Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1262 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1262/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη-Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) ΝΠΔΔ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γεωργάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., στην οποία αναφέρει ότι ο ανωτέρω οργανισμός έχει μετονομαστεί σε Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (ΔΥΠΑ).
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πηνελόπη Τέκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2021 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-10-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, Α. Γ., άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (Ο.Α.Ε.Δ.), που έχει ήδη μετονομαστεί σε Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (ΔΥΠΑ), την από 30.12.2015 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία εξέθετε ότι διαθέτει ατομική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών φύλαξης και ασφαλείας και ότι κατόπιν διενέργειας δύο διαδοχικών πρόχειρων μειοδοτικών διαγωνισμών του εναγομένου ΝΠΔΔ, στους οποίους έλαβε μέρος και ανακηρύχθηκε ανάδοχος, συνήψε με το εναγόμενο, κατόπιν έγγραφης πρότασής του τελευταίου, δύο διαδοχικές συμβάσεις έργου, δυνάμει των οποίων ανέλαβε την φύλαξη των κτιρίων της Επαγγελματικής Σχολής Αγρινίου, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα και με τους αναφερόμενους όρους της κάθε σύμβασης, αντί συμφωνηθείσας μεταξύ τους αμοιβής 10.516,50 ευρώ και 9.774,81 ευρώ, αντίστοιχα, μετά του αναλογούντος ΦΠΑ 23%, και συνολικά 20.291,31 ευρώ. Ότι αν και αυτός παρείχε τις υπηρεσίες του κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα και με βάση τους όρους των ανωτέρω συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, τις οποίες αποδέχθηκε το εναγόμενο, αυτό αρνείται παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του να καταβάλει σ' αυτόν την ανωτέρω συμφωνηθείσα γι' αυτές αμοιβή του. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 20.291,31 ευρώ, κυρίως μεν με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση έργου, επικουρικά δε και δη για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι ανωτέρω συμβάσεις που συνήψε με το εναγόμενο έπασχαν ακυρότητας λόγω μη τήρησης των νομίμων διαδικασιών προς τούτο, με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 105/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία προς εκδίκασή της, καθώς με αυτή εισαγόταν διαφορά ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητική διαφορά ουσίας από διοικητική σύμβαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (8.550 ευρώ ως αμοιβή από την πρώτη σύμβαση, που έκρινε ότι ήταν έγκυρη + 7.947 ευρώ από τη δεύτερη σύμβαση, που έκρινε ότι ήταν άκυρη, αλλά ο ενάγων εδικαιούτο το άνω ποσό με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού) 16.497 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε το εναγόμενο την από 12.10.2017 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 77/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως ουσία αβάσιμη. Την απόφαση αυτή προσβάλλει το αναιρεσείον με την υπό κρίση από 27.10.2021 αίτηση αναιρέσεως, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 559 αρ. 4, 560 αρ. 3 και 580 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Ολ ΑΠ 293/1981, ΑΠ 898/2023, ΑΠ 966/2017). Περαιτέρω, σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 του Συντάγματος, εκδόθηκε ο νόμος 1406/1983, με το άρθρο 1 παρ. 2 του οποίου, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μεταξύ άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ.1), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αυτής αξίωση. Η σύμβαση είναι διοικητική εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με την σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, αποκλίνουν δε από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΕΔ 7/2017, ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 28/2011, ΑΠ 1002/2020, ΑΠ 222/2018). Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα προαναφερθέντα γνωρίσματα είναι ιδιωτικές και οι διαφορές που προέρχονται από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, θεωρείται δε ότι παρεκκλίνουν από το κοινό δίκαιο και παρέχουν υπερέχουσα θέση στο Δημόσιο ή ν.π.δ.δ, οι διατάξεις ή οι ρήτρες εκείνες, που παρέχουν στα ανωτέρω, (Δημόσιο ή ν.π.δ.δ), τη δυνατότητα να εξασφαλίζουν τα συμφέροντα τους, επιβάλλοντας κυρώσεις για παραβάσεις της σύμβασης ή γενικότερα, επεμβαίνοντας μονομερώς προς διαμόρφωση του συμβατικού δεσμού. Με βάση τα ανωτέρω, γίνεται δεκτό, ότι η διαφορά που απορρέει από προφορική σύμβαση, για τη διάγνωση του χαρακτήρα της οποίας ο δικαστής δεν μπορεί προδήλως να αναζητήσει ρήτρες που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο ούτε να διαγνώσει το κανονιστικό καθεστώς που τη διέπει, είναι ιδιωτικού δίκαιου, ανεξαρτήτως αν συμβαλλόμενο σ' αυτή είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή ν.π.δ.δ ή αν φέρεται να έχει συναφθεί για την εκτέλεση έργου αποβλέποντος στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού (ΑΠ 222/2018, ΑΠ 1980/2017). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό είναι σχέση δημοσίου δικαίου. Αντιθέτως, διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση) ή με αφορμή τη λειτουργία της δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 7/2017, ΑΕΔ 2/2016, ΑΕΔ 12/2013, ΑΠ 348/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ.2 εδ. β του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Εξαίρεση δικαιολογείται μόνο αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο, ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1695/2023, ΑΠ 55/2022, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 966/2017).
