Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1310 / 2024    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1310/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευπραξία Παπαευθυμίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12/10/1998, 20/4/1999 και 23/4/2000 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 725/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4035/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/1/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 29-1-2019 αίτηση του Γ. Π. για την αναίρεση της υπ'αριθ. 4035/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών , με την οποία απορρίφθηκε η από 21-4-2017 έφεσή του κατά της πρωτόδικης υπ'αριθ. 725/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε τις συνεκδικασθείσες τρείς αγωγές του κατά της εναγομένης (αναιρεσίβλητης), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα προ πάσης επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στις 7-8-2018, ενώ η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 7-2-2019 μαζί με το παράβολο των 450 ευρώ (άρθ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Ι.Η από τα άρθ. 847 επ. ΑΚ σύμβαση εγγύησης είναι, καταρχήν, αστική πράξη, αφού παρέχεται χαριστικά για εξυπηρέτηση ξένου συμφέροντος. Αν όμως, αυτή δίδεται από τον εγγυητή κατ' εκμετάλλευση της πίστης που παρέχει το όνομά του και η οικονομική του επιφάνεια, με την είσπραξη απ' αυτόν αμοιβής ή άλλης χρηματικής ωφέλειας ή με οποιοδήποτε άλλο, άμεσο ή έμμεσο οικονομικό όφελος, που αντλείται από το λόγο για τον οποίο δόθηκε η εγγύηση και με την ανάληψη του σχετικού κινδύνου, τότε αυτή είναι εμπορική πράξη για τον εγγυητή και, μάλιστα, ανεξάρτητα από τον εμπορικό χαρακτήρα της κύριας οφειλής ή της εμπορικής ιδιότητας του εγγυητή, δηλαδή, αντικειμενικά εμπορική πράξη, κατ' αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 β.δ/τος 2/14-5-1835 "περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων", διότι συντρέχουν τα προσδιοριστικά στοιχεία της εξ αντικειμένου εμπορικότητας, δηλαδή η διαμεσολάβηση στην παροχή πίστης με την ανάληψη του κινδύνου, προς το σκοπό απόλαυσης οικονομικού οφέλους. Επομένως, η κατά σύνηθες επάγγελμα παροχή τέτοιων εγγυήσεων προσδίδει σ' αυτόν που τις παρέχει, κατά την έννοια του άρθρου 1 ΕμπΝ, την ιδιότητα του εμπόρου (ΟλΑΠ 1513/1980, ΑΠ 1332/2020, ΑΠ 805/2019, ΑΠ 626/2019, ΑΠ 1692/1998 ΕλλΔνη 1999.101, ΑΠ 48/1996 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Συνεπώς, η μεμονωμένη παροχή εγγύησης, έστω και με την κτήση ή προσδοκία κτήσης οφέλους, δεν αρκεί για να προσδώσει στον εγγυητή την ιδιότητα του εμπόρου, αλλά θα πρέπει αυτή να είναι συστηματική και κατά σύνηθες επάγγελμα. II.Ανατοκισμός είναι ο εκτοκισμός τόκων, οι οποίοι είναι ληξιπρόθεσμοι και δεν έχουν καταβληθεί. Με τον ανατοκισμό δηλαδή πραγματοποιείται κεφαλαιοποίηση των ληξιπρόθεσμων τόκων και στη συνέχεια υπολογίζεται τόκος και επ'αυτών, καθώς αποτελούν πλέον οφειλόμενο κεφάλαιο. Το επιτρεπτό του ανατοκισμού ρυθμίζεται στην ΑΚ 296. Κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού, συμφωνία ανατοκισμού εκ των προτέρων, δηλαδή πριν καταστεί ο τόκος απαιτητός, είναι άκυρη. Αντίθετα, κατά την ΑΚ 296 παρ.1 εδ.α', συμφωνία ανατοκισμού (ή άσκηση αγωγής με τέτοιο αίτημα) επιτρέπεται, αν γίνει εκ των υστέρων και αφορά τόκους ενός τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης για το Δημόσιο (και όχι μικρότερου χρονικού διαστήματος). Μάλιστα, η συμφωνία πρέπει να γίνεται (ή η αγωγή να επιδίδεται) μετά τη λήξη του έτους ή της χρήσης (ΑΚ 296 παρ.1 εδ.β). Οι προϋποθέσεις αυτές αφορούν την πληρωμή τόκου τόκων οποιασδήποτε φύσεως [δικαιοπρακτικών, νομίμων (υπερημερίας, δικονομικών κλπ.)]. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνονται δύο περιορισμοί του ανατοκισμού: Αφενός η συμφωνία ή η επίδοση της αγωγής πρέπει να γίνεται εκ των υστέρων και αφετέρου ο ανατοκισμός μπορεί να αφορά δεδουλευμένους τόκους ενός μόνον ολόκληρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης ως προς το Δημόσιο. Και για τους δύο όμως αυτούς περιορισμούς υπάρχουν οι εξαιρέσεις που προβλέπονται: α) στην παρ.2 του άρθ. 296 ΑΚ, β)στο άρθ. 110 ΕισΝΑΚ, γ)στο άρθ. 12 παρ.1 του Ν.2601/1998 και, τέλος, δ)για απαιτήσεις μεταξύ εμπόρων (άρθ.111 παρ.2 ΕισΝΑΚ) καθώς και στον αλληλόχρεο λογαριασμό (άρθ.112 παρ.1 ΕισΝΑΚ). Ειδικότερα, κατά την 111 παρ.2 ΕισΝΑΚ για απαιτήσεις μεταξύ εμπόρων από εμπορική (και για τους δύο) αιτία, μπορούν να συμφωνηθούν ή να απαιτηθούν με αγωγή τόκοι σε οφειλή τόκων ενός τουλάχιστον εξαμήνου.
ΙΙΙ.Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, του οποίου ζητείται η προστασία και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1233/2012). Τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, συντρέχει αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1597/2018 , ΑΠ 1825/2014). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1728/2014). Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη και έτσι, κατά παράβαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου ή παρά το νόμο κηρύσσει τέτοια ακυρότητα (ΑΠ 1438/2019, ΑΠ 308/2015, ΑΠ 387/2015, ΑΠ 502/2014). Με τους πρώτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθ.1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 111 παρ.2 ΕισΝΑΚ και 296 ΑΚ , απορρίπτοντας ως αόριστη την από 23-4-2000 αγωγή του κατά την κύρια και την επικουρική βάση της, με το σκεπτικό ότι δεν αναφέρεται σ'αυτήν η εμπορική αιτία της κύριας απαιτήσεως και η εμπορική ιδιότητα αυτού (αναιρεσείοντος). Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 23-4-2020 αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων ανέφερε σ'αυτήν ότι στις 21-12-1995 υπέγραψε στο υποκ/μα Καλλιθέας της αναιρεσίβλητης τράπεζας ως εκπρόσωπος της εταιρίας "ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΑΕ" και ως εγγυητής την υπ'αριθ. ...1995 σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό λογαριασμό με πιστωτικό όριο 100.000.000 δραχμές, χωρίς όμως να υπογράψει σ'αυτήν και ο αδελφός του Δ.Π., όπως απαιτούσε η Τράπεζα. Ότι μετά από την απομάκρυνσή του από την Τράπεζα συντελέστηκαν οι αναφερόμενες στην αγωγή κακουργηματικές πράξεις με βάση τις οποίες ανοίχθηκε εν αγνοία του ο αναφερόμενος λογαριασμός όψεως, πιστώνοντας εν αγνοία του τον ως άνω ανοιχτό λογαριασμό με το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Ότι στις 12-3-1996 του κοινοποιήθηκε η από 11-3-1996 εξώδικη δήλωση με την οποία η Τράπεζα κατήγγειλε την υπ'αριθ. ... σύμβαση πιστώσεως με χρεωστικό υπόλοιπο 26.516.645 δραχμές. Ότι εν συνεχεία κοινοποιήθηκε σ'αυτόν, στον αδελφό του Δ. Π. και στην ως άνω πιστούχο ΑΕ η υπ'αριθ. 3795/1996 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάσσονταν αυτοί να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 35.036.430 δραχμών νομιμοτόκως. Ότι κατ'αυτής άσκησε ανακοπή, ενώ η Τράπεζα επέσπευσε σε βάρος του αναγκαστικό πλειστηριασμό, υπό την απειλή του οποίου εξόφλησε την Τράπεζα επιφυλαχθείς όλων των δικαιωμάτων του . Ότι εν συνεχεία με την από 24-9-1997 αγωγή του ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (μεταξύ των οποίων και η νυν αναιρεσίβλητη) να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 39.764.663 δραχμών νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Ότι αναφορικά με το κεφάλαιο των 39.764.663 δραχμών, επειδή οι κεφαλαιοποιηθέντες, δυνάμει της 1ης περί ανατοκισμού αγωγής του τόκοι εκ δραχμών 4.898.135 από 10-4-1998, οπότε κοινοποιήθηκε αυτή, οι κεφαλαιοποιηθέντες δυνάμει της 2ης περί ανατοκισμού αγωγής του τόκοι εκ δραχμών 5.206.581 από 20-10-1998, οπότε κοινοποιήθηκε αυτή και οι κεφαλαιοποιηθέντες δυνάμει της 3ης περί ανατοκισμού αγωγής του, τόκοι εκ δραχμών 5.456.940 από 23-4-1999, οπότε κοινοποιήθηκε αυτή, μέχρι την 23-4-2000 (12 μήνες και μια ημέρα) παρήγαγαν τόκους εκ ποσού 11.071.566 δραχμών αθροιστικά και επειδή από τις 23-4-1999 μέχρι την άσκηση της από 23-4-2000 4ης στη σειρά αγωγής του, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τοκοφορίας μεγαλύτερο των έξη μηνών και ισχυριζόμενος ότι είναι δυνατό να απαιτηθούν με αγωγή τόκοι επί των δεδουλευμένων τόκων, σύμφωνα με το άρθρο 111 § 2 ΕισΝΑΚ, δεδομένου ότι πρόκειται για απαίτηση μεταξύ εμπόρων από εμπορική και για τους δύο αιτία, ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος είναι έμπορος, δεδομένου ότι ασκεί κατά κύριο και σύνηθες επάγγελμα εμπορικές πράξεις (εισαγωγές-εξαγωγές) είτε ατομικά είτε ως εταίρος προσωπικών εταιριών, στην δε υπογραφή της επίδικης συμβάσεως ανοικτού λογαριασμού ατομικώς ως εγγυητής προέβη προς εξυπηρέτηση της εμπορικής του δραστηριότητος μέσω της πιστούχου εταιρίας "ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΑΕ", πράγμα που γνώρισε η Τράπεζα. Ζήτησε δε να του επιδικασθούν οι τόκοι επι των δεδουλευμένων τόκων επί του αρχικού κεφαλαίου, πλέον κεφαλαιοποιηθέντων τόκων, που ανέρχονται στο ποσό των 11.071.566 δραχμών νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, άλλως και επικουρικά, να του επιδικασθεί το ως άνω ποσό με βάση τη διάταξη του άρθ. 296 ΑΚ, εφόσον έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μείζον του έτους. Με το ως άνω περιεχόμενο η από 23-4-2000 αγωγή ως προς την κύρια βάση της που στηρίζεται στη διάταξη του άρθ. 111 παρ.2 ΕισΝΑΚ είναι αόριστη, διότι δεν εκτίθεται σ'αυτήν ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων έδωσε την εγγύηση για κερδοσκοπία με αμοιβή ή άλλη χρηματική ωφέλεια ή ότι είχε οικονομικό συμφέρον από την υπόθεση για την οποία έδωσε την εγγύηση, ούτε ότι αυτός παρέχει τέτοιες εγγυήσεις κατά σύνηθες επάγγελμα με σκοπό τον βιοπορισμό, ώστε η δοθείσα εγγύηση να είναι αντικειμενικά εμπορική πράξη που προσδίδει στον ενάγοντα την ιδιότητα του εμπόρου. Επομένως το Εφετείο το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής ως αόριστη, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 111 παρ.2 ΕισΝΑΚ και ως εκ τούτου ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Όμως ως προς την επικουρική βάση της που στηρίζεται στην διάταξη του άρθρου 296 ΑΚ η αγωγή είναι ορισμένη , καθόσον δεν απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφο η εμπορική αιτία της κυρίας απαιτήσεως και η εμπορική ιδιότητα του ενάγοντος, παρά μόνον ότι πρόκειται για οφειλόμενους τόκους ενός ολόκληρου τουλάχιστον έτους. Επομένως το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή είναι αόριστη και ως προς την επικουρική της βάση, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 296 ΑΚ και ως εκ τούτου ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση για κάποιο τυπικό λόγο χωρίς να έχει δηλαδή καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 818/2017). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με ελλιπείς αιτιολογίες απέρριψε την επικουρική βάση της από 23-4-2000 αγωγής του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση δεν εισήλθε στο διαγνωστικό στάδιο της εκτίμησης των αποδείξεων, αλλά απέρριψε την ως άνω αγωγή ως απαράδεκτη λόγω νομικής αοριστίας. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αποτελεί δε μέσο διασφαλίσεως του συζητητικού συστήματος (άρθ.106 ΚΠολΔ) και της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως (ΟλΑΠ 13/1995). Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997). Αποτελούν "πράγματα" και άρα αν δεν ληφθούν υπόψη ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, μεταξύ άλλων, η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά, περιστατικά συγκροτούντα ένσταση κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό (ΟλΑΠ 25/1995, ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 837/2019), τα προς θεμελίωση ουσιαστικών ή δικονομικών ενστάσεων ή αντενστάσεων (άρθρ.262,338 ΚΠολΔ) περιστατικά, οι λόγοι εφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή η άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΟλΑΠ 11/1996). Δεν αποτελούν, όμως, "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, και η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997), οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις, ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από αυτές, ή τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1573/2006). Σύμφωνα, περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 224 εδ. β ΚΠολΔ είναι επιτρεπτή η από τον ενάγοντα συμπλήρωση, διευκρίνιση ή διόρθωση των ισχυρισμών του με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ή με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Από την τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αποσκοπεί στο να αποτρέψει την απόρριψη αγωγών ως αορίστων, συνεπεία της ανεπαρκούς ή ασαφούς διατύπωσης των περιεχομένων στην αγωγή ισχυρισμών, πράγμα που αντιβαίνει στην αρχή της οικονομίας της δίκης, χωρίς όμως παράλληλα η δυνατότητα αυτή του ενάγοντος να εξικνείται και μέχρι την αναπλήρωση ελλειπόντων ισχυρισμών από την εκ τούτου αόριστη αγωγή, πράγμα που θα αιφνιδίαζε ανεπιτρέπτως τον εναγόμενο, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 236 του ΚΠολΔ [που απευθύνεται προς τον διευθύνοντα τη συζήτηση δικαστή] συνάγεται ότι ο ενάγων μπορεί να συμπληρώσει με τις πρωτόδικες προτάσεις του ή με προφορική του δήλωση στο ακροατήριο την ατελή έκθεση των ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής που αναφέρεται στη συγκεκριμενοποίηση των θεμελιωτικών αυτής γεγονότων, όχι όμως και τη νομική αοριστία αυτής (ΑΠ 556/2009, ΑΠ 273/2009, ΑΠ 184/2007, ΑΠ 842/2005, ΑΠ 1604/2002). Δηλαδή η ανωτέρω απαγόρευση, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 εδ. α του ΚΠολΔ της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή. Αντίθετα, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) από τον ενάγοντα ή από το δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 910/2017, ΑΠ 517/2017, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 1404/2008). Ετσι αυτές δεν εμπίπτουν στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε την επικουρική βάση της από 12-10-1998 και υπ'αριθ. εκθ.καταθ. 8381/1998 2ης αγωγής του περί ανατοκισμού, τη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθ. 296 ΑΚ, ισχυρισμό που πρότεινε με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 12-10-1998 αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων ιστορούσε τα εξής: Ότι στις 21-12-1995 μετέβη στο κατάστημα Καλλιθέας της αναιρεσίβλητης για να υπογράψει σύμβαση δανείου 100.000.000 δραχμών για λογαριασμό της εταιρίας "ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ". Οτι υπέγραψε την υπ'αριθ. ...1995 σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό λογαριασμό με πιστωτικό όριο τα 100.000.000 δραχμές, ως εκπρόσωπος της ως άνω εταιρίας αλλά και ως εγγυητής. Ότι μετά από την απομάκρυνσή του από την Τράπεζα συντελέστηκαν οι αναφερόμενες στην αγωγή κακουργηματικές πράξεις με βάση τις οποίες ανοίχθηκε εν αγνοία του ο αναφερόμενος λογαριασμός όψεως, πιστώνοντας εν αγνοία του τον ως άνω ανοιχτό λογαριασμό με το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Ότι στις 12-3-1996 του κοινοποιήθηκε η από 11-3-1996 εξώδικη δήλωση με την οποία η Τράπεζα κατήγγειλε την υπ'αριθ. ... σύμβαση πιστώσεως με χρεωστικό υπόλοιπο 26.516.645 δραχμές. Ότι εν συνεχεία κοινοποιήθηκε σ'αυτόν, στον αδελφό του Δ. Π. και στην ως άνω πιστούχο ΑΕ η υπ'αριθ. 3795/1996 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάσσονταν αυτοί να της καταβάλλουν το συνολικό ποσό των 35.036.430 δραχμών νομιμοτόκως. Ότι κατ'αυτής άσκησε ανακοπή, ενώ η Τράπεζα επέσπευσε σε βάρος του αναγκαστικό πλειστηριασμό, υπό την απειλή του οποίου εξόφλησε την Τράπεζα επιφυλαχθείς όλων των δικαιωμάτων του . Ότι εν συνεχεία με την από 24-9-1997 αγωγή του ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (μεταξύ των οποίων και η νυν αναιρεσίβλητη) να του καταβάλουν , εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 39.764.663 δραχμών νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Ότι αναφορικά με το κεφάλαιο των 39.764.663 δραχμών, επειδή οι κεφαλαιοποιηθέντες, δυνάμει της 1ης περί ανατοκισμού αγωγής του τόκοι εκ δραχμών 4.898.135 από 10-4-1998, οπότε κοινοποιήθηκε αυτή, μέχρι τις 20-10-1998, που κοινοποιήθηκε η παρούσα αγωγή, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τοκοφορίας μεγαλύτερο των έξη μηνών και ότι είναι δυνατό να απαιτηθούν με αγωγή τόκοι επί των δεδουλευμένων τόκων, σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ. 2 ΕισΝΑΚ, δεδομένου ότι πρόκειται για απαίτηση μεταξύ εμπόρων από εμπορική και για τους δύο αιτία. Ζήτησε δε να του επιδικασθούν οι τόκοι επι των δεδουλευμένων τόκων εκ του αρχικού κεφαλαίου, που ανέρχονται στο ποσό των 5.206.581 δραχμών νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Από το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής, με την οποία ζητούνται τόκοι επί των δεδουλευμένων τόκων ενός εξαμήνου, προκύπτει ότι αυτή περιέχει μόνο μία βάση που στηρίζεται στην διάταξη του άρθρου 111 παρ. 2 ΕισΝΑΚ και δεν διαλαμβάνει και επικουρική βάση, στηριζομένη στη διάταξη του άρθρου 296 ΑΚ, καθόσον δεν εκτίθεται σε αυτήν ότι πρόκειται για τόκους οφειλόμενων τόκων ενός τουλάχιστον έτους. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, δεχόμενο ότι η ως άνω αγωγή έχει μόνο μία βάση εκ του άρθρου 111 παρ.2 ΕισΝΑΚ, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ο πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας και τις τρείς συνεκδικασθείσες αγωγές ως προς την κύρια βάση τους, αφού αυτές είχαν συμπληρωθεί παραδεκτώς με την από 16-7-2012 κλήση του αναιρεσείοντος που εμπεριείχε παρεμπίπτουσα αγωγή, η οποία κατατέθηκε στις 18-7-2012 με αριθ.εκθ.καταθ. 1841/2012 με την οποία συμπληρώθηκαν οι ελλείψεις των ως άνω τριών αγωγών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι η επικαλούμενη ως άνω συμπλήρωση των ελλιπόντων αγωγικών στοιχείων αφορά μόνον την ποσοτική-ποιοτική αοριστία της αγωγής και όχι την νομική, η οποία δεν επιδέχεται συμπληρώσεως ούτε με παρεμπίπτουσα αγωγή. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω τέταρτου λόγου αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθιστά αλυσιτελή την έρευνα του δευτέρου λόγου αναίρεσης από τους αριθ. 9 και 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. Μετά ταύτα πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά τον βάσιμο τέταρτο λόγο αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προεκτεθέν κεφάλαιο και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με αυτό που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αποτελούμενο από άλλους από τους δικάσαντες δικαστές (άρθ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ) . Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα , που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο περί αυτής αίτημά του που περιλαμβάνεται στην αίτηση αναίρεσης (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ. 4035/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ανωτέρω κεφάλαιο , προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, αποτελούμενο από άλλους από τους δικάσαντες δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος εκ ποσού δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