Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1103 / 2024    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1103/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Χ. του Α., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. για τον εαυτό του με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις στις 22-01-2021 και συμπληρωματικές στις 16-02-2024.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις στις 22-1-2021.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3883/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 23-7-2020 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 19ης Ιανουαρίου 2021, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 355/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.
Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ701/2023, 936/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 16 Νοεμβρίου 2023 υπ' αριθμ. 355/2023 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 23.7.2020 με αριθμ. καταθ. 5074/614/24.7.2020 αίτησης αναίρεσης, καθόσον από τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο στις 19.1.2021, παρήλθε ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα, διαπιστωθείσας της αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αναίρεσης από την Εισηγήτρια Αρεοπαγίτη Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, εν όψει και της συνταξιοδότησης της από την Υπηρεσία. Με την από 23.7.2020 και με αριθμό κατάθ. 5074/614/24.7.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών με αριθμ. 3883/4.6.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν τυπικά και κατ' ουσία δεκτές η από 21.5.2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 46390/3589/2019) έφεση και οι από 2.9.2019 πρόσθετοι λόγοι της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας καθώς και η από 19.9.2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 8558/687/2019) αντέφεση του ενάγοντος - εφεσιβλήτου - αντεκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 55/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η από 23.7.2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 73319/158/2018) αγωγή ως προς την κύρια βάση της και μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η ως άνω αγωγή ως προς την πρώτη επικουρική της βάση. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ασκήθηκε εντός της προβλεπομένης κατ' άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης (υπ' αριθμ. 5Δ'/29.6.2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Δωδεκανήσου Φ. Κ.) (άρθρα 147 παρ. 1, 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 3 και 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων, που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 και ισχύει στην προκείμενη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάρτισης της σύμβασης εντολής κατ' άρθρο 24ΕισΝΑΚ, (ΑΠ 85/2022, 108/2020, 673/2018) "Επιτρέπεται συμφωνία, εξαρτώσα την αμοιβήν ή το είδος αυτής εκ της εκβάσεως της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι' εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας. Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης (παρ. 3). "Η κατά τα ανωτέρω συμφωνία, η εξαρτώσα την αμοιβήν εκ της εκβάσεως της δίκης, τότε μόνον ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωσιν να διεξαγάγει την δίκη μέχρι τελεσιδικίας χωρίς εν αποτυχία να λάβη αμοιβήν τινα ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλον βαθμόν συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος" (παρ. 5 εδ. α). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του επιτρέπεται συμφωνία κατά την οποία η δικηγορική αμοιβή θα εξαρτάται από την έκβαση της δίκης ή από το αποτέλεσμα της εργασίας του δικηγόρου, καθώς και συμφωνία περί αμοιβής "δι' εκχωρήσεως" μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας, οπότε η αμοιβή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% το αντικειμένου της δίκης. Η συμφωνία όμως αυτή (εργολαβία δίκης) είναι έγκυρη όταν περιέχει ρητώς, προς άρση κάθε αμφιβολίας, τον όρο ότι ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας ή την ανατεθείσα εργασία μέχρι περατώσεως αυτής και ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα λάβει αμοιβή. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι η περί αμοιβής απαίτηση του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικώς τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, τελεί υπό αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό επιτυχώς η διαφορά ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς. Ως επιτυχής έκβαση της δίκης, άρα και πλήρωση της αίρεσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 85/2022, 1040/2020, 133/2018, 396/2017, 730/2015). Χρόνος υπολογισμού της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς είναι εκείνος της τελεσιδικίας ή ο τυχόν συμφωνηθείς μεταγενέστερος τοιούτος, από τον οποίο γεννάται η αξίωση αμοιβής του δικηγόρου (ΑΠ 133/2018, 1310/2012) και η εν λόγω αμοιβή είναι απαιτητή από τότε που ο εντολέας ικανοποιηθεί από τη δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς του με τις ενέργειες του δικηγόρου (ΑΠ 1310/2012, 193/2008). Εξ άλλου κατά το άρθρο 201 του ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης). Κατά δε το άρθρο 207 παρ.1 του ιδίου ΑΚ, η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της. Τέλος κατά το άρθρο 209 εδ. β' του ΑΚ, όταν πρόκειται για δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, τα στοιχεία που αφορούν το αντικείμενο της δικαιοπραξίας κρίνονται με βάση το χρόνο της πλήρωσης της αίρεσης. Επομένως με βάση το χρόνο πλήρωσης της αίρεσης (πραγματικής ή πλασματικής) κρίνεται το δυνατό ή αδύνατο της παροχής, η ποιότητα και ιδιότητα της παροχής, το εκχωρητό ή μη της απαίτησης (ΑΠ688/2010).Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι α) με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης που τέθηκε σε δικαιοπραξία καθίσταται οριστικά ενεργός η δικαιοπραξία αυτή και επέρχονται τα αποτελέσματα της, επομένως δε και ότι β) όποιος ασκεί δικαίωμα από δικαιοπραξία το οποίο εξαρτήθηκε με αυτήν (δικαιοπραξία) από αναβλητική αίρεση, που πληρώθηκε ή που την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της αίρεσης (πλασματική πλήρωση), αυτός (που ασκεί το δικαίωμα) οφείλει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει τα ανωτέρω περιστατικά της πραγματικής ή πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης, από την οποία και γεννάται (εξαρτάται) το δικαίωμά του, ως αποτέλεσμα της υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξίας, κατά τα προεκτεθέντα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, 3/2020). Έτσι με βάση τον εν λόγω αναιρετικό λόγο επιτρέπεται αναίρεση όταν συντρέχει παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή εκείνων οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση των υποχρεώσεων, επιβάλλοντας κυρώσεις για την τήρηση αυτών (ΑΠ 22/2020, 1097/2019, 535/2015, 1399/2011). Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ συγχωρείται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπον ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, όταν μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Για την διαμόρφωση σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική, κατά περίπτωση, βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πως η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος. Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Επίσης, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 2053/2022, 1431/2022, 543/2017). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 9/2016, 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 9/2016, 15/2006). Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς εάν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γ) το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου (ΑΠ 519/2021, 1566/2021, 527/2008). Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής και των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων-εφεσίβλητος-αντεκκαλών [αναιρεσείων], δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών με την από 23.7.2018 και με αρ. κατάθ. 158/2018 αγωγή του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εξέθεσε ότι δυνάμει του από 5.1.2007 εργολαβικού δίκης που καταρτίσθηκε με την εναγόμενη-εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη [αναιρεσίβλητη], ανέλαβε την υποχρέωση να ενεργήσει όλες τις διαδικαστικές εξώδικες και δικαστικές ενέργειες κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... με σκοπό να εισπράξει από αυτήν κατ' εντολή και για λογαριασμό της εναγομένης το ποσό των 264.123,00 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, που προερχόταν από χορήγηση σ' αυτή από την εναγόμενη ισόποσου ατόκου δανείου στις 10.1.2000 το οποίο η δανειολήπτρια εταιρεία αρνούνταν να της επιστρέψει από 31.7.2000. Ότι ως αμοιβή του ενάγοντος, συμφωνήθηκε, δυνάμει του ως άνω εργολαβικού δίκης, ποσοστό 12,5% επί του τελικώς εισπραχθησομένου ποσού, μετά των επ' αυτού τόκων υπερημερίας, δικαστικής δαπάνης κλπ. την οποία (αμοιβή) θα ελάμβανε σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της υπόθεσης και μετά την τελεσιδικία αυτής, ενώ συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση απώλειας της δίκης, ουδεμία αμοιβή θα εδικαιούτο, πλην των πραγματικών εξόδων κάθε δικαστικής ή εξώδικης ενέργειας που θα