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2021, ΑΠ 907/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι η αναφυόμενη διαφορά από την ασκηθείσα αγωγή του αντιδίκου του ορθά υπήχθη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ενώ αν εφάρμοζε σωστά το Σύνταγμα και το νόμο (άρθρο 94 παρ. 1 και 2 του Συντ. και Ν. 1406/1983) θα διέβλεπε ότι η σύμβαση, αν και άκυρη, κατά την κρίση της προσβαλλόμενης, είναι διοικητική και η αναφυόμενη εξ αυτής διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, καθόσον αυτή συγκεντρώνει και τα τρία, αναγκαία για τον χαρακτηρισμό της ως τέτοιας (διοικητικής) χαρακτηριστικά και ειδικότερα ενόψει του ότι α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι ΝΠΔΔ β) το αντικείμενο της σύμβασης εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό (φύλαξη εγκαταστάσεων των ΕΠΑΣ Μαθητείας του ΟΑΕΔ) και γ) υπήρξε διαγωνιστική διαδικασία μέσω πρόχειρου μειοδοτικού διαγωνισμού, όπου αυτό κατείχε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου (καθότι ως ΝΠΔΔ έθετε τους κανόνες και τις διαδικασίες του διαγωνισμού). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην άνω νομική σκέψη, ο περί υπερβάσεως δικαιοδοσίας από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος μπορεί μεν, ως αφορών τη δημόσια τάξη, να προταθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολ ΑΠ 20/2008, ΑΠ 1002/2018, ΑΠ 1983/2009), εφόσον, όμως, τα προς θεμελίωση αυτού επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά είχαν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και γίνεται επίκληση (στο αναιρετήριο δικόγραφο) από τον αναιρεσείοντα της εν λόγω προβολής, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει στην ένδικη περίπτωση, αφού ούτε το αναιρεσείον επικαλείται με το αναιρετήριο δικόγραφο ότι τα προς θεμελίωση της προσβαλλομένης από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ αιτιάσεως ως άνω πραγματικά περιστατικά είχαν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων των κατατεθεισών ενώπιον αυτού (δικαστηρίου της ουσίας) προκύπτει ή έστω και υπαινικτική, προβολή των επικαλούμενων ως άνω πραγματικών περιστατικών από το αναιρεσείον. Ειδικότερα, πρωτοδίκως το αναιρεσείον είχε προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 105/2017 απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, κρίνοντας ότι με την ένδικη αγωγή εισάγεται διαφορά ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητική διαφορά ουσίας και ως εκ τούτου υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε το αναιρεσείον την από 12.10.2017 έφεση, προβάλλοντας ως λόγους α) ότι εσφαλμένα κρίθηκε ότι η αγωγή είναι ορισμένη, β) ότι εσφαλμένα απερρίφθη η προβληθείσα από αυτό ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος, γ) ότι εσφαλμένα κρίθηκε ότι δεν πάσχει ακυρότητα η επίδοση της ένδικης αγωγής και άρα δεν διεκόπη η παραγραφή της αξίωσης του ενάγοντος και δ) ότι εσφαλμένα κρίθηκε ότι ο ενάγων εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Δεν παραπονέθηκε δηλαδή το αναιρεσείον, με σχετικό λόγο έφεσης, για την απόρριψη του προβληθέντος και απορριφθέντος πρωτοδίκως ισχυρισμού του περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Ούτε, όμως, και με τις 9.10.2020 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου προέβαλε τα παραπάνω, αλλά περιορίσθηκε στην ανάπτυξη των άνω λόγων της έφεσής του. Ούτε, τέλος, και από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση αποδεικνύεται η αποδιδόμενη σ' αυτήν αιτίαση, ότι δηλαδή η μεταξύ των διαδίκων ένδικη σύμβαση διελάμβανε τους παραπάνω όρους, οι οποίοι κατά τον αναιρεσείον προσδίδουν σ' αυτό υπερέχουσα, έναντι του αναιρεσίβλητου αντισυμβαλλομένης, θέση, καθόσον ουδεμία αναφορά περί της δικαιοδοσίας γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ευλόγως, αφού ο άνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με λόγο έφεσης, ούτε προβλήθηκε και με τις προτάσεις του. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθόσον από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι εισάγεται με αυτή διαφορά από συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, διότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος σωρευτικά για να χαρακτηριστεί μια σύμβαση διοικητική, και να υπάγεται κατά συνέπεια στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ειδικότερα, με βάση τα επικαλούμενα στην αγωγή δεν συνάγεται ότι θεσπίζεται με τις διαλαμβανόμενες σ' αυτήν συμβάσεις εξαιρετικό καθεστώς, υπέρ του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, βάσει ρητρών, οι οποίες αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και θέτουν το τελευταίο σε υπερέχουσα θέση έναντι του αναιρεσίβλητου, ενόψει και του ότι οι συμβάσεις αυτές, που αφορούν τη φύλαξη κτιρίων, έχουν προεχόντως ως σκοπό τη διατήρηση της οικονομικής τους αξίας και πάντως η εισαγόμενη με την ένδικη αγωγή διαφορά ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, εφόσον πρόκειται και για διαφορά από αδικαιολόγητο πλουτισμό και, κατά τα άνω εκτιθέμενα, η υποκείμενη σχέση που τον προκάλεσε δεν είναι σχέση δημοσίου δικαίου.
Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως. Στην περίπτωση αυτή η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής. Ποια πρόσωπα είναι οι-κατά κανόνα-φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.
Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 921/2007). Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποιήσεως γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019).
