ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1131/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1131/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1131/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1131 / 2024    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1131/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. - Κ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Φλωρόπουλο που ανακάλεσε την από 25/10/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ευαγγελίας Μπέσιου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/1/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 886/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου (όπως αυτή διορθώθηκε με την 3056/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου) και 442/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/4/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 15. 04. 2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 442/2020 τελεσίδικη απόφαση του Moνομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και δέχθηκε μεν τύποις, αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του τότε εκκαλούντος-εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 886/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της τότε εφεσίβλητης-ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, από αφηρημένη αναγνώριση χρέους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός από τις αναφερόμενες στην παρ. 2 αυτού εξαιρέσεις περί των οποίων δεν πρόκειται, στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι καθιερώνεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων επί ιδιωτικών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με την Ελληνική πολιτεία με κάποιο στοιχείο, που θεμελιώνει δωσιδικία και δη αρμοδιότητα κάποιου Ελληνικού Δικαστηρίου (ΑΠ 441/2023, ΑΠ 462/2021, ΑΠ 8/2015). Κατά δε το άρθρο 4 του ΚΠολΔ, το Δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ή την αίτηση, αν δεν έχει δικαιοδοσία. Περαιτέρω, επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων που εμφανίζουν στοιχείο αλλοδαπότητας, ήτοι συνδέονται και με άλλες έννομες τάξεις πέραν αυτής του δικάζοντος δικαστηρίου, καλείται, καταρχήν, σε εφαρμογή ο εκτοπίζων τις περί διεθνούς δικαιοδοσίας εθνικές δικονομικές ρυθμίσεις Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 "για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις" και σε σχέση με τις ασκούμενες από τις 10. 1. 2015 αγωγές, ο Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 "για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις", από τις διατάξεις του οποίου καθιερώνεται ως γενικός κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας η αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγόμενου. Στο μέτρο δε που ο εναγόμενος έχει την κατοικία του σε τρίτο κράτος και δεν έχει δευτερεύουσα εγκατάσταση σε κράτος μέλος, η δικαιοδοσία δεν εμπίπτει στον Κανονισμό και μπορεί να προσδιοριστεί μόνο υπό το πρίσμα του εσωτερικού δικαίου του κράτους μέλους του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί. Στις περιπτώσεις που μπορούν να θεμελιώσουν τοπική αρμοδιότητα και, κατά νομική αναγκαιότητα, διεθνή δικαιοδοσία ημεδαπού δικαστηρίου, είναι και η δωσιδικία του τόπου κατάρτισης της δικαιοπραξίας ή της εκπλήρωσης της παροχής, κατ' άρθρο 33 του ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι διαφορές που αφορούν την ύπαρξη ή το κύρος δικαιοπραξίας εν ζωή και όλα τα δικαιώματα που πηγάζουν από αυτήν, μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος, όπου καταρτίστηκε η δικαιοπραξία ή όπου εκπληρώθηκε η παροχή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής (33 ΚΠολΔ), στην προκειμένη δωσιδικία υπάγονται κατά κύριο λόγο διαφορές που αφορούν την ύπαρξη ή το κύρος δικαιοπραξιών εν ζωή, ήτοι αστικών ή εμπορικών συμβάσεων, αλλά και μονομερών δικαιοπραξιών, καθώς και όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτές, κατά συνέπεια δε, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν αγωγή κατά αλλοδαπού, που κατοικεί σε τρίτο κράτος, με βάση τη δωσιδικία αυτή. Επίσης, σύμφωνα με την ίδια ως άνω διάταξη, ορίζεται ότι οι διαφορές που αφορούν τα δικαιώματα που πηγάζουν από σύμβαση, μπορούν να εισαχθούν στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος όπου καταρτίστηκε η δικαιοπραξία ή όπου πρέπει να εκπληρωθεί η παροχή. Τόπος εκπλήρωσης της παροχής προς θεμελίωση της τοπικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου νοείται ο κατά το ουσιαστικό δίκαιο τέτοιος τόπος, δηλ., κατά σειρά, εκείνος που προκύπτει ρητά ή σιωπηρά από τη σύμβαση, αλλιώς εκείνος που συνάγεται από τις περιστάσεις και ιδίως από τη φύση της ενοχικής σχέσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 321 ΑΚ, αν η παροχή είναι χρηματική, σε περίπτωση αμφιβολίας, ο οφειλέτης πρέπει να την καταβάλει στον τόπο όπου ο δανειστής έχει την κατοικία του κατά το χρόνο της καταβολής. Αν ο οφειλέτης στέλνει τα χρήματα με τραπεζικό ή ταχυδρομικό έμβασμα ή επιταγή, για την ολοκλήρωση της καταβολής δεν αρκεί το έμβασμα ή η έκδοση και αποστολή της επιταγής, αλλά απαιτείται και η προς το δανειστή καταβολή του ποσού ή η εγχείριση της επιταγής. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 4 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, δηλαδή έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία και δίκασε υπόθεση, που κατά το νόμο ανήκε στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ενώ αν υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του, κρίνοντας ότι στερείται δικαιοδοσίας, με συνέπεια να απορρίψει έτσι κατά το αρθρ. 4 ΚΠολΔ την αγωγή, μολονότι είχε δικαιοδοσία, δεν υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια, αλλά στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, δηλαδή της κήρυξης απαραδέκτου παρά το νόμο (ΟλΑΠ 293/1981, 860/1984, ΑΠ 441/2023, ΑΠ 462/2021, ΑΠ 1358/2015, ΑΠ 932/2005). Στην περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται στην πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσιών διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο την περί δικαιοδοσίας κρίση του έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε (Ολ. ΑΠ 11/2000, ΑΠ 1259/2023, ΑΠ 1313/2021, ΑΠ 1002/2020, ΑΠ 366/2020, ΑΠ 1529/2017, ΑΠ 1218/2000). Για τους ίδιους λόγους, κατά λογική αναγκαιότητα, δεν ιδρύονται και οι από τους αριθμούς 10 και 19 λόγοι αναίρεσης. 3. Με το πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον επιλήφθηκε της ένδικης υποθέσεως, η οποία ανήκει στη διεθνή δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε τα ακόλουθα: "Ότι γνώρισε τον εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα τον Απρίλιο του έτους 1997 όταν εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος λογιστηρίου στη θυγατρική της εταιρείας Mazda στην Ελλάδα. Ότι αυτός (εναγόμενος) την περίοδο εκείνη αντιμετώπιζε δυσκολίες σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο, καθόσον αφενός βρισκόταν σε διάσταση με την πρώτη του σύζυγο, αφετέρου αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες, έχοντας αναλώσει ένα σημαντικό μέρος των οικονομιών του που έφερε από τον Καναδά σε μία ανεπιτυχή επιχειρηματική συνεργασία, ενώ είχε ξεκινήσει τις εργασίες ανακαίνισης της υπόγειας οικίας του στην οδό ... στον Κορυδαλλό Αττικής, όπου διαμένει σήμερα η ίδια (ενάγουσα). Ότι από τα μέσα του ίδιου έτους, θέλοντας να τον ενισχύσει και να τον στηρίξει προέβη στην κάλυψη σημαντικού μέρους των εξόδων του, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι αρχές Οκτωβρίου του ίδιου έτους αποφάσισαν ότι ο εναγόμενος έπρεπε να επιστρέψει στον Καναδά προκειμένου να αρχίσει εκ νέου την εργασία του, ενώ η ίδια παρέμενε στην Ελλάδα προκειμένου να ξεκαθαρίσει όλες τις υφιστάμενες εκκρεμότητες και στην συνέχεια να τον ακολουθήσει στο εξωτερικό. Ότι στο πλαίσιο της απόφασής τους αυτής, ο εναγόμενος το Νοέμβριο του έτους 1997 προέβη στη σύνταξη τριών πληρεξουσίων εγγράφων, με τα οποία της ανέθετε τη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας του στην Ελλάδα, την οποία απέκτησε από την κληρονομιά του πατέρα του, σύμφωνα με τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι το Δεκέμβριο του 1998 αναχώρησε και η ίδια οριστικά από την Ελλάδα με σκοπό να συνεχίσει τη ζωή της με τον εναγόμενο στον Καναδά, όπου και δύο χρόνια μετά τέλεσαν γάμο. Ότι άρχισαν να εργάζονται μαζί με αντικείμενο εργασίας την ανακατασκευή σπιτιών, το δε έτος 2003 δημιούργησαν τη δική τους εταιρεία με την επωνυμία "K.D.L. Construction L.T.D" και τον Φεβρουάριο του έτους 2004 αγόρασαν μία οικία στην περιοχή Coquitlam της Βρετανικής Κολομβίας του Καναδά, με ποσοστό συγκυριότητας 90% εξ αδιαιρέτου αυτή (ενάγουσα) και 10% εξ αδιαιρέτου ο εναγόμενος, αντίστοιχα. Ότι το αμέσως επόμενο διάστημα ακολούθησε η αγορά συνολικά επτά-οκτώ ακινήτων. Ότι από τον Οκτώβριο του έτους 2005 επήλθε διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων λόγω παρεμβολής τρίτου προσώπου στη σχέση τους, με υπαιτιότητα του εναγομένου, με αποτέλεσμα την οριστική φυγή της από τον Καναδά και τη μόνιμη εγκατάστασή της στην Ελλάδα από τον Ιούλιο του έτους 2007. Ότι έχοντας ήδη δρομολογήσει την μετακόμισή της στην Ελλάδα, αποφάσισαν με τον εναγόμενο να προβούν στη σύναψη μιας συμφωνίας προκειμένου να ρυθμίσουν τις περιουσιακές τους σχέσεις κατά τη διάρκεια του γάμου τους, για το λόγο δε αυτό συμφώνησαν να εκποιήσουν την κείμενη στην περιοχή Coquitlam της Βρετανικής Κολομβίας του Καναδά κατοικία, το τίμημα για την πώληση της οποίας ανήλθε σε 705.000,00 δολάρια Καναδά. Ότι βάσει της αρχικής συμφωνίας αυτή (ενάγουσα) θα εκπλήρωνε το σύνολο των υφιστάμενων οφειλών και θα διατηρούσε ως αποκλειστική δικαιούχος το σύνολο του υπολειπόμενου τιμήματος, χωρίς να εγείρει άλλες αξιώσεις κατά του εναγομένου ως προς την υπόλοιπη αποκτηθείσα περιουσία. Ότι εν τέλει ο εναγόμενος από το προϊόν της πώλησης και αφού εξοφλήθηκαν τα χρέη, παρακράτησε το σύνολο του τιμήματος, αναγνωρίζοντας σε αντιστάθμισμα ότι οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 250.000,00 δολαρίων Καναδά. Ότι για το λόγο αυτό και προς οριστική διευθέτηση των οικονομικών τους εκκρεμοτήτων υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων ενώπιον Συμβολαιογράφου στο Βανκούβερ Καναδά το από 13-7-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο εναγόμενος, μεταξύ άλλων, αναγνώρισε την ύπαρξη οφειλής του προς την ενάγουσα από την παραπάνω αιτία, ποσού 250.000,00 δολαρίων Καναδά, την οποία υποσχέθηκε να αποπληρώσει είτε με αποστολές χρημάτων στην κατοικία της στην Ελλάδα, είτε με καταθέσεις σε τραπεζικό της λογαριασμό. Ότι προς εξασφάλιση της ανωτέρω απαιτήσεώς της ο εναγόμενος της παρέσχε πλήρη διαχειριστική εξουσία του συνόλου της ακίνητης περιουσίας του στην Ελλάδα δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2007 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου συνταχθέντος στο Βανκούβερ Καναδά. Ότι ο εναγόμενος δεν της κατέβαλε το ανωτέρω ποσό, αλλά αντιθέτως εκμεταλλευόμενος τη μόνιμη παρουσία της στην Ελλάδα, κατάφερε να την αποκόψει από τα περιουσιακά της στοιχεία, χωρίς να έχει προβεί στην εκπλήρωση της άνω υποχρέωσής του. Ότι, ειδικότερα, στις 14-8-2010 προέβη, ερήμην της, στην έκδοση διαζυγίου, βάσει σχετικής δικαστικής απόφασης του δικαστηρίου της Βρετανικής Κολομβίας του Καναδά και ακολούθως, στην ανάκληση των πληρεξουσίων που της είχε χορηγήσει στο παρελθόν. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 250.000,00 δολαρίων Καναδά, με βάση την ισοτιμία ευρώ-δολαρίου Καναδά κατά το χρόνο της εξόφλησης- καταβολής, με το νόμιμο τόκο από τις 14-7-2007, άλλως από τις 15-7-2011, άλλως από τις 30-11-2012, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση....". Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, τα ελληνικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσουν την ένδικη υπόθεση. Και τούτο διότι, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, εφόσον ο τόπος εκπληρώσεως της επίδικης παροχής του αναιρεσείοντος οφειλέτη από την από 13-7-2007 σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους είναι η κατοικία της αναιρεσίβλητης δανείστριας, αρμόδια είναι τα δικαστήρια του Πειραιώς (Πρωτοδικείο και Εφετείο) ως δικαστήρια του τόπου εκπληρώσεως της χρηματικής παροχής. Επομένως, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι περιεχόμενες στον ίδιο ως άνω λόγο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 ΚΠολΔ και 5 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001, δεχόμενο εσφαλμένα ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία, δεν ιδρύουν τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι οι διατάξεις περί δικαιοδοσιών είναι δικονομικού δικαίου και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το σκέλος αυτό. 4. Από την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 25 εδ. β' ΑΚ, 1 παρ. 1, 3 και 4 παρ. 1, 2 της Σύμβασης της Ρώμης του έτους 1980, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, που κυρώθηκε με το Ν. 1792/1988 και αποτελεί από 14-1-1991 εσωτερικό δίκαιο της Ελλάδας με την ισχύ που δίνει σε αυτό το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, {όπως ίσχυε πριν τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου "για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές" (Ρώμη I), ο οποίος εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης - πλην της Δανίας - σε συμβάσεις που συνάπτονται από την 17-12-2009 (άρθρο 28)}, και με βάση το άρθρο 2, έχει οικουμενική εφαρμογή, κατά την έννοια ότι μπορεί να οδηγήσει και στην εφαρμογή του Δικαίου ενός κράτους, που δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνάγεται ότι, ελλείψει επιλογής, η σύμβαση αναγνώρισης χρέους, διέπεται, ως ενοχική σχέση εκ του νόμου, από το δίκαιο της χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα και αρμόζει από το σύνολο των ειδικών συνθηκών, οι οποίες συνεκτιμώνται ανάλογα με τη στενότητα ή χαλαρότητα προς την έννομη σχέση. Μεταξύ των συνδετικών στοιχείων που συγκροτούν τις ειδικές συνθήκες περιλαμβάνονται ο τόπος κατάρτισης και εκτέλεσης της σύμβασης, ο τόπος της επαγγελματικής δραστηριότητας των συμβληθέντων, και προκειμένου περί νομικών προσώπων η πραγματική έδρα τους, έστω και αν είναι διάφορη της καταστατικής (ΑΠ 1908/2008). Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή Διεθνούς Δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006). 5. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 παρ. 1, 2 και 5 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης και 25 του ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, ότι η ένδικη αγωγή είναι ερευνητέα στο σύνολό της κατά το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, ενώ εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση ήταν το δίκαιο του Καναδά, με το οποίο η επίδικη σύμβαση συνδέεται στενότερα, καθόσον ο μεν αναιρεσείων είναι κάτοικος Καναδά, η δε σύμβαση καταρτίστηκε στον Καναδά, στην επίσημη γλώσσα αυτού, ήτοι την αγγλική, ενώπιον Καναδού δικηγόρου-συμβολαιογράφου, κατά το νομικό σύστημα του Καναδά και η παροχή θα εκπληρώνονταν σε δολάρια Καναδά σε τραπεζικό λογαριασμό της αναιρεσίβλητης σε Καναδική τράπεζα. Όμως, με βάση τα εκτιθέμενα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, αυτή (αγωγή) ήταν ερευνητέα στο σύνολό της κατά το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, το οποίο είναι εφαρμοστέο εν προκειμένω βάσει των αναλογικώς εφαρμοζομένων διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 2 και 4 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης του 1980 "Για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές" που κυρώθηκε και ισχύει στην Ελλάδα με το Ν. 1792/1988 ως το δίκαιο της χώρας προς την οποία η επίδικη σύμβαση συνδέεται στενώτερα, λόγω του ότι ο τόπος εκπληρώσεως της παροχής του αναιρεσείοντος είναι η στον Δήμο Κορυδαλλού Αττικής κατοικία της αναιρεσίβλητης δανείστριας.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος κατά το σκέλος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση. 6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση/ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους. Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β' του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας). Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία. Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ' αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (άρθρο 280 ΑΚ) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β', 437, 156). Αν, όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρεώσεως προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται έγγραφος τύπος (ΑΠ 1402/2018). Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του ζητήματος αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνωρίσεως υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση, και ειδικότερα όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται υποχρέωση (δι` αναγνωρίσεως ή δι` υποσχέσεως) ως προς κάποιο χρέος (ΑΠ 341/2021), ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνωρίσεως όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο. Στην πρώτη περίπτωση, αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του δεν μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 1086/2017, ΑΠ 1279/2012). Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης, αν η επερχόμενη με αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και αν, στην περίπτωση αυτή, ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση, η οποία πρέπει κατ αρχήν να είναι έγκυρη (αρθρ. 437 ΑΚ) (Ολ. ΑΠ 5/2016, ΑΠ 919/2020, ΑΠ 913/2020, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 598/2017, ΑΠ 1663/2013). Με άλλα λόγια, ως ένδειξη, παρά τη μνεία της αιτίας, ότι τα μέρη θέλησαν ενοχή αφηρημένη, συνιστά και η γενική και αόριστη αναφορά της αιτίας στη σύμβαση αναγνώρισης και δη όταν από τη συμφωνία δεν προκύπτει για ποιο λόγο οφειλόταν αλλά συνάφθηκε με σκοπό την διευθέτηση (εκκαθάριση) του οικονομικού μέρους της σχέσεως αυτής (ΟλΑΠ 2088/1986, ΑΠ 1081/2022, ΑΠ 334/2006). Ο αμυνόμενος κατά της αγωγής που στηρίζεται σε αφηρημένη (αναιτιώδη) αναγνώριση χρέους, μπορεί να προβάλει, εκτός των άλλων, τον ισχυρισμό εκ του άρθρου 904 ΑΚ, ότι η αφηρημένη (αναιτιώδης) αναγνώριση του χρέους συνδέεται με ανύπαρκτο χρέος και ως εκ τούτου η ικανοποίηση της απαίτησης συνεπάγεται αδικαιολόγητο πλουτισμό για τον ενάγοντα. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 201 του ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης), κατά δε το άρθρο 207 παρ. 1 του ιδίου ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι α)με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης που τέθηκε σε δικαιοπραξία καθίσταται οριστικά ενεργός η δικαιοπραξία αυτή και επέρχονται τα αποτελέσματα της, επομένως δε και ότι β)όποιος ασκεί δικαίωμα από δικαιοπραξία το οποίο εξαρτήθηκε με αυτήν (δικαιοπραξία) από αναβλητική αίρεση, που πληρώθηκε ή που την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της αίρεσης (πλασματική πλήρωση), αυτός (που ασκεί το δικαίωμα) οφείλει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει τα ανωτέρω περιστατικά της πραγματικής ή πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης, από την οποία και γεννάται (εξαρτάται) το δικαίωμά του, ως αποτέλεσμα της υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξίας, κατά τα προεκτεθέντα. Για την κατά τα ανωτέρω πλασματική πλήρωση της αίρεσης απαιτείται παρακωλυτική συμπεριφορά του ζημιουμένου από την πλήρωση, και δη πράξη ή παράλειψη, αντιτιθέμενη στην καλή πίστη βάσει των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, όπου συνεκτιμάται και το ενδεχόμενο πταίσμα, στην περίπτωση δε, ειδικότερα, της παράλειψης, κατά κανόνα δεν θα υφίσταται τέτοια αντίθεση (στην καλή πίστη) αν δεν υπάρχει υποχρέωση προς ενέργεια από το νόμο, τη σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 178/2012, ΑΠ 36/2010, ΑΠ 1736/2009). Η έννοια της καλής πίστης νοείται αντικειμενικώς, ως η αντίληψη του μετρίως ευπρεπούς και τιμίως φερομένου κοινωνικού ανθρώπου και μπορεί η συμπεριφορά αυτή, από την οποία απαιτείται να επήλθε η ματαίωση της αιρέσεως και όχι απλώς δυσχέρανσή της, σε κάθε δε περίπτωση, πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του ετέρου μέρους και της ματαιώσεως της αιρέσεως (ΑΠ 1215/2021). Γίνεται δε δεκτό ότι ο έλεγχος της παρακωλυτικής συμπεριφοράς του ζημιουμένου από την πλήρωση πραγματοποιείται με βάση μεν τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, προκειμένου περί των καθαρώς εξουσιαστικών αιρέσεων, δηλαδή, εκείνων επί των οποίων η ενέργεια του υπόχρεου έχει αναταθεί στην απόλυτη εξουσία αυτού, με βάση δε τη διάταξη του άρθρου 207 ΑΚ προκειμένου περί των λοιπών εξουσιαστικών αιρέσεων, δηλαδή εκείνων επί των οποίων η ενέργεια του υποχρέου έχει αφεθεί στη "δυναμένη να ελεγχθεί κρίση του" ή, άλλως, στην αντικειμενική και δικαστικώς ελεγκτέα κρίση του (ΑΠ 122/2014). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Επομένως η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να αναφέρεται σε παραδοχές της απόφασης επί εκείνων των ζητημάτων που ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με το λόγο αναίρεσης ως αντιφατικά, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή την απόρριψή του κατά παραδοχή ενστάσεως και επομένως χωρίς να είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010, ΑΠ 1008/2007). Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Άλλωστε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011). Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1013/2023, ΑΠ 1420/2013). Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή ισχυρισμοί θεμελιωτικοί κατά νόμο αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, που να είναι παραδεκτοί και νόμιμοι, όχι δε και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει. Δεν αποτελούν επίσης πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο (ΑΠ 208/2018, ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007). Για το παραδεκτό του λόγου αυτού ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο στο αναιρετήριο τον ισχυρισμό, με την παραπάνω έννοια, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν κατά νόμο πραγματικά περιστατικά, τον νόμιμο τρόπο προβολής του στο δικαστήριο της ουσίας, όταν πρόκειται για μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, καθώς και την ουσιώδη επίδραση που αυτός ασκούσε στη δίκη. 7. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, ότι με το από 13-7-2007 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, συνήφθη αναιτιώδης σύμβαση αναγνώρισης χρέους, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη αιτιώδης σύμβαση αναγνώρισης χρέους και διαλαμβάνει, αντιφατικές και σε κάθε περίπτωση ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με την αιτία του χρέους, αφού δεν προκύπτει εάν η εκ μέρους του εναγομένου-αναιρεσείοντος αναληφθείσα υποχρέωση τελούσε σε εξάρτηση με την αιτία του χρέους ή ήταν ανεξάρτητη από την άνω αιτία. Επίσης, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα και με αντιφατικές αιτιολογίες ότι η σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους περί εξασφαλίσεως στην αναιρεσίβλητη του ποσού των 250.000 δολλαρίων Καναδά που συνήφθη με το από 13-7-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση ότι ο αναιρεσείων θα αποκερδαίνει ικανοποιητικά από την επιχείρησή του και ότι η αναβλητική αυτή αίρεση θεωρείται πλασματικά πληρωθείσα, καθόσον ο αναιρεσείων εμπόδισε την πλήρωσή της αντίθετα με την καλή πίστη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με τους ως άνω ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι, εκ των οποίων η μεν ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) εργαζόταν στην Ελλάδα ως ιδιωτική υπάλληλος σε θυγατρική εταιρεία της Mazda, o δε εναγόμενος είχε μεταναστεύσει και εγκατασταθεί από το έτος 1972 στο Βανκούβερ Βρετανικής Κολομβίας στον Καναδά, γνωρίστηκαν το έτος 1977 στην Ελλάδα όταν ο εναγόμενος είχε επιστρέψει στην πατρίδα του για να τακτοποιήσει μεταξύ άλλων, την πατρική κληρονομιά του και να προβεί σε διανομή αυτής με τα αδέλφια του που κατοικούσαν στην Ελλάδα, ενώ ταυτόχρονα επιχειρούσε να ξεκινήσει νέα συνεργασία με έναν συνέταιρο, η οποία όμως δεν ευοδώθηκε. Οι διάδικοι ανέπτυξαν πολύ στενές σχέσεις μεταξύ τους σε σημείο ώστε η ενάγουσα κατά την επιστροφή του εναγομένου στον Καναδά κατά τα τέλη του έτους 1997, να εγκατασταθεί στην υπόγεια οικία αυτού που βρίσκεται στον Κορυδαλλό Αττικής και επί της οδού Ψαρρών αριθμ. 21 και να αναλάβει τη διαχείριση της περιουσίας του τελευταίου στην Ελλάδα, προβαίνοντας σε αποδοχές κληρονομιάς για λογαριασμό του και εισπράττοντας επίσης για λογαριασμό του εναγομένου τα μισθώματα από τα ακίνητα της πατρικής του περιουσίας, στο πλαίσιο άτυπης διανομής που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των αδελφών και του ιδίου. Για το σκοπό αυτό ο εναγόμενος υπέγραψε τα υπ' αριθμ. ...1997, ...1997, ...1997 και ...1997 πληρεξούσια της Συμβ/φου Αθηνών Ι. Γ., δυνάμει των οποίων διόρισε την ενάγουσα ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπο και αντίκλητό του, παρέχοντάς της την εντολή να προβαίνει σε μια σειρά νομικών πράξεων και υλικών ενεργειών, που αφορούσαν την κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα του εναγομένου και τη διαχείριση συγκεκριμένων ακινήτων του. Στη συνέχεια, η ενάγουσα το Δεκέμβριο του έτους 1998 αναχώρησε οριστικά από την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε μαζί με τον εναγόμενο στον Καναδά, όπου και τον Οκτώβριο του έτους 2000 τέλεσαν νόμιμο γάμο από τον οποίο δεν προέκυψε ότι απέκτησαν τέκνα, ο γάμος αυτός ήταν πρώτος για την ενάγουσα και ο δεύτερος για τον εναγόμενο ενώ από τον πρώτο του γάμο αυτός είχε ήδη αποκτήσει παιδιά. Το Δεκέμβριο δε του έτους 2001 μετεγκαταστάθηκε μαζί με τους διαδίκους στον Καναδά και η μητέρα της ενάγουσας Π. χήρα Ε. Κ. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, ο εναγόμενος ασχολείτο συστηματικά με την κατασκευή σπιτιών και κυρίως με την αγορά και μετατροπή παλαιών κυρίως κτιρίων και την άμεση μεταπώληση αυτών, δραστηριοποιούμενος αρχικά μέσω της εταιρείας με την επωνυμία "Deltoid Developments LtD" και από το έτος 2001 και εφεξής, μέσω της προσωπικής επιχείρησης με την επωνυμία "KDL Construction Co". Η δε ενάγουσα απασχολείτο τα πρωϊνά σε συνεργείο καθαρισμού κτιρίων και τις απογευματινές ώρες συμμετείχε ενεργά στην επαγγελματική δραστηριότητα του εναγομένου-συζύγου της στα πλαίσια των οικογενειακών της υποχρεώσεων, καθόσον με τις παρεχόμενες από την ίδια υπηρεσίες, απέβλεπε να συνδράμει στο μέτρο των δυνάμεών της στην οικονομική ανάπτυξη της επιχείρησης του συζύγου της, αφού οποιαδήποτε δυσμενής εξέλιξη της επιχείρησης θα είχε άμεση επίδραση στο απ' αυτήν προερχόμενο κοινό οικογενειακό εισόδημα, αλλά και στις συνθήκες διαβίωσης της ίδιας και του συζύγου της. Στην ουσιαστική δε αυτή βοήθεια της ενάγουσας ως μέλους της οικογένειας, απέβλεπε και ο σύζυγός της - εναγόμενος και όχι στην παροχή εργασίας υπαλλήλου ή υπηρεσιών συνεταίρου. Στο πλαίσιο δε της ανωτέρω επιχειρηματικής δραστηριότητας του εναγομένου, τον Φεβρουάριο του έτους 2004 αγοράστηκε μία οικία επί της οδού Cypress 649 στην περιοχή Coquitlam της Βρετανικής Κολομβίας του Καναδά, έναντι τιμήματος 335. 000, 00 δολαρίων Καναδά, στο όνομα της ενάγουσας κατά ποσοστό 90% εξ αδιαιρέτου και στο όνομα του εναγομένου κατά ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου, επί του οποίου (ακινήτου) ενεγράφη υποθήκη υπέρ της καναδικής τράπεζας "Royal Bank of Canada" για το δανεισθέν εκ μέρους της ενάγουσας ποσό των 251.250 δολαρίων Καναδά, με εγγυητή τον εναγόμενο. Από το φθινόπωρο όμως του έτους 2005 δημιουργήθηκαν έριδες και προστριβές στη σχέση των διαδίκων οι οποίες οδήγησαν στην οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων - συζύγων κατά το έτος 2007, οπότε η ενάγουσα αποχώρησε από τη συζυγική οικία στον Καναδά και περί το μήνα Ιούλιο του 2007 μαζί με τη μητέρα της εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα. Στο πλαίσιο δε διακανονισμού των περιουσιακών σχέσεων των διαδίκων και ενόψει της μεταβίβασης λόγω πωλήσεως του προαναφερομένου ακινήτου έναντι τιμήματος 705.000,00 δολαρίων Καναδά, οι διάδικοι υπέγραψαν στο Βανκούβερ Καναδά ενώπιον του δικηγόρου - συμβολαιογράφου D. A. R. το από 13-7-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό (προσκομισθέν στην αγγλική γλώσσα και σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική) σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου: "Η Χ. και ο Δ. συμφώνησαν τα εξής: Ι. Να πωλήσουμε την οικία μας στη διεύθυνση 649 Cypress Street, Coquitlam, B.C. Ο τίτλος δείχνει ότι η Χ. έχει κυριότητα κατά 90%. Στην πραγματικότητα μας ανήκει εξ ίσου. Η Χ. είναι ο θεματοφύλακας για το μερίδιο του Δ. στη συγκυριότητα της οικίας. 