απαιτείτο. Ότι στα πλαίσια της εντολής αυτής άσκησε την από 17.1.2007 αγωγή κατά της εταιρείας με την επωνυμία ... εκδοθείσας σχετικώς της με αριθμό 1492/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάσθηκε στην εντολέα του το ποσό των 438.741,34 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας και δικαστικής δαπάνης. Ότι κατά της απόφασης αυτής, η δανειολήπτρια εταιρεία άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών την από 26.10.2016 έφεσή της (με αριθμό κατάθ. δικ. έφεσης 4415/2016) και τους από 20.10.2017 Πρόσθετους Λόγους έφεσής της (με αριθμό κατ. 7681/2017), δικάσιμος των οποίων ορίσθηκε η 23.11.2017, όπου ο ενάγων παρέστη, εκπροσωπώντας την εντολέα του εταιρεία - εναγόμενη, αφού συνέταξε και κατέθεσε για την αντίκρουση των λόγων έφεσης (κυρίων και προσθέτων) τις από 20.11.2017 προτάσεις του και την από 28.11.2017 Προσθήκη - Αντίκρουση. Ότι στις 20.2.2018 και χωρίς να έχει εκδοθεί απόφαση επί της ανωτέρω εφέσεως, η νόμιμη εκπρόσωπος της εναγομένης Σεβαστή Κουλλιά - Χριστοδουλίδη του γνωστοποίησε την επιθυμία των διαδίκων μερών για εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς και τη μη έκδοση απόφασης επί της συζητηθείσας έφεσης σε βάρος της αντιδίκου της εταιρείας. Ότι κατ' εντολήν της ανωτέρω Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνουσας Συμβούλου της εναγομένης, ο ενάγων επικοινώνησε με το δικηγόρο Αθηνών Αλέξανδρο Δοβλέ (μέλος του δικηγορικού γραφείου Αθηνών "Α.Σ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ", που εκπροσωπούσε την αντίδικο δανειολήπτρια εταιρεία) και από κοινού υπέγραψαν την από 20 Φεβρουαρίου 2018 επιστολή τους προς τον Πρόεδρο και την Εισηγήτρια της (Τριμελούς) συνθέσεως του Δικαστηρίου που δίκασε την ανωτέρω έφεση, με την παράκληση, όπως απέχουν από την έκδοση αποφάσεως επί της συζητηθείσας στις 23.11.2017 έφεσης της ...", λόγου επικείμενου εξώδικου συμβιβασμού. Ότι τελικώς στις 13.3.2018, μετά από διαπραγματεύσεις των δύο πλευρών, στις οποίες ο ενάγων [αναιρεσείων] συμμετείχε ως πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγομένης [αναιρεσίβλητης], υπεγράφη η από 13.3.2018 εξώδικη δήλωση μεταξύ της εταιρείας ..." και της εναγομένης, περί παραίτησης από το δικόγραφο της έφεσης και πρόσθετων λόγων αυτής, στο μέτρο που στρέφονταν κατά της εναγόμενης εταιρείας (και όχι κατά του Σ. Π.), η οποία επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 14.3.2018 ως πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο της εναγομένης, (δυνάμει του υπ' αριθμ. 18272/13.10.2010 ειδικού συμ/φικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Κω Νερατζούλας Χατζηαγγελή - Κιτρίνα). Ότι στη συνέχεια υπογράφηκε το από 13.3.2018 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των αντιδικούντων εταιρειών, με το οποίο (συμφωνητικό) η εναγόμενη περιόρισε την απαίτησή της από το οφειλόμενο μέχρι τότε ποσό των 860.437,66 Ευρώ (κατά κεφάλαιο, τόκους υπερημερίας και δικαστική δαπάνη), επιδικασθέν με τη με αριθμό 1492/2016 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο ποσό των 500.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό και όπως παραδεκτά (άρθρα 223, 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ) περιορίστηκε κατά ένα μέρος το αίτημα της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με καταχωρηθείσα στα πρακτικά δήλωση του στο ακροατήριο και με τις προτάσεις του, ο ενάγων ζήτησε: Α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει για αμοιβή το ποσό των 56.000 ευρώ, Β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει για αμοιβή το ποσό των 45.012,50 ευρώ, κυρίως (υπολογιζόμενο σε ποσοστό 12,5% x 860.437,66 ευρώ επί του επιδικασθέντος με την υπ' αριθμ. 1492/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ποσού, υπολογιζόμενου σε 438.741,34 ευρώ κεφάλαιο, πλέον ποσού 414.696,32 ευρώ, τόκοι υπερημερίας από 20.4.2007, πλέον δικαστικής δαπάνης 7000 ευρώ), άλλως να υποχρεωθεί να καταβάλλει το ποσό των 62.500 ευρώ (υπολογιζόμενο σε ποσοστό 12,5% x 500.000 ευρώ, εφόσον ήθελε κριθεί ότι το αντικείμενο της διαφοράς αποτελεί το ποσό του συμβιβασμού με βάση το από 13.3.2018 ιδιωτικό συμφωνητικό), όλως δε επικουρικώς το ποσό των 49.633,35 ευρώ, (υπολογιζόμενο με το άρθρο 114 Ν.Δ 3026/1954, εφόσον ήθελε κριθεί ότι το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό τυγχάνει άκυρο), αφαιρουμένου του ήδη καταβληθέντος στις 30.4.2018 ποσού των 6.532,20 ευρώ, όλα δε τα ως άνω ποσά εντόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και να καταδικασθεί στη δικαστική του δαπάνη. Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 55/2019 απόφαση, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, την δέχθηκε εν μέρει και ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς την κύρια βάση της, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 56.000 ευρώ, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 45.012,50 ευρώ, όλα δε τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ενώ επέβαλε σε βάρος της εναγομένης μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος που προσδιόρισε σε 3000 ευρώ. Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η εναγόμενη άσκησε την από 21.5.2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 5154/4107/10.6.2019) έφεσή της, καθώς και τους από 2.9.2019 πρόσθετους λόγους έφεσης, που ανάγονται όλοι σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ο ενάγων την από 19.9.2019 αντέφεσή του αναφορικά με τα κεφάλαια που ήδη αναφέρθηκαν, παραπονούμενος ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, εσφαλμένα δεν αποφάνθηκε επί αγωγικού αιτήματος του περί επιδίκασης του αναλογούντος ΦΠΑ ποσοστού 24% στο επιδικασθέν ποσό, ενώ περαιτέρω ζήτησε τη συμπλήρωση της εκκαλουμένης με την αναφορά από το παρόν Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της διάταξης του άρθρου 71 εδ. α του νέου Κώδικα Δικηγόρων ως κύριας νομικής βάσης της αγωγής του, προς αποτροπή δημιουργίας δυσμενούς δεδικασμένου σε βάρος του.
Εκδόθηκε δε επ' αυτών η προσβαλλόμενη με αριθμό 3883/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, τους πρόσθετους λόγους και την αντέφεση και μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε την αγωγή κατ' ουσία ως προς την πρώτη επικουρική της βάση, υποχρεώνοντας την αναιρεσίβλητη να καταβάλλει στον αναιρεσείοντα το ποσόν των 55.967,8 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 13.432,2 ευρώ, για τον αναλογούντα στην αμοιβή του Φ.Π.Α., υπό τον όρο έκδοσης του σχετικού τιμολογίου.
Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλομένης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Στις 5.1.2007 καταρτίσθηκε στην Αθήνα μεταξύ του ενάγοντος [αναιρεσείοντος], που είναι δικηγόρος Αθηνών και της εναγομένης εταιρείας, [αναιρεσίβλητης], έγγραφο εργολαβικό δίκης σύμφωνα με το οποίο η τελευταία ανέθεσε στον πρώτο να ενεργήσει όλες τις διαδικαστικές εξώδικες και δικαστικές ενέργειες κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..., με σκοπό να εισπράξει από αυτήν κατ' εντολή και για λογαριασμό της, το ποσό των 264.123,00 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, που προήρχετο από χορήγηση σ' αυτήν ... από την εναγόμενη ισόποσου ατόκου δανείου στις 10.1.2000 το οποίο η δανειολήπτρια εταιρεία αρνείται να της επιστρέψει από 31.7. 2000. Η αμοιβή του ενάγοντος συμφωνήθηκε σε ποσοστό 12,5% επί του τελικώς εισπραχθησομένου ποσού, μετά των επ' αυτού τόκων υπερημερίας, δικαστικής δαπάνης κλπ, ανεξάρτητα από το πότε και πώς ήθελε επιτευχθεί η είσπραξη του ποσού αυτού, δικαστικώς ή εξωδίκως, (βλ. ειδικότερα παρ. 2 εδ. Γ συμφωνητικού), ενώ περαιτέρω προβλέφθηκε ρητώς ότι σε περίπτωση απώλειας της δίκης, (βλ. παρ. 3 συμφωνητικού) ο ενάγων ουδεμίας απολύτως αμοιβής θα δικαιούται, πλην των πραγματικών εξόδων κάθε δικαστικής ή εξώδικης ενέργειας που θα απαιτηθεί δια την έναρξη και ολοκλήρωση των ενεργειών κατά των αντιδίκων".
Συνεπώς η ως άνω συμφωνία τυγχάνει έγκυρη, αφού διαλαμβάνει τα απαραίτητα κατά νόμο στοιχεία [...], υποχρέωση δε του ενάγοντος να διεξαγάγει τη δίκη, μέχρι τελεσιδικίας, αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε προφορικώς, χωρίς να επιβάλλεται τούτο να περιβληθεί τον έγγραφο τύπο, εφόσον η σύμβαση εργολαβίας τυγχάνει άτυπη, οι δε όροι αυτής αποδεικνύονται με μάρτυρες και δη εν προκειμένω με τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιλαμβάνονται στις υπ' αριθμ. 1137/2018 και 247/2018 ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει ο ενάγων. Ως εκ τούτου, απορριπτέος κρίνεται ο τρίτος λόγος της έφεσης που ψέγει την εκκαλουμένη απόφαση ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι το ένδικο εργολαβικό δίκης τυγχάνει έγκυρο. Στα πλαίσια της ως άνω εντολής, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 17/1/2007 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 500/2007 αγωγή της εναγομένης κατά της εταιρείας με την επωνυμία ... αξιώνοντας το ποσό των 264.123,26 ευρώ για κεφάλαιο, το ποσό των 174.618,08 ευρώ για οφειλόμενους τόκους υπερημερίας επί του ως άνω ποσού για το χρονικό διάστημα από 1.8.2000 έως 31.7.2006 πλέον των νομίμων τόκων υπερημερίας επί των ανωτέρω ποσών από 1.8.2006 μέχρις εξοφλήσεως, πλέον του ποσού των 194.500, ευρώ ως διαφυγόν κέρδος. Εξάλλου, η εταιρεία με την επωνυμία ..." άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά του Σ. Π. (τέως Προέδρου του Δ.