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 632/2014). Τέλος, αν η σχετική με τη νομιμοποίηση αιτίαση συνδέεται με τις παραδοχές της αποφάσεως επί της ουσίας, ο αναιρετικός έλεγχος για έλλειψη νομιμοποιήσεως μπορεί να θεμελιωθεί και στο λόγο του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παραβίαση των σχετικών κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 665/2008, ΑΠ 477/2007). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 2120/2013). Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 192 του ΑΚ, η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει σ` αυτόν που πρότεινε η δήλωση αποδοχής της πρότασής του, κατά δε το άρθρο 195 του ΑΚ, σε περίπτωση αμφιβολίας η σύμβαση δεν είναι καταρτισμένη, εφόσον τα μέρη δεν συμφώνησαν σε όλα τα σημεία της, ενώ κατά το άρθρο 196 του ίδιου Κώδικα, αν τα μέρη θεωρούν ότι η σύμβαση έχει συνομολογηθεί, αν και δεν έχουν συμφωνήσει σε κάποιο όρο της, ισχύει ό,τι συμφώνησαν, εφόσον συνάγεται ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν και χωρίς τα μέρη να αποφασίσουν για τον όρο αυτό. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 185, 189, 191 και 193 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής. Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Αντίστοιχα, η αποδοχή της πρότασης για τη σύναψη σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης, χωρίς επιφύλαξη ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σ` αυτόν που πρότεινε, με αφετηρία το χρόνο της πρότασης, μέσα στην προθεσμία που τάχθηκε με αυτή ή συγχρόνως με άλλο τρόπο γραπτώς ή προφορικώς ή, αν δεν τάχθηκε προθεσμία, έως τη στιγμή που, κατά τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, απαιτείται και συνακόλουθα υποχρεούται να αναμένει αυτός που πρότεινε (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 1587/2018, ΑΠ 600/2017, ΑΠ 884/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Ο ενάγων διατηρεί στο Αγρίνιο στο όνομά του ατομική επιχείρηση με το διακριτικό τίτλο "PROTECT ERMIS SECURITY", με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών ασφαλείας, ενώ στην επιχείρηση αυτή συμμετέχει ατύπως, με μεταξύ τους σχέση που δεν προέκυψε από τις αποδείξεις και δεν ενδιαφέρει για την υπό κρίση διαφορά, ο αδελφός του, που κατέθεσε και ως μάρτυρας αυτού στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Φ. Γ. Στα πλαίσια της εμπορικής του αυτής δραστηριότητας συνήψε με το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ., μετά από πρόχειρο μειοδοτικό διαγωνισμό, την με αριθμό πρωτ. 1293/9.7.2010 έγγραφη σύμβαση παροχής υπηρεσιών φύλαξης και προστασίας των κτιρίων της Επαγγελματικής Σχολής Μαθητείας Αγρινίου, που βρίσκεται επί της Εθνικής Οδού Αγρινίου-Αμφιλοχίας. Ειδικότερα, το εναγόμενο νομικό πρόσωπο με την υπ' αριθ. 2541/23/ 15.6.2010 απόφαση του Δ.Σ. αυτού, αποφάσισε τη διενέργεια μειοδοτικών διαγωνισμών για την ανάθεση σε ιδιωτικά γραφεία φύλαξης για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών, των κτιριακών εγκαταστάσεών του, μεταξύ των οποίων και του προαναφερθέντος στο Αγρίνιο, οι οποίοι διαγωνισμοί ορίστηκε ότι θα γίνουν από τριμελείς επιτροπές. Σύμφωνα με την ίδια ως άνω απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου, απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάθεση του έργου ήταν η υποβολή υπεύθυνης δήλωσης του αναδόχου ότι θα τηρεί απαρέγκλιτα την εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία για το προσωπικό που θα απασχολήσει, ενώ κατά την πληρωμή ο ανάδοχος όφειλε να προσκομίσει: α) τιμολόγιο για κάθε υπηρεσία ξεχωριστά και κάθε άλλο δικαιολογητικό που προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία, β) κατάσταση μισθοδοσίας του απασχοληθέντος προσωπικού επικυρωμένη από το ΙΚΑ, καθώς επίσης και την απόδειξη παροχής υπηρεσιών του τελευταίου τριμήνου πριν την πληρωμή. Σε εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης του Δ.Σ. του εναγομένου, η τριμελής επιτροπή που συστήθηκε από τους Ιωάννη Ντζάλα, Βασίλειο Στύλιου και Βασίλειο Ταφίλη, αφού έλαβε, γραπτές προσφορές, με το υπ' αριθ. 1249/3.6.2010 πρακτικό της, το οποίο εγκρίθηκε από το Δ.Σ. του εναγομένου με την υπ' αριθ. 2852/30.6.2010 απόφασή του, επέλεξε την από 30.6.2010 προσφορά του ενάγοντος, η οποία ανερχόταν στο ποσό των (8.550) ευρώ πλέον ΦΠΑ, στον οποίον και κατακύρωσε το έργο. Ακολούθως, δυνάμει του ανωτέρω με αριθμό πρωτοκόλλου 1293/9.7.2010 εγγράφου-σύμβασης του της ΕΠΑΣ Μαθητείας Αγρινίου του ΟΑΕΔ, ανατέθηκε στην επιχείρηση του ενάγοντος η φύλαξη και προστασία των κτιρίων της ΕΠΑΣ Μαθητείας Αγρινίου. Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε για το χρονικό διάστημα από 9.7.2010 έως 9.10.2010, ήτοι για τρεις (3) μήνες και αφορούσε την παροχή υπηρεσιών φύλαξης με ωράριο 22.00 έως 07.00, τις εργάσιμες ημέρες και σε 24ωρη βάση τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες. Το ως άνω υπ' αριθ. 1293/9.7.2010 έγγραφο, στο οποίο ρητά αναγράφεται ότι επέχει θέση συμβάσεως, κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα και αφού υπογράφηκε από αυτόν επιστράφηκε στο εναγόμενο. Με βάση τα παραπάνω, επομένως, αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν σχετικώς στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας, η ανωτέρω σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων ήταν έγκυρη, διότι συνάφθηκε με βάση το αντικείμενό της μετά από πρόχειρο μειοδοτικό διαγωνισμό, ενώ παράλληλα καταρτίστηκε εγγράφως. Ακόμα όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι το ανωτέρω επέχον θέση συμβάσεως έγγραφο του ΟΑΕΔ προς τον ενάγοντα, το οποίο ακολούθως υπογράφηκε από αυτόν, δεν αποτελούσε έγγραφη σύμβαση, ήταν σε κάθε περίπτωση έγγραφη πρόταση σύμβασης του εναγομένου που κοινοποιήθηκε σε αυτόν, την οποία αυτός αποδέχθηκε ρητά και ακολούθως εκτέλεσε αυτή, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, κατά τρόπο ώστε καλύφθηκε... η όποια αρχική ακυρότητα της σύμβασης αυτής, λόγω τυχόν μη τήρησης του εγγράφου τύπου της και για την από πλευράς του εναγομένου αποδοχή της. Εξάλλου από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και δη τόσο από την από 30.6.2010 έγγραφη προσφορά που υπέβαλε ο ενάγων για τη συμμετοχή του στον ανωτέρω πρόχειρο μειοδοτικό διαγωνισμό, όσο και από το υπ' αριθ. 1249/30.6.2010 πρακτικό της Τριμελούς Επιτροπής του εναγομένου, προκύπτει σαφώς ότι ο ενάγων συμβάλλεται ατομικά με το τελευταίο, υπό το διακριτικό τίτλο της επιχείρησής του και όχι ως εκπρόσωπος οποιασδήποτε εταιρίας προσωπικής ή μη, η νομική μορφή της οποίας ουδόλως προκύπτει άλλωστε από την τιθέμενη στα σφραγίδα της επιχείρησης, ούτε την επικαλείται το εναγόμενο. Είναι δε άνευ επιρροής εν προκειμένω η αφηγηματική αναφορά του ενάγοντος στην από 30.6.2010 υπεύθυνη δήλωση που υπέβαλε σχετικώς προς τον ΟΑΕΔ, την οποία υπογράφει ως ατομικά ευθυνόμενος, ότι η εταιρία τους θα είναι υπεύθυνη για τα αναφερόμενα σε αυτή τη δήλωση, υπονοώντας ενδεχομένως την ύπαρξη μεταξύ αυτού και του αδελφού του άτυπη (αφανή) εταιρία. Και τούτο διότι από όλα τα ανωτέρω έγγραφα, ιδίως από αυτά με τα οποία συμβάλλεται με το εναγόμενο, προκύπτει ότι διατηρεί μόνο μία εμπορική επιχείρηση που λειτουργεί στο όνομά του, με έδρα το Παναιτώλιο Αιτ/νίας και το ανωτέρω αντικείμενο παροχής υπηρεσιών φύλαξης, με σφραγίδα "Γ. Α. του Γ.-Συστήματα Ασφαλείας" καταχωρημένη ως ατομική επιχείρηση στο ΓΕΜΗ του Επιμελητηρίου Αιτ/νίας, με αριθμό ... και με την οποία συμβλήθηκε κατά τα ανωτέρω με το εναγόμενο, ατομικά δε αυτός και υπό τη σφραγίδα της ατομικής αυτής επιχείρησής του αυτής εξέδωσε εν συνεχεία και τα σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για την πληρωμή της αμοιβής του προς το εναγόμενο. Επομένως, ο πρωτοδίκως προβληθείς ισχυρισμός του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ., ότι η ένδικη ανωτέρω καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δεν συνάφθηκε ατομικά με τον ενάγοντα, αλλά με την (αγνώστου νομικής μορφής) εταιρία φύλαξης με την επωνυμία "PROTECT ERMIS SECURITY", η οποία όμως αποτελούσε όπως προεκτέθηκε όχι επωνυμία εταιρίας, αλλά διακριτικό τίτλο της ατομικής επιχείρησης του ενάγοντος, κατά τρόπο ώστε αυτός δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικά σε άσκηση της υπό κρίση αγωγής, ορθά απορρίφθηκε με όμοιες με τις ανωτέρω αιτιολογίες από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, παρά τα περί του αντιθέτου ισχυριζόμενα από το εκκαλούν με τον δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσής του με τον οποίο επαναφέρει νομότυπα τον ανωτέρω προβληθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό, ο οποίος και θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος... Εξάλλου, αν και ο ενάγων στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης παρείχε στο εναγόμενο τις προαναφερόμενες υπηρεσίες φύλαξης των εγκαταστάσεων της ΕΠΑΣ μαθητείας Αγρινίου, το τελευταίο δεν κατέβαλε σήμερα το ανωτέρω ποσό της αμοιβής του, παρά τις επανειλημμένες προς τούτο οχλήσεις του ενάγοντος.... Κατόπιν των προαναφερθέντων ο ενάγων δικαιούται την συμφωνηθείσα αμοιβή για την παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών του, η οποία ανέρχεται (χωρίς το ΦΠΑ) στο ποσό των 8.550 ευρώ.... Περαιτέρω, από τα αυτά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι κατόπιν της με αριθμό 3623/25/14.9.2010 απόφασης του Δ.Σ. του εναγομένου, προκηρύχθηκε νέος πρόχειρος μειοδοτικός διαγωνισμός με το ίδιο ως άνω αντικείμενο και για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι για τη φύλαξη των ίδιων κτιριακών εγκαταστάσεων για το επόμενο τρίμηνο, προϋπολογισμού αυτού (13.489,56) ευρώ και ότι με την από 30.9.2010 απόφαση της ίδιας ως άνω τριμελούς επιτροπής, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 3858/5.10.2010 απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου, κατακυρώθηκε εκ νέου από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. στον ενάγοντα ως ανάδοχο στο διαγωνισμό, η φύλαξη των ιδίων ως άνω κτιριακών εγκαταστάσεων αυτού, για το χρονικό διάστημα από 9.10.2010 μέχρι 9.1.2011, αντί συνολικής αμοιβής 7.947 ευρώ, πλέον ΦΠΑ. Για την κατάρτιση της νέας αυτής συνεχόμενης συμφωνίας δεν προέκυψε ότι τηρήθηκε ο κατά τα ανωτέρω απαιτούμενος έγγραφος συστατικός τύπος, ούτε ότι κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα, όπως προηγουμένως, έγγραφο που να επέχει θέση συμβάσεως προς αυτόν από το εναγόμενο.
Συνεπώς η δεύτερη αυτή σύμβαση πάσχει ακυρότητας για τους προδιαληφθέντες στην οικεία σκέψη της παρούσας λόγους και δη συνεπεία μη τήρησης του εγγράφου αυτής. O ενάγων κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, στο οποίο αφορούσε, κατά τα ανωτέρω η δεύτερη κατά σειρά αυτή άτυπη σύμβαση, παρείχε στο εναγόμενο τις υπηρεσίες της φύλαξης των κτιριακών εγκαταστάσεων της ΕΠΑΣ Μαθητείας Αγρινίου, πράγμα που δεν αμφισβητήθηκε από το εναγόμενο. Όμως αυτό δεν του κατέβαλε μέχρι σήμερα το ανωτέρω ποσό της κατά ανωτέρω αμοιβής του, που ανέρχεται στο ποσό των 7.947 ευρώ, το οποίο και οφείλει να του καταβάλει με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, καταστάν αυτό χωρίς νόμιμη αίτια και δη από άκυρη μεταξύ τους σύμβαση, πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, καθώς εξοικονόμησε τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν αναγκαίως για τη φύλαξη των ανωτέρω κτιρίων του από άλλο συμβαλλόμενο πρόσωπο που θα παρείχε τις ίδιες υπηρεσίες με αυτές που παρείχε σε αυτό ο ενάγων, αλλά με έγκυρη μεταξύ τους σύμβαση....". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό του τελευταίου για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 185, 189, 191, 192, 195, 196, 361, 681, 904 ΑΚ και 68 ΚΠολΔ, σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ενεργητικής ή μη νομιμοποίησης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) η επίδικη πρώτη σύμβαση παροχής υπηρεσιών καταρτίσθηκε μεταξύ του εναγόμενου και του ενάγοντος, ενεργούντος ατομικά και όχι ως εκπρόσωπος οποιασδήποτε εταιρίας προσωπικής ή μη, μετά από πρόχειρο μειοδοτικό διαγωνισμό, με το με αριθμό πρωτ. 1293/9.7.2010 έγγραφο-σύμβαση του εναγόμενου προς τον ενάγοντα, που υπογράφηκε από τον τελευταίο, δυνάμει του οποίου ανατέθηκε στην ατομική επιχείρηση του ενάγοντος η φύλαξη και προστασία των κτιρίων της ΕΠΑΣ Μαθητείας Αγρινίου, για το χρονικό διάστημα από 9.7.2010 έως 9.10.2010, σε κάθε δε περίπτωση και αν δηλαδή ήθελε θεωρηθεί ότι το ανωτέρω επέχον θέση συμβάσεως έγγραφο του ΟΑΕΔ προς τον ενάγοντα, το οποίο ακολούθως υπογράφηκε από αυτόν, δεν αποτελούσε έγγραφη σύμβαση, ήταν σε κάθε περίπτωση έγγραφη πρόταση σύμβασης του εναγομένου που κοινοποιήθηκε σε αυτόν, την οποία αυτός αποδέχθηκε ρητά (άρθρ. 192 ΑΚ) και ακολούθως εκτέλεσε αυτή, κατά τρόπο ώστε καλύφθηκε η όποια αρχική ακυρότητα της σύμβασης αυτής, λόγω τυχόν μη τήρησης του εγγράφου τύπου της και για την από πλευράς του εναγομένου αποδοχή της, και β) η επίδικη δεύτερη σύμβαση παροχής υπηρεσιών καταρτίσθηκε επίσης μεταξύ του εναγόμενου και του ενάγοντος, ενεργούντος ατομικά και όχι ως εκπρόσωπος οποιασδήποτε εταιρίας προσωπικής ή μη, μετά από πρόχειρο μειοδοτικό διαγωνισμό, πλην όμως για την κατάρτιση της νέας αυτής συμφωνίας δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος έγγραφος συστατικός τύπος, με συνέπεια την ακυρότητά της, παρά ταύτα όμως ο ενάγων κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, στο οποίο αφορούσε η δεύτερη κατά σειρά αυτή άτυπη σύμβαση, παρείχε στο εναγόμενο τις υπηρεσίες της φύλαξης των κτιριακών εγκαταστάσεων της ΕΠΑΣ Μαθητείας Αγρινίου και, ως εκ τούτου δικαιούται το ποσό της σχετικής αμοιβής του, ανερχόμενου σε 7.947 ευρώ, με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και επομένως νομιμοποιείται ενεργητικά ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 68 του ΚΠολΔ, στην άσκηση της ως άνω αγωγής, τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική βάση της. Εξάλλου, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς το ίδιο ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, αφού διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των προαναφερθεισών διατάξεων. Ειδικότερα, με το να δεχθεί το Εφετείο α) ότι το εναγόμενο νομικό πρόσωπο με την υπ' αριθ. 2541/23/15.6.2010 απόφαση του Δ.Σ. αυτού, αποφάσισε τη διενέργεια μειοδοτικών διαγωνισμών για την ανάθεση σε ιδιωτικά γραφεία φύλαξης για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών, των κτιριακών εγκαταστάσεών του, μεταξύ των οποίων και αυτών στο Αγρίνιο, β) ότι η αρμόδια τριμελής επιτροπή του εναγόμενου με το υπ' αριθ. 1249/3.6.2010 πρακτικό της, το οποίο εγκρίθηκε από το Δ.Σ. του εναγομένου με την υπ' αριθ. 2852/30.6.2010 απόφασή του, επέλεξε την από 30.6.2010 προσφορά του ενάγοντος, η οποία ανερχόταν στο ποσό των 8.550 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, στον οποίον και κατακύρωσε το έργο, γ) ότι, ακολούθως, δυνάμει του με αριθμό πρωτοκόλλου 1293/9.7.2010 εγγράφου-σύμβασης του εναγομένου, το οποίο κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα και αφού υπογράφηκε από αυτόν επιστράφηκε στον εναγόμενο, ανατέθηκε στην επιχείρηση του ενάγοντος η φύλαξη και προστασία των κτιρίων της ΕΠΑΣ Μαθητείας Αγρινίου, δ) ότι, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι το ανωτέρω επέχον θέση συμβάσεως έγγραφο του ΟΑΕΔ προς τον ενάγοντα δεν αποτελούσε έγγραφη σύμβαση, ήταν σε κάθε περίπτωση έγγραφη πρόταση σύμβασης του εναγομένου που κοινοποιήθηκε σε αυτόν, την οποία αυτός αποδέχθηκε ρητά και ακολούθως την εκτέλεσε, κατά τρόπο ώστε καλύφθηκε η όποια αρχική ακυρότητα της σύμβασης αυτής, λόγω τυχόν μη τήρησης του εγγράφου τύπου της και για την από πλευράς του εναγομένου αποδοχή της, ε) ότι ο ενάγων συνεβλήθη ατομικά με το εναγόμενο, υπό το διακριτικό τίτλο της επιχείρησής του και όχι ως εκπρόσωπος οποιασδήποτε εταιρίας προσωπικής ή μη, στ) ότι είναι άνευ επιρροής η αφηγηματική αναφορά του ενάγοντος στην από 30.6.2010 υπεύθυνη δήλωση που υπέβαλε σχετικώς προς τον ΟΑΕΔ, την οποία υπογράφει ως ατομικά ευθυνόμενος, ότι η εταιρία τους θα είναι υπεύθυνη για τα αναφερόμενα σε αυτή τη δήλωση, υπονοώντας ενδεχομένως την ύπαρξη μεταξύ αυτού και του αδελφού του άτυπη (αφανή) εταιρία, καθόσον αυτός διατηρεί μόνο μία εμπορική επιχείρηση που λειτουργεί στο όνομά του, με έδρα το Παναιτώλιο Αιτ/νίας και το ανωτέρω αντικείμενο παροχής υπηρεσιών φύλαξης, καταχωρημένη ως ατομική επιχείρηση στο ΓΕΜΗ του Επιμελητηρίου Αιτ/νίας, και με την οποία συμβλήθηκε με το εναγόμενο, ατομικά δε αυτός και υπό τη σφραγίδα της ατομικής αυτής επιχείρησής του αυτής εξέδωσε εν συνεχεία και τα σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για την πληρωμή της αμοιβής του προς το εναγόμενο, ζ) ότι με την από 30.9.2010 απόφαση της ίδιας ως άνω τριμελούς επιτροπής κατακυρώθηκε εκ νέου από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. στον ενάγοντα ως ανάδοχο στο διαγωνισμό, η φύλαξη των ιδίων ως άνω κτιριακών εγκαταστάσεων αυτού, για το χρονικό διάστημα από 9.10.2010 μέχρι 9.1.2011, αντί συνολικής αμοιβής 7.947 ευρώ, η) ότι για την κατάρτιση της νέας αυτής συνεχόμενης συμφωνίας δεν τηρήθηκε ο κατά τα ανωτέρω απαιτούμενος έγγραφος συστατικός τύπος, ούτε κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα, όπως προηγουμένως, έγγραφο που να επέχει θέση συμβάσεως προς αυτόν από το εναγόμενο και συνεπώς η δεύτερη αυτή σύμβαση πάσχει ακυρότητας, θ) ότι ο ενάγων κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, στο οποίο αφορούσε, κατά τα ανωτέρω η δεύτερη κατά σειρά άτυπη σύμβαση, παρείχε στο εναγόμενο τις υπηρεσίες της φύλαξης των κτιριακών εγκαταστάσεων της ΕΠΑΣ Μαθητείας Αγρινίου, και ι) ότι το εναγόμενο δεν κατέβαλε μέχρι σήμερα στον ενάγοντα το ανωτέρω ποσό της αμοιβής του, που ανέρχεται στο ποσό των 7.947 ευρώ, το οποίο και οφείλει να του καταβάλει με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, αφού κατέστη χωρίς νόμιμη αίτια και δη από άκυρη σύμβαση, πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, αιτιολογημένα έκρινε κατ' ουσίαν περί της ενεργητικής νομιμοποιήσεως του αναιρεσιβλήτου, δεχόμενο ότι η επίδικη πρώτη σύμβαση μίσθωσης έργου καταρτίσθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου, που ενεργούσε ατομικά, όπως και η δεύτερη σύμβαση, εκ της ακυρότητας της οποίας κατέστη το εναγόμενο αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, ώστε να καταφάσκεται η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής τόσο κατά την κύρια βάση της (ως προς την έγκυρη πρώτη σύμβαση) όσο και κατά την επικουρική της βάση (ως προς την άκυρη δεύτερη σύμβαση). Επομένως, τα αντίθετα που υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αληθώς από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όχι από τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού, όπως προεκτέθηκε, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής και επομένως δεν είναι πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Αν δε ήθελε θεωρηθεί ότι με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που το αναιρεσείον προσκόμισε νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη του ισχυρισμού του περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσίβλητου και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του την άνω από 30.6.2010 υπεύθυνη δήλωση του τελευταίου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το άνω φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο, κάνοντας μάλιστα και ειδική μνεία και αξιολόγηση τούτου. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 48 και 49 του Ν.Δ. 496/1974 "Λογιστικό των ΝΠΔΔ" προκύπτει ότι ο χρόνος παραγραφής των εν γένει χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε (5) έτη, πλην των ειδικότερων αξιώσεων που αφορούν αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντα χρηματικά ποσά, αξιώσεις υπαλλήλων και συνταξιούχων του ΝΠΔΔ κλπ., για τις οποίες προβλέπεται διαφορετικός χρόνος παραγραφής (άρθρο 48 παρ. 2-6), αρχίζει δε η εν λόγω πενταετής παραγραφή από το τέλος του έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Εξάλλου, στο άρθρο 51 του ίδιου ως άνω Ν.Δ. ορίζονται τα ακόλουθα: "Φυλαττομένης της ισχύος των ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π. διακόπτεται μόνον: α) Δια της υποβολής της υποθέσεως εις το αρμόδιον δικαστήριον ή εις διαιτητάς, οπότε άρχεται εκ νέου η παραγραφή από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως των διαδίκων του δικαστηρίου ή των διαιτητών. β) Δια της υποβολής προς το ν.π. αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή άρχεται εκ νέου από της χρονολογίας την οποίαν φέρει η έγγραφος απάντησις της αρμοδίας δια την αναγνώρισιν ή την πληρωμήν της απαιτήσεως, Αρχής. Εν περιπτώσει μη απαντήσεως η παραγραφή άρχεται μετά πάροδον εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δευτέρας αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφήν. γ) Δια της εκδόσεως τίτλου πληρωμής". Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 52 παρ. 3 του ίδιου Ν.Δ., συνάγεται ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του ΝΠΔΔ λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, που συντελείται με έναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άνω άρθρο 51 του ΝΔ 496/1974 τρόπους, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΟλΑΠ 11/2003, ΑΠ 52/2021, ΑΠ 15/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και στην παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής, η δε παραγραφή, που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Ως έγερση της αγωγής, η οποία επιφέρει την κατά τα ανωτέρω διακοπή της παραγραφής, νοείται η, κατά τις διατάξεις των άρθρων 215 παρ. 1 και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ολοκλήρωση της ασκήσεως αυτής, με την έγκυρη επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο (ΑΠ 505/2020, ΑΠ 720/2019). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 124, 126 παρ. 1 εδαφ. δ, 127 παρ. 1, 128, 129 και 139 παρ. 1 εδαφ. δ ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση επιδόσεως δικογράφου σε νομικό πρόσωπο αυτή γίνεται στον εκπρόσωπό του, σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό, είτε στην κατοικία του, είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου, αν δε δεν βρεθεί ο εκπρόσωπος στην κατοικία ή το κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, το έγγραφο εγχειρίζεται στη μεν πρώτη περίπτωση σε κάποιον από τους συνοικούντες συγγενείς κλπ., στη δε δεύτερη περίπτωση στον διευθυντή ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες του καταστήματος, και, αν κανένας από όσους προαναφέρθηκαν δεν βρίσκεται στην κατοικία ή στο κατάστημα ή στο γραφείο ή στο εργαστήριο, γίνεται θυροκόλληση του δικογράφου (ΑΠ 1114/2022, ΑΠ 1024/2019, ΑΠ 2172/2007). Αν ο παραλήπτης έχει πολλά καταστήματα είναι δυνατή η επίδοση σε ένα από αυτά, καθόσον, για το έγκυρο της επιδόσεως, η διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 περ. γ' ΚΠολΔ δεν διακρίνει μεταξύ κεντρικού καταστήματος του νομικού προσώπου και υποκαταστήματος. Για τον προσδιορισμό του κατά τόπον αρμόδιου για την επίδοση υποκαταστήματος, κρίσιμη είναι η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία τα νομικά πρόσωπα μπορούν να ενάγονται διαζευκτικά και στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το τυχόν υποκατάστημά τους, εφόσον πρόκειται για διαφορές που σχετίζονται με την αυτοτελή δράση του υποκαταστήματος. Τέλος, η εκπρόθεσμη ή μη νόμιμη κλήτευση του διαδίκου, ο οποίος παρέστη κατά την συζήτηση, καθιστά άκυρη την κλήτευσή του και προσβάλλει το δικαίωμα της υπεράσπισής του, μόνο υπό την προϋπόθεση του άρθρου 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ, της πρόκλησης δηλαδή δικονομικής βλάβης και δη ως προς την προπαρασκευή της υπεράσπισης, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί κατ' άλλο τρόπο (ΌλΑΠ 12/2000, ΑΠ 706/2020, ΑΠ 929/2017). Δεν υπάρχει δικονομική βλάβη από την εκπρόθεσμη και, γενικότερα, μη προσήκουσα κλήτευση, εάν ο επικαλούμενος αυτή διάδικος παρέστη προσηκόντως κατά τη συζήτηση της αναίρεσης και αντέταξε πλήρως την υπεράσπισή του και τα επιχειρήματά του κατ' αυτής (ΑΠ 48/2023, ΑΠ 1860/2022, ΑΠ 706/2020, ΑΠ 824/2018 ΑΠ 929/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το αναιρεσείον προέβαλε πρωτοδίκως την ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 48 και 49 του Ν.Δ. 496/1974, ισχυριζόμενο ότι από το τέλος του οικονομικού έτους του 2010, εντός του οποίου γεννήθηκαν οι αξιώσεις του αναιρεσίβλητου, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της παραγραφής, αφού αυτή δεν διακόπηκε με την επίδοση της κρινόμενης αγωγής του ενάγοντος, διότι η επίδοση αυτής δεν έγινε σύννομα, ήτοι στην κατά νόμο (άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2956/2001) έδρα του, που βρίσκεται στην Αθήνα (Άλιμος) και επί της οδού Εθνικής Αντιστάσεως 8 και όπου ευρίσκονται οι κατά νόμο νόμιμοι εκπρόσωποί του που είναι εξουσιοδοτημένοι να παραλαμβάνουν έγγραφα για λογαριασμό του ΟΑΕΔ ως νομικού προσώπου, αλλά με θυροκόλληση στο ευρισκόμενο στο Αγρίνιο επί του 1ου χιλιομέτρου της E.O. Αγρινίου-Αμφιλοχίας Υποκατάστημα του ΟΑΕΔ - Αγρινίου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφασή του, απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την άνω ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία ότι η επίδοση της ένδικης αγωγής έλαβε χώρα στις 31.12.2015, με θυροκόλληση στο υποκατάστημα του εναγομένου στο Αγρίνιο, μέχρι δε τότε, οπότε και έλαβε χώρα το άνω διακοπτικό γεγονός, η ένδικη αξίωση του ενάγοντος δεν είχε υποπέσει στην άνω πενταετή παραγραφή. Με τον τρίτο λόγο της έφεσής του παραπονέθηκε το αναιρεσείον για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενο ότι εσφαλμένα έκρινε ότι δεν πάσχει ακυρότητα η επίδοση της ένδικης αγωγής, ενώ αυτή ήταν άκυρη και συνεπώς δεν διακόπηκε η παραγραφή της αξίωσης του αντιδίκου του, οπότε και η προβληθείσα από αυτό ένσταση παραγραφής έπρεπε να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το λόγο αυτό ως ουσία αβάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Στην προκειμένη περίπτωση, το εναγόμενο ν.Π.δ.δ. σε απόκρουση της εναντίον του υπό κρίση αγωγής προέβαλε πρωτοδίκως τον ισχυρισμό ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή των αξιώσεων ιδιωτών σε βάρος ν.π.δ.δ., αφού αυτή άρχισε ήδη από το τέλος του έτους 2010 εντός του οποίου γεννήθηκε και έγινε απαιτητή η αξίωσή του, ενώ διέδραμε συνεχώς μέχρι τη συμπλήρωσή της, στο τέλος του 2015, χωρίς διακοπή, αφού αυτή δεν διακόπηκε με την επίδοση της κρινόμενης αγωγής του ενάγοντος, διότι η επίδοση αυτής δεν έγινε σύννομα, ήτοι στην κατά νόμο (άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2956/2001) έδρα του, που βρίσκεται στην Αθήνα (Άλιμος) και επί της οδού Εθνικής Αντιστάσεως 8 και όπου ευρίσκονται οι κατά νόμο νόμιμοι εκπρόσωποί του που είναι εξουσιοδοτημένοι να παραλαμβάνουν έγγραφα για λογαριασμό του ΟΑΕΔ ως νομικού προσώπου, αλλά με θυροκόλληση στο ευρισκόμενο στο Αγρίνιο επί του 1ου χιλιομέτρου της E.O. Αγρινίου-Αμφιλοχίας Υποκατάστημα του ΟΑΕΔ-Αγρινίου, όπως αναφέρεται σχετικά και στην ειδοποίηση του ενεργήσαντος την επίδοση Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αγρινίου, Θωμά Παρθενίου. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του εναγομένου θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, διότι κατά πρώτον, σύμφωνα με όσα ανωτέρω προεκτέθηκαν, για την επίδοση σε νομικά πρόσωπα δεν έχει σημασία ο τόπος, ο οποίος κατά το καταστατικό φέρεται ως έδρα της εταιρίας, αλλά ο τόπος της εργασίας ή της κατοικίας του εκπροσωπούντος το νομικό πρόσωπο φυσικού προσώπου που δεν είναι κατά νόμο απαραίτητο να βρίσκεται στον τόπο της κατά το καταστατικό έδρας της εταιρίας. Όταν δε το νομικό πρόσωπο έχει περισσότερα καταστήματα, όπως συμβαίνει εν προκειμένω η επίδοση μπορεί έγκυρα να γίνει σε ένα από αυτά και ιδίως στο συνδεόμενο τοπικά με την υπόθεση στην οποία αφορά η επίδοση.
