Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1146 / 2024    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1146/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ιωάννας Μανιάτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Χ. του Δ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Καρούζου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1184/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 611/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-4-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 21.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης 3327/350/21.04.2022, αίτηση αναίρεσης της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 611/07.02.2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, χωρίς να παρεμποδίζεται η γέννηση ή να επέρχεται απόσβεση αυτού, υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από τη πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η άσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η παραπάνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έχει έντονο τον χαρακτήρα δημόσιας τάξης και κατά συνέπεια εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημόσιας τάξης διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των εργαζομένων. Ειδικότερα καταχρηστική, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, άσκηση του δικαιώματος του μισθωτού από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας συντρέχει και στην περίπτωση αντιφατικής συμπεριφοράς του τελευταίου, ιδίως όταν αυτή συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα για την επίτευξη πρόσθετου οικονομικού οφέλους (ΑΠ 837/2023, 1179/2017, 610/2017, 1520/2000). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 732/2023, 517/2021, 556/2020, 869/2018, 610/2017). Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας ύστερα από την, από 31.03.2021 και με αριθμό κατάθεσης 18772/1232/2021, έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 1184/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την, από 03.07.2019 και με αριθμό κατάθεσης 60046/1509/2019, αγωγή του κατά της ήδη αναιρεσείουσας, περί επιδίκασης αποζημίωσης ποσού 439.735,78 ευρώ για παράνομες (κατ' εξαίρεση) υπερωρίες του χρονικού διαστήματος από 01.01.2003 έως και 31.03.2015, για μεν το χρονικό διάστημα από 01.01.2003 έως 31.12.2013 λόγω παραγραφής, για δε το χρονικό διάστημα από 01.01.2014 έως 31.03.2015 λόγω καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματος, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 611/2022, απόφασή του, ως προς το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη χρονικό διάστημα από 01.01.2014 έως 31.03.2015, τα εξής: "Ο ενάγων προσλήφθηκε την 23-1-1985 από την εναγομένη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ως φύλακας και εν συνεχεία με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, από δε την 25-7-2001 και μέχρι τη λήξη της σύμβασής του, στα πλαίσια συμφωνίας περί εθελουσίας εξόδου του στις 1-6-2017, παρείχε τις υπηρεσίες του ως κλητήρας στο γραφείο του εκάστοτε Διοικητή και εν συνεχεία Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης. Τα καθήκοντά του αφορούσαν τη γραμματειακή υποστήριξη, προετοιμασία χώρου διασκέψεων, χειρισμό ηλεκτρολογικού εξοπλισμού για παρουσιάσεις και τηλεδιασκέψεις, παράδοση-παραλαβή αλληλογραφίας, διεκπεραίωση εξωτερικών εργασιών του Διοικητή αλλά και των διευθυντικών στελεχών της εναγομένης που είχαν τα γραφεία τους στο ίδιο κτίριο, όπου απασχολείτο. Σύμφωνα με το ωράριο που είχε καθοριστεί από τη σσε ΟΤΟΕ/Τραπεζών 2002-2003, ο χρόνος εργασίας των τραπεζοϋπαλλήλων καθορίστηκε σε 37 ώρες την εβδομάδα, ήτοι από Δευτέρα έως Πέμπτη από τις 07:45 έως τις 15:15 και την Παρασκευή από τις 07:45 έως τις 14:45. Ο ενάγων, πέραν του άνω συμβατικού ωραρίου των 7,5 και 7 ωρών, αλλά και πέραν των 9 ωρών ημερησίως που απασχολείτο νόμιμα παρέχοντας πρόσθετη εργασία και νόμιμη υπερωρία (υπερεργασία) αντίστοιχα (για τις οποίες δεν εγείρει απαίτηση, ενόψει και του ότι η εναγομένη του κατέβαλε μηνιαίως το ποσό που αντιστοιχούσε σε ανώτατο όριο 20 ωρών υπερωριακής απασχόλησης), παρείχε την εργασία του επί 3 ώρες επιπλέον την ημέρα, κατά μέσο όρο. Ειδικότερα, ο ενάγων χρειαζόταν συχνά (όχι πάντως καθημερινά) να παραμένει στην εργασία του μέχρι τις απογευματινές ή και βραδινές ώρες, κατ' εντολή του Διοικητή της εναγομένης, ώστε να κάνει διάφορες εξωτερικές εργασίες, να εξυπηρετεί τις ανάγκες της διεξαγωγής διαφόρων εκδηλώσεων, παρουσιάσεων ή τηλεδιασκέψεων, ή να φροντίζει για την ασφάλεια των χώρων του κτιρίου σε περιπτώσεις διενέργειας επισκευαστικών εργασιών σ' αυτούς. Γι' αυτή την κατ' εξαίρεση (παράνομη) υπερωριακή απασχόληση, η εναγομένη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα τη νόμιμη αποζημίωση, ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, με τις νόμιμες προσαυξήσεις. ... Περαιτέρω, αναφορικά με το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως και 31-3-2015, προέκυψε ότι ο ενάγων λάμβανε μεικτές τακτικές μηνιαίες αποδοχές ύψους 3.147,54 ευρώ, συνεπώς το ωρομίσθιο του ανερχόταν στο ποσό των 18,88 (3.147,54 Χ 0,006) ευρώ. Για την κατ' εξαίρεση υπερωριακή του απασχόληση των 3 ωρών ημερησίως, ο ενάγων έπρεπε να λάβει (άρθρο 74 παρ. 10 του Ν. 3863/2010) το ποσό των 33.640 ευρώ [990 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας (22 ημέρες το μήνα Χ 3 ώρες/ημέρα = 66 ώρες το μήνα Χ 15 μήνες) Χ 33,98 το ωρομίσθιο, συμπεριλαμβανομένης της προβλεπόμενης προσαυξήσεως (ωρομίσθιο 18,88 ευρώ + 80%)], το οποίο η εναγομένη δεν του έχει καταβάλει. Με το με αρ. πρωτ. 125498/21-9-2016 έγγραφό του προς τη Δνση Νομικών Υπηρεσιών της εναγομένης, ο ενάγων δήλωσε ότι είχε εργαστεί υπερωριακά κατά τα έτη 2003-2015, επί 17.200 ώρες και ζήτησε το συμψηφισμό της απαίτησής του από την αιτία αυτή, την οποία υπολόγιζε στο ύψος περίπου των 310.000 ευρώ, με τις δανειακές υποχρεώσεις που είχε προς την εναγομένη. Στη συνέχεια, ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από την υπηρεσία της εναγομένης στις 1-6-2017, έχοντας το βαθμό του Τμηματάρχη Β', υπογράφοντας το από 1-6-2017 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η τράπεζα ως αντιστάθμισμα για την οικειοθελή αποχώρηση του εργαζόμενου θα του κατέβαλε το μεικτό ποσό των 134.920,28 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω της συμφωνημένης λύσης της σύμβασης, το οποίο (ποσό) και πράγματι του κατέβαλε. Σύμφωνα με τους όρους του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικού, μεταξύ των άλλων, ρητά συμφωνήθηκε ότι το ανωτέρω ποσό περιλαμβάνει οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης οφείλεται στον εργαζόμενο λόγω λύσης της σύμβασής του, είτε εκ του νόμου (άρθρο 8 Ν. 3198/1955) είτε εκ της συμβάσεώς του. Επίσης, ο ενάγων δήλωσε ότι δεν διατηρεί καμία αξίωση κατά της τράπεζας για οποιαδήποτε αιτία από τη μεταξύ τους εργασιακή σχέση, ότι θεωρεί την μέχρι τη λύση της σύμβασής του βαθμολογική, μισθολογική και εν γένει υπηρεσιακή του εξέλιξη στην τράπεζα ως απόλυτα δίκαιη και δικαιολογημένη και δεν διατηρεί καμία αξίωση εναντίον της για καταβολή σ' αυτόν οποιασδήποτε διαφοράς αποδοχών, καθώς και οποιασδήποτε άλλης χρηματικής ή μη παροχής, είτε οικειοθελούς είτε συμβατικής, σε κάθε δε περίπτωση, παραιτήθηκε ρητά από οποιαδήποτε σχετική αξίωσή του. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν προκύπτει ότι ο ενάγων άσκησε καταχρηστικά την ένδικη αξίωσή του για καταβολή αποζημίωσης λόγω υπερωριακής απασχόλησης, όπως η εναγομένη ισχυρίστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επιστηρίζοντας την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ στο γεγονός ότι ο ενάγων με το από 1-6-2017 ιδιωτικό συμφωνητικό και ως αντιστάθμισμα για την καταβολή της αποζημίωσης των 134.920,28 ευρώ, συμφώνησε ότι δεν διατηρεί καμία άλλη αξίωση από τη σύμβαση εργασίας ή διαφορά αποδοχών, σε κάθε δε περίπτωση ρητά παραιτήθηκε από τυχόν αξιώσεις του, επιπλέον δε στο γεγονός ότι ο ενάγων, εξαιτίας της φύσης των καθηκόντων του στο γραφείο του Διοικητή της εναγομένης τράπεζας που συνεπάγονταν υπερωριακή απασχόληση, ελάμβανε μηνιαίως ειδικό επίδομα γραφείου Διοικητή καθώς και αποζημίωση για ανώτατο όριο υπερωριών 20 ωρών, με αποτέλεσμα να της δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν διατηρεί απαιτήσεις και δεν θα ασκήσει σε βάρος της την ένδικη αγωγή. Τούτο δε διότι, το από 1-6-2017 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπέγραψε ο ενάγων είναι ένα τυποποιημένο συμφωνητικό με προκαθορισμένους όρους, για την περίπτωση αποχώρησης εργαζομένου από την εναγομένη τράπεζα στα πλαίσια εθελουσίας εξόδου και η δήλωση του ενάγοντος σ' αυτό για μη διατήρηση ή παραίτηση από τυχόν αξιώσεις του είναι γενική και αόριστη. Εφόσον στην εναγομένη είχε γνωστοποιηθεί, με το από 21-9-2016 έγγραφο, η αξίωση του ενάγοντος και το ύψος αυτής για αποζημίωση λόγω υπερωριακής του απασχόλησης, εάν ήθελε να πετύχει συμφωνία ως προς αυτή, θα μπορούσε να τη συμπεριλάβει ρητά στο από 1-6-2017 ιδιωτικό συμφωνητικό, καταβάλλοντος παράλληλα και μεγαλύτερου ύψους αποζημίωση. Η συμφωνία για την καταβολή της αποζημίωσης των 134.920,28 ευρώ δεν συνδεόταν με τις επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος, ούτε έλαβε χώρα εξώδικος συμβιβασμός περί αυτών, ενόψει του ότι η αποζημίωση δόθηκε ως κίνητρο για την εθελουσία έξοδο του ενάγοντος, το ύψος της δε ήταν υπέρτερο της νόμιμης αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της συμβάσεως, όπως συμβαίνει πάντα στις περιπτώσεις αυτές, ακριβώς για να λειτουργήσει ως κίνητρο ώστε να μειωθεί μελλοντικά το μισθολογικό κόστος της εναγομένης τράπεζας.
Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η υπέρτερη αποζημίωση δόθηκε σε συμψηφισμό άλλων τυχόν απαιτήσεων και συγκεκριμένα των επίδικων απαιτήσεων. Εξάλλου, η καταβολή στον ενάγοντα του ειδικού επιδόματος γραφείου Διοικητή δεν καθιστά την άσκηση της αγωγής καταχρηστική, καθώς αποδείχθηκε ότι τούτο λάμβαναν όλοι όσοι εργάζονταν στο γραφείο του Διοικητή, ανεξαρτήτως αν απασχολούνταν υπερωριακά, ενώ η καταβολή αποζημίωσης υπερωριών με ανώτατο όριο 20 ωρών το μήνα αφορούσε την υπερεργασία και όχι την κατ' εξαίρεση υπερωρία που πραγματοποίησε ο ενάγων. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν δικαιολογείται να δημιουργήθηκε στην εναγομένη η πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν διατηρούσε σε βάρος της την ένδικη απαίτηση από υπερωριακή απασχόληση ή ότι δεν θα την ασκούσε, ούτε η συμπεριφορά του ενάγοντος μπορεί να χαρακτηριστεί αντιφατική με σκοπό την επίτευξη πρόσθετου οικονομικού οφέλους". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτό τον σχετικό λόγο της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή αναφορικά με τις αξιώσεις του ενάγοντος του ανωτέρω χρονικού διαστήματος (από 01.01.2014 έως 31.03.2015) κατά παραδοχή της ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ, που προέβαλε η εναγομένη προς απόκρουση της αγωγής, και την οποία επανέφερε με τις προτάσεις της ως εφεσίβλητη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και στη συνέχεια, αφού απέρριψε στην ουσία την ένσταση αυτή (281 ΑΚ), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχτηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη για το ανωτέρω ποσό των 33.640 ευρώ ως αποζημίωση λόγω παράνομης (κατ' εξαίρεση) υπερωριακής απασχόλησης του χρονικού διαστήματος από 01.01.2014 έως 31.03.2015. Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο, κατά το μέρος που έκρινε ότι η, υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες, άσκηση του ουσιαστικού δικαιώματος του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου για την επιδίκαση σ' αυτόν αποζημίωσης για παράνομες (κατ' εξαίρεση) υπερωρίες του χρονικού διαστήματος από 01.01.2014 έως 31.03.2015 δεν παρίσταται καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ με συνέπεια να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ως άνω παραδεκτώς προταθέντα σχετικό ισχυρισμό (ένσταση) της εναγομένης - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας, και, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει τις σχετικές αξιώσεις ως καταχρηστικώς ασκούμενες, κατά παραδοχή της έφεσης του ενάγοντος, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και του επιδίκασε για την αιτία αυτή 33.640 ευρώ, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καθώς εσφαλμένως δεν υπήγαγε τα ανελέγκτως υπ' αυτού δεχόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη, αυτή, την οποία και δεν εφήρμοσε παρά το ότι ήταν εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση. Και τούτο διότι υπό τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν, η άσκηση του επιδίκου δικαιώματος από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο για τη λήψη της ως άνω αποζημίωσης για παράνομες (κατ' εξαίρεση) υπερωρίες του χρονικού διαστήματος από 01.01.2014 έως 31.03.2015, πέραν του ήδη άμεσα καταβληθέντος σε αυτόν, στο πλαίσιο της πιο πάνω συμφωνίας περί εθελουσίας εξόδου του από την υπηρεσία, κατά πολύ υπέρτερου της αποζημίωσης του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, χρηματικού ποσού των 134.920,28 ευρώ και της έγγραφης δήλωσής του, στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής, ότι το ανωτέρω ποσό περιλαμβάνει οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης του οφείλεται λόγω λύσης της σύμβασής του, είτε εκ του νόμου (άρθρο 8 ν. 3198/1955) είτε εκ της σύμβασής του και ότι δεν διατηρεί καμία αξίωση κατά της εναγομένης τράπεζας για οποιαδήποτε αιτία από τη μεταξύ τους εργασιακή σχέση, ότι θεωρεί την μέχρι τη λύση της σύμβασής του βαθμολογική, μισθολογική και εν γένει υπηρεσιακή του εξέλιξη στην τράπεζα ως απόλυτα δίκαιη και δικαιολογημένη και δεν διατηρεί καμία αξίωση εναντίον της για καταβολή σ' αυτόν οποιασδήποτε διαφοράς αποδοχών, καθώς και οποιασδήποτε άλλης χρηματικής ή μη παροχής, είτε οικειοθελούς είτε συμβατικής, σε κάθε δε περίπτωση, παραιτείται ρητά από οποιαδήποτε σχετική αξίωσή του, αντιφάσκει καταδήλως προς την προγενέστερη συμπεριφορά του (ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου) να συνάψει την πιο πάνω συμφωνία και προσλαμβάνει χαρακτήρα τεχνάσματος για την επίτευξη περαιτέρω οικονομικού οφέλους σε βάρος της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εργοδότριας Τράπεζας, με συνέπεια η άσκηση του δικαιώματος να παρίσταται πράγματι καταχρηστική, συνεκτιμώντας επιπροσθέτως προς τούτο και το ότι η εναγόμενη, όπως δέχτηκε το Εφετείο, κατά τον κρίσιμο χρόνο λειτουργίας της εργασιακής σχέσης, κατέβαλε στον ενάγοντα ειδικό επίδομα γραφείου Διοικητή και αποζημίωση υπερωριών με ανώτατο όριο 20 ωρών το μήνα (και ανεξαρτήτως αν κατά το Εφετείο, το μεν πρώτο λάμβαναν όλοι όσοι εργάζονταν στο γραφείο του Διοικητή, ανεξαρτήτως αν απασχολούνταν υπερωριακά, η δε δεύτερη αφορούσε την υπερεργασία και όχι την κατ' εξαίρεση υπερωρία, αφού τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά συνολικώς εκτιμώμενα με τα λοιπά ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αυτό ότι αποδείχτηκαν, ενισχύουν τον καταχρηστικό χαρακτήρα του ενασκούμενου δικαιώματος). Το γεγονός δε ότι ο ενάγων είχε γνωστοποιήσει στην εναγομένη, προ της σύναψης της ανωτέρω δήλωσης - συμφωνίας, με το με αριθμό πρωτ. 125498/21-9-2016 έγγραφο, την αξίωσή του και το ύψος αυτής για αποζημίωση λόγω υπερωριακής του απασχόλησης, δεν ασκεί επιρροή στο θέμα της μεταγενέστερης καταχρηστικής συμπεριφοράς αυτού να ασκήσει τις ένδικες αξιώσεις, διότι δεν καθιστά υπόχρεη την εναγομένη να συμπεριλάβει στο, από 01.06.2017, ιδιωτικό συμφωνητικό αποχώρησης του ενάγοντος από την υπηρεσία λόγω εθελουσίας εξόδου με τους αναφερόμενους όρους, την ανωτέρω αξίωσή του (ενάγοντος) ώστε να πετύχει συμφωνία ως προς αυτή και να του καταβάλλει παράλληλα μεγαλύτερη αποζημίωση, όπως δέχτηκε το Εφετείο, αλλά αντιθέτως ο ενάγων είναι αυτός, που, αν όντως, παρά τη λήψη του ανωτέρω χρηματικού ποσού και τις ανωτέρω δηλώσεις του στο ιδιωτικό συμφωνητικό αποχώρησής του ότι το καταβληθέν ποσό περιλαμβάνει οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης του οφείλεται, λόγω λύσης της σύμβασής του, είτε εκ του νόμου είτε εκ της σύμβασής του, ότι δεν διατηρεί καμία αξίωση κατά της εναγομένης τράπεζας και ότι, σε κάθε περίπτωση, παραιτείται ρητά από οποιαδήποτε σχετική αξίωσή του, εξακολουθούσε να διατηρεί απαιτήσεις, όπως οι ένδικες εκ παράνομης υπερωριακής του απασχόλησης και είχε πρόθεση να αξιώσει την καταβολή τους, έπρεπε να επιφυλαχθεί ρητώς για την αναζήτηση αυτών στο συμφωνητικό - δήλωση που υπέγραψε, το οποίο, όμως, δεν αναφέρεται ότι έπραξε. Αλυσιτελώς δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε ως αιτιολογία της απόρριψης της ένστασης και το ότι α) το από 01.06.2017 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπέγραψε ο ενάγων είναι ένα τυποποιημένο συμφωνητικό με προκαθορισμένους όρους, για την περίπτωση αποχώρησης εργαζομένου από την εναγομένη τράπεζα στα πλαίσια εθελουσίας εξόδου και β) η δήλωση του ενάγοντος σ' αυτό για μη διατήρηση ή παραίτηση από τυχόν αξιώσεις του είναι γενική και αόριστη, ενόψει του ότι εκείνο που είναι κρίσιμο για την καταχρηστικότητα της συμπεριφοράς του ενάγοντος είναι η αποδοχή καθεαυτή των συγκεκριμένων όρων από τον ενάγοντα, ανεξαρτήτως του προκαθορισμένου αυτών σε ένα τυποποιημένο συμφωνητικό, η δε, έστω γενική και αόριστη, αναφορά του ενάγοντος στη δήλωση ότι δεν διατηρεί ή παραιτείται από τυχόν αξιώσεις του, κρίνεται σε συνδυασμό με την εν γένει συμπεριφορά του (ενάγοντος) στα πλαίσια της καταχρηστικής συμπεριφοράς αυτού, χωρίς να είναι αναγκαία, για την καταχρηστικότητα άσκησης των ενδίκων αξιώσεων (που προϋποθέτει ύπαρξη αυτών που ασκούνται όμως καταχρηστικά), η εξειδίκευση στη δήλωση των σχετικών απαιτήσεων τις οποίες διατηρεί ή όχι ή εκ των οποίων παραιτείται. Επίσης αλυσιτελώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε ως αιτιολογία της απόρριψης της ένστασης και το ότι η συμφωνία για την καταβολή της αποζημίωσης των 134.920,28 ευρώ δεν συνδεόταν με τις επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος, ούτε έλαβε χώρα εξώδικος συμβιβασμός περί αυτών, ούτε, κατά το μέρος που (η αποζημίωση) είναι υπέρτερη της νόμιμης αποζημίωσης της καταγγελίας της σύμβασης δόθηκε σε συμψηφισμό των επίδικων απαιτήσεων, διότι αντικείμενο της προταθείσας εκ του άρθρου 281 του ΑΚ ένστασης ήταν η καταχρηστικότητα (ή μη) της άσκησης του ως άνω ουσιαστικού δικαιώματος του ενάγοντος - εκκαλούντος (να αξιώσει τις άνω απαιτήσεις του), που προϋποθέτει ύπαρξή του που ασκείται όμως καταχρηστικά, και όχι το αν έλαβε χώρα εξόφληση ή εξώδικος συμβιβασμός ή συμψηφισμός των επίδικων απαιτήσεων που οδηγεί σε απόσβεση αυτών, ήτοι σε ανυπαρξία του ως άνω δικαιώματος. Η δε καταβολή της αποζημίωσης των 134.920,28 ευρώ αποτελεί ένα από τα πραγματικά περιστατικά που σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα καθιστούν καταχρηστική τη συμπεριφορά του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου. Επομένως, με την ανωτέρω συμπεριφορά του ενάγοντος, δημιουργήθηκε στην εναγομένη τράπεζα η εύλογη πεποίθηση, ότι αυτός (ενάγων) δεν θα ασκήσει την επίδικη αξίωσή του να απαιτήσει παράνομες (κατ' εξαίρεση) υπερωρίες του χρονικού διαστήματος από 01.01.2014 έως 31.03.2015. Κατ' ακολουθίαν, το Εφετείο έπρεπε να κρίνει ως ουσιαστικά βάσιμη την προταθείσα από την εναγομένη τράπεζα ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ και να απορρίψει το σχετικό (πρώτο) λόγο έφεσης του ενάγοντος και εντεύθεν την έφεση αυτού κατά της πρωτόδικης απόφασης (και) κατά το παραπάνω μέρος (παρελκούσης, ως άνευ αντικειμένου, της έρευνας του τρίτου λόγου έφεσης που αφορούσε το ύψος της επίδικης αποζημίωσης, ο δε δεύτερος λόγος δεν συνδεόταν με την κρινόμενη αξίωση), που κατ' αποδοχήν της ένστασης αυτής είχε απορρίψει την αγωγή ως προς το μέρος αυτό. Επομένως ο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αυτής, μόνο κατά το προαναφερθέν μέρος που αναφέρεται στην αξίωση αποζημίωσης της ενάγουσας για παράνομες (κατ' εξαίρεση) υπερωρίες του χρονικού διαστήματος από 01.01.2014 έως 31.03.2015 (που έγινε δεκτή -από το Εφετείο- για το ποσό των 33.640 ευρώ) και συνακολούθως και κατά τη διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων, ενώ παρέλκει η έρευνα του έτερου (δευτέρου) λόγου αναίρεσης εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου εκτείνεται και σ' αυτόν. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση κατά το μέρος αυτό, πρέπει το Δικαστήριο τούτο, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατήσει την υπόθεση και να δικάσει αυτήν κατά το αναιρούμενο μέρος της (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ), και, αφού δεχθεί, ως πρωτοδίκως, ως κατ' ουσίαν βάσιμη την άνω ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) αναφορικά με την αξίωση του ενάγοντος περί αποζημίωσης για παράνομες (κατ' εξαίρεση) υπερωρίες του χρονικού διαστήματος από 01.01.2014 έως 31.03.2015, να απορρίψει το σχετικό λόγο έφεσης του ενάγοντος κατ' ουσίαν, ώστε να απορριφθεί, ως πρωτοδίκως, η αγωγή κατά το ανωτέρω μέρος κατ' αποδοχήν της ανωτέρω ενστάσεως της εναγομένης. Τέλος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (εφεσιβλήτου) του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας ως και της προκείμενης αναιρετικής δίκης, όπου παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου - εκκαλούντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 611/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος [που αναφέρεται στην αξίωση αποζημίωσης της ενάγουσας για παράνομες (κατ' εξαίρεση) υπερωρίες του χρονικού διαστήματος από 01.01.2014 έως 31.03.2015] και ως προς τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ επί της από 31.03.2021 και με αριθμό κατάθεσης 18772/1232/2021, έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ως προς το αντίστοιχο μέρος.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ' ουσίαν την έφεση ως προς το ανωτέρω μέρος.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας ως και της προκείμενης αναιρετικής δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Αυγούστου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