2. Πωλήσαμε την οικία μας στη διεύθυνση 649 Cypress Street και η ημέρα κλεισίματος είναι περί την 14η Ιουλίου 2007. 3. ... 5. Μετά την ολοκλήρωση της πώλησης η Χ. θα πάει στην Ελλάδα για διάλειμμα. 6. Ο Δ. θα παραμείνει στον Καναδά και θα συνεχίσει να εργάζεται στην επιχείρησή του. 7. Το προϊόν από την πώληση του ακινήτου στη διεύθυνση 649 Cypress Street θα διατεθεί ως εξής: Πρώτον, θα πληρώσουμε όλους τους φόρους και τέλη ακίνητης περιουσίας, δικηγορικές αμοιβές, τις δύο υποθήκες και οτιδήποτε άλλο σχετίζεται με την οικία αυτή και την πώλησή της. Δεύτερον, με το υπόλοιπο των χρημάτων αυτών που ανήκουν 50% - 50% στη Χ. και τον Δ., θα κάνουμε τα εξής: ... Α. Θα αγοράσουμε τα δύο αεροπορικά εισιτήρια για την Ελλάδα. Β. Θα καταθέσουμε στο λογαριασμό της Χ. στην Τράπεζα RBC το ποσό των $ 5. 000, 00 πέντε χιλιάδων δολαρίων για την εξόφληση κάποιων από τα χρέη μας κατά τη διάρκεια της παραμονής ή απουσίας της. Γ. Θα πληρώσουμε και θα παραλάβουμε όλα τα ενεχυριασμένα κοσμήματα. Δ. Η Χ. θα πάρει μαζί της στην Ελλάδα ένα ακόμη ποσό $ 25. 000, 00 είκοσι πέντε χιλιάδων δολαρίων. Ε. Το υπόλοιπο θα παραμείνει εδώ στον Καναδά για τον Δ. να το χρησιμοποιήσει στην εργασία του. ΣΤ. Η Χ. και ο Δ. θα αποφασίσουν μαζί για το πώς ο Δ. θα λάβει αυτό το υπόλοιπο (το υπόλοιπο των χρημάτων που θα παραμείνουν εδώ στον Καναδά για τον Δ.). Ζ. Ο Δ. θα συνεχίσει να εργάζεται στην επιχείρησή του και εφόσον θα έχει αρκετά κέρδη ο Δ. θα στέλνει στη Χ. χρήματα (ή θα κάνει καταθέσεις στον λογαριασμό της Χ. στην Τράπεζα RBC) ώστε να τηρήσει την υπόσχεσή του στη Χ. ότι θα της εξασφαλίσει τελικά το ποσό των $ 250.000,00 (διακοσίων πενήντα χιλιάδων δολαρίων). Μέχρις ότου ο Δ. θα καταβάλει το συνολικό ποσό των $ 250.000,00 (διακοσίων πενήντα χιλιάδων δολαρίων) στη Χ., η Χ. θα τηρεί ως ασφάλεια 100% πληρεξούσιο για όλη την ακίνητη περιουσία του Δ. στην Ελλάδα. Επίσης μέχρι τότε η Χ. θα συνεχίσει να εισπράττει όλα τα ενοίκια από όλα τα ακίνητα του Δ. στην Ελλάδα. Η. Ο Δ. θα εκτελέσει και θα παραδώσει 100% πληρεξούσιο στη Χ. για όλα τα ακίνητα του Δ. στην Ελλάδα για δύο λόγους. Ο ένας λόγος είναι για την τήρηση του όρου Ζ του Συμφωνητικού και ο άλλος λόγος είναι να μπορεί η Χ. να επιμελείται την περιουσία αυτή όσο ο Δ. κατοικεί στον Καναδά. ΠΡΟΣΘΕΤΑ ΣΧΟΛΙΑ: Η Χ. έχει συμφωνήσει να διατηρήσει καλή σχέση με τα αδέλφια του Δ. (Σ. και Μ.) εκτός εάν τούτο καταστεί αδύνατο. Η Χ. έχει συμφωνήσει να μη πωλήσει οποιοδήποτε από τα ακίνητα του Δ. χωρίς την έγγραφη συναίνεση του Δ., εκτός εάν ο Δ. αθετήσει το παρόν Συμφωνητικό και ειδικότερα την παράγραφο Ζ αυτού...". Έτσι, με βάση τα όσα ως ανωτέρω αποδείχθηκαν (κατά το άρθρο 361 του ΑΚ και τα αναφερόμενα ειδικότερα στη νομική σκέψη της παρούσας) στις 13-7-2007 (ημερομηνία κατάρτισης του παραπάνω συμφωνητικού) καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων αναιτιώδης σύμβαση αναγνώρισης χρέους, ανεξάρτητη από την παλιά ενοχή και συνεπώς δεν χωρούν εναντίον της ενστάσεις που έχουν ως βάση την κύρια αιτία και ως εκ τούτου ο εναγόμενος κατέστη οφειλέτης της ενάγουσας για το προαναφερόμενο χρέος των $ 250.000,00 δολαρίων Καναδά. Το αναγνωριζόμενο αυτό χρέος δεν αφορούσε αποκλειστικά και μόνο το τίμημα της πώλησης του προαναφερθέντος περιουσιακού στοιχείου των διαδίκων, αλλά ουσιαστικά τον διακανονισμό των περιουσιακών τους σχέσεων και προφανώς της αξίωσης της ενάγουσας προς συμμετοχή στα αποκτήματα του εναγομένου, ενόψει της επελθούσας διάσπασης της μεταξύ των διαδίκων έγγαμης συμβίωσης, αποτελώντας αναγνώριση εκ μέρους του εναγομένου της συνεισφοράς στην αύξηση της περιουσίας του, η οποία εκδηλώθηκε με τη προσφορά της στο συζυγικό οίκο και κυρίως με την εργασία της για τη λειτουργία της ατομικής του επιχείρησης. Ο ισχυρισμός δε του εναγομένου ότι η ενάγουσα θα έμενε ένα μικρό διάστημα στην Ελλάδα και ακολούθως θα επέστρεφε, καθόσον ουδεμία διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης είχε επέλθει κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα και συνακόλουθα το περιεχόμενο της άνω σύμβασης δεν αφορούσε τη ρύθμιση των περιουσιακών σχέσεων των εν διαστάσει συζύγων, απορριπτέος τυγχάνει ως κατ'ουσία αβάσιμος, αφού αναιρείται από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, οι οποίοι ανήκουν στο στενό οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον της ενάγουσας και γνωρίζουν από δική τους αποκλειστικά γνώση τις οικογενειακές συνθήκες των διαδίκων, σε αντίθεση με τους μάρτυρες ανταπόδειξης, οι οποίοι δεν είχαν άμεση γνώση και αντίληψη της οικογενειακής ζωής των διαδίκων. Εκτός αυτού, εάν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του εναγομένου περί ομαλής συμβίωσής του με την ενάγουσα, δεν εξηγείται με την κοινή λογική η αναγκαιότητα κατάρτισης του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού και ρύθμισης της είσπραξης και διάθεσης του τιμήματος της πώλησης κατά τους ειδικότερους όρους αυτού. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι την ίδια ως άνω ημερομηνία με την υπογραφή του ως άνω συμφωνητικού παραδόθηκε στους διαδίκους η από 13-7-2007 επιστολή του νομικού τους συμβούλου και πληρεξουσίου D. R. (αντίγραφο της οποίας προσκομίστηκε σε επίσημη μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα), με την οποία ο τελευταίος τους ενημερώνει ότι ολοκληρώθηκε αυθημερόν η καταχώριση της εγγραπτέας πράξης - συμβολαίου μεταβίβασης στο αρμόδιο γραφείο τίτλων του Βανκούβερ, ότι ο ίδιος έλαβε το τίμημα της πώλησης εκ ποσού 688.869,99 δολαρίων από τους πληρεξούσιους του αγοραστή, εκ του οποίου μετέφερε ποσό α) 374.033,94 δολαρίων προς εξόφληση δανείου, β) 128.990,47 δολαρίων προς εξόφληση άλλου δανείου, γ) 7.095,41 δολαρίων προς πληρωμή συμβολαιογραφικών υπηρεσιών και δ) 1.190,47 δολαρίων προς εξόφληση της αναφερόμενης στην επιστολή απόφασης και ότι τέλος εσωκλείει επιταγή ποσού 176.351,03 δολαρίων, το οποίο αντιπροσωπεύει το κέρδος της πώλησης πληρωτέο στην ενάγουσα, το οποίο ωστόσο όπως αποδείχθηκε δεν εισέπραξε ποτέ η ενάγουσα αλλά αντιθέτως το ποσό αυτό εισπράχθηκε από τον εναγόμενο, στο πλαίσιο του υπογραφέντος από 13-7-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού και σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους αυτού. Περαιτέρω, όπως προέκυψε, ο παριστάμενος ως μάρτυρας δικηγόρος-συμβολαιογράφος D. A. R. ήταν και ο νομικός παραστάτης, στον οποίο οι διάδικοι είχαν αναθέσει την διεκπεραίωση της μεταβίβασης του παραπάνω ακινήτου, εκπροσωπώντας τους διαδίκους-πωλητές και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι υπέγραψε το προαναφερόμενο συμφωνητικό αβασάνιστα θεωρώντας ότι δεν παράγει έννομα αποτελέσματα χωρίς παροχή νομικής συμβουλής, απορριπτέος τυγχάνει ως ουσιαστικά αβάσιμος, πέραν του ότι λόγω των ανωτέρω εμπορικών του δραστηριοτήτων και κατά την κοινή πείρα και λογική, ο εναγόμενος είχε την κατάλληλη εμπειρία και γνώσεις να αντιληφθεί και μόνος του το περιεχόμενο των συμβάσεων που υπογραφεί καθώς και τις δεσμεύσεις που απορρέουν από αυτές. Στη συνέχεια, όσον αφορά στο από 27-7-2007 ιδιόγραφο σημείωμα-δήλωση που φέρεται ότι έχει γραφεί ιδιοχείρως και υπογραφεί από την ενάγουσα και ανεξαρτήτως της υποβληθείσας αορίστως αμφισβητήσεως της γνησιότητάς του εν λόγω εγγράφου εκ μέρους της, από το περιεχόμενο αυτής (δήλωσης) δεν ανατρέπεται η κρίση του Δικαστηρίου περί των ανωτέρω αποδειχθέντων, αφού, αφενός μεν, όπως προαναφέρθηκε, η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων αναιτιώδης σύμβαση αναγνώρισης χρέους είναι ανεξάρτητη από την παλαιά ενοχή και συνεπώς δεν χωρούν εναντίον της ενστάσεις που έχουν ως βάση την κύρια αιτία (η οποία, όπως αποδείχθηκε, σε κάθε περίπτωση δεν αφορούσε αποκλειστικά και μόνο την παραπάνω αγοραπωλησία), αφετέρου δε, με την άνω δήλωσή της η ενάγουσα φέρεται να παραιτείται από το τίμημα της πώλησης του ευρισκόμενου στην 649 Cypress Street Coquitlam B. C. ακινήτου, γεγονός που συνάδει με την προηγηθείσα εκ μέρους του εναγομένου ανάληψη υποχρέωσης καταβολής στην ενάγουσα του ποσού των 250.000,00 δολαρίων Καναδά. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ενάγουσα αποχώρησε από το Βανκούβερ της Βρετανικής Κολομβίας με τη μητέρα της, στις 24-7-2007 (όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα σχετικά αεροπορικά εισιτήρια) και έτσι δημιουργούνται αμφιβολίες αναφορικά με την χρονολογία υπογραφής του εν λόγω εγγράφου, το οποίο φέρεται να έχει υπογραφεί από την ενάγουσα στις 27-7-2007, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της αποχώρησής της από τον Καναδά. Στη συνέχεια, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος δεν εκπλήρωσε τις ανειλημμένες από την προαναφερόμενη σύμβαση αναγνώρισης χρέους υποχρεώσεις του αφού κανένα ποσό απέστειλε στην ενάγουσα και σε ουδεμία τραπεζική κατάθεση προέβη σε οιονδήποτε τραπεζικό λογαριασμό της προς εξόφληση της ανωτέρω οφειλής του. Αντιθέτως, στις 14-8-2010 προέβη, ερήμην της ενάγουσας, στην έκδοση διαζυγίου, βάσει σχετικής δικαστικής απόφασης του δικαστηρίου της Βρετανικής Κολομβίας του Καναδά. Επίσης, με τις υπ' αριθμ. ...2010 και ...2011 πράξεις ανάκλησης πληρεξουσίων που συντάχθηκαν ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Ι. Γ. και επιδόθηκαν στην ενάγουσα στις 11-7-2011, ο εναγόμενος προέβη στην ανάκληση των υπ' αριθμ. 11052/1997 και 11004/1997 πληρεξουσίων που είχαν συνταχθεί ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Ομοίως, με την υπ' αριθμ. 20405/14-7-2011 πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου που συντάχθηκε ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου Αθηνών και επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 15-7-2011, ο εναγόμενος προέβη στην ανάκληση και του υπ' αριθμ. 11041/1997 πληρεξουσίου που είχε συνταχθεί ενώπιον της ίδιας επίσης συμβολαιογράφου, αναιρώντας έτσι ουσιαστικά την ασφαλιστική δικλείδα που είχε τεθεί στην επίδικη σύμβαση προς εξασφάλιση της απαίτησης της ενάγουσας σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Σε απάντηση δε της από 25-10-2012 εξώδικης δήλωσης της ενάγουσας, η οποία επιδόθηκε στην πληρεξούσια δικηγόρο του εναγομένου δια θυροκολλήσεως στις 28-11-2012 καθώς και στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για λογαριασμό του εναγομένου (κατ'άρθρο 134 ΚΠολΔ) στις 29-11-2012 και με την οποία η ενάγουσα καλούσε τον εναγόμενο "να καταλήξουν σε συμφωνία για τις μεταξύ τους εκκρεμότητες" και "να προσέλθει αυτοπροσώπως ή δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του εντός αποκλειστικής προθεσμίας 15 ημερών από την επίδοση αυτής προκειμένου να προβεί σε ολική εξόφληση της οφειλής του", ο εναγόμενος στις 31-01-2013 επέδωσε στην ενάγουσα την από 21-01-2013 εξώδικη δήλωσή του με την οποία αρνήθηκε ρητά οποιαδήποτε ανάληψη οφειλής προς την ενάγουσα. Από όλα δε τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κατέστη προφανής η εκ μέρους του εναγομένου πρόθεση μη εκπλήρωσης των ανειλημμένων συμβατικών του υποχρεώσεων, η δε αναβλητική αίρεση (άρθρ. 201 ΑΚ) που τέθηκε στην επίδικη σύμβαση αναγνώρισης χρέους, περί εξασφάλισης στην ενάγουσα του συνολικού ποσού των 250.000 δολαρίων Καναδά υπό την προϋπόθεση ότι ο εναγόμενος θα αποκερδαίνει ικανοποιητικά χρήματα από την επιχείρησή του (όρος Ζ), θεωρείται πλασματικά πληρωθείσα κατ' άρθρο 207 παρ. 1 του ΑΚ, δεδομένου ότι ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων προέκυψε ότι ο εναγόμενος εμπόδισε την πλήρωσή της αντίθετα με την καλή πίστη (ΑΚ 207 παρ. 1). Η οικονομική δε δυσπραγία που επικαλείται ο εναγόμενος βάσει των προσκομιζόμενών φορολογικών του δηλώσεων των ετών 2001, 2003, 2005 και 2007, από τις οποίες προκύπτει καθαρό εισόδημα της επιχείρησής του 22.000,00, 20.687,41, 13.784,41 και 13.100,00 δολαρίων Καναδά αντίστοιχα, δεν αναιρεί τα ως άνω περί πλασματικής πληρώσεως της αιρέσεως, καθόσον οι εν λόγω δηλώσεις αφενός δεν αποδεικνύουν μηδενικά εκ μέρους του εναγομένου εισοδήματα που να δικαιολογούν την πλήρη οικονομική του δυσπραγία και δη σε τέτοιο βαθμό που να καθιστά αδύνατη όλα αυτά τα έτη την παραμικρή κατάθεση σε λογαριασμό της ενάγουσας προς εξόφληση του αναγνωρισθέντος εκ μέρους του χρέους, αφετέρου δεν είναι αντιπροσωπευτικές της συνολικής οικονομικής κατάστασης του εναγομένου καθόσον δεν συνοδεύονται από τις αντίστοιχες δηλώσεις που αυτός προφανώς υπέβαλε όλα αυτά τα έτη στις εγχώριες φορολογικές αρχές ενόψει της ακίνητης περιουσίας που έχει και εκμισθώνει. Τέλος, το προσκομιζόμενο σε επίσημη μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα αντίγραφο του από 12-11-2013 πιστοποιητικού του αλλοδαπού συνδίκου περί αποκατάστασης και απαλλαγής του εναγομένου από όλα τα χρέη λόγω πτωχεύσεώς του την 1-11-2011, αναφέρεται σε αυτόματη λήξη της πτώχευσης με την πάροδο 24 μηνών και ως εκ τούτου δεν κρίνεται από μόνο του επαρκές για να υποδηλώσει την υφιστάμενη οικονομική κατάσταση του εναγόμενου, ο οποίος σύμφωνα με την με αριθμό 10484/25-5-2017 ένορκη δήλωση ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Βανκούβερ της Βρετανικής Κολομβίας του μάρτυρα ανταπόδειξης Α. Π. "μέχρι σήμερα εξακολουθεί να εργάζεται με το ίδιο ως άνω αντικείμενο...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 873, 201 και 207 παρ. 1 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής. Ειδικότερα, πληρούσαν το πραγματικό της κατάρτισης σύμβασης αναιτιώδους αναγνώρισης χρέους, και της πλασματικής πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης που τέθηκε στην επίδικη σύμβαση αναιτιώδους αναγνώρισης χρέους. Και τούτο διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: α) η ενάγουσα απασχολείτο τα πρωϊνά σε συνεργείο καθαρισμού κτιρίων και τις απογευματινές ώρες συμμετείχε ενεργά στην επαγγελματική δραστηριότητα του εναγομένου-συζύγου της στα πλαίσια των οικογενειακών της υποχρεώσεων, καθόσον με τις παρεχόμενες από την ίδια υπηρεσίες, απέβλεπε να συνδράμει στο μέτρο των δυνάμεών της στην οικονομική ανάπτυξη της επιχείρησης του συζύγου της, β) τον Φεβρουάριο του 2004 αγοράστηκε μία οικία στον Καναδά αντί τιμήματος 335.000 δολαρίων στο όνομα της ενάγουσας κατά ποσοστό 90% εξ αδιαιρέτου και στο όνομα του εναγομένου κατά ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου, όμως από τον Οκτώβριο του έτους 2005 επήλθε διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, με αποτέλεσμα την οριστική φυγή της ενάγουσας από τον Καναδά και τη μόνιμη εγκατάστασή της στην Ελλάδα από τον Ιούλιο του έτους 2007, γ) στο πλαίσιο διακανονισμού των περιουσιακών σχέσεων των διαδίκων και ενόψει της μεταβιβάσεως λόγω πωλήσεως του ως άνω ακινήτου έναντι τιμήματος 705.000 δολαρίων οι διάδικοι υπέγραψαν στο Βανκούβερ Καναδά το από 13-7-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο συμφώνησαν εκτός των άλλων ότι το ως άνω ακίνητο τους ανήκει εξ ίσου, ότι με το τίμημα από την πώλησή του θα πληρωθούν οι φόροι, τα τέλη ακίνητης περιουσίας, οι υποθήκες και το υπόλοιπο τίμημα τους ανήκει κατά 50% στον καθένα. Επίσης συμφώνησαν ότι ο εναγόμενος θα συνεχίσει να εργάζεται στην επιχείρησή του και εφόσον θα έχει αρκετά κέρδη θα στέλνει στην ενάγουσα χρήματα, ώστε να τηρήσει την υπόσχεσή του ότι θα της εξασφαλίσει τελικά το ποσό των 250.000 δολαρίων, δ) στις 13-7-2007 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αναιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους ανεξάρτητη από την παλαιά ενοχή και ο εναγόμενος κατέστη οφειλέτης της ενάγουσας για το ποσό των 250.000 δολαρίων Καναδά, ε) το αναγνωριζόμενο αυτό χρέος δεν αφορούσε αποκλειστικά το τίμημα της πωλήσεως του ως άνω ακινήτου, αλλά ουσιαστικά τον διακανονισμό των περουσιακών τους σχέσεων και της αξιώσεως της ενάγουσας για συμμετοχή της στα αποκτήματα του εναγομένου, ενόψει της επελθούσης διασπάσεως της έγγαμης συμβιώσεως, προκύπτει σαφώς ότι με το από 13-7-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό οι διάδικοι κατήρτισαν σύμβαση αναιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους, ενόψει του διακανονισμού των περιουσιακών τους σχέσεων συνολικά, ανεξάρτητη από την παλαιά ενοχή, δηλαδή την αξίωση της ενάγουσας για συμμετοχή στα αποκτήματα του εναγομένου. Επιπλέον η τεθείσα στην επίδικη σύμβαση αναβλητική αίρεση περί εξασφαλίσεως στην ενάγουσα του ποσού των 250.000 δολαρίων υπό την προϋπόθεση ότι ο εναγόμενος θα αποκερδαίνει ικανοποιητικά χρήματα από την επιχείρησή του, θεωρείται πλασματικά πληρωθείσα, διότι ο εναγόμενος εμπόδισε την πλήρωσή της αντίθετα προς την καλή πίστη και ειδικότερα δεν απέστειλε κανένα ποσό στην ενάγουσα, σε ουδεμία τραπεζική κατάθεση προέβη, ερήμην της ενάγουσας προέβη στην έκδοση διαζυγίου, με εξώδικη δήλωσή του προς αυτήν αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάληψη οφειλής του προς την ενάγουσα, από δε τις φορολογικές δηλώσεις του εναγομένου στον Καναδά δεν προκύπτουν μηδενικά εισοδήματα αυτού που να δικαιολογούν πλήρη οικονομική δυσπραγία του και αυτές δεν αντιπροσωπεύουν τη συνολική οικονομική του κατάσταση, καθόσον ο εναγόμενος διατηρούσε ακίνητη περιουσία και στην Ελλάδα. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και πρϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 873, 201, 207 παρ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόστηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, οι τρίτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. 8. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη και ειδικότερα, ενώ στην ένδικη αγωγή της αναφέρεται ότι το ποσό των 250.000 δολαρίων Καναδά που ζητεί αποτελούσε μέρος του οφειλόμενου μεριδίου της από την πώληση του κοινού ακινήτου αυτής και του αναρεσείοντος, το Εφετείο δέχθηκε ότι το αναγνωριζόμενο χρέος δεν αφορούσε αποκλειστικά και μόνο το τίμημα της πωλήσεως του ακινήτου των διαδίκων, αλλά ουσιαστικά τον διακανονισμό των περιουσιακών τους σχέσεων και προφανώς της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης για συμμετοχή της στα αποκτήματα του αναιρεσείοντος. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση, από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. 9. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Επίσης, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του, και η διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν υπόκειται, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 824/2021, ΑΠ 365/2017, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 99/2016). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016, ΑΠ 886/2008). Εξάλλου, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το περιεχόμενο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει, ώστε εκ της συγκρίσεως αυτών να παρέχεται στον Άρειο Πάγο η δυνατότητα να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη κρίσιμων γεγονότων, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το επίμαχο έγγραφο (ΑΠ 42/2020, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016, ΑΠ 11/2016). Με τους τέταρτο και έκτο λόγους της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος τους, ο αναιρείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 13-7-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, στο οποίο αναφέρεται ότι το ποσό των 250.000 δολαρίων Καναδά αποτελούσε μέρος του οφειλόμενου μεριδίου της αναιρεσίβλητης από την πώληση του κοινού ακινήτου τους και ότι αυτός θα έδινε χρήματα στην αναιρεσίβλητη μόνον αν είχε αρκετά κέρδη από την επιχείρησή του και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το αναγνωριζόμενο χρέος δεν αφορούσε αποκλειστικά και μόνο το τίμημα της πωλήσεως του ακινήτου, αλλά ουσιαστικά τον διακανονισμό των περιουσιακών τους σχέσεων και προφανώς την αξίωση της αναιρεσίβλητης για την συμμετοχή της στα αποκτήματα του αναιρεσείοντος και ότι για την πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως πρέπει να υπολογιστούν και τα εισοδήματα του αναιρεσείοντος από την ακίνητη περιουσία του στην Ελλάδα. Όμως, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική του κρίση και κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων (ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα), τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, χωρίς να στηρίξει την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο. Επομένως, οι ως άνω τέταρτος και έκτος λόγοι της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος τους, είναι αβάσιμοι. 10. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος σε περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 903/2019, ΑΠ 233/2011). Ακολούθως, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του, την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού. Αντίθετα, το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασης πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, σ` αυτό δε εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 10/2013). Με το πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβίασης των ορισμών του νόμου, ως προς το βάρος απόδειξης, επικαλούμενος ότι, αν και η αναιρεσίβλητη ενάγουσα όφειλε ν' αποδείξει την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης ή τα γεγονότα με βάση τα οποία η αναβλητική αίρεση έπρεπε να θεωρηθεί πλασματικά πληρωθείσα, και ειδικότερα ότι ο αναιρεσείων είχε ικανοποιητικά για την πλήρωση της αιρέσεως εισοδήματα ή ότι απέφυγε με δόλο, ενώ μπορούσε, να αποκτήσει εισοδήματα, ώστε να ματαιώσει την πλήρωση της αιρέσεως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο ίδιος δεν απέδειξε μηδενικά εισοδήματα, επιβάλλοντας έτσι, στον ίδιο το σχετικό βάρος απόδειξης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περί πλασματικής πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως δεν έγινε δεκτός επειδή ο αναιρεσείων δεν απέδειξε ότι είχε μηδενικά εισοδήματα που να δικαιολογούν την πλήρη οικονομική του δυσπραγία που να καθιστά αδύνατη την παραμικρή κατάθεση σε λογαριασμό της αναιρεσίβλητης προς εξόφληση του αναγνωρισθέντος εκ μέρους του χρέους, αλλά επειδή κρίθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από την αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) αποδείξεις 11. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια (και όχι από τους αριθ. 9 και 19, όπως ισχυρίζεται), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του που προτάθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις του και επαναφέρθηκε με την έφεσή του, προς απόκρουση της αγωγής και ειδικότερα ότι το χρέος, που φέρεται ότι αναγνώρισε, ήταν ανύπαρκτο και ως εκ τούτου η ικανοποίηση της ένδικης απαίτησης συνεπάγεται τον αδικαιολόγητο πλουτισμό της αναιρεσίβλητης, ο ισχυρισμός δε αυτός προβάλλεται και υπό το πρίσμα της διάταξης του άρθρου 873 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και ερεύνησε τον προταθέντα ως άνω, ισχυρισμό, τον οποίο ακολούθως απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο τα αντίθετα. 12. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 445, 457 παρ. 1, 2 και 3 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει ισχυρισμό του διαδίκου ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου. Ο αντίδικος έχει την υποχρέωση να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής του εγγράφου. Σε περίπτωση αρνήσεως, ο διάδικος, που επικαλείται το ιδιωτικό έγγραφο, έχει την υποχρέωση να αποδείξει τη γνησιότητα, με κάθε αποδεικτικό μέσο. Εφ' όσον η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του. Ως προς το ζήτημα αυτό, της προέλευσης, δηλαδή, της δηλώσεως από τον εκδότη του εγγράφου, παράγεται αμάχητο τεκμήριο, το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (ΚΠολΔ 460, 461, 463, βλ. ΑΠ 1254/2010). Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δηλώσεως, επιτρέπεται ανταπόδειξη, ακόμη και χωρίς να προσβληθεί το έγγραφο ως πλαστό (ΑΠ 891/2012). Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτίμησής του (ΑΠ 1078/2017, ΑΠ 907/2006). Με το έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος του, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθόσον δέχθηκε ότι από το από 27-7-2007 ιδιόχειρο σημείωμα της αναιρεσίβλητης, το οποίο δεν προσβλήθηκε ως πλαστό, με το οποίο η τελευταία δήλωνε ότι όλα τα χρήματα από την πώληση του ως άνω ακινήτου, τα δωρίζει στον αναιρεσείοντα και ότι τελικώς δεν δικαιούται τίποτα, ρητώς παραιτηθείσα κάθε σχετικής αξίωσής της, δεν προκύπτει παραίτησή της από κάθε αξίωσή της, απορρίπτοντας έτσι την ένσταση αποσβέσεως χρέους λόγω έγγραφης παραίτησης της αναιρεσίβλητης από την σχετική αξίωσή της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με την κρίση αυτή, εφάρμοσε ορθά τις δικονομικές διατάξεις που αναφέρθηκαν, και ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 445 ΚΠολΔ, καθόσον ως έννομη συνέπεια της αναγνώρισης της γνησιότητας της υπογραφής της αναιρεσίβλητης επί του από 27-7-2007 ιδιόχειρου σημειώματος δέχθηκε μόνο τη δημιουργία αμαχήτου τεκμηρίου ως προς το ότι η δήλωση που καλυπτόταν από την υπογραφή είχε προέλθει από την ίδια την αναιρεσίβλητη, ενώ ως προς την εξακρίβωση της αλήθειας του περιεχομένου της δηλώσεως αυτής προέβη σε συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών μέσων και ορθολογική στάθμιση των εκατέρωθεν ισχυρισμών. 13. Κατά τη διάταξη του άρθρου 454 Α.Κ. όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει το χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι, η άφεση χρέους, η οποία είναι σύμβαση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, με την οποία ο πρώτος παραιτείται από την ενοχική αξίωση που έχει κατά του δευτέρου, έχει ως αποτέλεσμα την άμεση απόσβεση της ενοχής. Έτσι, ο δανειστής δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει το δικαίωμα που πηγάζει απ' αυτήν την ενοχή. Αν δε, παρόλα αυτά, το ασκήσει, αποκρούεται επιτυχώς με την από το άρθρο αυτό (454 Α.Κ.) παρακωλυτική της άσκησης του δικαιώματος σχετική ένσταση. Η σύμβαση δε αυτή περί αφέσεως χρέους καταρτίζεται με άτυπη δήλωση του δανειστή προς τον οφειλέτη, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή να γίνει ακόμη και σιωπηρά, αρκεί να είναι σαφής και αναμφίβολη, όπως συμβαίνει με κάθε απαλλοτρίωση περιουσίας και μάλιστα με κάθε παραίτηση από δικαίωμα (ΑΠ 934/2014, ΑΠ 426/2004). Από το συνδυασμό δε της άνω διάταξης και εκείνης του άρθρου 156 Α.Κ. προκύπτει ότι η δήλωση παραίτησης από δικαιώματος φέρει το χαρακτήρα άφεσης χρέους, με την οποία επέρχεται απόσβεση της ενοχής και είναι επιτρεπτή όταν αφορά απαλλοτριωτό δικαίωμα (ΑΠ 300/2007, ΑΠ 446/1988). Εφόσον η άφεση χρέους είναι σύμβαση, για τη σύναψή της πρέπει ο οφειλέτης να αποδεχθεί την παραίτηση του δανειστή. Η σιωπηρή παραίτηση, ως συνιστώσα εκποιητική δικαιοπραξία, πρέπει να είναι σαφής και αναμφίβολος, όπως κάθε απαλλοτρίωση περιουσίας και μάλιστα όπως κάθε παραίτηση από δικαιώματος και δεν είναι δυνατόν να τεκμαίρεται. Λόγω δε της προφανούς ωφελείας που έχει γι' αυτόν μια τέτοια σύμβαση, ο οφειλέτης συνήθως δεν έχει λόγο να αποκρούσει τη σχετική πρόταση του δανειστή. Έτσι η σιωπή του εδώ πιο εύκολα θα ερμηνευθεί σαν αποδοχή της άφεσης χρέους, πράγμα που σημαίνει περαιτέρω ότι με την πάροδο εύλογης προθεσμίας, εντός της οποίας ο οφειλέτης θα μπορούσε να αρνηθεί την αποδοχή της πρότασης του δανειστή και δεν την αρνήθηκε, συνάπτεται η σύμβαση άφεσης χρέους και δεν είναι δυνατή εντός του εύλογου χρόνου η ανάκληση της πρότασης από το δανειστή. Οπωσδήποτε, όμως, άφεση χωρεί μόνον επί χρέους υπαρκτού και γνωστού στο δανειστή κατά το χρόνο που διατυπώνεται η σχετική δήλωσή του (ΑΠ 513/2022). Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το πέμπτο σκέλος του, ο αναιρεσείων προβάλλει την από το αρθ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, απορρίπτοντας την ένστασή του περί αφέσεως χρέους που είχε προβάλλει πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο εφέσεως, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ, καθόσον από το από 27-7-2007 ιδιόχειρο σημείωμα της αναιρεσίβλητης προκύπτει παραίτηση αυτής από κάθε απαίτησή της εναντίον του αναιρεσείοντος, σχετικής με το τίμημα πωλήσεως του προαναφερομένου ακινήτου. Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ότι με το από 27-7-2007 ιδιόγραφο σημείωμα-δήλωση η αναιρεσίβλητη φέρεται να παραιτείται από το τίμημα της πωλήσεως του ακινήτου, γεγονός που συνάδει με την προηγηθείσα εκ μέρους του αναιρεσείοντος ανάληψη υποχρεώσεως καταβολής στην αναιρεσίβλητη του ποσού των 250.000 δολαρίων Καναδά, δεν πληρούσαν το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 454 ΑΚ, η οποία ορθά δεν εφαρμόσθηκε, διότι η ένδικη απαίτηση προέρχεται από την από 13-7-2007 σύμβαση αναιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους ποσού 250.000 δολαρίων Καναδά. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 14. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-4-2021 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 442/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή