Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1305 / 2024    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1305/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Περπατάρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Σιαφάκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1599/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3046/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-7-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι : "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων, ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων, δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48 ) ορίζεται ότι : "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α' 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών, ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων, ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και, τέλος, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (A' 54), ορίζεται ότι : "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της, υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021, κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19, στο σύνολο της Επικράτειας, για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00' έως και τη Δευτέρα 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6.00' (Β' 1194), ήτοι η 6.4.2021 " (Α.Π. 987/2022, Α.Π. 1129/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 20-07-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 6420/720/24-08-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 2384/2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 έως 676 επομ. του ΚΠολΔ) με αριθμό 3046/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 09-10-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 95711/15-10-2018 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 1599/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει στο σύνολό της την από 24-10-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 66615/1949/25-10-2016 αγωγή του, με αντικείμενο αξιώσεις από την, μεταξύ αυτού και της εναγομένης, συναφθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συγκεκριμένα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και τις, εκ της ακυρότητας αυτής, απορρέουσες συναφείς υποχρεώσεις της εναγομένης, την αποδοχή των υπηρεσιών του εκ μέρους της, την επιδίκαση μισθών υπερημερίας και, τέλος, την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπούνται ( άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ ), κατά την έρευνα του παραδεκτού της ένδικης αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι αυτή ασκήθηκε εμπρόθεσμα, με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 24-08-2022, ενώ, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, τα οποία δεν αμφισβητούνται από την αναιρεσίβλητη ( άρθρο 261 του ΚΠολΔ ), η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα, εντός δηλαδή της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87), δεδομένου ότι από τις 06-05-2020, επομένη ημέρα της δημοσίευσης της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις 06-05-2022, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 ( 5 μήνες ) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία), σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος νομικής σκέψης που προηγήθηκε, κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, στις 24-08-2022. Επομένως η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ) .
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του Α.Κ., 1 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του Α.Κ., δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του Α.Κ. Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και, συνακόλουθα, ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του Α.Κ. (Α.Π. 750/2020, Α.Π. 179/2016, Α.Π. 601/2013). Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος, συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (Α.Π. 750/2020, Α.Π. 179/2016, Α.Π. 1249/2014 Α.Π. 1649/2012, Α.Π. 581/2011, Α.Π. 1318/2000). Όμως, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του Α.Κ., για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία, η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης, λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (Α.Π. 392/2021, Α.Π. 750/2020, Α.Π. 1000/2017, Α.Π. 244/2017, Α.Π. 132/2016). Πολύ δε περισσότερο, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυόμενου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Στην περίπτωση που ο εργοδότης καταχρηστικώς κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, μη αποδεχόμενος τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του μισθωτού, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, αλλά ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία, ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου και υποχρεούται, όπως παραπάνω εκτέθηκε, κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, 648 και 656 του Α.Κ., να δέχεται τις υπηρεσίες του και να καταβάλει τις αποδοχές αυτού (Α.Π. 179/2016, Α.Π. 601/2013). Στην περίπτωση αυτή, επί αγωγής του μισθωτού, για την καταβολή μισθών υπερημερίας, η αγωγή δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στην σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και τη βάση της σχετικής αγωγής. Αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, επικαλεσθεί ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών, γιατί λύθηκε με καταγγελία η σύμβαση εργασίας, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση, ο δε ισχυρισμός του εργαζόμενου ότι η καταγγελία είναι άκυρη, γιατί αντίκειται στο άρθρο 281 του Α.Κ., είναι αντένσταση, η οποία μπορεί, καθ' υποφοράν, να προβληθεί με την αγωγή, να προβάλει δηλαδή εκ προοιμίου την αντένσταση αυτή, κατά της τυχόν ένστασης του εργοδότη, για καταγγελία της σύμβασης. Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος, αλλά για άλλους, που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας. Επομένως, η μη απόδειξη των επικαλουμένων από τον εργοδότη λόγων απολύσεως του εργαζόμενου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απόλυσης, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυσή του (Α.Π. 258/2019, Α.Π. 729/2018, Α.Π. 1253/2018 Α.Π. 179/2016, Α.Π. 460/2013, Α.Π. 1694/2012). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013). Στον αυτό αναιρετικό λόγο υπάγεται, κατά το εδάφ. β' αυτού, και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα, δε, της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο, είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που χρησιμοποιήθηκαν, κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ. Α.Π. 8/2005). Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδαφ. β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνος δικαίου, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ( Ολ. Α.Π. 2/2008 ). Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 60/2022, Α.Π. 1373/2022, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 79/2018, Α.Π. 1333/2018, Α.Π. 44/2017, Α.Π. 1512/2014, Α.Π. 87/2013 Α.Π. 208/2011). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο : α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη, ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη, ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 860/2018, Α.Π. 208/2018 Α.Π. 1226/2014 Α.Π. 2146/2014, Α.Π. 574/2010, Α.Π. 737/2008 Α.Π. 1300/2006, Α.Π. 1207/2005, Α.Π. 320/2003). Στην περίπτωση, δε, που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση .
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ( έλλειψη αιτιολογίας ), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ. Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ. Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν " αιτιολογία ", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 1388/2019). Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1551/2022, Α.Π. 625/2020, Α.Π. 78/2020, Α.Π. 19/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1388/2019). Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος, ενώ λόγος αναίρεσης, που πλήττει την αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία δεν επιστηρίζει, κατά το νόμο, το διατακτικό αυτής και έχει τεθεί πλεοναστικά και, ως εκ τούτου, εκ του περισσού, είναι αλυσιτελής και, συνακόλουθα, απορριπτέος ως απαράδεκτος (Α.Π. 1096/2018) .
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, στη από 24-10-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 66615/1949/25-10-2016 αγωγή του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθετε ότι είναι πτυχιούχος ηλεκτρολόγος μηχανικός Τ.Ε. και στις ... προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την τότε επωνυμία " ..." πλέον " ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ", η οποία δραστηριοποιείται στην παραγωγή καλωδίων για την εγχώρια και διεθνή αγορά και της οποίας βασικός μέτοχος τυγχάνει η αλλοδαπή γαλλική εταιρεία με την επωνυμία " ... S.A. ", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, ως υπάλληλος του τεχνικού τμήματος, στο εργοστάσιό της, στην ..., με μηνιαίες αποδοχές, κατά τον τελευταίο μήνα της απασχόλησής του, ύψους τριών χιλιάδων τετρακοσίων δέκα (3.410,00) ευρώ. Ότι, έκτοτε, σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης εργασίας, εργαζόταν στην εναγομένη, υπό διάφορες διοικήσεις και μετοχική σύνθεση, ανερχόμενος στην ιεραρχία της, λόγω της συνέπειας που τον διέκρινε στην παροχή της εργασίας του, της απόδοσής του και του ζήλου του, για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της εναγομένης. Ότι, όλα αυτά τα 25 έτη της συνεχούς απασχόλησής του, ήτοι μέχρι τις ...2016, οπότε απολύθηκε, κατόπιν έγγραφης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, του ανατέθηκαν σημαντικές θέσεις ευθύνης, με τελευταία αυτή του Προϊσταμένου ενός εκ των τριών τμημάτων παραγωγής του ως άνω εργοστασίου της εναγομένης, την οποία ανέλαβε το έτος 2006. Ότι, στην τελευταία αυτή θέση είχε την άμεση ευθύνη των καλωδίων, οπτικών ινών, τηλεπικοινωνιακών καλωδίων χαλκού των παραγωγικών φάσεων της σύστρεψης, θωράκισης και οπλισμού των καλωδίων ενέργειας χαμηλής και μέσης τάσης, καθώς και την εποπτεία και ευθύνη τριάντα έως σαράντα εργαζομένων της εναγομένης, ενώ συμμετείχε στην πρώτη ομάδα διοίκησης παραγωγής, με άμεσο προϊστάμενο τον Διευθυντή Παραγωγής. Ότι, καθόλο το χρονικό διάστημα, που απασχολείτο στην εναγομένη προσέφερε τις υπηρεσίες του με επιμέλεια, ζήλο, υπευθυνότητα, άμεμπτη συμπεριφορά, εργατικότητα και συνέπεια, γεγονός που αναγνώριζε η εναγομένη και αποτυπωνόταν στις ετήσιες εκθέσεις αξιολόγησής του, από τον άμεσο προϊστάμενό του, όπου χαρακτηριζόταν ως στέλεχος ικανό και κατάλληλο, πλην, όμως, η στάση της αντιδίκου του, μεταβλήθηκε ριζικά από τις 03-09-2015, οπότε κατήγγειλε καταχρηστικά τη σύμβαση εργασίας του αδελφού του (ενάγοντος), Γενικού Διευθυντή και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, Γ. Κ.. Ότι, έκτοτε, η εναγομένη επεδίωξε την σταδιακή επαγγελματική απομείωσή του, με σκοπό τη δημιουργία της εντύπωσης ότι ασκούσε πλημμελώς τα καθήκοντά του και, κατ' επέκταση, τη δικαιολόγηση της, ήδη αποφασισμένης και δρομολογημένης, απόλυσής του, χρησιμοποιώντας τον προϊστάμενό του, ο οποίος από το Σεπτέμβριο του έτους 2015 έως την απόλυσή του, που έλαβε χώρα στις ...2016, επιδόθηκε σε μία συνεχή προσπάθεια απαξίωσής του, αναφορικά με την απόδοση αυτού, με αποκορύφωμα την αξιολόγησή του για το έτος 2015, η οποία ολοκληρώθηκε το Φεβρουάριο του έτους 2016 και πραγματοποιήθηκε από τον προϊστάμενό του, ο οποίος ενεργώντας εμπαθώς και αντιεπαγγελματικά, μετέτρεψε τον μέχρι τότε χαρακτηρισμό από " ικανός ", σε " χρειάζεται βελτίωση ", με ανακριβή αναφορά των δυνατοτήτων βελτίωσης. Ότι στις ...2016, πρώτη ημέρα επιστροφής του στην εργασία του, μετά από αναρρωτική άδεια διάρκειας από ... έως ...2016, καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του από την εναγομένη μέσω του από 01-07-2016 νέου Διευθυντή Εργοστασίου, πρώην Διευθυντή Παραγωγής, ήτοι του ως άνω προϊσταμένου του. Ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη ως καταχρηστική, καθώς είναι αντικειμενικά αδικαιολόγητη, αφού δεν στόχευε στην προστασία δικαιολογημένων συμφερόντων της εναγομένης, ούτε δικαιολογείτο από το καλώς νοούμενο επαγγελματικό συμφέρον της τελευταίας, ήτοι σε λόγους συνδεόμενους με την απόδοση και την εν γένει παροχή της εργασίας του ή τις λειτουργικές ανάγκες της αντιδίκου του, αφού ήταν από τους πλέον αποδοτικούς εργαζόμενους αυτής, μη έχοντας υποπέσει σε οποιαδήποτε πλημμέλεια, ως προς την παροχή της εργασίας του, αλλά στους ειδικότερα εκτιθέμενους στην αγωγή λόγους λόγω της κακοβουλίας και εκδικητικότητας της εναγομένης και της εμπάθειας του πρώην Διευθυντή Παραγωγής και νυν Διευθυντή Εργοστασίου και δη λόγω της αντιδικίας της εναγομένης με τον αδελφό του (ενάγοντος) πρώην εργαζομένου της, συνεπεία της απόλυσής του, αλλά και των ενεργειών του, που συνέβαλαν στο να εξαγγελθεί και πραγματοποιηθεί οικονομικός και φορολογικός έλεγχος σε βάρος της εναγομένης, από τις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες, τους μήνες Ιούνιο και Σεπτέμβριο του έτους 2016, της εμπάθειας εναντίον τόσο του αδελφού του, όσο και του ιδίου, μη επιθυμώντας να διατηρήσουν εργαζόμενο, συνδεδεμένο με τόσο στενό συγγενικό δεσμό με τον προαναφερόμενο αντίδικό της, ενώ δεν επελέγη από την εναγομένη ηπιότερο μέτρο από αυτό της καταγγελίας. Ότι με την αυθαίρετη και χωρίς την ύπαρξη αντικειμενικού λόγου απόλυσής του, προσεβλήθη παράνομα η προσωπικότητά του, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, μερικό περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, σε εν μέρει αναγνωριστικό και εν μέρει καταψηφιστικό, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις του τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσε, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησε : α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από ...2016 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, άλλως να ακυρωθεί, β) να υποχρεωθεί η αντίδικός του να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, στη θέση που κατείχε και υπό τους όρους και συνθήκες, που ίσχυαν πριν από την επίδικη απόλυσή του, καταβάλλοντάς του τις συμφωνηθείσες αποδοχές του, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τους μισθούς υπερημερίας πέντε (5) μηνών, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 26-07-2016 έως 26-12-2016, ύψους δύο χιλιάδων εκατόν τριάντα ενός ευρώ και είκοσι πέντε λεπτών (2.131,25), με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε απαίτησή του κατέστη ή θα καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, δ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου τους μισθούς υπερημερίας εννέα (9) μηνών, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 26-12-2016 έως 26-09-2017, ύψους τριάντα χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα (30.690,00) ευρώ, το επίδομα αδείας του έτους 2017, ύψους 1.773,20 ευρώ, το δώρο Πάσχα του έτους 2017, ύψους 1.705 ευρώ, την αναλογία δώρου Χριστουγέννων του έτους 2017, ύψους 2.131,25 ευρώ και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε απαίτησή του κατέστη ή θα καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, ε) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του, ύψους τριάντα χιλιάδων (30.000,00 ) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 έως 676 του ΚΠολΔ), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 1599/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε ως μη νόμιμο το αγωγικό κονδύλιο περί επιδίκασης στον ενάγοντα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, για τους ειδικότερα διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους και, κατά τα λοιπά, απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 09-10-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 95711/15-10-2018 έφεσης από τον ενάγοντα, με την οποία παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, κατά το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αγωγικό κονδύλιο περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά το μέρος που απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ζητώντας να εξαφανιστεί η εκκληθείσα απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη αγωγή του, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 3046/2020 τελεσίδικη απόφασή του με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ( άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : "Η εναγομένη - εφεσίβλητη [ήδη αναιρεσίβλητη] ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ", η οποία αποτελεί θυγατρική εταιρία της εδρεύουσας στη ... εταιρίας με το διακριτικό τίτλο ..., δραστηριοποιείται στην παραγωγή, εμπορία και εξαγωγή όλων των ειδών των καλωδίων και συγκεκριμένα καλώδια ενέργειας, χαμηλής, μέσης και υψηλής τάσης, καλώδια τηλεπικοινωνιακά χάρτινα ή πλαστικά, γυμνούς αγωγούς χαλκού, αλουμινίου, κραμάτων αλουμινίου, καλώδια οπτικών ινών, χερσαίων και υποβρυχίων και διατηρεί εργοστάσιο στην περιοχή ..., προσέλαβε, με την τότε επωνυμία της "..." στις 20-6-1991 τον ενάγοντα - εκκαλούντα [ήδη αναιρεσείοντα] Ιωάννη Καρακώστα, πτυχιούχο ηλεκτρολόγο μηχανικό, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος του τεχνικού της τμήματος, με μηνιαίες τακτικές αποδοχές, οι οποίες το μήνα Ιούλιο του έτους 2016 ανέρχονταν σε 3.410 ευρώ. Ο ενάγων - εκκαλών απασχολήθηκε με την προαναφερόμενη ειδικότητα μέχρι το έτος 2006, οπότε, λόγω εκτίμησης των ικανοτήτων του και της εργασιακής του απόδοσης από την εναγομένη - εφεσίβλητη, ανέβηκε ιεραρχικά και ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένου δύο τμημάτων παραγωγής του ανωτέρω εργοστασίου αυτής και δη του Τμήματος Τηλεφωνικών Καλωδίων Σύστρεψης - Οπλισμού και του Τμήματος Οπτικών Ινών, θέση την οποία διατήρησε μέχρι την απόλυσή του, που έλαβε χώρα στις 25-7-2016. Λόγω της θέσης του αυτής είχε την άμεση ευθύνη των καλωδίων οπτικών ινών, των τηλεπικοινωνιακών καλωδίων χαλκού, των παραγωγικών φάσεων της σύστρεψης, θωράκισης και οπλισμού των καλωδίων ενέργειας, χαμηλής και μέσης τάσης, ενώ συντόνιζε την εργασία τουλάχιστον τριάντα εργαζομένων της εναγομένης - εφεσίβλητης. Η τοποθέτησή του αυτή και συνακόλουθα προαγωγή του, ήταν αποτέλεσμα της αποτελεσματικής εργασίας, που παρείχε στην εναγομένη - εφεσίβλητη, της εμπιστοσύνης, που μετά την πάροδο των χρόνων απασχόλησής του σε αυτή, έτρεφε στο πρόσωπό του η τελευταία, της μέχρι τότε καλής συνεργασίας του με το λοιπό προσωπικό της, στοιχείο απαραίτητο για την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησής της. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, άμεσος προϊστάμενός του από το έτος 2011, ήταν ο Διευθυντής Παραγωγής της εναγομένης - εφεσίβλητης Τ. Π., εξετασθείς μάρτυρας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από την πλευρά της εναγομένης - εφεσίβλητης. Στις 25-7-2016 και ενώ ο ενάγων - εκκαλών προσήλθε πρώτη ημέρα, μετά από αναρρωτική άδεια που είχε λάβει, για το χρονικό διάστημα από ... έως ...2016, η εναγομένη - εφεσίβλητη προέβη στην καταγγελία της ως άνω σύμβασης εργασίας του. Ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι η απόλυσή του μεθοδεύτηκε από την εναγομένη - εφεσίβλητη, σε συνεργασία με τον προαναφερόμενο άμεσο προϊστάμενό του, έγινε δε κακόβουλα και εκδικητικά, λόγω της εμπάθειας της εναγομένης - εφεσίβλητης, προς το πρόσωπο του αδελφού του ενάγοντος - εκκαλούντος, Γ. Κ., πρώην Γενικού Διευθυντή και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης - εφεσίβλητης, συνεπεία της μεταξύ τους αντιδικίας, όσο και του ιδίου μη επιθυμώντας πλέον να διατηρούν εργαζόμενο συνδεδεμένο με τόσο στενό συγγενικό δεσμό (δευτέρου βαθμού). Ειδικότερα, ο ενάγων - εκκαλών αναφέρει ότι, μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αδελφού του στις 3-9-2015 από την εναγομένη - εφεσίβλητη, η στάση της τελευταίας, εκφραζόμενη μέσω της συμπεριφοράς του ανωτέρω αμέσου προϊσταμένου του, μεταβλήθη ριζικά απέναντι στον ενάγοντα - εκκαλούντα. Μέχρι τότε η συνεργασία τους ήταν άψογη και χαρακτηριζόταν από αμοιβαία εκτίμηση. Πάντοτε δε στις εκθέσεις αξιολόγησης, που συνέτασσε για τον ενάγοντα - εκκαλούντα, τον χαρακτήριζε ως στέλεχος ικανό και κατάλληλο για τη συγκεκριμένη θέση, ενώ ουδέποτε εξέφρασε κάποιο παράπονο, αναφορικά με την ποιότητα και ποσότητα της παρεχόμενης εργασίας του. Μετά την ως άνω από 3-9-2015 καταγγελία (ενν. της σύμβασης εργασίας) του αδελφού του ενάγοντος - εκκαλούντος, η εναγομένη - εφεσίβλητη, λόγω της αντιδικίας της με τον αδελφό του και μη επιθυμώντας την περαιτέρω απασχόληση του ενάγοντος - εκκαλούντος, συνεπεία της στενής συγγενικής του σχέσης με τον αντίδικό της, επεδίωξε την απομάκρυνσή του, απαξιώνοντας τον επαγγελματικά και παρουσιάζοντάς τον ανεπαρκή, μέσω του άμεσου προϊσταμένου του, ο οποίος έφτασε στο σημείο στην αξιολόγηση για το έτος 2015, που ολοκληρώθηκε το Φεβρουάριο του έτους 2016, να τον υποβαθμίσει, σημειώνοντας ότι χρειάζεται βελτίωση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων - εκκαλών ήταν ένας ευσυνείδητος και ικανός υπάλληλος της εναγομένης - εφεσίβλητης, το γεγονός δε αυτό αναγνωρίστηκε από την τελευταία, η οποία από το έτος 2006 τον τοποθέτησε σε θέση ευθύνης, ορίζοντάς τον προϊστάμενο των ως άνω τμημάτων. Οι σχέσεις του, τόσο με την εναγομένη - εφεσίβλητη, όσο και με το λοιπό προσωπικό της, ήταν αρμονικές μέχρι το έτος 2015. Από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αδελφού του ενάγοντος - εκκαλούντος, η οποία έλαβε χώρα στις 3-9-2015 και κυρίως από τα τέλη του έτους 2015, με κορύφωση τους μήνες Μάϊο και Ιούνιο του έτους 2016, όπως αναφέρουν αμφότεροι οι εξετασθέντες στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρες, παρατηρείται μία βαθμιαία αλλαγή στις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις. Ο μεν μάρτυρας του ενάγοντος - εκκαλούντος αποδίδει την αλλαγή στις μεταξύ τους σχέσεις στη συμπεριφορά της εναγομένης - εφεσίβλητης, και δη στην απροθυμία της να συνεχίσει να απασχολεί ένα άτομο συνδεδεμένο με τόσο στενούς δεσμούς συγγένειας, με τον πρώην εργαζόμενό της Γ. Κ., ο οποίος τυγχάνει αδελφός του και, κατόπιν της απολύσεώς του από την εναγομένη - εφεσίβλητη, βρίσκεται σε σφοδρή αντιδικία μαζί της, ο δε μάρτυρας της εναγομένης - εφεσίβλητης στη συμπεριφορά του ενάγοντος - εκκαλούντος, ο οποίος αρχίζει να εμφανίζει προβλήματα στη συμπεριφορά του, στην τήρηση των κανόνων ασφαλείας και υγιεινής, καθώς και στην εκτέλεση της εργασίας του. Από το σημείο αυτό, αρχίζει να αναπτύσσεται δυσπιστία μεταξύ των διαδίκων, η οποία αποτυπώνεται και στην επαγγελματική απόδοση του ενάγοντος - εκκαλούντος. Αποτέλεσμα αυτού είναι η αλλαγή στη συμπεριφορά του ενάγοντος - εκκαλούντος, ο οποίος αντιμετωπίζοντας κάθε ενέργεια της εναγομένης - εφεσίβλητης και, κατ' επέκταση, του άμεσου προϊσταμένου του, ως σχέδιο προσπάθειας αποπομπής του, με εύσχημο και, κατ' επίφαση, νόμιμο τρόπο, άρχισε να αντιδρά αρνητικά και ειδικότερα να χάνει το ενδιαφέρον του για τη δουλειά, αδιαφορεί για την εκτέλεση των καθηκόντων του και δείχνει έλλειψη συνεργασίας με τον τελευταίο (άμεσο προϊστάμενό του), αλλά και το λοιπό προσωπικό της εναγομένης - εφεσίβλητης, θεωρώντας δεδομένο ότι η εναγομένη - εφεσίβλητη απεργάζεται σχέδιο αποπομπής του. Η εν λόγω πτώση της εργασιακής απόδοσης, η οποία ως ένα βαθμό μπορεί να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι θεωρούσε βέβαιη την επιθυμία της εναγομένης - εφεσίβλητης να τον απολύσει, αποτυπώνεται στην ετήσια αξιολόγηση του έτους 2015, με περίοδο αξιολόγησης από 12.1-2015 έως 15-2-2016, σε σύγκριση με αυτή του προηγουμένου έτους (2014), με περίοδο αξιολόγησης από 12-1-2014 έως 31-3-2015. Σημειωτέον ότι η αλλαγή στις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις τοποθετείται το τελευταίο τετράμηνο του έτους 2015 και εντεύθεν, καθώς και ότι ένα χρονικό διάστημα τριών περίπου μηνών, στις δύο ανωτέρω αξιολογήσεις είναι κοινό, όπου στη βαθμολόγηση από τον ίδιο τον αξιολογούμενο εργαζόμενο παρατηρείται χαμηλότερη βαθμολογία. Ειδικότερα [ ...]. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων - εκκαλών άρχισε βαθμιαία να αδιαφορεί για την εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων του και να συμπεριφέρεται αντιδεοντολογικά κατά τη συνεργασία του με άλλους ( ενν. εργαζόμενους ) της εναγομένης - εφεσίβλητης. Ο ενάγων - εκκαλών είχε γίνει αποδέκτης συστάσεων και υποδείξεων από τους ανωτέρους του, συγκεκριμένα δε από τον άμεσο προϊστάμενό του Διευθυντή Παραγωγής του εν λόγω εργοστασίου και τη Διευθύντρια Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης - εφεσίβλητης. Οι τελευταίοι είχαν διαπιστώσει πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του και είχαν επιστήσει σχετικά την προσοχή του, ειδικότερα όσον αφορά θέματα τόσο συμπεριφοράς απέναντι στους εργαζομένους, τήρησης των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας των τελευταίων, που τελούσαν υπό την εποπτεία του, όσο και τήρησης προθεσμιών, για την έγκαιρη παράδοση των παραγγελιών, αμφότερα ζητήματα ιδιαίτερα σοβαρά, κατά αντικειμενική κρίση, για την εύρυθμη οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησης της εναγομένης - εφεσίβλητης. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι κατά τα τέλη Μαΐου του έτους 2016, ο ενάγων - εκκαλών παρέλειψε να προβεί σε τοποθέτηση μηχανογραφημένης διατύπωσης των προδιαγραφών παραγωγής και χρήσης των μηχανών του Τμήματος ευθύνης του, παρότι είχε δεχθεί ήδη σχετικά σειρά εντολών και υποδείξεων και η συγκεκριμένη ενέργεια επιβαλλόταν από τους κανόνες εσωτερικής λειτουργίας του εργοστασίου, ενώ τον Ιούνιο του έτους 2016, λόγω της αδυναμίας στοιχειώδους συνεννόησης και συνεργασίας του ενάγοντος - εκκαλούντος με τον άμεσο προϊστάμενό του, παρουσιάστηκε επιπρόσθετη καθυστέρηση στην παράδοση σχετικής παραγγελίας του Ο.Τ.Ε., για γραμμή καλωδίων. Επιπρόσθετα, τον ίδιο μήνα Ιούνιο του έτους 2016, εκφράστηκαν παράπονα για προϊόντα της εναγομένης - εφεσίβλητης, που είχαν παραχθεί στο τμήμα του ενάγοντος - εκκαλούντος και δη δύο οπτικά μικρο-καλώδια τύπου "96FΟ ". Ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι υπεύθυνοι είναι δύο άλλοι υπάλληλοι, αν και όφειλε να επιβλέπει την όλη διαδικασία, υποχρεώνοντας μάλιστα τον έναν από αυτούς να συντάξει έγγραφο από το οποίο προέκυπτε η ευθύνη του. Επιπλέον ο ενάγων - εκκαλών άρχισε να συμπεριφέρεται αντισυμβατικά και κατά παράβαση της επαγγελματικής δεοντολογίας. Ειδικότερα, στις 18-4-2016 σε εκπαίδευση νέων χειριστών, απευθυνόμενος στους νέους χειριστές τους ρωτούσε ποιος μεσολάβησε για την πρόσληψή του, ενώ ένα μήνα περίπου αργότερα στις 17-5-2016, γνωρίζοντας ότι απουσιάζει ο Προϊστάμενος του Τμήματος Ποιοτικού Ελέγχου και Τελικών Δοκιμών, επισκέφθηκε το εν λόγω τμήμα και σε άλλο εργαζόμενο του εν λόγω τμήματος έκανε ερωτήσεις για τη λειτουργία του και ζήτησε να μάθει πως γίνεται η δοκιμή τάσεως καλωδίων στον κλωβό. Λίγες ημέρες μετά, και συγκεκριμένα στις 19 και 20 Μαΐου του έτους 2016, έγινε αντιληπτός από εργαζόμενους της εναγομένης - εφεσίβλητης, να πετά σε κάδο ανακύκλωσης έγγραφα από το αρχείο του Τμήματος Οπτικών Καλωδίων, με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι άμεσα αντιληπτός, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του είναι δικές του σημειώσεις, πλην, όμως, η όλη συμπεριφορά του θεωρήθηκε περίεργη. Εξάλλου, σε συνεδρίαση των στελεχών του εργοστασίου, που έλαβε χώρα την 1-7-2016 υπό τη διεύθυνση του άμεσου προϊσταμένου του ο ενάγων - εκκαλών δεν έδειχνε την απαιτούμενη προσοχή, γεγονός που προκάλεσε εντύπωση μεταξύ των συναδέλφων του Από την ανωτέρω συμπεριφορά του ενάγοντος - εκκαλούντος, κλονίστηκε η εμπιστοσύνη της εναγομένης - εφεσίβλητης στο πρόσωπό του και διαταράχθηκαν οι μεταξύ τους σχέσεις, με συνέπεια η τελευταία να προβεί στην από 25-7-2016 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και στην απόλυσή του. Επομένως, η εν λόγω καταγγελία δεν οφείλεται σε λόγους εμπάθειας και εχθρότητας προς το πρόσωπο του ενάγοντος - εκκαλούντος, ούτε λόγω της αντιδικίας του αδελφού του με την εναγομένη - εφεσίβλητη και της στενής συγγενικής σχέσης του με αυτόν, αλλά στη βαθμιαία αλλαγή της συμπεριφοράς του, κατά τους τελευταίους δέκα μήνες πριν την απόλυσή του με αποκορύφωμα τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του έτους 2016 και ειδικότερα στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του στην ως άνω θέση ευθύνης, στην έλλειψη συνεργασίας με το λοιπό προσωπικό της εναγομένης - εφεσίβλητης και στην αδιαφορία για την ομαλή λειτουργία της τελευταίας και την προάσπιση των συμφερόντων της. Αντιθέτως, η εναγομένη - εφεσίβλητη, μετά την απόλυση του αδελφού του ενάγοντος - εκκαλούντος, δεν άλλαξε τη στάση της απέναντί του, αλλά τον διατήρησε στη θέση ευθύνης που κατείχε ... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, συνεκτιμώντας και αξιολογώντας όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης δεν ήταν καταχρηστική, όπως όμοια είχε κρίνει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έστω και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία την οποία αντικατέστησε, κατ' άρθρο 534 του ΚΠολΔ και, ακολούθως, απέρριψε την ένδικη έφεση, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με την κρίση του αυτή, το δικαστήριο της ουσίας, ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 656, 669 παρ. 2 του Α.Κ., 1, 2, 5 του ν. 3198/1955 και 1, 3 του ν. 2112/1920, οι οποίες κατά περιεχόμενο αναλύονται στις νομικές σκέψεις, που αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, καθόσον, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, η απόλυση του αναιρεσείοντος συνδέεται αιτιωδώς με την περιγραφόμενη αλλαγή της συμπεριφοράς του, την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, την έλλειψη συνεργασίας με το λοιπό προσωπικό της αναιρεσίβλητης και την αδιαφορία, που επιδείκνυε κατά την παροχή της εργασίας του και, κατά συνέπεια, η από 25-7-2016 καταγγελία της ένδικης σύμβασης δεν ήταν καταχρηστική. Παράλληλα, δε, διέλαβε στον υπαγωγικό του συλλογισμό πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, σχετικά με το κρίσιμο ως άνω, για την έκβαση της δίκης, ζήτημα της εγκυρότητας της καταγγελίας της επίδικης εργασιακής σύμβασης, απορρίπτοντας τις περί του αντιθέτου αντενστάσεις και ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της καταγγελίας και, συνακόλουθα, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του της αναγκαίας νόμιμης βάσης, αφού καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, στους εφαρμοσθέντες κανόνες δικαίου, χωρίς να είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να περιλάβει στην απόφασή του και άλλες αιτιολογίες, προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε. Ειδικότερα, με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανέφερε τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο, αποδεικτικό πόρισμα, ότι η καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ήταν έγκυρη και δεν οφειλόταν σε λόγους εμπάθειας και εχθρότητας των προϊσταμένων προς το πρόσωπό του, ούτε λόγω της αντιδικίας του αδελφού του με την αναιρεσίβλητη, με τις υποστηρίζουσες την ανωτέρω κρίση ειδικότερες παραδοχές, ήτοι : α) ότι ο αναιρεσείων, κατά τους τελευταίους δέκα μήνες πριν την απόλυσή του, άρχισε βαθμιαία να αδιαφορεί για την εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων του και να συμπεριφέρεται αντιδεοντολογικά κατά τη συνεργασία του με το λοιπό προσωπικό της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα να κλονιστεί η εμπιστοσύνη της στο πρόσωπό του και να διαταραχθούν οι μεταξύ τους σχέσεις β) ότι είχε γίνει αποδέκτης συστάσεων και υποδείξεων από τους ανωτέρους του, οι οποίοι είχαν διαπιστώσει πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του και είχαν επιστήσει την προσοχή του, ειδικότερα όσον αφορά θέματα τόσο συμπεριφοράς απέναντι στους εργαζομένους, τήρησης των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας των τελευταίων, που τελούσαν υπό την εποπτεία του, όσο και τήρησης προθεσμιών, για την έγκαιρη παράδοση των παραγγελιών, γ) ότι, κατά τα τέλη Μαΐου του έτους 2016, ο αναιρεσείων παρέλειψε να προβεί σε τοποθέτηση μηχανογραφημένης διατύπωσης των προδιαγραφών παραγωγής και χρήσης των μηχανών του Τμήματος ευθύνης του, παρότι είχε δεχθεί ήδη σχετικά σειρά εντολών και υποδείξεων από τους ανωτέρους του και η συγκεκριμένη ενέργεια επιβαλλόταν από τους κανόνες εσωτερικής λειτουργίας του εργοστασίου, δ) ότι τον Ιούνιο του έτους 2016, λόγω της αδυναμίας στοιχειώδους συνεννόησης και συνεργασίας του αναιρεσείοντος με τον άμεσο προϊστάμενό του, παρουσιάστηκε επιπρόσθετη καθυστέρηση στην παράδοση σχετικής παραγγελίας του Ο.Τ.Ε., για γραμμή καλωδίων, ενώ τον ίδιο μήνα, εκφράστηκαν παράπονα για προϊόντα της αναιρεσίβλητης, που είχαν παραχθεί στο τμήμα ευθύνης του και δη δύο οπτικά μικρο-καλώδια τύπου "96FΟ", ε) ότι συμπεριφερόταν αντισυμβατικά και κατά παράβαση της επαγγελματικής δεοντολογίας, καθώς στις 18-4-2016, σε εκπαίδευση νέων χειριστών, απευθυνόμενος στους νέους χειριστές τους ρωτούσε ποιος μεσολάβησε για την πρόσληψή τους, ενώ ένα μήνα περίπου αργότερα στις 17-5-2016, γνωρίζοντας ότι απουσιάζει ο Προϊστάμενος του Τμήματος Ποιοτικού Ελέγχου και Τελικών Δοκιμών, επισκέφθηκε το εν λόγω τμήμα και σε άλλο εργαζόμενο του εν λόγω τμήματος έκανε ερωτήσεις για τη λειτουργία του και ζήτησε να μάθει πως γίνεται η δοκιμή τάσεως καλωδίων στον κλωβό, στ) ότι στις 19 και 20 Μαΐου του έτους 2016, έγινε αντιληπτός από εργαζόμενους της αναιρεσίβλητης, να πετά σε κάδο ανακύκλωσης έγγραφα από το αρχείο του Τμήματος Οπτικών Καλωδίων, με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι άμεσα αντιληπτός και ζ) ότι σε συνεδρίαση των στελεχών του εργοστασίου, που έλαβε χώρα την 1-7-2016, υπό τη διεύθυνση του άμεσου προϊσταμένου του, ο αναιρεσείων δεν έδειχνε την απαιτούμενη προσοχή. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν αιτιολόγησε γιατί από το έτος 2015, οπότε κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης μειώθηκε η απόδοσή του, δεν του αφαιρέθηκε το ένα εκ των δύο τμημάτων, στα οποία ήταν προϊστάμενος, κρίνεται απορριπτέος διότι, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο το Εφετείο συνήγαγε, εκτός άλλων και από τα πραγματικά επιχειρήματα που παραθέτει, εκτίθεται σαφώς, δεν απαιτείτο, για την πληρότητα της αιτιολογίας η περαιτέρω αναφορά άλλου πρόσθετου περιστατικού, καθότι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Οι λοιπές ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττουν εμμέσως τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών περιστατικών, που από αυτό έγιναν δεκτά, ως αποδειχθέντα και μάλιστα την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από τις αποδείξεις αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, κατά τα ανωτέρω, έχει διατυπωθεί με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις. Κατά συνέπεια, υπό τις ανωτέρω σαφείς, πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες καλύπτουν πλήρως το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω διατάξεων, δικαιολογείται απολύτως το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας και, κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1 εδαφ. α', κατά το οικείο πρώτο σκέλος αυτού και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού και υπό την επίκληση του αριθμού 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων διατυπώνει την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στις ως άνω παραδοχές, παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας (άρθρο 336 του ΚΠολΔ). Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας συνίσταται στο ότι : α) δέχθηκε ότι ένα στέλεχος εταιρείας, με εικοσιπενταετή ευδόκιμη υπηρεσία, καθίσταται μη συνεργάσιμος και ανεπαρκής υπάλληλος, β) ουδέποτε κλήθηκε σε απολογία για τις βαρύτατες εις βάρος του κατηγορίες και ουδέποτε του κοινοποιήθηκε οποιαδήποτε έγγραφη επίπληξη από τον άμεσο προϊστάμενό του, γ) η κρίση της προσβαλλομένης απόφασης, περί πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του, έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με το γεγονός ότι η παροχή της εργασίας του επιβραβεύθηκε, με ετήσια αύξηση του μισθού του, την λήψη bonus επίτευξης στόχων και παραγωγικότητας, αλλά και με τις ομολογίες της αναιρεσίβλητης, δ) ενώ δέχεται ότι υπήρξε πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν του αφαιρέθηκε το ένα εκ των δύο τμημάτων στα οποία ήταν προϊστάμενος, ενώ οι ομοιόβαθμοι συνάδελφοί του είχαν υπό την διοίκησή τους ένα μόνο τμήμα και ε) η αναιρεσίβλητη δεν προέβη σε οποιαδήποτε έρευνα, αναφορικά με το περιστατικό που έλαβε χώρα στις 19 και 20 Μαΐου του έτους 2016, οπότε και έγινε αντιληπτός να πετά σε κάδο ανακύκλωσης έγγραφα από το αρχείο του Τμήματος Οπτικών Καλωδίων. Ωστόσο, οι παραπάνω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις, δεν έχουν τον χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας, με την έννοια που προεκτέθηκε και συγκεκριμένα διότι οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη αιτιάσεις, για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφορούν την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων και την διαπίστωση πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία των εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, δηλαδή την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν. Επομένως, υπό το περιεχόμενο αυτό, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την, από τον αριθμό 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητου, η οποία εκπροσωπήθηκε στη δίκη και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-07-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 6420/720/24-08-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 2384/2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3046/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητου, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