ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1291/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1291/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1291/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1291 / 2024    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1291/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της Τραπεζικής Δημόσιας Εταιρείας με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK CO LTD" όπως μετονομάστηκε η Τρ[απεζα με την επωνυμία "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", καθολική διάδοχος της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΡΦΙΝ ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Μ. Μ. συζύγου Ν., το γένος Χ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευγενία Στάμου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/1/2016 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 90/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/7/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη από 29.7.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.90/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 632 παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 14 του Ν.4055/2012 και πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
2. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται κατ'άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν, επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 103/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που εκδόθηκε μετά από αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας, υποχρεώθηκαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι, ο πρώτος ως πρωτοφειλέτης και η δεύτερη ως εγγυήτρια, εις ολόκληρον έκαστος, να της καταβάλουν, το ποσό των 228.588,95 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, το οποίο αποτελεί ληξιπρόθεσμη οφειλή τους από την υπ' αριθ. 9004462/10-6-2009 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και την υπ' αριθ. 9004462/1/10-6-2009 πρόσθετη πράξη. Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής και της επισπευδομένης σε βάρος τους αναγκαστικής εκτέλεσης, οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά της αναιρεσείουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης την από 9/1/2016 ανακοπή τους, ζητώντας την ακύρωσή τους, εκδόθηκε δε επ'αυτής η υπ'αριθμ.34/2017 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την ανακοπή ως ουσιαστικά βάσιμη και ως προς τα δύο σκέλη και επικύρωσε την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου την από 28/3/2017 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθμ.90/2019 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και κατά παραδοχή του λόγου ανακοπής αναφορικά με την μετακύλιση της εισφοράς του Ν.128/75 στο ετήσιο επιτόκιο και τον ανατοκισμό αυτής, έγινε δεκτή η ανακοπή στο σύνολό της και ακυρώθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, ενώ δεν περιελήφθη διάταξη για την προσβαλλόμενη πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας (επιταγής προς πληρωμή).
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583, 585 παρ. 2 και 632 και 633 ΚΠολΔ, όπως τα τελευταία ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το ν. 4335/2015,λόγο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής αποτελεί και η επίκληση ουσιαστικής ενστάσεως (διακωλυτικής ή αποσβεστικής εν όλω ή εν μέρει), εξαιτίας της οποίας, όταν εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είτε είχε καταλυθεί η οφειλή την οποίαν αυτή αφορά είτε ήταν άκυρη η δικαιοπραξία από την οποία πήγαζε. Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά κατά τα προεκτεθέντα φέρει χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ` ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 999/2019), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άνω άρθρου (633 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 333/2019, ΑΠ 1349/2013). Δηλαδή, αν η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου της ανακοπής (ένστασης) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας, αφού κανένας λόγος, νομικός ή άλλος, δεν επιβάλλει την καθολική ακύρωσή της (ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 387/2020, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1060/2019).Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είπε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 6/2019, Ολ.