Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1256 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1256/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Σ. του Α., κατοίκου ... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Σαμπάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-10-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 802/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4322/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-6-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4322/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 802/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].
Κατά τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., η οποία περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1214/2012), αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημιές που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του Α.Κ. αλλά και χρηματική ικανοποίηση, για τη μη περιουσιακή ζημία, δηλαδή, την ηθική βλάβη που υπέστη από την ακυρωθείσα εκτέλεση. Παρέχεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή γνήσια ουσιαστικού δικαίου αξίωση αποζημιώσεως στο θιγέντα, στηριζόμενη σε ειδική αδικοπραξία, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 ή 919 ΑΚ (ΑΠ 1462/2013). Από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι δεν αποκλείεται αποζημίωση, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ, να ζητήσει και ο υπερθεματιστής που απέκτησε στον πλειστηριασμό ακίνητο, ο οποίος μεταγενέστερα ακυρώθηκε αμετάκλητα για ελάττωμα που αφορά τη διαδικασία ενέργειάς του [ΑΠ 1084/2013, ΑΠ 1083/2009], όπως στην περίπτωση που ο επισπεύδων την εκτέλεση δανειστής διατελεί σε πταίσμα [δόλο ή αμέλεια] αν με την παραγγελία ή την έγκριση της παράνομης πράξης επήλθε η ζημία του υπερθεματιστή, οπότε θεωρείται ότι αυτός προξένησε τη ζημία [ΑΠ 797/2021, ΑΠ 947/2015, ΑΠ 1084/2013]. Εξάλλου, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ για τη θεμελίωση αξίωσης από αδικοπραξία για αποζημίωση, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία [άρθρα 299 και 932 ΑΚ], απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις: α] πράξη ή παράλειψη του δράστη που είναι παράνομη, δηλαδή αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου που απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, β] η πράξη ή η παράλειψη να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του δράστη, ακόμη και ελαφρά, γ] ζημία περιουσιακή ή μη [ηθική βλάβη] και δ] αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β ΑΚ προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας [άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ], η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης [άρθρο 298 ΑΚ], ήταν ικανή [πρόσφορη] να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση [ΑΠ 1084/2013]. Πρόσφορη μπορεί να είναι η αιτία, που δεν προκάλεσε μεν κατά λογική αιτιότητα τη ζημία, είχε όμως γενικά την τάση, την ικανότητα να οδηγήσει σ' αυτήν, σύμφωνα με την συνήθη πορεία των πραγμάτων [ΑΠ 1084/2013]. Έτσι, η ζημία του υπερθεματιστή στην περίπτωση αμετάκλητης ακύρωσης του πλειστηριασμού είναι δυνατόν να συνίσταται όχι μόνο στην αξία του καταβληθέντος πλειστηριάσματος, αλλά και στην τυχόν αυξημένη αξία που θα είχε το αποκτηθέν από τον υπερθεματιστή ακίνητο, αν δεν είχε ακυρωθεί ο πλειστηριασμός και ως εκ τούτου η διαφορά της αξίας αυτού αποτελεί ζημία που βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την ακύρωση του πλειστηριασμού και μπορεί να την αξιώσει ο υπερθεματιστής με αγωγή αποζημίωσης κατά του επισπεύσαντος τον άκυρο πλειστηριασμό. Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της ζημίας αυτής του υπερθεματιστή είναι ο χρόνος έκδοσης της απόφασης επί της αποζημιωτικής αγωγής, νοουμένου ως τοιούτου εκείνου της πρώτης συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου [ΑΠ 1401/2005]. Αντίθετα, δεν θεωρείται ότι η ζημία του υπερθεματιστή βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την ακύρωση του πλειστηριασμού, όταν η υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων αυτών εξαρτάται και από συμπεριφορά άλλου προσώπου, όπως του θύματος ή από τη βούληση της αρχής, όπως συμβαίνει π.χ. όταν ο υπερθεματιστής αγοράζει το γειτονικό ακίνητο προκειμένου να εγκαταστήσει επιχείρηση και στα δύο εκδίδοντας σχετική άδεια από την αρχή [σχετ. ΑΠ 1084/2013], Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται [ολΑΠ 2/2019, ΑΠ 755/2022]. Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν [ΑΠ 755/2022, ΑΠ 1275/2019]. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με αίτηση της εναγομένης (αναιρεσείουσας) εκδόθηκε η με αρ.7986/1999 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των καθ' ων οφειλετών της Δ. Μ. του Γ. και Γ. συζύγου Δ. Μ., το γένος Κ. Μ., οι οποίοι υποχρεώθηκαν να της καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 2.072.354 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από 6.3.1999 μέχρι εξοφλήσεως. Ακολούθως αντίγραφο του Α' εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, με την από 24.5.1999 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αυτού, επιδόθηκε στους ανωτέρω οφειλέτες. Εν συνεχεία η εναγόμενη, δυνάμει της με αρ. 164/8.12.1999 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά Κ. Π., προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος των παραπάνω οφειλετών, της κατωτέρω περιγραφομένης ιδιοκτησίας: του υπό στοιχεία Γάμα Κεφαλαίο, αριθμός ένα (Γ1) διαμερίσματος του τρίτου (Γ) ορόφου πάνω από το ισόγειο, αποτελούμενού από λίβινγκ - ρουμ με κουζίνα, δύο (2) υπνοδωμάτια, λουτρό, WC, οφφίς, επιφάνειας 104,50 τ.μ. και με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο καθώς και στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη, πράγματα και εγκαταστάσεις (87/1000) μιας πολυώροφης οικοδομής (πολυκατοικίας), αποτελουμένης από υπόγειο, ισόγειο και εννιά (9) ορόφους πάνω από το ισόγειο, κτισμένης σε οικόπεδο στην Αθήνα, μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως του Δήμου Αθηναίων, στον συνοικισμό ... και συγκεκριμένα στην οδό ... Το άνω ακίνητο ανήκε στους προαναφερόμενους οφειλέτες, κοινά και αδιαίρετα, και κατά το ποσοστό του ενός δευτέρου (1/2) εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους, είχε δε περιέλθει σε αυτούς εξ αγοράς, δυνάμει του με αρ. ...1995 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Π. Μ. - Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (Τόμος 4003 και α/α 361). Δυνάμει δε της με αρ. 170/15.12.1999 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης της πιο πάνω Δικαστικής Επιμελήτριας, ορίστηκε ως ημέρα πλειστηριασμού η 2.2.2000, οπότε - κατά την ημερομηνία εκείνη - δεν έλαβε χώρα η διενέργεια του πλειστηριασμού. Ακολούθως όμως κοινοποιήθηκε στους οφειλέτες η με αρ. 176/9.2.2000 Α' επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης της ίδιας Δικαστικής Επιμελήτριας, με την οποία ορίσθηκε νέα ημέρα πλειστηριασμού η 19.4.2000, με τιμή πρώτης προσφοράς 12.500.000 δραχμές (ήτοι σε ευρώ 57.731,47). Προς τούτο δε συντάχθηκε η με αρ. ...2000 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου και κατακύρωσης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Σ. (ως αναπληρώτριας της υπαλλήλου του πλειστηριασμού Συμβολαιογράφο Αθηνών Ν. Γ.-Ψ.), καθώς και η με αρ. ...2000 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της τελευταίας ως άνω Συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών. Ο ενάγων πλειοδότησε στον άνω πλειστηριασμό και από το ανωτέρω προσδιορισθέν εκπλειστηρίασμα κατέβαλε το ποσό 4.170.000 δρχ, κατά την ημέρα του πλειστηριασμού, ως εγγύηση, το οποίο και κατέθεσε η υπάλληλος του πλειστηριασμού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εκδοθέντος προς τούτο του με αρ. 426749/25.4.2000 γραμματίου ΤΠΔ, το δε υπόλοιπο ποσό των 15.502.000 δραχμών, καταβλήθηκε από τον ενάγοντα την 3.5.2000 προς την υπάλληλο του πλειστηριασμού, η οποία και εξέδωσε αντιστοίχους τη με αρ. 11797/3.5.2000 πράξη κατάθεσης πλειστηριάσματος. Επακολούθησε η έκδοση της με αρ. ...2000 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της άνω Συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραφείσης επ' ονόματι του ενάγοντος. Ακολούθως, κατά του ανωτέρω πλειστηριασμού οι οφειλέτες Δ. Μ. και Γ. συζ. Δ. Μ., άσκησαν την από 4.5.2000 (με αρ. καταθ. 4447/2000) ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφομένη κατά του ενάγοντος ως υπερθεματιστή και κατά της εναγομένης, ως επισπεύδουσας δανείστριας, ζητώντας την ακύρωση της με αρ. 11775/2000 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου και κατακύρωσης, της με αρ. ... περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου καθώς και της από 3.5.2000 επιταγής προς απόδοση του ακινήτου κάτωθι της ως άνω περίληψης για τους εξής λόγους: α) Διότι ο διενεργηθείς πλειστηριασμός ήταν άκυρος, γιατί έγινε κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 30 παρ. 4 εδ. Β' του ν. 2789/2000, με την οποία καθιερώθηκε για τα πιστωτικά ιδρύματα αυτοδίκαιη υποχρεωτική εκ του νόμου και για τις αρξάμενες διαδικασίες αναστολή, β) Διότι ο άνω πλειστηριασμός, ήταν άκυρος, λόγω του ότι μεταξύ αυτών και της επισπεύδουσας τράπεζας είχε άτυπα συμφωνηθεί να ανασταλεί, και γ) Διότι o πλειστηριασμός και η κατακύρωση, ήταν άκυρα, συνεπεία καταδήλου καταχρηστικής ασκήσεως από την επισπεύδουσα τράπεζα του δικαιώματος προς διενέργεια του πλειστηριασμού. Ταυτόχρονα άσκησαν και την από 4.5.2000 (αρ. καταθ. 5939/8.5.2000) αίτηση αναστολής εκτελέσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτούμενοι την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης που είχε ήδη επισπευθεί εναντίον τους κατόπιν της από 3.5.2000 επιταγής προς εκτέλεση του ενάγοντος, κάτωθι της με αρ. ... περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Γ.-Ψ. Ο ενάγων έλαβε γνώση του περιεχομένου των ισχυρισμών των οφειλετών της εναγομένης και ζήτησε εξηγήσεις από την εναγομένη. Η νομική υπηρεσία της εναγομένης καθώς και οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης ρητά διαβεβαίωσαν τον ενάγοντα ότι όλοι οι ισχυρισμοί των ανακοπτόντων ήταν αβάσιμοι και ότι o πλειστηριασμός είχε διενεργηθεί νόμιμα. Ο ενάγων πεισθείς από τις άνω διαβεβαιώσεις, ομοδίκησε με την εναγομένη τράπεζα υιοθετώντας τους ισχυρισμούς της. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 7873/8.9.2000 απόφασή του, πιθανολόγησε την ευδοκίμηση της ανακοπής και δέχθηκε την αίτηση και ανέστειλε την αναγκαστική εκτέλεση που επέσπευδε ο ενάγων ως υπερθεματιστής για να του αποδοθεί το ακίνητο, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της από 4.5.2000 ανακοπής. Επί της ανωτέρω ανακοπής εκδόθηκε η με αρ.131/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε τις προαναφερόμενες πράξεις. Κατά της άνω απόφασης ο ενάγων άσκησε την από 25.7.2003 και με αρ. έκθ. κατάθ. 7162/2003 έφεση, η οποία στρεφόταν κατά των ανωτέρω οφειλετών και της εναγομένης ως επισπεύδουσας τράπεζας. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η με αρ.6045/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της εναγομένης και κατά τα λοιπά έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη με αρ. 131/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απορρίφθηκε η σχετική ανακοπή ως προς τον ενάγοντα. Εν συνεχεία, οι οφειλέτες με την από 14.2.2005 και με αρ. έκθ. κατάθ. 185.2005 αίτηση προς τον Άρειο Πάγο, ζήτησαν την αναίρεση της με αρ. 6045/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών - κατά το μέρος που είχε απορριφθεί ο (3ος) λόγος ανακοπής που αφορούσε την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος διενέργειας πλειστηριασμού από την εναγομένη ως επισπεύδουσα - και με την 1846/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.Το Εφετείο Αθηνών, ως δικαστήριο παραπομπής, συμμορφούμενο με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, εξέδωσε την αρ. 6299/2006 απόφαση, με την οποία απέρριψε εκ νέου ως απαράδεκτη την έφεση κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της εναγομένης, και κατά τα λοιπά δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Συγκεκριμένα - σύμφωνα με την με αρ. 6299/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών - έγινε δεκτό ότι οι προαναφερόμενοι οφειλέτες Δ. Μ. και Γ. σύζυγος Δ. Μ., είχαν επισκεφθεί αμέσως μετά την επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης και την κοινοποίηση σε αυτούς της πρώτης περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, αρμόδιο υπάλληλο της εναγομένης τράπεζας (Κ.), ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι ο πλειστηριασμός επρόκειτο να ανασταλεί και θα δημοσιευόταν σχετικός νόμος που θα ρύθμιζε με ευνοϊκές διατάξεις την οφειλή τους, ενώ - μετά την κοινοποίηση της με αρ. 176/9.2.1999 Α' επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης - οι ίδιοι ως άνω οφειλέτες - ανακόπτοντες επικοινώνησαν με τον ίδιο υπάλληλο της εναγομένης, ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι ο πλειστηριασμός θα ανασταλεί και -ακολούθως- συνοδευόμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους επισκέφθηκαν την 11.4.2000 την αρμόδια Διεύθυνση της εναγομένης προκειμένου να ρυθμίσουν την οφειλή τους. Τότε έλαβαν επίσης από τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης αυτής τη διαβεβαίωση ότι ο πλειστηριασμός θα ανασταλεί, όπως έγινε και την πρώτη φορά, καθώς και ότι η οφειλή τους εμπίπτει στον ν. 2789/2000. Όπως δε κρίθηκε με την παραπάνω με αρ. 6299/2006 εφετειακή απόφαση, οι ως άνω οφειλέτες πείσθηκαν από τις παραπάνω διαβεβαιώσεις του αρμοδίου υπαλλήλου και επειδή μάλιστα είχαν καταβάλει ποσό 750.000 δραχμών δεν άσκησαν τα νόμιμα δικαιώματά τους, όπως αίτηση αναστολής ή αίτηση για τη διόρθωση του προγράμματος πλειστηριασμού αφού η τιμή πρώτης προσφοράς ήταν πολύ χαμηλή (12.500.000 δρχ.), πλην όμως ο πλειστηριασμός έλαβε χώρα τελικώς όπως αναφέρθηκε ανωτέρω την 19.4.2000. Η τελευταία ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών (6299/2006), κατέστη αμετάκλητη με τη με αρ. 173/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε τις από 10.11.2006 και 3.11.2006 αιτήσεις αναίρεσης που είχαν ασκήσει η εναγομένη και ο ενάγων αντίστοιχα. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα δέχθηκε η αμετάκλητη πλέον με αρ. 6299/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ο ανωτέρω πλειστηριασμός και η κατακύρωση του προπεριγραφόμενου ακινήτου, ακυρώθηκαν με αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης, ήτοι λόγω της καταχρηστικής συμπεριφοράς που επέδειξαν υπάλληλοι της εναγομένης, οι οποίοι - λόγω της υπαλληλικής τους ιδιότητας και της εργασιακής τους σχέσης - συνδέονται με σχέση πρόστησης προς την εναγομένη, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην οικεία νομική σκέψη. Η εναγομένη δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, υπό τα άνω περιστατικά ενήργησε υπαίτια, διότι, ενώ γνώριζε ότι είχαν προηγηθεί οι δηλώσεις των προστηθέντων υπαλλήλων της, προς τους άνω οφειλέτες, περί μη διενέργειας του, επίδικου πλειστηριασμού, εν τούτοις επέσπευσε τον πλειστηριασμό καθ' υπέρβαση των ορίων της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και έτσι απέτρεψε αυτούς από την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων τους παρότι δεν κινδύνευε η απαίτησή της, λόγω εξασφάλισής της με προσημειώσεις υποθήκης. Η ανωτέρω δε παράνομη -κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ - και υπαίτια (δόλια) συμπεριφορά της εναγομένης, επισύρει περαιτέρω και αδικοπρακτική ευθύνη αυτής, έναντι του ενάγοντος ως υπερθεματιστή του πλειστηριασμού, καθόσον εκ-της αμετάκλητης ακύρωσής του υπέστη ζημία, συνδεόμενη αιτιωδώς με το γεγονός αυτό. Επιπλέον η αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης σε βάρος του ενάγοντος δεν ολοκληρώθηκε με τη διενέργεια του πλειστηριασμού του ακινήτου αλλά συνεχίστηκε και στο χρονικό διάστημα που εκκίνησαν οι δίκες περί την εκτέλεση. Ως εκ τούτου η τελευταία υπέχει υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας του ενάγοντος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 802/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποί είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 58.874,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, την οποία ορθά εφάρμοσε, γιατί συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της. Ειδικότερα, ορθά υπολόγισε το ύψος της ζημίας του ενάγοντος υπερθεματιστή από την ακύρωση του ένδικου πλειστηριασμού ακινήτου στην αξία του ακινήτου αυτού κατά τον κρίσιμο χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής, συνυπολογίζοντας στο ποσό του πλειστηριάσματος και την υπεραξία του ακινήτου μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 940 παρ.3 ΚΠολΔ, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ. Την αποζημίωση κατά τις ως άνω διατάξεις μπορεί να ζητήσει και ο υπερθεματιστής, όταν ο επισπεύδων δανειστής διατελεί σε δόλο ή αμέλεια και είναι αυτός ο ζημιωθείς από την ακύρωση του πλειστηριασμού. Κατά δε το άρθρο 937 ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση παραγράφεται μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Η πενταετής παραγραφή στην περίπτωση αυτή της απαίτησης από αδικοπραξία αρχίζει από τότε που εκδόθηκε η αμετάκλητη απόφαση που ακυρώνει τον πλειστηριασμό [ΑΠ 1504/2021, ΑΠ 475/2017, ΑΠ 1164/2011 ΑΠ 2143/2007]. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα ακόλουθα, σχετικά με το ζήτημα της παραγραφής της ένδικης απαίτησης: "Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η εναγόμενη πρωτοδίκως προέβαλε επικουρικά ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος περί αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, την οποία επιχειρεί να θεμελιώσει στις διατάξεις των άρθρων 247, 251 και 937 παρ. 1 ΑΚ, επικαλούμενη ότι ο ενάγων έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου, το αργότερο την 1.8.2003 (ημερομηνία άσκησης της από 25.7.2003 έφεσής του κατά της με αρ. 131/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και ως εκ τούτου κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (επίδοση την 4.12.2009), είχαν προ πολλού υποκύψει στην πενταετή παραγραφή της ΑΚ 937, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο διακοπτικό γεγονός. Τον ισχυρισμό αυτό, που απερρίφθη ως μη νόμιμος, η εναγομένη επαναφέρει με τον τέταρτο λόγο έφεσής της, και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης. Επί του λόγου αυτού λεκτέα τα εξής: Στην ένδικη αγωγή ιστορείται αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης μετά από άσκηση ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, από τους οφειλέτες της εναγομένης -καθ' ων η αναγκαστική εκτέλεση και αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης. Στην περίπτωση αυτή δεν αρχίζει να τρέχει ο χρόνος της παραγραφής πριν από την κατά τα άνω ακύρωση του πλειστηριασμού αφού, η δικαστική επιδίωξη της, εκ της ειδικής αδικοπραξίας αυτής (άρθρ. 940 παρ. 3 ΚΠολΔ), αξίωσης, είναι δυνατή μόνον μετά την αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη σχετική νομική σκέψη.
Εν προκειμένω η αξίωση του ενάγοντος κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 6299/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που ακύρωσε τον πλειστηριασμό και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής δεν παρήλθε πενταετία. Ο χρόνος έναρξης της παραγραφής μπορεί να ανάγεται και στο διάστημα πριν την αμετάκλητη ακύρωση του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, στην περίπτωση που ο ενάγων που διεκδικεί αποζημίωση, είναι ο ίδιος ο καθ' ου ο τελικώς ακυρωθείς πλειστηριασμός (βλ.σχ.Ολ ΑΠ 15/2011). Ανεξάρτητα όμως από το μη νόμιμο της ενστάσεως παραγραφής, ο ενάγων ιστορεί στην αγωγή και τα εξής σχετικά: "Αντιθέτως εγώ ως τρίτος καλόπιστος υπερθεματιστής όχι μόνο δεν γνώριζα την αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αντιδίκου πριν τη διενέργεια του πλειστηριασμού... .Και μετά τη διενέργεια όμως του πλειστηριασμού, όπου πλειοδότησα ως τελευταίος υπερθεματιστής, όταν οι οφειλέτες άσκησαν τα ιστορούμενα ένδικα μέσα (εννοεί την ανακοπή κατά της έκθεσης πλειστηριασμού και της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης και την αίτηση αναστολής της από 3.5.2000 επιταγής του κάτω από την περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης) και πάλι δια των προστηθέντων οργάνων της σε όλες τις δίκες που ακολούθησαν, με διαβεβαίωναν ότι οι ισχυρισμοί των ανακοπτόντων ήταν αβάσιμοι. Και με βάση τις ρητές αυτές διαβεβαιώσεις συμμετείχα σε όλες τις δίκες ομοδικών με την αντίδικο και υποστηρίζοντας τις απόψεις της μέχρις ότου κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την αρ. 6299/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η βασιμότητα της ενστάσεως των ανακοπτόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της τράπεζας. ... Ενεπλάκην σε ατέρμονους δικαστικούς αγώνες, πεισθείς υπό της αντιδίκου ότι είχε δίκιο, ενώ, όπως προέκυψε, τελούσε εν γνώσει της σε άδικο. ...". Επίσης ο ενάγων προς της ενστάσεως παραγραφής ισχυρίζεται με τις προτάσεις του ότι ως καλόπιστος τρίτος, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την τελική έκβαση μιας αντιδικίας, στην πορεία της οποίας εκδόθηκαν αντίθετες αποφάσεις. Σχετικά με τους ισχυρισμούς αυτούς ως προς την γνώση της ζημίας και του υπαιτίου από τον ενάγοντα, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν τα εξής: Ο ενάγων πριν τον πλειστηριασμό δεν γνώριζε την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης. Μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού, όπου ανεδείχθη υπερθεματιστής, όταν οι οφειλέτες άσκησαν τα ως άνω ένδικα βοηθήματα και εναντίον του, αιτούμενοι την ακύρωση του πλειστηριασμού και για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης, και πάλι η εναγομένη δια των προστηθέντων οργάνων της σε όλες τις δίκες που ακολούθησαν, διαβεβαίωνε αυτόν ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί των ανακοπτόντων - οφειλετών ήταν αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Με βάση τις ρητές αυτές διαβεβαιώσεις ο ενάγων πεισθείς για την αβασιμότητα της ανακοπής, συμμετείχε σε όλες τις δίκες ομοδικών με την εναγομένη και υποστηρίζοντας τις απόψεις της μέχρις εκδόσεως της 6299/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με επάλληλη αιτιολογία, απέρριψε κατ' αρχήν ως μη νόμιμη την ένσταση παραγραφής της ένδικης απαίτησης και, σε κάθε περίπτωση, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένσταση παραγραφής, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 247, 251 και 937 παρ. 1 ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, χρόνος έναρξης της παραγραφής της ένδικης απαίτησης ήταν η ημέρα της αμετάκλητης ακύρωσης του ένδικου πλειστηριασμού, με την έκδοση της υπ' αριθ. 6299/2006 αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου Αθηνών και όχι η 1-8-2003, δηλαδή η ημερομηνία άσκησης της από 25-7-2003 έφεσης του αναιρεσίβλητου υπερθεματιστή κατά της υπ' αριθ.131/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ακυρώθηκε ο ένδικος πλειστηριασμός σε πρώτο βαθμό και συνεπώς η παραγραφή δεν είχε επέλθει κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής την 4-12-2009. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Από τα άρθρα 68 και 556 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης και των κατ' ιδίαν λόγων αυτής, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας. Έτσι, αν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς [ΑΠ 713/2020]. Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί [ολΑΠ 25/2003, ΑΠ 713/2020]. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά και αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς [ολΑΠ 9/2016, ΑΠ 51/2020]. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η απόρριψη της ένστασης παραγραφής της ένδικης αξίωσης στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός αναίρεσης που στρέφεται κατά της επάλληλης αιτιολογίας απόρριψης της ένστασης παραγραφής ως ουσιαστικά αβάσιμης, είναι αλυσιτελής, μετά την απόρριψη της ένστασης αυτής ως μη νόμιμης και την μη επιτυχή προσβολή της αιτιολογίας αυτής με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 251, 937 παρ. 1 ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό πόρισμά της περί μη παραγραφής της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως τη παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αναίρεσης [ΑΠ 1241/2021, ΑΠ 525/2018]. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερη της εκτέλεσης κατάσταση και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της αποδώσει το καταβληθέν σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης ποσό των 114384,57 ευρώ. Η αίτηση αυτή, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, είναι αβάσιμη, αφού κατά τα ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-6-2022 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθ. 4322/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