Εν προκειμένω δε η επίδοση αφορούσε αγωγή από σύμβαση που συνάφθηκε στο Αγρίνιο από το ενταύθα υπηρεσιακό γραφείο-Κατάστημα του εναγομένου ΟΑΕΔ και δη από Τριμελή Επιτροπή Υπαλλήλων αυτού, δηλαδή αφορούσε σε υπόθεση του Καταστήματος Αγρινίου κειμένου εκτός της κατά νόμο έδρας του. Κατά δεύτερον, σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η επίδοση αυτή έγινε παράτυπα, κατά τρόπο ώστε ήταν ελαττωματική, όχι όμως και ότι δεν έλαβε αυτή καθόλου χώρα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι με την επίδοση της αγωγής στο ανωτέρω Κατάστημα Αγρινίου αντί στην ανωτέρω κατά νόμο έδρα του εναγομένου, προκλήθηκε βλάβη του εναγομένου ν.π.δ.δ. η οποία να μην μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της επίδοσης, ούτε άλλωστε προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό περί ύπαρξης βλάβης του το εναγόμενο, δεδομένου ότι αυτό έλαβε γνώση της κατά τα ανωτέρω γενόμενης επίδοσης της εναντίον του αγωγής εγκαίρως, παραστάθηκε κανονικά κατά τη συζήτησή της και προέβαλε πλήρη υπεράσπιση κατ' αυτής. Όπως δε προεκτέθηκε η συνδρομή του κατ' άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ στοιχείου της βλάβης του εναγομένου ως προϋπόθεση κήρυξης της ακυρότητας της επίδοσης ισχύει και στην περίπτωση που η επίδοση, όπως εν προκειμένω, αποτελεί τμήμα για την ολοκλήρωση διαδικαστικής πράξης, δηλαδή της άσκησης της ένδικης αγωγής. Ελλείψει δε της συνδρομής τέτοιας βλάβης, κατ' άρθρο 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ, του εναγομένου, η κατά τα ανωτέρω γενόμενη επίδοση, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν έλαβε καθόλου χώρα, ως τέτοια, δεν έπασχε ακυρότητα, αφού μάλιστα ο νόμος δεν απαιτεί την τήρηση των ανωτέρω διατάξεων περί επίδοσης ρητά με την ποινή της ακυρότητας (όπως αντίθετα συμβαίνει όπως προκτέθηκε με τη μη επίδοση της αγωγής σε περίπτωση άσκησής της κατά του Ελληνικού Δημοσίου, στον Υπουργό Οικονομικών) και, επομένως, με αυτήν ολοκληρώθηκε η διαδικαστική πράξη της άσκησης της κρινόμενης αγωγής, που αποτελεί διακοπτικό λόγο της παραγραφής, η οποία και διακόπηκε με τον τρόπο αυτό προτού συμπληρωθεί η κατά τα ανωτέρω πενταετία αυτής από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση του ενάγοντος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του με ανάλογες με τις ανωτέρω αιτιολογίες, οι οποίες παραδεκτά κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ συμπληρώνονται με τις ανωτέρω αιτιολογίες της παρούσας, έκρινε ότι με την επίδοση της ένδικης αγωγής, η οποία εγένετο σύννομα στο ανωτέρω Κατάστημα-Γραφείο του εναγομένου, επήλθε διακοπή της παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος και απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό του, περί παραγραφής αυτής, ως ουσία αβάσιμο, έκανε ορθή ερμηνεία των προδιαληφθεισών διατάξεων, ενώ εκτίμησε σωστά τις αποδείξεις, παρά τα περί του αντιθέτου ισχυριζόμενα από το εναγόμενο-εκκαλούν με το συναφή τρίτο και τελευταίο λόγο της υπό κρίση έφεσής του, ο οποίος θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι δηλαδή η κατά τα ανωτέρω γενόμενη επίδοση της ένδικης αγωγής στο εναγόμενο δεν έπασχε ακυρότητα, και, επομένως, με αυτήν ολοκληρώθηκε η διαδικαστική πράξη της άσκησης της ένδικης αγωγής, που αποτελεί διακοπτικό λόγο της παραγραφής, η οποία και διακόπηκε με τον τρόπο αυτό προτού συμπληρωθεί η κατά τα ανωτέρω πενταετία αυτής από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση του ενάγοντος, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 48, 49, 51 ΝΔ 496/1974 και 261 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, αν ο παραλήπτης έχει πολλά καταστήματα είναι δυνατή η επίδοση της αγωγής σε ένα από αυτά, εφόσον πρόκειται για διαφορές που σχετίζονται με την αυτοτελή δράση του υποκαταστήματος.
Εν προκειμένω δε, η ένδικη αγωγή αφορούσε αξιώσεις τoυ αναιρεσιβλήτου από την παροχή υπηρεσιών φύλαξης στο υποκατάστημα Αγρινίου του αναιρεσείοντος και συνεπώς νομίμως επιδόθηκε η αγωγή στο άνω υποκατάστημα. Ειδικότερα, η διενέργεια των μειοδοτικών διαγωνισμών για τη σύναψη των ένδικων συμβάσεως παροχής υπηρεσιών φύλαξης (όπως και η υπογραφή της πρώτης εξ αυτών) ανατέθηκε και πραγματοποιήθηκε από το υποκατάστημα του αναιρεσείοντος στο Αγρίνιο και δη από τριμελή επιτροπή υπαλλήλων του και ως εκ τούτου, αφού η ένδικη διαφορά σχετίζεται με την αυτοτελή δράση του άνω υποκαταστήματος, νομίμως επιδόθηκε (την 31.12.2015) η ένδικη αγωγή στο άνω υποκατάστημα και έτσι η παραγραφή των αξιώσεων του αναιρεσίβλητου διακόπηκε με τον τρόπο αυτό προτού συμπληρωθεί η κατά τα ανωτέρω πενταετία αυτής από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν (2010). Σε κάθε δε περίπτωση, και υπό την εκδοχή ότι η επίδοση αυτή έγινε παράτυπα, ήτοι στο ανωτέρω Κατάστημα Αγρινίου του αναιρεσείοντος αντί στην κατά νόμο έδρα του στην Αθήνα, δεν προκλήθηκε βλάβη του αναιρεσείοντος, η οποία να μην μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της επίδοσης, δεδομένου ότι το αναιρεσείον έλαβε γνώση της κατά τα ανωτέρω γενόμενης επίδοσης της εναντίον του αγωγής εγκαίρως, παραστάθηκε κανονικά κατά τη συζήτησή της και προέβαλε πλήρη υπεράσπιση κατ' αυτής, ενόψει και του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, δικάσιμος της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ορίσθηκε αρχικά η 11.5.2016, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 11.1.2017, οπότε και συζητήθηκε.
Συνεπώς, η προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του αναιρεσίβλητου ήταν πράγματι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη. Επομένως, ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν πρέπει να περιληφθεί, ελλείψει σχετικού αιτήματος του νικήσαντος διαδίκου, ήτοι του αναιρεσίβλητου, καθόσον ο τελευταίος δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ και κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πηνελόπη Τέκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, στην οποία δήλωση δεν εμπεριέχεται αίτημα καταδίκης του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27 Οκτωβρίου 2021 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (Ο.Α.Ε.Δ.), που έχει ήδη μετονομαστεί σε Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (ΔΥΠΑ), για αναίρεση της με αριθ. 77/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο β' αρχαιότερος της Σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