Σ. και Δ/νοντος Συμβούλου της ..., στον οποίο κατά τους ισχυρισμούς της κατεβλήθη το δάνεισμα διά λογαριασμό της εταιρείας που εκπροσωπούσε και στην οποία μετείχε κατά ποσοστό 50% του κεφαλαίου της) την από 12.10.2009 ανακοίνωση δίκης, προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή της με αριθμό καταθ. 11037/2009. Επί των δύο ως άνω δικογράφων, τα οποία συνεκδικάστηκαν, το μεν πρώτο αντιμωλία των διαδίκων, το δε δεύτερο ερήμην του παρεμπιπτόντως εναγομένου, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 810/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία), όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 5487/2013 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι το Δικαστήριο ήταν κατά τόπον αναρμόδιο για την εκδίκαση των υποθέσεων και τις παρέπεμψε στο κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα προσδιορίζετο κατ' επιλογή της νυν εναγομένης και ενάγουσας της κυρίας αγωγής μεταξύ του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων άσκησε την από 30.7.2012 έφεση της εvτολέως του - νυν εναγομένης με αριθμό 5409/30.7.2012, ενώ η ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία ..." άσκησε την από 15.3.2013 με αριθμό κατάθεσης 2455/13.5.2013 επικουρική έφεσή της. Συζητήσεως γενομένης στις 6.3.2014, εκδόθηκε η με αριθμ. 3893/25.6.2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αντιμωλία των διαδίκων, η οποία εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 810/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ανέπεμψε την από 17.1.2007 αγωγή και την από 12.10.2009 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση με τη σωρευθείσα παρεμπίπτουσα αγωγή στο αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, προς συνεκδίκαση. Με την από 2.2.2015 κλήση του ενάγοντος επαναφέρθηκαν προς συζήτηση τα ως άνω δύο δικόγραφα, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συζητήσεως δε γενομένης, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 1492/2016 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάστηκε στην εναγόμενη το ποσό των 438.741,34 Ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής (19.4.2007) και επιβλήθηκε σε βάρος της η δικαστική δαπάνη ύψους 7000 ευρώ. Κατά της ως άνω αποφάσεως η εταιρία με την επωνυμία ..." άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών την από 26.10.2016 έφεση της (με αριθμό κατάθ. δικ. έφεσης 4415/2016) και τους από 20.10.2017 Πρόσθετους λόγους εφέσεως της, η υπόθεση δε συζητήθηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 23.11.2017, όπου ο ενάγων παρέστη, εκπροσωπώντας την νυν εναγόμενη, συνέταξε και κατέθεσε δια την αντίκρουση των λόγων εφέσεως (κυρίων και προσθέτων) τις από 20.11.2017 προτάσεις και την από 28.11.2017 Προσθήκη -Αντίκρουση. Στις 20.2.2018 και χωρίς να έχει εκδοθεί απόφαση επί της ανωτέρω εφέσεως, η νόμιμη εκπρόσωπος της εναγομένης Σεβαστή Κουλλιά - Χριστοδουλίδη γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι μετά από τηλεφωνική επαφή του συζύγου της Π. Χ. μετά του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας ..." Χρήστου Πενθερουδάκη προέκυψε η εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς και η επιθυμία από τα αντίδικα μέρη για μη έκδοση απόφασης επί της συζητηθείσας εφέσεως. Ακολούθως, μετά από εντολή της ως άνω Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνουσας Συμβούλου της εναγομένης (Σεβαστής Κουλλιά Χριστοδουλίδη), ο ενάγων επικοινώνησε με το δικηγόρο Αθηνών Αλέξανδρο Δοβλέ (που εκπροσωπούσε τη δανειολήπτρια εταιρεία) και από κοινού υπογράφηκε η από 20 Φεβρουαρίου 2018 επιστολή προς τον Πρόεδρο και την Εισηγήτρια της συνθέσεως του Δικαστηρίου που δίκασε την ανωτέρω έφεση, με την οποία αιτούνταν όπως απέχουν από την έκδοση αποφάσεως επί της συζητηθείσας ως άνω έφεσης έως την 15.3.2018, πιθανή ημερομηνία επέλευσης του εξωδικαστικού τους συμβιβασμού. Στις 13.3.2018 υπογράφηκε το με ιδία ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των αντιδίκων εταιριών, όπου για λογαριασμό της ώδε εναγόμενης εταιρίας υπέγραψε, ο ενάγων, μετά από ειδική εντολή και εξουσιοδότηση που του χορηγήθηκε, δυνάμει του από 9.3.2019 ειδικού πρακτικού του Δ.Σ της εναγομένης, με το οποίο η εκκαλούσα εταιρία ... περιόρισε την απαίτηση της από την ένδικη αιτία στο ποσό των 500.000 € και συμφωνήθηκε η τμηματική καταβολή του δανείσματος από την εταιρία ... ως εξής: ποσό 75.000€ με επιταγή που παραδόθηκε την ημέρα υπογραφής του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, ποσό 106.250 ευρώ την 15.9.2019, ποσό 106.250 ευρώ την 15.9.2020, ποσό 106.250 ευρώ την 15.9.2021 και ποσό 106.250 ευρώ την 15.9.2022. Προς εξασφάλιση της καταβολής των ανωτέρω δόσεων εκδόθηκαν 4 γραμμάτια εις διαταγήν, αντιστοιχούντα σε κάθε δόση το καθένα ενώ επιπλέον, συμφωνήθηκε η εγγραφή πρώτης τάξης προσημείωση υποθήκης σε ξενοδοχειακό συγκρότημα της εταιρείας ... μέχρι του ποσού των 450.000 €. Αντίστοιχα, με ρητό όρο η τελευταία ανέλαβε να παραιτηθεί από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως, μόνο κατά το μέρος που αυτά στρέφονταν εναντίον της εταιρείας ... (μερική παραίτηση). Σε ακολουθία των ανωτέρω, η εταιρεία ... με την από 13.3.2018 εξώδικη δήλωση της, που υπογράφηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Χ. ΔΟΒΛΕ, ο οποίος την εκπροσώπησε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δυνάμει του υπ' αριθμ. 465/14.11.2017 ειδικού πληρεξουσίου της συμ/φου Ρεθύμνης Βασιλικής Εμμ. Πετράκη - Κιαγιά, παραιτήθηκε μερικώς, μετά την επί της ουσίας συζήτηση, της από 26.10.2016 εφέσεως της και των από 20.10.2017. πρόσθετων λόγων της, κατά της υπ' αριθ. 1492/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μόνον κατά το μέρος που στρέφονταν κατά της ώδε εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμία .... Η ως άνω εξώδικη δήλωση μερικής παραίτησης επιδόθηκε στον ενάγοντα, ως πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγομένης στις 14.3.2018, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 11824Ε/14.3.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Α.. Δ.. Η ως άνω παραίτηση έγινε αποδεκτή από την εναγόμενη, όπως προκύπτει από την επί του εγγράφου της παραιτήσεως σχετική από 13.3.2018 δήλωση του ενάγοντος, ως πληρεξουσίου δικηγόρου της, όπως αναφέρει η με αριθμό 3704/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της άνω υποθέσεως, η οποία έκρινε παραδεκτή την παραίτηση, οπότε θεώρησε ως μη ασκηθείσα την από 26.10.2016 έφεση της εταιρείας ... καθώς και τους από 20.10.2017 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της με αριθμό 1492/2016 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που στρέφονταν κατά της ώδε εναγομένης, ενώ απέρριψε κατ' ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους κατά το μέρος που στρέφονταν κατά του Σ. Π.. Συνακόλουθα, η με αριθμό 1492/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέστη τελεσίδικη (αναδρομικώς) από το χρόνο επίδοσης στον ενάγοντα της από 13.3.2018 εξώδικης δήλωσης για παραίτηση, στην προκειμένη περίπτωση από τις 14.3.2018, καθόσον σε περίπτωση παραίτησης από ασκηθείσα έφεση, μετά τη συζήτηση για την ουσία της έφεσης, η οποία μπορεί να γίνει και εξωδίκως προς τον αντίδικο, ο οποίος την αποδέχεται, χωρίς να απαιτείται κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου της εξώδικης δήλωσης παραίτησης, παράγεται τελεσιδικία της απόφασης του πρώτου βαθμού από το χρόνο επίδοσης της δήλωσης στον αντίδικο .
Συνεπώς ο έκτος λόγος της έφεσης με την οποία ψέγει την εκκαλουμένη απόφαση ο ενάγων ότι εσφαλμένα δέχθηκε τελεσιδικία της με αριθμό 1492/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διότι δεν κατατέθηκε η δήλωση παραίτησης στη γραμματεία του Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι τούτο δεν απαιτείται. Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον επήλθε το πέρας της υπόθεσης, για την οποία καταρτίστηκε η επίδικη σύμβαση εργολαβίας δίκης και η εναγομένη δικαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση, θεωρείται ότι πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελούσε η γέννηση της απαίτησης του ενάγοντος για την καταβολή της ως άνω συμφωνηθείσης αμοιβής του, εφόσον ο τελευταίος διεξήγαγε τη σχετική δίκη μέχρι τελεσιδικίας, ενώ η δια συμβιβασμού τελικώς επιτευχθείσα επίλυση της διαφοράς ήταν ικανοποιητική για την εντολέα του, εφόσον και η ίδια συνέπραξε στην κατάρτιση του από 13.3.2018 ιδιωτικού συμφωνητικού, αναγνωρίζοντας ότι η απαίτηση της (συμπεριλαμβανομένων κάθε κονδυλίου) δεν υπερβαίνει το ποσό των 500.000 ευρώ, οπότε και παραιτήθηκε σε κάθε περίπτωση από κάθε αξίωση που υπερβαίνει το ως άνω ποσό (βλ. σελ. 3 παράγραφος Α του συμφωνητικού). Συνακόλουθα, οι πρωτόδικοι ισχυρισμοί της εναγόμενης που επαναφέρονται με τον πέμπτο λόγο της έφεσης και τους τρίτο και πέμπτο πρόσθετους λόγους έφεσης περί μη θεμελίωσης της αξίωσης του ενάγοντος για διεκδίκηση της αμοιβής του, λόγω μη επιτυχούς έκβασης της εντολής και μη είσπραξης του ποσού από την ίδια (εναγόμενη), τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οπότε το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο. Ο δεύτερος λόγος έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο επαναφέρεται ο πρωτόδικος ισχυρισμός της, περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, κατ' άρθρ. 281 ΑΚ, εκ μέρους του ενάγοντος, για το λόγο ότι ο τελευταίος, αιτούμενος την καταβολή της εργολαβικής αμοιβής του (υπολογιζόμενης επί του τελεσιδίκως επιδικασθέντος ποσού), υπερβαίνει τα όρια που