ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1263/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1263/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1263/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1263 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1263/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Σ. του Α., κατοίκου ... και 2) Μ. συζύγου Ι. Σ., κατοίκου ομοίως. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μπαλτάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου-Δεληγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2800/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4123/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-11-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Η παραβίαση από την ως άνω διάταξη πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, αφού η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση και πολύ περισσότερο εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διάταξης ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του, διότι το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζουν οι νομικές αναλύσεις αλλά οι ουσιαστικές παραδοχές, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση (ΑΠ 1501/2021, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 1291/2010). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017). Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1406/2021). Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 813/2019). Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (εφεξής Ε.Π.Ε.Υ.), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς."... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς."...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς". Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ). Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων. Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής. Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση. Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 536/2019, ΑΠ 244/2016, ΑΠ 1738/2013). Περαιτέρω, κατά ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, τα λεγόμενα "perpetual bonds", δηλαδή "ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας", άλλως "διηνεκή", ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας" ομόλογα συνιστούν ομολογίες οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρεία ή ένα κράτος και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιογράφων την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων. Οι τίτλοι αυτοί, παρέχουν μεν στον κομιστή, (ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία), δικαίωμα απόληψης των ανωτέρω τόκων, όχι, όμως, και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους. Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση (επιστροφή) του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε. Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου, κατ` ελεύθερη αυτού βούλησή του. Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως υβριδικοί, καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο.
Συνεπώς, είναι προφανές ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) δεν είναι απλά στη σύλληψη και στη λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρείες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία τους (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 536/2019). Τέλος, την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 Ν.3587/2007, το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ.1), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ. β`), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ.4 εδ. α`), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ. β`) και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5). Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δύναται να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι: α) παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας. Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται όπως προεκτέθηκε παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας"). Έτσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερουμένης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεώς του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγομένου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 1111/2020, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 2257/2014).
Συνεπώς, υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994 (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1028/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι σύζυγοι, είναι ιατροί μικροβιολόγοι, ο πρώτος δε από αυτούς, Ι. Σ., γεννήθηκε το έτος 1939. Αυτοί συνεργάζονταν με την εναγομένη, ανώνυμη τραπεζική εταιρία και συγκεκριμένα με το κατάστημα αυτής στον Άγιο Δημήτριο Αττικής, επί 25 περίπου έτη, διατηρώντας εκεί καταθέσεις. Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής είχε αναπτυχθεί σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ αυτών και των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγόμενης. Περί τις αρχές του έτους 2007, οι ενάγοντες που ενδιαφέρονταν για την επένδυση μέρους των αποταμιεύσεών τους σε χρηματοοικονομικά προϊόντα, τα οποία θα μπορούσαν να τους αποφέρουν μεγαλύτερο τόκο από την απλή προθεσμιακή κατάθεση, απευθύνθηκαν στο τμήμα private banking [ιδιωτική τραπεζική] της εναγομένης, το οποίο ήταν εξειδικευμένο σε επενδύσεις σε τέτοια χρηματοοικονομικά προϊόντα και μέσω του οποίου και μόνο προωθούνταν αυτά. Ακολούθως, καταρτίσθηκε μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης η με αριθμό 3091/1.2.2007 σύμβαση εκτέλεσης επενδυτικών εντολών, που είχε ως αντικείμενο την εκτέλεση εκ μέρους της εναγομένης, έναντι αμοιβής της, ειδικών εντολών των εντολέων-εναγόντων, που αφορούσαν την κατάρτιση στο όνομα και για λογαριασμό των εντολέων συναλλαγών επί κινητών αξιών, τίτλων χρηματαγοράς, παράγωγων χρηματοοικονομικών προϊόντων, όπως ενδεικτικά συμβάσεις προθεσμιακών συμβολαίων, συμβάσεις επί χρηματοοικονομικών δικαιωμάτων [options] συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων ή και νομισμάτων [swaps], χρηματιστηριακές συναλλαγές στην Ελλάδα και το εξωτερικό και οποιαδήποτε άλλη πράξη ήθελε συμφωνηθεί από τις αναφερόμενες στο άρθρο 2 του ν. 2396/1996, καθώς και τη φύλαξη του χαρτοφυλακίου των εναγόντων, υπό τους όρους της σύμβασης αυτής [όροι 1.2 και 3.3. της σύμβασης]. Ρητά συμφωνήθηκε, ότι στο αντικείμενο της σύμβασης αυτής δεν περιλαμβάνεται η διαχείριση του χαρτοφυλακίου ή η παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών εκ μέρους της τράπεζας προς τους εντολείς-ενάγοντες [όρος 1.2 εδ. β της σύμβασης]. Επίσης, μεταξύ άλλων συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: Άρθρο 1.5 της σύμβασης : "Οι εντολείς δύνανται με την παρούσα σύμβαση να καθορίσουν τρίτο πρόσωπο το οποίο θα μπορεί να ενεργεί για λογαριασμό τους, δίνοντας στην Τράπεζα ειδική εντολή ή ειδικές οδηγίες για την εκτέλεση επενδυτικών πράξεων ή συναλλαγών...Οι εντολείς αναγνωρίζουν ως νόμιμες και έγκυρες όλες τις πράξεις ή συναλλαγές που διενήργησε για λογαριασμό τους ο Ειδικός Εντολέας, μέχρι ανακλήσεως της σχετικής εντολής που δίνεται με την παρούσα σύμβαση...". Αρθρο 3.2 : " οι εντολείς ή ο ειδικός εντολέας δύνανται να δίνουν τις ειδικές εντολές τους προς την τράπεζα εγγράφως ή και προφορικώς μέσω τηλεφώνου με τηλεομοιοτυπία, τηλέτυπο ή και με άλλο πρόσφορο ηλεκτρονικό μέσο που τυχόν θα συμφωνήσουν ειδικά οι συμβαλλόμενοι. Οι εντολείς συμφωνούν ότι η τράπεζα δύναται και πρέπει να καταγράφει τις τηλεφωνικές ειδικές εντολές προς απόδειξη του περιεχομένου τους. Προϋπόθεση έγκυρης τηλεφωνικής ειδικής εντολής είναι ότι η ειδική εντολή θα δοθεί στους συγκεκριμένους αριθμούς σταθερών τηλεφώνων που θα γνωστοποιήσει η τράπεζα στους εντολείς κατά την υπογραφή της παρούσας σύμβασης. Η τράπεζα οφείλει να τηρεί αρχείο καταγεγραμμένων ειδικών εντολών επί εξάμηνο". Άρθρο 4: "... 4.2 Ρητά συμφωνείται ότι λόγω των διακυμάνσεων στην επενδυτική αγορά η τράπεζα δεν εγγυάται οποιοδήποτε αποτέλεσμα της ειδικής εντολής των εντολέων και δεν ευθύνεται για οποιαδήποτε συναφή ζημία των Εντολέων"... 4.7. Η Τράπεζα δεν ευθύνεται εάν, λόγω διακυμάνσεων στην επενδυτική αγορά επέλθει οποιαδήποτε ζημία των Εντολέων, οι οποίοι σήμερα δηλώνουν προς την Τράπεζα ότι γνωρίζουν απόλυτα τους κινδύνους των συναλλαγών που διενεργούν δυνάμει της παρούσας σύμβασης. Η Τράπεζα σε καμία περίπτωση δεν ευθύνεται για τυχόν διαφυγόντα κέρδη ή έμμεση ζημία των Εντολέων"....4.10. Σε καμία περίπτωση η Τράπεζα δεν έχει ευθύνη ή καθήκον προειδοποίησης των Εντολέων σχετικά με την υφιστάμενη χρηματιστηριακή ή γενικότερα επενδυτική κατάσταση κινητών αξιών κάθε είδους που βρίσκονται στο χαρτοφυλάκιο του Εντολέα. Με άλλα λόγια η τράπεζα δεν έχει ευθύνη παρακολούθησης της χρηματιστηριακής τιμής κινητών αξιών με σκοπό την προειδοποίηση του εντολέα για την παροχή προς την τράπεζα ειδικής εντολής". Με τον όρο 13 της σύμβασης, οι ενάγοντες όρισαν ως ειδικό εντολέα, κατά την έννοια του άρθρου 1.5 της σύμβασης, τον υιό τους, Α. Σ., ο οποίος έλαβε γνώση των όρων της σύμβασης και συμβλήθηκε σ' αυτήν συνυπογράφοντάς την. Περαιτέρω, στο άρθρο 16 της σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι: "16.1. Ο καθένας από τους Εντολείς δηλώνει ότι μελέτησε το παράρτημα Α της παρούσας σύμβασης και ως εκ τούτου έχει πλήρη επίγνωση των κινδύνων που συνεπάγονται οι κάθε είδους συναλλαγές σε κινητές αξίες και σε παράγωγα προϊόντα καθώς και ότι έχει την οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθεί ακόμη τυχόν και σε ολοκληρωτική απώλεια της αξίας του Χαρτοφυλακίου και των περιουσιακών στοιχείων που περιέχονται σε αυτό". Τέλος, στο ως άνω ειδικό "ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α'" με τίτλο "Επενδυτικοί κίνδυνοι που αναλαμβάνει ο Εντολέας" αναφέρονται, στα κύρια σημεία τους, τα εξής: "Το παρόν σκοπό έχει να γνωστοποιήσει στον Εντολέα διάφορες μορφές επενδυτικών κινδύνων που αναλαμβάνει με τη συμμετοχή του στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου... Πέρα από τη μελέτη και κατανόηση των κινδύνων που ενδεικτικά απαριθμούνται κατωτέρω, η τράπεζα συνιστά στον εντολέα να επιδιώκει την τακτική ενημέρωσή του ως προς την πορεία και τις εξελίξεις των αγορών που τον ενδιαφέρουν και την τακτική επικοινωνία με ειδικούς ιδίως πριν από τη λήψη επενδυτικών αποφάσεων... Σε κάθε περίπτωση ο εντολέας θα πρέπει να γνωρίζει ότι η βασική αρχή είναι ότι η αναμενόμενη απόδοση είναι αντίστοιχη του επενδυτικού κινδύνου που αναλαμβάνει. Περαιτέρω, γίνεται γνωστό στον εντολέα ότι οι πάσης φύσεως επενδυτικές επιλογές ενέχουν εκ της φύσεως αυτών κινδύνους μειώσεως της αξίας της επενδύσεως για τους οποίους η τράπεζα εκτελώντας τις ειδικές εντολές του εντολέα, δεν είναι δυνατόν να φέρει οποιαδήποτε ευθύνη. Επομένως, δεν είναι δυνατή ούτε η προεξόφληση/εγγύηση οποιοδήποτε επιπέδου απόδοσης, ούτε η βέβαιη διαφύλαξη ή αύξηση του επενδυτικού κεφαλαίου ή γενικότερα του χαρτοφυλακίου, το οποίο υπόκειται στο σύνολό του στους πάσης φύσεως επενδυτικούς κινδύνους. Οι βασικοί κίνδυνοι που υπάρχουν στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου και τους οποίους αναλαμβάνει ο εντολέας με τη συμμετοχή του σε αυτές είναι οι ακόλουθοι: 1. Συστημικός κίνδυνος: προκαλείται από παράγοντες που επηρεάζουν το σύνολο της αγοράς στην οποία συμμετέχει ο εντολέας και επομένως δεν μπορεί να περιοριστεί με τη διασπορά των επενδύσεων μέσα στην αγορά αυτή....2. Μη συστημικός κίνδυνος : προκαλείται από παράγοντες που επηρεάζουν συγκεκριμένες αξίες ή κατηγορίες αξιών ανάλογα με τα οικονομικά αποτελέσματα των εκδοτριών, τον κλάδο στον οποίο δραστηριοποιούνται κλπ. Ο κίνδυνος αυτός είναι δυνατόν μέσω της διασποράς των επενδύσεων να περιοριστεί με την επιλογή διαφορετικών αξιών που επηρεάζονται με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικό βαθμό από τους παράγοντες αυτούς.... 4. Πιστωτικός κίνδυνος: προκαλείται εφόσον η εκδότρια των αξιών εταιρία ή ο αντισυμβαλλόμενος κατά περίπτωση ενδέχεται να μην εκπληρώσουν αναληφθείσες υποχρεώσεις τους [ενδεικτικά πληρωμή μερίσματος, τοκομεριδίων κλπ]". Από το περιεχόμενο των όρων της σύμβασης, σαφώς προκύπτει, ότι αυτή είχε ως αντικείμενο αποκλειστικά την διαβίβαση και εκτέλεση εντολών των εναγόντων-αντισυμβαλλομένων της εναγομένης Τράπεζας-επενδυτών οι οποίες εδίδοντο με τους προβλεπόμενους στη σύμβαση τρόπους και διαβιβάζονταν περαιτέρω προς εκτέλεση και δεν είχε τη μορφή παροχής υπηρεσιών επενδυτικών συμβουλών ή και διαχείρισης χαρτοφυλακίου, κατά την οποία ο επενδυτής εμπιστεύεται το χαρτοφυλάκιο του στον πάροχο των ως άνω συμβουλευτικών υπηρεσιών και διαχείρισης χαρτοφυλακίου και ο τελευταίος αναλαμβάνει να διαχειριστεί το εν λόγω χαρτοφυλάκιο κατά τον τρόπο που εκείνος επιλέγει. Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή δεν συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, ρητά ή σιωπηρά ότι η εναγομένη θα τους παρείχε συμβουλές διαχείρισης των κεφαλαίων τους, σχετικά με τους επωφελέστερους για τους ενάγοντες-επενδυτές τρόπους διαχείρισης, ώστε να μπορούν στη συνέχεια να επιλέγουν σε ποιες ενέργειες θα προέβαιναν, ούτε σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου, ήδη ρητά συνομολογούν οι ενάγοντες εκκαλούντες με τις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, παρά τους αντίθετους αγωγικούς τους ισχυρισμούς [βλ. σελίδες 17-18 των προτάσεων των εκκαλούντων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου]. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ανωτέρω συμβάσεως, οι ενάγοντες, σύμφωνα με τα άρθρα 1.5 και 3 της σύμβασης, όρισαν ως "Ειδικό Εντολέα" τους τον υιό τους Α. Σ. του Ι., ο οποίος ενεργούσε πάντοτε για λογαριασμό τους δίνοντας ο ίδιος εντολές για την εκτέλεση συναλλαγών επ' ονόματι των επενδυτών-γονέων του, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους ενάγοντες. Ο ως άνω ειδικός εντολέας των εναγόντων είναι απόφοιτος της ΑΣΣΟΕ και διέθετε επενδυτική εμπειρία σχετικά με τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, ενώ τέτοια εμπειρία διέθετε και ο πρώτος ενάγων, όπως προκύπτει από τα πινακίδια πολλών δεκάδων πράξεων αγοράς και πώλησης μετοχών, που έγιναν επ' ονόματί του από την εναγομένη τράπεζα, στο διάστημα από τον Μάρτιο του 2007 έως τον Ιούλιο του 2008. Ακολούθως, οι ενάγοντες ενημερώθηκαν από την εναγομένη τράπεζα και μάλιστα από την υπάλληλό της Α. Χ., για επενδυτικά προϊόντα με απόδοση τουλάχιστον 5%, στα οποία σκόπευαν να επενδύσουν μέρος του κεφαλαίου τους και δια του ως άνω ειδικού εντολέως τους, υιού τους, έδωσαν εντολή στην εναγομένη, στις 8-2-2007 και 21-9-2007 αντίστοιχα για την αγορά ομολόγων έκδοσης της εταιρίας Lehman Bros Cap Fund
ΙΙ. Ειδικότερα: α) στις 13-2-2007 αγόρασαν ομόλογα έκδοσης της εταιρίας "Lehman Bros, Cap Fund
ΙΙ" με έδρα τη Μεγάλη Βρετανία, με εγγυήτρια την εταιρία "LEHMAN BROTHERS HOLDINGS PLC", ονομαστικής αξίας 100.000,00 ευρώ και αγοραίας αξίας 99,585,96 ευρώ, με ετήσιο επιτόκιο κωδικό αριθμό ... και β) στις 26-9-2007 αγόρασαν ομόλογα έκδοσης της εταιρίας "Lehman Bros, Cap Fund
ΙΙ" με έδρα τη Μεγάλη Βρετανία, με εγγυήτρια την εταιρία "LEHMAN BROTHERS HOLDINGS PLC", ονομαστικής αξίας 45.000 ευρώ και αγοραίας αξίας 39.519,01 ευρώ με ετήσιο επιτόκιο 5,1250%. Τα ομόλογα αυτά ως προς την ημερομηνία λήξης τους, είχαν τη μορφή "perpetual" δηλαδή "διηνεκές" ή αόριστης διάρκειας ήτοι παρέχουν στον κομιστή δικαιώματα απολήψεως των συμφωνηθέντων τόκων ενώ δεν προβλέπεται δικαίωμα του κομιστή να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο συγκεκριμένο χρόνο. Αντίθετα, ο εκδότης έχει το δικαίωμα μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου, πληρώνοντας στον επενδυτή-κάτοχο την ονομαστική του αξία ("εξοφλώντας" τον). Αυτό το δικαίωμα ασκεί ο εκδότης συνήθως, όταν η υποχρέωση καταβολής τόκων στον κομιστή καθίσταται επαχθέστερη σε σύγκριση με άλλες συνήθεις μεθόδους χρηματοδότησής του. Ως προς την πιστοληπτική τους αξιολόγηση (διενεργούμενη από τους οίκους "MOODIES και "S & Ρ" STANDARD AND POORS) αυτά έφεραν ενδείξεις Α3 και Α-αντιστοίχως, δηλαδή άριστη βαθμολογία στη διεθνώς αναγνωρισμένη κλίμακα αξιολόγησης διαπραγματεύσιμων τίτλων. Το πρώτο χρονικά αγορασθέν ομόλογο αγοράστηκε στο 97,55% της ονοματικής του αξίας, ήτοι ευρώ 97.550,00 πλέον δεδουλευμένων τόκων ευρώ 2.035,96 και συνολικά ευρώ 99.585,96, ενώ το δεύτερο στο 87,75% της ονομαστικής του αξίας, ήτοι ευρώ 39.487,50 πλέον δεδουλευμένων τόκων ευρώ 31,51 και συνολικά ευρώ 39.519,01. Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη εντολές αγοράς των ομολόγων, που φέρουν την υπογραφή του ειδικού εντολέως των εναγόντων, Α. Σ., τα ανωτέρω χαρακτηριστικά στοιχεία των επίδικων ομολόγων τέθηκαν υπ' όψιν του ειδικού εντολέως, στα πλαίσια της ενημέρωσης που παρείχε η εναγομένη Τράπεζα προς τον επενδυτή για τα χαρακτηριστικά των τίτλων, πριν o τελευταίος δώσει την εντολή για την εκτέλεσή της και πραγματοποίηση της συναλλαγής-αγοράς εν προκειμένω, αυτός δε, αφού έλαβε γνώση αυτών, υπέγραψε τις εντολές και οι συναλλαγές ολοκληρώθηκαν. Επιπλέον, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό συναλλαγής των επίδικων ομολόγων, που παραδόθηκε στον ειδικό εντολέα κατά το χρόνο των άνω συναλλαγών και φέρει την υπογραφή του, το οποίο προσκομίζεται από τους εκκαλούντες, στην οπίσθια όψη περιέχεται δήλωση αποδοχής των όρων σύμβασης συναλλαγών σε άυλους κρατικούς και εταιρικούς τίτλους, όπου μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής: ".. Ο επενδυτής δηλώνει ότι έχει ενημερωθεί πλήρως για τους όρους έκδοσης των ομολόγων και κατανοεί πλήρως τους όρους λειτουργίας των ομολόγων για τα οποία ο εκδότης διατηρεί το δικαίωμα ανάκλησης μέρους ή όλου του αρχικού κεφαλαίου καθώς και τους κινδύνους που αυτά περικλείουν [πολιτικούς, συναλλαγματικούς, επιτοκίου επανεπένδυσης [όρος 5]... Σε περίπτωση που υπάρξει καθυστέρηση ή ακύρωση της όποιας πληρωμής από τον εκδότη, από τον εταιρικό αντισυμβαλλόμενο, ή από τον εκκαθαριστικό οίκο, η τράπεζα δεν φέρει καμία ευθύνη έναντι του πελάτη για τυχόν ζημία του και δεσμεύεται να αποδώσει στον πελάτη την όποια αξία έλαβε έστω και μειωμένη έναντι των όρων έκδοσης του τίτλου για τη συγκεκριμένη επένδυση στον εν λόγω τίτλο, εντός δύο εργάσιμων ημερών από την είσπραξή της και χωρίς περαιτέρω ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης έναντι του εκδότη για λογαριασμό του πελάτη [όρος 8]... Οι επενδύσεις επί ομολογιακών τίτλων εκτίθενται στους συνήθεις επενδυτικούς κινδύνους όπως επιτοκίων ... η πρόωρη εξόφληση επενδύσεων στους εν λόγω τίτλους ενδέχεται να οδηγήσει ακόμη και σε μείωση του αρχικά επενδυμένου κεφαλαίου... πιστωτικούς (προκαλούνται εφόσον ο εκδότης των αξιών ενδέχεται να μην εκπληρώσει τις αναληφθείσες υποχρεώσεις του όπως η καταβολή τοκομεριδίων/μερισμάτων/κεφαλαίου) συναλλαγματικούς..., ρευστότητας [μειωμένη ρευστότητα αγοράς μπορεί να καταστήσει την προεξόφληση του τίτλου δυσχερή] ... [όρος 19]", ενώ στο τέλος του εντύπου ρητά αναφέρεται από τους ενάγοντες-επενδυτές "Δηλώνω ότι έχω λάβει από την Τράπεζα πλήρη περιγραφή της επένδυσης στην οποία συμμετέχω καθώς και όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τους επενδυτικούς κινδύνους που αυτή περιέχει και δηλώνω ότι αποδέχομαι ανεπιφύλακτα και κατανοώ πλήρως τους παραπάνω γενικούς όρους συμμετοχής σε επενδύσεις επί τίτλων καθώς και τους ειδικούς όρους συμμετοχής σε αυτές. Τα εν λόγω προϊόντα δεν αποτελούν παρότρυνση από την Τράπεζα προς επένδυση, η επένδυση σε τέτοιας μορφής προϊόντα είναι προσωπική επιλογή μου και μόνο. Γνωρίζω ότι προηγούμενες αποδόσεις προϊόντων της μορφής αυτής σε καμία περίπτωση δεν διασφαλίζουν τις μελλοντικές". Όπως επίσης αναφέρεται τόσο στις εντολές αγοράς των ομολόγων, όσο και στο παραπάνω αποδεικτικό συναλλαγής [αγοράς] των επίδικων ομολόγων, πριν από τις συναλλαγές αυτές και την εντολή προς την εναγομένη για την αγορά των τίτλων, τέθηκε υπ' όψιν του ειδικού εντολέως των εναγόντων ειδικό ενημερωτικό έγγραφο σχετικά με τους όρους της επένδυσης των εναγόντων. Εξάλλου, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε, ο ως άνω ειδικός εντολέας των εναγόντων-υιός τους Α. Σ. διέθετε σημαντική επενδυτική εμπειρία σχετικά με τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, γεγονός που προκύπτει από το απόσπασμα της απομαγνητοφωνημένης συνομιλίας του με την υπάλληλο της εναγομένης τράπεζας, Α. Χ., στις 21.9.2007, πριν τη δεύτερη εντολή προς την εναγομένη για αγορά των ομολόγων και η οποία όπως παραπάνω εκτέθηκε αποτελεί νόμιμο αποδεικτό μέσο, διότι λήφθηκε με συναίνεση αμφοτέρων των μερών και σύμφωνα με ρητό [με αριθμό 3.2] συμβατικό όρο. Συγκεκριμένα, στο απόσπασμα αυτό, o άνω ειδικός εντολέας των εναγόντων ζητεί από την υπάλληλο της εναγομένης να ρευστοποιήσει άλλο, αντίστοιχης αξίας ομόλογο της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος ιδιοκτησίας των εναγόντων και με το προϊόν της ρευστοποίησης να πραγματοποιηθεί η δεύτερη κατά σειρά αγορά των επίδικων ομολόγων, ενώ φαίνεται ότι ο ίδιος έχει σαφή γνώση για την χρηματιστηριακή αξία των επίδικων ομολόγων σε όλες τις χρηματιστηριακές αγορές του κόσμου, τις οποίες παρακολουθεί ηλεκτρονικά κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους, μάλιστα διορθώνει και την υπάλληλο της τράπεζας, Α. Χ., η οποία τον ενημερώνει ότι η αξία τους είναι στο 86,90% της ονομαστικής τους αξίας, πλην όμως αυτός, τη στιγμή εκείνη, βλέπει [προφανώς σε κάποια ηλεκτρονική σελίδα ενημέρωσης] ότι στη Φρανκφούρτη, η τιμή πώλησης αυτών είναι στο 85,50% της ονομαστικής τους αξίας. Επομένως, οι ενάγοντες ενημερώθηκαν από την εναγομένη τράπεζα, μέσω του ειδικού εντολέως τους-υιού τους προσυμβατικά, με πλήρη ανάλυση των όρων και χαρακτηριστικών των κρίσιμων ομολόγων, καθώς και των επενδυτικών κινδύνων στους οποίους υπόκεινταν, μεταξύ των οποίων και ο πιστωτικός κίνδυνος του εκδότη και το γεγονός ότι τα προϊόντα αυτά δεν αποτελούσαν υποχρεώσεις της εναγομένης και ότι δεν ήταν εγγυημένα από αυτή. Από την απλή ανάγνωση της έγγραφης εντολής αγοράς και του αποδεικτικού συναλλαγής που υπέγραψε ο ειδικός εντολές των εναγόντων, προκύπτει ότι τα επενδυτικά προϊόντα, στα οποία θα επένδυαν τα χρήματα τους οι ενάγοντες, ήταν ομόλογα, έκδοσης και εγγύησης των άνω εταιριών και όχι της εναγομένης Τράπεζας, ότι το κεφάλαιο δεν καλυπτόταν σε κανένα σημείο από την εγγύηση της εναγομένης και ότι οι επενδυτές αναλαμβάνουν πλήρως τον πιστωτικό κίνδυνο της εκδότριας εταιρίας ενώ ουδέποτε η εναγομένη δια των προστηθέντων υπαλλήλων της τους διαβεβαίωσε, όπως αυτοί ισχυρίστηκαν στο αγωγικό δικόγραφο, ότι δήθεν το κεφάλαιο που επενδύουν είναι εγγυημένο από την ίδια την εναγομένη τράπεζα και ότι δεν υπάρχει κίνδυνος απώλειας αυτού, αντιθέτως γνώριζαν πολύ καλά ότι μοναδική εγγυήτρια των ομολόγων αυτών είναι η εταιρία LEHMAN BROTHERS HOLDINGS PLC, μητρική της εκδότριας, η οποία τύγχανε κατά το χρόνο εκείνο μια από τις μεγαλύτερες επενδυτικές τράπεζες των ΗΠΑ. Επίσης, γνώριζαν ότι τα ομόλογα είναι αέναης λήξης, διότι αυτό αναγράφεται στην εντολή αγοράς και στο αποδεικτικό συναλλαγής που υπέγραψε για λογαριασμό τους ο ειδικός εντολέας Α. Σ. Ο τελευταίος ήταν σε θέση να αντιληφθεί όλους τους προαναφερθέντες όρους της αίτησης αγοράς, τόσο λόγω του μορφωτικού του επιπέδου, όντας απόφοιτος πανεπιστημιακής σχολής [ΑΣΟΕΕ], εξειδικευμένος στις οικονομικές επιστήμες, όσο και λόγω της εμπειρίας του στον τομέα των επενδύσεων. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι, ενώ οι ενάγοντες, τόσο με την αγωγή όσο και με την έφεσή τους, ισχυρίστηκαν ότι κατά την αγορά των ομολόγων δεν υπήρξε σαφής, αλλά παραπλανητική ενημέρωση εκ μέρους της εναγομένης τράπεζας, αναφορικά με τα άνω χαρακτηριστικά των ομολόγων, ήδη με τις προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ανασκευάζουν τους ισχυρισμούς τους αυτούς και ομολογούν ότι η πληροφόρηση που είχαν κατά τη διάρκεια παρουσίασης των άνω ομολόγων από την υπάλληλο της εναγομένης ήταν αληθής [βλ. σελ. 19 και 20 των προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ]. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την κανονική εκτέλεση των παραπάνω εντολών των εναγόντων από την εναγομένη, η τελευταία συμπεριέλαβε τα προϊόντα αυτά στις ενημερωτικές καταστάσεις που έστελνε στους ενάγοντες κάθε μήνα και απεικόνιζαν την πορεία των άνω επενδυτικών προϊόντων. Αποδείχθηκε επίσης ότι, στις 15.9.2008, η εγγυήτρια των τίτλων εταιρεία "LEHMAN BROTHERS HOLDINGS PLC" που ήταν μία από τις μεγαλύτερες παγκοσμίως επενδυτικές τράπεζες με έδρα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, κηρύχθηκε σε πτώχευση, γεγονός που συμπαρέσυρε και τη θυγατρική αυτής και εκδότρια των επίδικων τίτλων εταιρεία "Lehman Bros, Cap Fund
ΙΙ", η οποία δεν ήταν έτσι σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, μεταξύ των οποίων και αυτές από τα ομόλογα που είχε εκδώσει, με αποτέλεσμα η αξία των τελευταίων να εκμηδενιστεί. Η πτώχευση της παραπάνω μητρικής εταιρείας δεν μπορούσε να προβλεφθεί από την εφεσίβλητη με βάση την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αφού ήταν αιφνιδιαστική. Αξιοσημείωτο είναι ότι στις 12.9.2008, ημέρα Παρασκευή και τελευταία εργάσιμη ημέρα πριν την πτώχευση, που έλαβε χώρα τη Δευτέρα 15.9.2008, εξακολουθούσε η εν λόγω εταιρεία να αξιολογείται θετικά, με Α στην κλίμακα αξιολόγησης από τους παραπάνω διεθνείς οίκους και μάλιστα η πτώχευσή της προκάλεσε παγκοσμίως σημαντικές οικονομικές αναταράξεις. Με βάση τα προεκτιθέμενα, η εφεσίβλητη δεν επέδειξε-κατά την αγορά των επίδικων τίτλων αλλά και στη συνέχεια αδικοπρακτική ή αντισυμβατική συμπεριφορά απέναντι στους εκκαλούντες, διότι δεν αποδείχθηκε ότι παρέβη τις υποχρεώσεις επιμέλειας, που είχε έναντι των εναγόντων σε σχέση με την ενημέρωση και πληροφόρησή τους, αντιθέτως εκτέλεσε προσηκόντως την δοθείσα σ' αυτή εντολή και εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την καλή πίστη για σαφή και πλήρη ενημέρωση των εναγόντων, τα δε όργανα αυτής δεν τέλεσαν παράνομη και υπαίτια πράξη. Γνώση της εναγομένης αναφορικά με το ενδεχόμενο της πτώχευσης της εκδότριας των άνω προϊόντων, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε. Εξάλλου, η εναγομένη δεν είχε τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου των εναγόντων και, σύμφωνα με τον όρο 4.10 της σύμβασης, δεν είχε ευθύνη παρακολούθησης της χρηματιστηριακής τιμής κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου τους με σκοπό την προειδοποίηση των εντολέων της για την παροχή προς την τράπεζα ειδικής εντολής πώλησης των τίτλων, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη προέτρεψε τους ενάγοντες να διατηρήσουν τους άνω τίτλους, αντιθέτως απέστελνε σ' αυτούς τακτικά μηνιαίες ενημερώσεις, από τις οποίες προέκυπτε η πτωτική τάση της χρηματιστηριακής αξίας των επίδικων ομολόγων, πλην όμως οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε πώληση αυτών πριν την πτώχευση, όπως είχαν τη δυνατότητα, αλλά τους κράτησαν στην κατοχή τους με αποτέλεσμα, με την πτώχευση της εκδότριας εταιρίας, να μηδενιστεί η αξία τους. Ούτε, άλλωστε, αποδείχθηκε η ύπαρξη υπαιτιότητας και εντεύθεν ευθύνης εκ μέρους της εναγόμενης για την απώλεια των χρημάτων των εναγόντων, αφού σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν, αυτή ουδέποτε είχε αναλάβει τον πιστωτικό κίνδυνο της εκδότριας των τίτλων, δηλαδή δεν εγγυήθηκε τη διατήρηση του επενδεδυμένου κεφαλαίου. Σε κάθε δε περίπτωση η ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά της εναγομένης, αλλά οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα, ήτοι την πτώχευση της άνω εταιρίας, γεγονός, που ούτε η εναγομένη θα μπορούσε να προβλέψει με κάθε μέτρο επιμέλειας του μέσου συναλλασσόμενου, πριν από την πραγματοποίηση της ένδικης επένδυσης, αλλά και μεταγενέστερα μέχρι την πτώχευση και σε κάθε περίπτωση η συμπεριφορά της εφεσίβλητης δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη ζημία των εκκαλούντων η οποία και οφείλεται στη σταδιακή πτώση της αξίας των επίδικων τίτλων, την οποία γνώριζαν οι εκκαλούντες και τελικώς στην εκμηδένιση της αξίας των τίτλων λόγω της πτώχευσης της μητρικής (της εκδότριας των τίτλων) εταιρείας. Επομένως, πρέπει η κρινόμενη αγωγή ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Εφόσον τα ίδια ανέφερε και η προσβαλλόμενη απόφαση, με παρόμοιες αν και ελλιπέστερες αιτιολογίες που συμπληρώνονται με τις αιτιολογίες της παρούσας, ορθά εφήρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως οι λόγοι της έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 2800/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη από 12.11.2009 αγωγή των αναιρεσειόντων ως ουσία αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288, 281, 330, 914 του ΑΚ, του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., και του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, καθόσον υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας, που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στους αναιρεσείοντες ζημία, ώστε να θεμελιώνεται εντεύθεν υποχρέωση της αναιρεσίβλητης για ικανοποίηση των ένδικων αξιώσεων των αναιρεσειόντων προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ειδικότερα, στις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται, α) ότι η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση είχε ως αντικείμενο αποκλειστικά την διαβίβαση και εκτέλεση εντολών των εναγόντων-επενδυτών, οι οποίες εδίδοντο με τους προβλεπόμενους στη σύμβαση τρόπους και διαβιβάζονταν περαιτέρω προς εκτέλεση και δεν είχε τη μορφή παροχής υπηρεσιών επενδυτικών συμβουλών ή και διαχείρισης χαρτοφυλακίου, β) ότι οι ενάγοντες όρισαν ως "Ειδικό Εντολέα" τους τον υιό τους Α. Σ., ο οποίος ενεργούσε πάντοτε για λογαριασμό τους δίνοντας ο ίδιος εντολές για την εκτέλεση συναλλαγών επ' ονόματι των επενδυτών-γονέων του, όντας απόφοιτος της ΑΣΣΟΕ και διαθέτοντας επενδυτική εμπειρία σχετικά με τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, γ) ότι οι ενάγοντες ενημερώθηκαν από την εναγομένη τράπεζα και μάλιστα από την υπάλληλό της Α. Χ., για επενδυτικά προϊόντα με απόδοση τουλάχιστον 5%, στα οποία σκόπευαν να επενδύσουν μέρος του κεφαλαίου τους και δια του ως άνω ειδικού εντολέως τους, υιού τους, έδωσαν εντολή στην εναγομένη, στις 8-2-2007 και 21-9-2007 αντίστοιχα για την αγορά των επίδικων ομολόγων, δ) ότι οι ενάγοντες ενημερώθηκαν από την εναγομένη τράπεζα, μέσω του ειδικού εντολέως τους-υιού τους προσυμβατικά, με πλήρη ανάλυση των όρων και χαρακτηριστικών των κρίσιμων ομολόγων, καθώς και των επενδυτικών κινδύνων στους οποίους υπόκειντο αυτά, μεταξύ των οποίων και ο πιστωτικός κίνδυνος του εκδότη και το γεγονός ότι τα προϊόντα αυτά δεν αποτελούσαν υποχρεώσεις της εναγομένης και ότι δεν ήταν εγγυημένα από αυτή, όπως γνώριζαν και ότι τα ομόλογα αυτά είναι αέναης λήξης, ε) ότι η εναγομένη δεν παρέβη τις υποχρεώσεις επιμέλειας, που είχε έναντι των εναγόντων σε σχέση με την ενημέρωση και πληροφόρησή τους, αντιθέτως εκτέλεσε προσηκόντως την δοθείσα σ' αυτή εντολή και εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την καλή πίστη για σαφή και πλήρη ενημέρωση των εναγόντων, τα δε όργανα αυτής δεν τέλεσαν παράνομη και υπαίτια πράξη, στ) ότι η εναγομένη δεν είχε τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου των εναγόντων και δεν είχε ευθύνη παρακολούθησης της χρηματιστηριακής τιμής κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου τους με σκοπό την προειδοποίηση των εντολέων της για την παροχή προς την τράπεζα ειδικής εντολής πώλησης των τίτλων, και ζ) ότι η ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά της εναγομένης, αλλά οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα, ήτοι την πτώχευση της άνω εταιρίας, γεγονός που ούτε η εναγομένη θα μπορούσε να προβλέψει με κάθε μέτρο επιμέλειας του μέσου συναλλασσόμενου πριν από την πραγματοποίηση της ένδικης επένδυσης, αλλά και μεταγενέστερα μέχρι την πτώχευση. Με βάση αυτές τις παραδοχές, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε και δεν δέχθηκε έτσι αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για εσφαλμένη μη εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων, είναι αβάσιμος. Καθ' ο δε μέρος με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι, ενώ στη μείζονα σκέψη δέχεται ότι κύρια υποχρέωση της Τράπεζας κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών είναι η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών και ότι η παράβαση των προβλεπόμενων στις διατάξεις Κανονισμό Δεοντολογίας συνιστά παρανομία, υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία υποχρεώνει την Τράπεζα σε αποζημίωση, παρά ταύτα, μολονότι, με βάση τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, διέγνωσε τη συνδρομή όλων των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 914 ΑΚ, παρέλειψε να εφαρμόσει τη διάταξη αυτή, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι περιεχόμενες στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης νομικές αναλύσεις δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αφού δεν συνέχονται με τις ουσιαστικές παραδοχές που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου, σύμφωνα με τις οποίες η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση δεν είχε τη μορφή παροχής υπηρεσιών επενδυτικών συμβουλών και πάντως οι ενάγοντες ενημερώθηκαν από την εναγομένη τράπεζα, προσυμβατικά, με πλήρη ανάλυση των όρων και χαρακτηριστικών των κρίσιμων ομολόγων, καθώς και των επενδυτικών κινδύνων στους οποίους υπόκειντο αυτά, εν τέλει δε η εναγομένη δεν παρέβη τις υποχρεώσεις επιμέλειας, που είχε έναντι των εναγόντων σε σχέση με την ενημέρωση και πληροφόρησή τους, και σε κάθε περίπτωση η ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά της εναγομένης, σε τρόπο ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για αδικοπρακτική συμπεριφορά της.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ούτε και εκ πλαγίου. Και τούτο, διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή η ζημία των αναιρεσειόντων δεν οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται αδικοπρακτική ευθύνη της τελευταίας προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσειόντων, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού. Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου στηρίζουν επαρκώς οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α) ότι οι ενάγοντες συνεργάζονταν με την εναγομένη και συγκεκριμένα με το κατάστημα αυτής στον Άγιο Δημήτριο Αττικής, επί 25 περίπου έτη, διατηρώντας εκεί καταθέσεις, στα πλαίσια δε της συνεργασίας αυτής είχε αναπτυχθεί σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ αυτών και των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγόμενης, β) ότι περί τις αρχές του έτους 2007, οι ενάγοντες που ενδιαφέρονταν για την επένδυση μέρους των αποταμιεύσεών τους σε χρηματοοικονομικά προϊόντα, τα οποία θα μπορούσαν να τους αποφέρουν μεγαλύτερο τόκο από την απλή προθεσμιακή κατάθεση, απευθύνθηκαν στο τμήμα private banking [ιδιωτική τραπεζική] της εναγομένης, το οποίο ήταν εξειδικευμένο σε επενδύσεις σε τέτοια χρηματοοικονομικά προϊόντα και μέσω του οποίου και μόνο προωθούνταν αυτά, γ) ότι, ακολούθως, καταρτίσθηκε μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης η με αριθμό 3091/1.2.2001 σύμβαση εκτέλεσης επενδυτικών εντολών, που είχε ως αντικείμενο την εκτέλεση εκ μέρους της εναγομένης, έναντι αμοιβής της, ειδικών εντολών των εντολέων-εναγόντων, που αφορούσαν την κατάρτιση στο όνομα και για λογαριασμό των εντολέων συναλλαγών επί κινητών αξιών, τίτλων χρηματαγοράς, παράγωγων χρηματοοικονομικών προϊόντων, καθώς και τη φύλαξη του χαρτοφυλακίου των εναγόντων, δ) ότι η σύμβαση αυτή είχε ως αντικείμενο αποκλειστικά την διαβίβαση και εκτέλεση εντολών των εναγόντων-αντισυμβαλλομένων της εναγομένης Τράπεζας-επενδυτών οι οποίες εδίδοντο με τους προβλεπόμενους στη σύμβαση τρόπους και διαβιβάζονταν περαιτέρω προς εκτέλεση και δεν είχε τη μορφή παροχής υπηρεσιών επενδυτικών συμβουλών ή και διαχείρισης χαρτοφυλακίου, όπως ρητά συνομολογούν και οι ενάγοντες, ε) ότι στο πλαίσιο της ανωτέρω συμβάσεως, οι ενάγοντες όρισαν ως "Ειδικό Εντολέα" τους τον υιό τους Α. Σ. του Ι., ο οποίος ενεργούσε πάντοτε για λογαριασμό τους δίνοντας ο ίδιος εντολές για την εκτέλεση συναλλαγών επ' ονόματι των επενδυτών-γονέων του, στ) ότι o ως άνω ειδικός εντολέας των εναγόντων είναι απόφοιτος της ΑΣΣΟΕ και διέθετε επενδυτική εμπειρία σχετικά με τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, ενώ τέτοια εμπειρία διέθετε και ο πρώτος ενάγων, ζ) ότι, ακολούθως, οι ενάγοντες ενημερώθηκαν από την εναγομένη τράπεζα και μάλιστα από την υπάλληλό της Α. Χ., για επενδυτικά προϊόντα με απόδοση τουλάχιστον 5%, στα οποία σκόπευαν να επενδύσουν μέρος του κεφαλαίου τους και δια του ως άνω ειδικού εντολέως τους, υιού τους, έδωσαν εντολή στην εναγομένη, στις 8-2-2007 και 21-9-2007 αντίστοιχα για την αγορά των επίδικων ομολόγων, έκδοσης της εταιρίας Lehman Bros Cap Fund
ΙΙ, η) ότι τα ομόλογα αυτά ως προς την ημερομηνία λήξης τους, είχαν τη μορφή "perpetual" δηλαδή "διηνεκές" ή αόριστης διάρκειας, ως προς δε την πιστοληπτική τους αξιολόγηση (διενεργούμενη από τους οίκους "MOODIES και "S & Ρ" STANDARD AND POORS) αυτά έφεραν ενδείξεις Α3 και Α-αντιστοίχως, δηλαδή άριστη βαθμολογία στη διεθνώς αναγνωρισμένη κλίμακα αξιολόγησης διαπραγματεύσιμων τίτλων, θ) ότι τα ανωτέρω χαρακτηριστικά στοιχεία των επίδικων ομολόγων τέθηκαν υπ' όψιν του ειδικού εντολέως, στα πλαίσια της ενημέρωσης που παρείχε η εναγομένη Τράπεζα προς τον επενδυτή για τα χαρακτηριστικά των τίτλων, πριν o τελευταίος δώσει την εντολή για την εκτέλεσή της και πραγματοποίηση της συναλλαγής-αγοράς εν προκειμένω, αυτός δε, αφού έλαβε γνώση αυτών, υπέγραψε τις εντολές και οι συναλλαγές ολοκληρώθηκαν, ι) ότι οι ενάγοντες ενημερώθηκαν από την εναγομένη τράπεζα, μέσω του ειδικού εντολέως τους-υιού τους προσυμβατικά, με πλήρη ανάλυση των όρων και χαρακτηριστικών των κρίσιμων ομολόγων, καθώς και των επενδυτικών κινδύνων στους οποίους υπόκειντο, μεταξύ των οποίων και ο πιστωτικός κίνδυνος του εκδότη και το γεγονός ότι τα προϊόντα αυτά δεν αποτελούσαν υποχρεώσεις της εναγομένης και ότι δεν ήταν εγγυημένα από αυτή, ια) ότι ουδέποτε η εναγομένη δια των προστηθέντων υπαλλήλων της τους διαβεβαίωσε ότι το κεφάλαιο που επενδύουν είναι εγγυημένο από την ίδια την εναγομένη τράπεζα και ότι δεν υπάρχει κίνδυνος απώλειας αυτού, αντιθέτως γνώριζαν πολύ καλά ότι μοναδική εγγυήτρια των ομολόγων αυτών είναι η εταιρία LEHMAN BROTHERS HOLDINGS PLC, μητρική της εκδότριας, η οποία τύγχανε κατά το χρόνο εκείνο μια από τις μεγαλύτερες επενδυτικές τράπεζες των ΗΠΑ, όπως, επίσης, γνώριζαν ότι τα ομόλογα είναι αέναης λήξης, ιβ) ότι, στις 15.9.2008, η εγγυήτρια των τίτλων εταιρεία "LEHMAN BROTHERS HOLDINGS PLC" που ήταν μία από τις μεγαλύτερες παγκοσμίως επενδυτικές τράπεζες με έδρα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, κηρύχθηκε σε πτώχευση, γεγονός που συμπαρέσυρε και τη θυγατρική αυτής και εκδότρια των επίδικων τίτλων εταιρεία "Lehman Bros, Cap Fund
ΙΙ", η οποία δεν ήταν έτσι σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, μεταξύ των οποίων και αυτές από τα ομόλογα που είχε εκδώσει, με αποτέλεσμα η αξία των τελευταίων να εκμηδενιστεί, η πτώχευση δε αυτή της παραπάνω μητρικής εταιρείας δεν μπορούσε να προβλεφθεί από την εναγομένη με βάση την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αφού ήταν αιφνιδιαστική, ιγ) ότι η εναγομένη δεν παρέβη τις υποχρεώσεις επιμέλειας, που είχε έναντι των εναγόντων σε σχέση με την ενημέρωση και πληροφόρησή τους, αντιθέτως εκτέλεσε προσηκόντως την δοθείσα σ' αυτή εντολή και εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την καλή πίστη για σαφή και πλήρη ενημέρωση των εναγόντων, τα δε όργανα αυτής δεν τέλεσαν παράνομη και υπαίτια πράξη, ούτε και είχαν γνώση αναφορικά με το ενδεχόμενο της πτώχευσης της εκδότριας των άνω προϊόντων, ιδ) ότι η εναγομένη δεν είχε τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου των εναγόντων και δεν είχε ευθύνη παρακολούθησης της χρηματιστηριακής τιμής κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου τους με σκοπό την προειδοποίηση των εντολέων της για την παροχή προς την τράπεζα ειδικής εντολής πώλησης των τίτλων και σε κάθε περίπτωση δεν προέτρεψε τους ενάγοντες να διατηρήσουν τους άνω τίτλους, αντιθέτως απέστελνε σ' αυτούς τακτικά μηνιαίες ενημερώσεις, από τις οποίες προέκυπτε η πτωτική τάση της χρηματιστηριακής αξίας των επίδικων ομολόγων, πλην όμως οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε πώληση αυτών πριν την πτώχευση, όπως είχαν τη δυνατότητα, αλλά τους κράτησαν στην κατοχή τους με αποτέλεσμα, με την πτώχευση της εκδότριας εταιρίας, να μηδενιστεί η αξία τους, και ιε) ότι σε κάθε περίπτωση η ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά της εναγομένης, αλλά οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα, ήτοι την πτώχευση της άνω εταιρίας, γεγονός, που ούτε η εναγομένη θα μπορούσε να προβλέψει με κάθε μέτρο επιμέλειας του μέσου συναλλασσόμενου, πριν από την πραγματοποίηση της ένδικης επένδυσης, αλλά και μεταγενέστερα μέχρι την πτώχευση και σε κάθε περίπτωση η συμπεριφορά της εφεσίβλητης δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη ζημία των εκκαλούντων η οποία και οφείλεται στη σταδιακή πτώση της αξίας των επίδικων τίτλων, την οποία γνώριζαν οι εκκαλούντες και τελικώς στην εκμηδένιση της αξίας των τίτλων λόγω της πτώχευσης της μητρικής (της εκδότριας των τίτλων) εταιρείας. Ουδεμία δε ασάφεια ή ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει στην προσβαλλομένη απόφαση, ως προς το ποιος είχε την πρωτοβουλία της πρότασης για την αγορά των επίδικων τίτλων, καθόσον από τις πιο πάνω εκτεθείσες παραδοχές προκύπτει με σαφήνεια ότι οι ενάγοντες ήταν αυτοί που διά του άνω ειδικού εντολέα τους έδωσαν την εντολή αγοράς των επίδικων ομολόγων, της άνω υπαλλήλου της εναγομένης περιοριζομένης μόνο στην γενική ενημέρωση των εναγόντων για επενδυτικά προϊόντα με απόδοση τουλάχιστον 5%. Τέλος, καμία αντίφαση δεν υφίσταται ως προς τη γνώση των εναγόντων ότι τα επίδικα ομόλογα ήταν αέναης λήξης, η δε σχετική επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες αντίφαση εντοπίζεται όχι στις παραδοχές της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης μεταξύ τους, αλλά μεταξύ της διαλαμβανομένης στη μείζονα σκέψη νομικής αναλύσεως περί των ομολόγων ατελεύτητης διάρκειας και της εν συνεχεία διαλαμβανομένης, κατά την ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, στην ελάσσονα πρόταση παραδοχής ότι οι ενάγοντες γνώριζαν ότι τα επίδικα ομόλογα ήταν αέναης λήξης, ενώ ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που χάνουν τη δίκη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Νοεμβρίου 2020 αίτηση των: 1) Ι. Σ. του Α. και 2) Μ. συζ. Ι. Σ., για αναίρεση της με αριθ. 4123/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο β' αρχαιότερος της Σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή