσης προκύπτει ότι η ανάθεση της επίβλεψης δεν έγινε μόνο προς την πρώτη ενάγουσα αλλά προς όλους τους ενάγοντες, αφού στην εν λόγω δήλωση αναφέρονται τα ονόματα όλων των εναγόντων και το αντικείμενο της επίβλεψης καθενός εξ αυτών. Περαιτέρω η εναγόμενη προβάλει την ένσταση εξόφλησης και συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι ενώ το συνολικό κόστος του έργου ανήλθε, με βάση γραπτό λογαριασμό που της παρέδωσε η πρώτη ενάγουσα, στο ποσό των 137.500,00 ευρώ, η ίδια έχει καταβάλει στους ενάγοντες περισσότερα χρήματα και συγκεκριμένα τους έχει καταβάλει το ποσό των 161.944,76 ευρώ και ως εκ τούτου η επίδικη αξίωση έχει εξοφληθεί. Τα ανωτέρω πράγματι αποδεικνύονται, ήτοι η εναγόμενη προσκομίζει έναν λογαριασμό στο τέλος του οποίου αναφέρεται το ποσό των 137.500,00 ευρώ και επίσης προσκομίζει αποδείξεις από τις οποίες αποδεικνύεται ότι μέχρι σήμερα έχει καταβάλει για το επίδικο έργο το συνολικό ποσό των 161.944,76 ευρώ. Ωστόσο, οι ως άνω καταβολές δεν αφορούσαν τις επίδικες αμοιβές των εναγόντων για την επίβλεψη αλλά αφορούσαν το κατασκευαστικό κομμάτι του έργου. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι για τις επίδικες αμοιβές υπάρχει ειδική διαδικασία, η οποία εν προκειμένω δεν έχει ακολουθηθεί, και συγκεκριμένα μετά την αποπεράτωση των εργασιών, που βεβαιώνεται από την αρμόδια πολεοδομική αρχή μετά από αυτοψία, οι αμοιβές της επίβλεψης κατατίθενται στην Εθνική Τράπεζα και εν συνεχεία τα αντίστοιχα έγγραφα της κατάθεσης αμοιβής κατατίθενται στην πολεοδομική αρχή προκειμένου να μπορέσει το κτίριο να ηλεκτροδοτηθεί (για τα παραπάνω σχετικά με την ειδική διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί για τις επίδικες αμοιβές βλ. κατάθεση μάρτυρα εναγόντων, ο οποίος ήταν προϊστάμενος της Πολεοδομίας Πατρών [ήδη συνταξιούχος] και ο οποίος κατάθεσε εξ ιδίας αντιλήψεως ότι η παραπάνω διαδικασία δεν έχει τηρηθεί και άρα οι επίδικες αμοιβές δεν έχουν καταβληθεί). Τέλος, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ασκούν τις επίδικες αξιώσεις τους κατά τρόπο που υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης...".
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί, και μάλιστα, νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις (ΑΠ 762/2023, 1597/2018, 884/2017). Περαιτέρω, η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και επομένως, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης ο σχετικός ισχυρισμός, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1118/2023, 762/2023). Ενόψει δε του ότι αφορά σε ισχυρισμό που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα, μπορεί να προταθεί το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 958/2020, 753/2020, 953/2017) και συγκεκριμένα να έχει προταθεί νόμιμα με λόγο έφεσης του εναγομένου ή με τις προτάσεις του εφεσίβλητου προς απόκρουση της έφεσης (ΑΠ 958/2020, 753/2020, 1162/2019). Τέλος, ο ισχυρισμός περί αοριστίας προτεινόμενος ή επαναφερόμενος στο εφετείο, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να εκτίθενται οι συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο είναι αναγκαία για τη γέννηση του ασκούμενου δικαιώματος (ΑΠ 905/2023, 740/2020, 137/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τον προβληθέντα από αυτήν ισχυρισμό περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής των εναγόντων. Από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) των από 17.10.2022 προτάσεων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ως εφεσίβλητης, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι με αυτές δηλώνει ότι επαναφέρει κατ'άρθρο 240 του ΚΠολΔ ισχυρισμούς και ενστάσεις που είχε προβάλλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και συγκεκριμένα ισχυρισμό απαραδέκτου της αγωγής λόγω μη επίδοσης της αγωγής στο Τ.Ε.Ε., ισχυρισμό περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του δεύτερου και τρίτης των εναγόντων, ένσταση εξόφλησης και ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων, χωρίς να αναφέρει σ'αυτές (προτάσεις) ότι είχε προβάλλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την ένσταση αοριστίας του δικογράφου της αγωγής και ότι την επαναφέρει ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (σημειωτέον ότι δεν προσκομίζονται τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και οι πρωτόδικες προτάσεις της εναγομένης), ούτε με αυτές (προτάσεις) υπέβαλλε το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ως εφεσίβλητη, ισχυρισμό περί αοριστίας αυτής (αγωγής), η δε απλή αναφορά σ'αυτές ότι αρνείται την έφεση, την αγωγή, τις προτάσεις, ενστάσεις και ισχυρισμούς εν γένει των εναγόντων ως νόμω και ουσία αβάσιμους, αναληθείς, αόριστους, χωρίς καμιά αναφορά σε πραγματικά περιστατικά, δεν συνιστά παραδεκτή πρόταση του ισχυρισμού περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης περί αοριστίας της αγωγής στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς μάλιστα να συντρέχει για το παραδεκτό της προβολής του κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται επί απόφασης ειρηνοδικείου ή επί απόφασης πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί έφεσης κατά απόφασης ειρηνοδικείου αν αυτή δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) την συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 582/2023, 333/2023), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής "jura novit curia", η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία ( ΑΠ 582/2023, 247/2022, 621/2020), β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 333/2023, 357/2018) ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, (ΑΠ 582/2023), γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση (ΑΠ 322/2023, 680/2022, 621/2020) και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 582/2023, 333/2023, 247/2022). Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 582/2023, 247/2022, 621/2020). Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και επί απόφασης ειρηνοδικείου ή επί απόφασης πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί έφεσης κατά απόφασης ειρηνοδικείου με τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ιδίου Κώδικα, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. . Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 16/2023, 308/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 9/2023, 409/2022, 268/2020, 517/2019). Επίσης, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 855/2021, ΑΠ 284/2014) Τέλος, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό έστω και εσφαλμένα (ΑΠ 1148/2022, 990/2022), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 954/2023, 990/2022, 85/2020), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 954/2023, 990/2022, 1108/2020). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την ένστασή της περί εξόφλησης των ενδίκων απαιτήσεων των εναγόντων καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση α) ενώ δέχεται ότι αυτή (αναιρεσείουσα) έχει καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 161.944,76 ευρώ για την εκτέλεση του έργου και ότι οι ως άνω καταβολές αφορούσαν το κατασκευαστικό κομμάτι του έργου και όχι τις επίδικες αμοιβές των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων για την επίβλεψη, παράλληλα αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) δέχεται αντιφατικά με την ως άνω παραδοχή της, ότι στο από 5.8.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό που είχε συναφθεί μεταξύ αυτής και της πρώτης ενάγουσας στο ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής της ύψους 60.000 ευρώ για την ολοκλήρωση του έργου περιλαμβάνεται και η αμοιβή αυτής για επίβλεψη και διεύθυνση του έργου, βάσει του όρου 5 της από 5.8.2011 εργολαβικής σύμβασης και ότι ως εκ τούτου η επιδίκαση αμοιβής ύψους 1.206,13 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα στερείται νόμιμης βάσης, αφού ήδη είχε καταβάλει σ'αυτή το συνολικό ποσό ύψους 161.894,74 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι ένδικες αμοιβές επίβλεψης όλων των εναγόντων, β) ενώ δέχεται ότι για τις αμοιβές των εναγόντων υπάρχει ειδική διαδικασία κατάθεσης αυτών στην Εθνική Τράπεζα και ακολούθως τα αντίστοιχα έγγραφα κατάθεσης της αμοιβής κατατίθενται στην πολεοδομική αρχή προκειμένου να μπορέσει να ηλεκτροδοτηθεί το κτίριο, διαδικασία που δεν είχε ακολουθηθεί, όφειλε να δεχθεί ότι, βάσει του από 5.8.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, υπόχρεη τήρησης της ως άνω διαδικασίας ήταν η πρώτη ενάγουσα, εργολάβος του έργου, αφού δέχθηκε ότι βάσει όρου του συμφωνητικού αποκλειστικά υπεύθυνη για την επίβλεψη και τη διεύθυνση εκτέλεσης του έργου ήταν η πρώτη ενάγουσα και ότι αυτή όφειλε να καταθέσει τις αμοιβές της επίβλεψης όλων των εναγόντων στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το ως άνω πρώτο μέρος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και μάλιστα ενάριθμα και δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, όπως προτάθηκαν στο Δικαστήριο της ουσίας εκ μέρους της αναιρεσείουσας για τη θεμελίωση της ένστασης εξόφλησης, ως προς την οποία (ένσταση) εμφανίζεται η προβαλλόμενη ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με το αποδεικτικό της πόρισμα ότι το καταβληθέν από την αναιρεσείουσα στην πρώτη αναιρεσίβλητη ποσό των 161.944,76 ευρώ αφορούσε το κατασκευαστικό κομμάτι του έργου και ότι σ'αυτό δεν συμπεριλαμβάνονταν οι επίδικες αμοιβές των εναγόντων για την επίβλεψη του έργου. Σε κάθε δε περίπτωση, ο ως άνω πρώτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος αυτού είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το αποδεικτικό του πόρισμα ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες τα επιδικασθέντα στον καθένα εξ αυτών ποσά για την επίβλεψη του έργου επέκτασης ισογείου οικοδομής και ανέγερσης πρώτου ορόφου επί οικοπέδου ιδιοκτησίας της εναγομένης, αντικείμενο που είχε ανατεθεί σ'αυτούς με την από 6.6.2011 δήλωση ανάθεσης εκ μέρους της εναγομένης και ότι το καταβληθέν από την εναγόμενη στην πρώτη ενάγουσα συνολικό ποσό των 161.944,76 ευρώ αφορούσε το κατασκευαστικό τμήμα του έργου και δεν αφορούσε τις επίδικες αμοιβές επίβλεψης του έργου. Δεν υπάρχει, δε, αντίφαση από την παραδοχή του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ότι το ως άνω καταβληθέν από την εναγόμενη ποσό των 161.944,76 ευρώ αφορούσε το κατασκευαστικό μέρος του έργου, με την παραδοχή ότι με το όρο 5 του ιδιωτικού συμφωνητικού (εργολαβική σύμβαση ανάθεσης έργου), που υπογράφηκε μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και της εναγομένης, συμφωνήθηκε ότι η επίβλεψη και διεύθυνση εκτέλεσης του έργου είναι αποκλειστική ευθύνη της πρώτης ενάγουσας, εφόσον, κατά την ανέλεγκτη παραδοχή του Δικαστηρίου, το κατασκευαστικό κόστος του έργου ανήλθε στο προαναφερθέν ποσό, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνονταν οι αμοιβές των εναγόντων για την επίβλεψη του έργου. Ούτε, τέλος, υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ότι με ως άνω όρο του συμφωνητικού η πρώτη ενάγουσα είχε την αποκλειστική ευθύνη επίβλεψης και διεύθυνσης του έργου και της παραδοχής ότι δεν αποδείχθηκε η καταβολή των αμοιβών των εναγόντων για την επίβλεψη του έργου εκ μέρους της εναγομένης, εφόσον δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία καταβολής αυτών με κατάθεση στην Εθνική Τράπεζα, καθότι είναι ανεξάρτητο γεγονός η ανάληψη της υποχρέωσης επίβλεψης του έργου από την πρώτη ενάγουσα, από την υποχρέωση της εναγομένης για την καταβολή της αμοιβής των εναγόντων για την επίβλεψη αυτού. Συνακόλουθα με το να απορρίψει το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας περί εξόφλησης των ένδικων αμοιβών επίβλεψης ως κατ'ουσία αβάσιμη. δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 416 του ΑΚ και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον ως άνω λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω η αναιρεσείουσα με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν από αυτή ή από τους αναιρεσίβλητους και που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ενώ δέχθηκε ότι αυτή (αναιρεσείουσα) είχε καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 161.944,76 ευρώ, ακολούθως δέχθηκε, χωρίς να έχει προβληθεί σχετικός ισχυρισμός εκ μέρους των αναιρεσίβλητων, ότι η καταβολή του ως άνω ποσού αφορούσε το κατασκευαστικό κομμάτι του έργου και ότι σ'αυτό δεν συμπεριλαμβάνονταν οι επίδικες αμοιβές επίβλεψης των εναγόντων, παραδοχή που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθότι στον ως άνω μη προταθέντα ισχυρισμό, εδράζεται η απόρριψη κατ' ουσία της ένστασής της περί εξόφλησης των ενδίκων απαιτήσεων των εναγόντων. Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την παραδοχή του ότι το καταβληθέν από την αναιρεσείουσα στην πρώτη αναιρεσίβλητη ποσό των 161.944,76 ευρώ αφορούσε το κατασκευαστικό κομμάτι του έργου και ότι σ'αυτό δεν συμπεριλαμβάνονταν οι επίδικες αμοιβές των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων για την επίβλεψη του έργου, δεν δέχθηκε "πράγμα" που δεν προτάθηκε, κατά την έννοια που προεκτέθηκε στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης που προηγήθηκε, αλλά περιστατικό που προέκυψε από τις αποδείξεις, κατά την εξέταση της ένστασης της εναγομένης περί εξόφλησης των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων, ενόψει του αρνητικού ισχυρισμού αυτών ότι η εναγόμενη δεν έχει εξοφλήσει τις ένδικες αξιώσεις τους και ότι οι όροι του από 5.8.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού αφορούσαν την αμοιβή της πρώτης ενάγουσας για το κατασκευαστικό κομμάτι του έργου και δεν αφορούσαν τις νόμιμες αμοιβές τους για την επίβλεψη του έργου, τον οποίο (ισχυρισμό) είχαν προβάλλει στο Δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 18.10.2022 προτάσεων των εναγόντων, ως εκκαλούντων, προς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (στις οποίες ενσωματώνονται οι από 7.3.2017 πρωτόδικες προτάσεις τους και η από 10.3.2017 προσθήκη αντίκρουση αυτών).
Η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 του ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας. Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ` αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη, άλλωστε, νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης. Ενόψει της ανωτέρω φύσεως της νομιμοποίησης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος απόδειξης, με συνέπεια, και σε περίπτωση που δεν αποδείξει τον περί νομιμοποίησής του ισχυρισμό, την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποίησης (ΑΠ 640/2023, 405/2023, 55/2022, 915/2021). Η εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση, της νομιμοποίησης των διαδίκων, συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας, η δε παραβίαση της εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και επί απόφασης ειρηνοδικείου ή επί απόφασης πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί έφεσης κατά απόφασης ειρηνοδικείου στον αναιρετικό λόγο με αριθμ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ), και όχι στον αναιρετικό λόγο με αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 208/2021, 28/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της α) την ένστασή της της περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των δεύτερου και τρίτης εναγόντων, εφόσον, με βάση και τον όρο 5 της εργολαβικής σύμβασης που είχε συνάψει με την πρώτη ενάγουσα, η τελευταία είχε την αποκλειστική ευθύνη της επίβλεψης και διεύθυνσης του έργου και ότι ως εκ τούτου ο δεύτερος και η τρίτη των εναγόντων δεν είχαν ευθεία αξίωση εκ της εργολαβικής σύμβασης κατ'αυτής (εναγομένης-αναιρεσείουσας) αλλά μόνο κατά της πρώτης ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, ως προστήσασα αυτούς και β) την ένστασή της περί ολοσχερούς εξόφλησης των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων . Ο ως άνω εκ του 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν εξέτασε την ένστασή της περί ολοσχερούς εξόφλησης των εναγόντων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέτασε τον ως άνω ισχυρισμό της εναγομένης ως εφεσίβλητης και τον απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή η αποδιδόμενη από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της εσφαλμένης, κατά την άποψή της, απόρριψης του ως άνω ισχυρισμού της , εφόσον δεν θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, όταν το Δικαστήριο της ουσίας εξέτασε ισχυρισμό και τον απέρριψε. Περαιτέρω ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν εξέτασε τον ισχυρισμό της περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του δεύτερου και τρίτου των εναγόντων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθότι η έλλειψη νομιμοποίησης δεν είναι "πράγμα" κατά την έννοια που προεκτέθηκε. Σε κάθε δε περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέτασε τον αρνητικό ισχυρισμό της εναγομένης περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του δεύτερου και της τρίτης των εναγόντων και τον απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο. Εφόσον δε ήθελε εκτιμηθεί ότι η αναιρεσείουσα με τον ως άνω λόγο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ως εκ του αποδιδόμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικού σφάλματος, ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο το Δικαστήριο με το να δεχθεί ότι με την από 6.6.2011 δήλωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, που περιλαμβάνεται στην οικοδομική άδεια του έργου, η οποία κατατέθηκε στην αρμόδια πολεοδομική αρχή, δηλώθηκε από αυτή η ανάθεση της επίβλεψης του έργου σε όλους τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους και το αντικείμενο της επίβλεψης εκάστου ενάγοντος επί του έργου και ότι ως εκ τούτου νομιμοποιούνται ενεργητικά και ο δεύτερος και η τρίτη των εναγόντων και να απορρίψει ως κατ'ουσία αβάσιμο τον ισχυρισμό της εναγομένης περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης αυτών, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον ως άνω λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησης του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, που θα έχει δυσμενείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου, έστω και μακροχρόνια, ακόμη και εάν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται καταφανώς των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. Η δε κατά τα άνω επιχειρούμενη από τον δικαιούχο εκ των υστέρων ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης, απαιτείται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες (ΟλΑΠ 8/2018, 7/2002, ΑΠ 2115/2022, 308/2020). Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που επιφέρει η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 2115/2022, 626/2020, 472/2020). Δεν είναι, όμως, νόμιμος ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, όταν ουσιαστικά τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αναφέρονται στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος, αλλά κωλύουν τη γέννηση ή καταλύουν το δικαίωμα, ώστε να πλήττουν αυτή την ίδια την ύπαρξη του δικαιώματος, το οποίο φέρεται ότι ασκείται καταχρηστικά, αφού στην περίπτωση αυτή ο ισχυριζόμενος τα ανωτέρω αρνείται απλά ή αιτιολογημένα την ύπαρξη του δικαιώματος και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση αυτού από τον αντίδικό του (ΑΠ 2115/2022, 1475/2022, 144/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων ή κατ'αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδόθηκαν επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, 3/2022, 4/2021, 1/2021). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 987/2022, 540/2017, 2077/2014). Αν η αγωγή (ή η ένσταση) απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ έπρεπε να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη, η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προς αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης ως προς τις αιτιολογίες αυτής, κρίνεται κατά περίπτωση (ΑΠ 987/2022, 2027/2017, 2077/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με το να απορρίψει την ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, που είχε προβάλλει παραδεκτά και νόμιμα στο Δικαστήριο ουσίας, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του ως άνω λόγου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), των από 17.10.2022 προτάσεων που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, ως εφεσίβλητη, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, δικάσαντος ως Εφετείου, αυτή επανέφερε την εκ του άρθρου 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος εκ μέρους των εναγόντων-εκκαλούντων ισχυριζόμενη με τις ως άνω προτάσεις της (όπως προεκτέθηκε, δεν προσκομίζονται τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και οι πρωτόδικες προτάσεις της εναγομένης) ότι οι ενάγοντες ασκούν το υποτιθέμενο δικαίωμά τους καταχρηστικά, κατά παράβαση των χρηστών συναλλακτικών ηθών και των κανόνων της καλής πίστης αλλά και κατά τρόπο αντιβαίνοντα πλήρως τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του υποτιθέμενου δικαιώματος, δεδομένου ότι αυτή έχει καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, για την εκ μέρους της εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου επί πλέον ποσό 24.444,76 ευρώ, δεδομένου ότι το κόστος του έργου ανήλθε, με βάση τους λογαριασμούς που προσκόμισε σ'αυτήν η πρώτη αναιρεσίβλητη, στο ποσό των 137.500 ευρώ, ενώ αυτή (αναιρεσείουσα) της έχει καταβάλει για την ως άνω αιτία το συνολικό ποσό των 161.944,76 ευρώ και ότι, ως εκ τούτου, έχουν εξοφληθεί οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι για τις ένδικες αξιώσεις τους. Με βάση τα ως άνω εκτιθέμενα, η ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων είναι μη νόμιμη, καθότι δεν εκτίθενται , όπως απαιτείται για τη νομική βασιμότητά της, α) πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντιβαίνουσα στις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών συμπεριφορά των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, προηγηθείσα της ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος τους, β) η οικονομική κατάσταση που διαμορφώθηκε από τις ενέργειες των εναγόντων, που να συνδέονται αιτιωδώς με την προηγηθείσα συμπεριφορά τους, της οποίας η ανατροπή επιδιώκεται με την άσκηση του επιδίκου δικαιώματός τους, γ) η αδράνεια των εναγόντων επί ικανό χρονικό διάστημα, προς άσκηση του επιδίκου δικαιώματος, από την οποία διαμορφώθηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα η εύλογη πεποίθηση περί μη ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματός τους, δ) οι ιδιαιτέρως επαχθείς συνέπειες για την αναιρεσείουσα, συναρτώμενες με την ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης. Το δε επικαλούμενο στις ως άνω προτάσεις της αναιρεσείουσας, ως εφεσίβλητης, πραγματικό περιστατικό της εκ μέρους αυτής εξόφλησης των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων από την επίβλεψη του έργου (ένσταση εξόφλησης), δεν καθιστά νόμιμο τον ισχυρισμό περί της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτών, εφόσον με τον ισχυρισμό αυτό αυτή (εναγόμενη) αρνείται την ύπαρξη του δικαιώματος των εναγόντων, ενώ η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ προϋποθέτει παραδοχή (και όχι άρνηση) της ύπαρξης του ως άνω δικαιώματος (ότι δηλαδή οι ενάγοντες δικαιούνται αμοιβή για την εκ μέρους τους επίβλεψη του έργου) το οποίο, όμως, δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά από αυτούς, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την ως άνω ένσταση ως κατ'ουσία αβάσιμη, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, συνισταμένη στην κατ' ουσία απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού, κατέληξε σε ορθό απορριπτικό διατακτικό. Επομένως ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Δεν συντρέχει δε στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, ούτως ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο ως προς τις αιτιολογίες της, καθόσον η απόρριψη στη προκειμένη περίπτωση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του ανωτέρω ισχυρισμού ως κατ' ουσία αβάσιμου αντί της απόρριψης αυτού ως νόμω αβάσιμου, δεν είναι δυσμενέστερη για την αναιρεσείουσα. Επομένως και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα, καθότι οι αναιρεσίβλητοι, που νίκησαν, δεν κατέθεσαν προτάσεις και δεν υπέβαλαν αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 660/2021, 1604/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος με αριθμό 57854243295310090081 παραβόλου, ύψους τριακοσίων (300) ευρώ, στην αναιρεσείουσα.
Απορρίπτει την από 11.4.2023 με αριθ. κατάθ. 129/11.4.2023 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 69/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