θέτει η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αφού με τη συμπεριφορά του συνέβαλε στην κατάρτιση του από 13.3.2018 ιδιωτικού συμφωνητικού με το οποίο η εναγόμενη περιόρισε την απαίτηση της στο συνολικό ποσό των 500.000 ευρώ, που όμως δεν έχει εισπράξει μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος και ορθώς απορρίφθηκε ως τέτοιος από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού και αληθής υποτιθέμενος, δεν αναιρεί την υποχρέωση της εναγόμενης για την καταβολή της προβλεπόμενης αμοιβής του ενάγοντος, το ύψος της οποίας, σε περίπτωση αμφισβήτησης από τα αντίδικα μέρη θα υπολογισθεί με απόφαση του Δικαστηρίου (δεχόμενο είτε την κύρια είτε μία εκ των επικουρικών βάσεων της αγωγής). Όπως αναφέρθηκε, η αμοιβή του ενάγοντος συμφωνήθηκε επί λέξει. ... " σε ποσοστό 12,5 % επί του τελικώς εισπραχθησομένου ποσού, μετά των επ' αυτού τόκων υπερημερίας, δικαστικής δαπάνης κλπ, ανεξάρτητα από το πότε και πώς ήθελε επιτευχθεί η είσπραξη του ποσού αυτού, δικαστικώς ή εξωδίκως" (βλ. ειδικότερα παρ. 2 εδ. Γ του από 5.1.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού). Στην προκειμένη περίπτωση ανακύπτει ζήτημα ασάφειας ως προς την έννοια του ως άνω συνομολογηθέντος συμβατικού όρου και αναζήτησης της αληθινής βούλησης των μερών, όπως εξάλλου διαπίστωσε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παρότι δεν ανέφερε τούτο ρητά στην απόφαση του, προκύπτει όμως έμμεσα από αυτή, καθώς ανέφερε για τον όρο αυτό ότι "... υπονοεί την τελεσίδικη περάτωση της δίκης ... (Βλ. 8ο φύλλο, 9ος στίχος της απόφασης), χωρίς όμως να προσφύγει, όπως όφειλε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να καταλήξει στην ερμηνεία του πιο πάνω συμβατικού όρου, που τυγχάνει ουσιώδης. Το παρόν Δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα των μερών, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών, με γνώμονα την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και μετά από γραμματική ερμηνεία του όρου "εισπραχθησόμενο" οδηγείται, στο συμπέρασμα ότι μεταξύ των μερών συμφωνήθηκε όπως το ποσό της αμοιβής του ενάγοντος να είναι καταβλητέο επί του ποσού του συμβιβασμού, καθόσον αυτό είναι το ποσό που τελικά με βεβαιότητα θα εισπράξει η εναγόμενη από την ένδικη αιτία, ήτοι επί του ποσού των 500.000 ευρώ, όπως κατέληξαν συμβιβαστικά τα αντίδικα μέρη. Σαφής είναι στο σημείο αυτό και η κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης που περιλαμβάνεται στην υπ' αριθμ. 1435/2018 ένορκη βεβαίωση του Συμβολαιογράφου Κω Αγγέλου Κίτρινα που αναφέρει ... "με επιπλέον συμφωνία αμοιβής ποσοστού 12,5% επί του ποσού που τελικά θα εισπράττονταν ..." Σε αντίθετη περίπτωση, η αμοιβή του ενάγοντος θα ανέρχονταν σε ποσό 107.544, 70 ευρώ (860.437,66 x 12,5%) ήτοι σε ποσό κατά πολύ μεγαλύτερο του νομίμου ποσοστού 20% επί του αντικειμένου της δίκης, που πλέον ανέρχεται σε 500.000 ευρώ, καθόσον επί εργολαβίας της δίκης, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης περάτωσης της αγωγής, χρόνος υπολογισμού της αμοιβής του τελευταίου που συμφωνήθηκε με βάση την αξία του αντικειμένου της διαφοράς, είναι εκείνος της πλασματικής πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης, όρος με τον οποίο, κατά τα κρατούντα συναλλακτικά ήθη, δε θα συμφωνούσε η εναγόμενη. Επομένως, ενόψει του ότι το ποσό του συμβιβασμού ανέρχεται σε 500.000 ευρώ, ο ενάγων δικαιούται ως αμοιβή του το συνολικό ποσό των 62.500 (500.000 ευρώ x 12,5%) ευρώ, αφαιρουμένου του ποσού των 6.532,20 ευρώ που του έχει ήδη καταβληθεί, όπως ο ίδιος συνομολογεί, ήτοι το ποσό των 55. 967,8 (62500 - 6532,20) ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που ενώ διαπίστωσε ασάφεια ως προς την ερμηνεία των όρων της σύμβασης, δεν κατέφυγε στους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και υπολόγισε το ποσό της εργολαβικής αμοιβής του ενάγοντος επί του πρωτοδίκως με την υπ' αριθμ. 1492/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδικασθέντος ποσού των 860.437,66 ευρώ, το οποίο χαρακτήρισε και ως εισπραχθέν, παρά το γεγονός της μεταγενέστερης συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, κάνοντας δεκτή την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, έσφαλε και οι αναφερόμενοι σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων λόγοι που περιλαμβάνονται στα δικόγραφα της έφεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής είναι βάσιμοι στο σύνολο τους και πρέπει να γίνουν δεκτοί". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης και την αντέφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος της η αγωγή ως προς την κύρια βάση της και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς την πρώτη επικουρική βάση αυτής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής και υπολόγισε το ποσό της εργολαβικής αμοιβής του αναιρεσείοντος επί του ποσού του συμβιβασμού και όχι επί του επιδικασθέντος με την υπ' αριθμ. 1492/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ποσού, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 201, 207 εδ. α, 209 εδ. β του ΑΚ και 92 παρ. 3 και 5 του κώδικα Δικηγόρων, προβαίνοντας σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις προεκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, καθ' όσον επί εργολαβίας δίκης, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης περάτωσης της αγωγής, χρόνος υπολογισμού της αμοιβής είναι εκείνος της πραγματικής πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης, και η απαίτηση γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη, ως επιτυχής έκβαση δε νοείται όταν ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς, περιλαμβανομένου και του συμβιβασμού. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω. Τούτο, διότι το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα, ότι χρόνος γέννησης της απαίτησης του αναιρεσείοντος δικηγόρου σε περίπτωση επιτυχούς διεξαγωγής της δίκης, νοείται, και η επίλυση της υπόθεσης με συμβιβασμό, το ύψος του οποίου αποτελεί τη βάση προσδιορισμού της αμοιβής του δικηγόρου, εφ' όσον τούτο συνάγεται από τη σύμβαση εργολαβίας δίκης, όπως ανελέγκτως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ερμηνεύουσα σχετικό συμβατικό όρο, η δε ανωτέρω αιτιολογία, ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Κατά συνέπεια η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 209εδ.βΑΚ ως προς το ύψος της απαίτησης του αναιρεσείοντος από τη σύμβαση εργολαβίας δίκης κατά της αναιρεσίβλητης εταιρείας. Επομένως, ο περί του αντιθέτου σχετικός πρώτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με την ως άνω κρίση του το Εφετείο ως προς την έννοια της προαναφερόμενης βούλησης των συμβαλλομένων, αναφορικά με τον όρο παρ. 2 εδ. Γ του από 5.1.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, με τον οποίο η αμοιβή του ενάγοντος συμφωνήθηκε σε ποσοστό "επί του τελικώς εισπραχθησομένου ποσού" που περιέχεται στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό, επί του οποίου θα υπολογισθεί η εργολαβική αμοιβή δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, 207,209, 455, 460 και 871 ΑΚ και ορθά δεν εφάρμοσε την ενδοτικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 71 εδ. α' Ν.4194/2013, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 του Εισ.Ν.ΑΚ., ως εκ του χρόνου κατάρτισης της σύμβασης εργολαβίας δίκης. Ειδικότερα, το Εφετείο διαπίστωσε ρητώς, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) την ύπαρξη αμφιβολίας και κενού [ασάφεια] σχετικά με την έννοια της προαναφερόμενης βούλησης των συμβαλλομένων, ως προς τον προαναφερόμενο όρο "επί του τελικώς εισπραχθησομένου ποσού" που περιέχεται στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό, επί του οποίου θα υπολογισθεί η εργολαβική αμοιβή. Ενόψει δε τούτων ορθώς προσέφυγε στους άνω ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους ορθά εφάρμοσε, παραθέτοντας στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η αναγκαιότητα εφαρμογής τους, το πιο πάνω δε ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Συγκεκριμένα, με βάση τα κριτήρια που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η δοθείσα ερμηνεία ότι μεταξύ των μερών συμφωνήθηκε όπως το ποσό της αμοιβής του αναιρεσείοντος δικηγόρου είναι καταβλητέο επί του ποσού του (τυχόν) συμβιβασμού, καθ' όσον αυτό είναι το ποσό που τελικά θα εισπράξει με βεβαιότητα η αναιρεσίβλητη και επιπλέον χρόνος υπολογισμού της απαίτησης [αμοιβής] του αναιρεσείοντος, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης περάτωσης της αγωγής, είναι εκείνος της πραγματικής πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης, εναρμονίζεται πλήρως με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά τη βούληση των συμβαλλόμενων. Εξ άλλου η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε δέσμευση του αναιρεσείοντος από τον καταρτισθέντα μεταξύ τρίτων από 13.3.2020 συμβιβασμό, αλλά δέχθηκε ότι με βάση όρο της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας εργολαβίας δίκης, όπως αυτός ερμηνεύθηκε, η αμοιβή του θα υπολογιζόταν επί του ποσού του τυχόν μεταξύ των μερών συμβιβασμού. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.7.2020 και με αριθμό κατάθ. 5074/614/24.7.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3883/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2024.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου αποχωρήσαντος
η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