ΑΠ 7/2006). Επίσης, ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ τα οποία αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, νοούνται και οι λόγοι ανακοπής (ενστάσεις) κατά διαταγής πληρωμής, οι οποίοι πρέπει να περιέχονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο στο δικόγραφο της ανακοπής, και οι οποίοι αναφέρονται είτε στην έλλειψη των κατά νόμο (άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ) διαδικαστικών προϋποθέσεων προς έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε στην ύπαρξη της απαίτησης για την πληρωμή της οποίας εκδόθηκε η διαταγή. Οι λόγοι αυτοί της ανακοπής, καθένας των οποίων στηρίζει το αίτημα της ανακοπής για ακύρωση της διαταγής, οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας, ο δε καθού η ανακοπή μπορεί να αμυνθεί είτε αρνούμενος αυτούς είτε προβάλλοντας αντενστάσεις (Ολ.ΑΠ 10/1997), αν δε το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη νόμιμο, αόριστο ή απαραδέκτως προταθέντα λόγο ανακοπής, και ακυρώνει για το λόγο αυτό τη διαταγή πληρωμής, υποπίπτει στην από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α` ΚΠολΔ, πλημμέλεια, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι, απαράδεκτοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται ως μη προταθέντες και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 14/2004 ΑΠ 1411/2007). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην ανακοπή (ή σε επί μέρους λόγο αυτής) των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της ανακοπής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1395/2021,ΑΠ 631/2020, ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015, ΑΠ 480/2010).
4. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτο τον λόγο της ανακοπής που αφορά τον ανατοκισμό των προερχόμενων από την μετακύλιση της εισφοράς του Ν.128/1975 τόκων. Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι στον πρώτο λόγο αυτής εξέθεταν τα εξής: "ΕΛΛΕΙΨΗ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΕΓΓΡΑΦΑ. Παράνομος ανατοκισμός των σχετικών ποσών της εισφοράς του ν.128/1975 από την καθ'ής, με αποτέλεσμα την ύπαρξη ακυρότητας ως προς αυτά και κατά συνέπεια τη μη έγγραφη απόδειξη του ποσού για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού τα σχετικά ενσωματώνονται στο λογαριασμό...Από την επίδικη σύμβαση πίστωσης προκύπτει η επιβάρυνση του πιστούχου με την εισφορά του ν.128/75 και το δικαίωμα της καθ'ης να κεφαλαιοποιεί την εισφορά του ν.128/75,κάθε φορά που χρεώνει τόκους πάσης φύσεως και δικαίωμα ανατοκισμού των ποσών της(αφού στο κάθε φορά προκύπτον υπόλοιπο κεφάλαιο δικαιούται να υπολογίζει τόκους (εκτοκισμός) περιέχοντες και ποσά εισφοράς του ν.128/75,στο νέο δε προκύπτον εκάστοτε κεφάλαιο να υπολογίζει νέους τόκους περιέχοντες και εισφορά(εκτοκισμός και ανατοκισμός της εισφοράς).Επομένως ως προς το ποσό της απαίτησης για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, δεν προκύπτει από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της καθ'ης τράπεζας, που προσκομίστηκαν, το σύνολο της οφειλής, λόγω της ακυρότητας των συμπεριλαμβανομένων στο λογαριασμό ανατοκισμού της εισφοράς. Η δε ακυρότητα των επιμέρους ποσών επηρεάζει την αποδεικτικότητα με έγγραφα του συνόλου της απαίτησης, αφού στο απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της καθ'ης δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επί μέρους ποσών, αφενός λόγω του είδους της εγγραφής, αφετέρου λόγω της ενσωμάτωσης στον λογαριασμό των ποσών της εισφοράς στα ποσά των τόκων, με παραπέρα συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού ποσού της οφειλής και αντίστοιχα της απαίτησης της καθ'ης. Κατόπιν των ανωτέρω λεπτομερώς διηληφθέντων, δέον όπως κηρυχθεί άκυρος κι εξαφανισθεί η ανακοπτομένη διαταγή, λόγω ελλείψεως της εκ του νόμου αναγκαίας αποδεικτικότητας με έγγραφα". Με αυτό το περιεχόμενο ο ως άνω λόγος της ανακοπής είναι αόριστος διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν το ποσό κατά το οποίο επιβαρύνθηκαν με τον ανατοκισμό των προερχομένων από την μετακύλιση της εισφοράς του ν.128/1975 τόκων, ώστε το εν λόγω κονδύλιο να αφαιρεθεί από το συνολικό ποσό της απαίτησης, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις, αν με την ανακοπή βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αλλά μόνο κατά το μέρος κατά το οποίο γίνεται δεκτή η ανακοπή και μειώνεται η οφειλή. Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ορισμένο τον ως άνω λόγο της ανακοπής και τον δέχθηκε και ως βάσιμο κατ'ουσίαν, προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο ανωτέρω από τους αριθ.8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος,είναι βάσιμος. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια τους ως άνω λόγου στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την έρευνα του δεύτερου επικουρικού λόγου της αναιρέσεως από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
5.Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Αναιρεί την υπ' αριθ. 90/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

-Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο που θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

-Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτήν.

-Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή