ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1340/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1340/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1340/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1340 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1340/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. (H.) Π. (P.) του Γ. (J.), κατοίκου ..., ως ασκούσης την ατομική επιχείρηση με τον διακριτικό τίτλο F. H. - U. «A.» (F.H.U. A.) mgr H. P., που εδρεύει στην πόλη Μπύτομ της Δημοκρατίας της Πολωνίας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Συμεών Χατζηαριστερά. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "GOLD LINE INTERNATIONAL (ΓΚΟΛΝΤ ΛΑΪΝ ΙΝΤΕΡΝΑΣΙΟΝΑΛ) ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με διακριτικό τίτλο "GOLD LINE INTERNATIONAL Α.Ε.", που εδρεύει στη βιομηχανική περιοχή Σίνδου του Δήμου Εχεδώρου της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, η οποία προήλθε από μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Χ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσιρώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 274/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 15207/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 13424/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της υπ' αριθ. 15207/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 13424/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-11-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 16-11-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 15.207/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, δικάζοντας ως εφετείο, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της υπ' αριθ. 274/2020 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί την από 7-3-2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης, λόγω της ερημοδικίας της εναγομένης και, αφού εξαφάνισε την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την ως άνω αγωγή, αναγνώρισε ότι η ενάγουσα έχει ασκήσει το διαπλαστικό δικαίωμα της μείωσης του τιμήματος της επίδικης σύμβασης πώλησης και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 1.808,40 ευρώ. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις εφαρμοζόμενες στην κρινόμενη περίπτωση διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 540 και 543 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του δικαίου της πώλησης δυνάμει του ν. 3043/2002 και πριν την νέα τροποποίηση ορισμένων εξ αυτών με τον Ν.4967/9-9-2022, προκύπτει, ότι σε περίπτωση που κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή υφίσταται πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος αντικειμένου, ο αγοραστής δικαιούται να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν η ενέργεια είναι αδύνατη ή προκαλεί δυσανάλογες δαπάνες, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός και αν πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα. Σε περίπτωση, εξάλλου, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί, σωρευτικά με τα ανωτέρω δικαιώματα, να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκηση τους. Εξάλλου, πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάσταση του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού. Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται, όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία, από το είδος και τη διάρκειά της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος, ενώ ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών ότι το πράγμα έχει την συγκεκριμένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψη της (Α.Π.126/2023, Α.Π.1420/2022, Α.Π.499/2017, Α.Π.575/2013). Από τα δικαιώματα του άρθρου 540 ΑΚ η υπαναχώρηση, με την άσκηση της οποίας καταλύεται εξ ολοκλήρου η αρχική σύμβαση της πώλησης και στη θέση της εντάσσεται η αποκαλούμενη σχέση της εκκαθάρισης, συνιστά διαπλαστικό δικαίωμα, αφού με την άσκησή της διαπλάθεται μία νέα έννομη κατάσταση, κατά την οποία είναι υπόχρεοι να αποδώσουν, ο μεν αγοραστής το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος που αποκόμισε, ο δε πωλητής το τίμημα και τα έξοδα της πώλησης. Ειδικότερα, οι αξιώσεις που απορρέουν για τα μέρη σε περίπτωση υπαναχώρησης από την πώληση ρυθμίζονται από το άρθρο 547 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 3043/2002, σύμφωνα με το οποίο ο μεν αγοραστής έχει υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα ελεύθερο από κάθε βάρος που αυτός πρόσθεσε, καθώς και τα ωφελήματα που αποκόμισε από το πράγμα, ο δε πωλητής υποχρεούται να επιστρέψει εντόκως το τίμημα, τα έξοδα της πώλησης, καθώς και όσα ο αγοραστής δαπάνησε για το πράγμα. Το δικαίωμα υπαναχώρησης της πώλησης ενδέχεται να έχει ασκηθεί εξώδικα και αρκεί προς τούτο η άτυπη δήλωση του αγοραστή, από την περιέλευση της οποίας στον πωλητή ανατρέπεται αμέσως και αναδρομικά η σύμβαση της πώλησης, το γεγονός δε αυτό, δηλαδή της εξώδικης υπαναχώρησης από την πώληση, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ. Επίσης μπορεί να ασκηθεί και με σχετική αγωγή, η οποία όμως έχει στην περίπτωση αυτή διαπλαστικό χαρακτήρα, και παραδεκτά μπορούν να σωρευθούν σ` αυτή και οι δευτερογενείς αξιώσεις από την υπαναχώρηση της πώλησης (Α.Π.126/2023, Α.Π. 727/2019, Α.Π.1596/2014). Ωστόσο, είναι αυτονόητο, ότι για να χωρήσει και λειτουργήσει η υπαναχώρηση αυτή, η οποία ανατρέπει τη σύμβαση εξ υπαρχής, πρέπει να πρόκειται για ουσιώδες πραγματικό ελάττωμα και όχι επουσιώδες, καθόσον στην τελευταία περίπτωση ισχύουν οι όροι του άρθρου 542 ΑΚ και ειδικότερα το δικαστήριο μπορεί μολονότι ο αγοραστής άσκησε αγωγή υπαναχώρησης από την καταρτισθείσα πώληση, να επιδικάσει μόνον μείωση του τιμήματος, εάν κρίνει πως οι περιστάσεις δεν δικαιολογούν την αναστροφή βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών. Προς τούτο το δικαστήριο εξετάζει εάν το πράγμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον αγοραστή για την κατά προορισμόν χρήση του και εάν η από την υπαναχώρηση επερχόμενη ζημία στον πωλητή είναι δυσανάλογη προς την ωφέλεια του αγοραστή από αυτήν (ΑΠ 205/2015, ΑΠ 1381/2013, ΑΠ 742/2004). Περαιτέρω, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, τα εκ του άρθρου 540 ΑΚ χορηγούμενα στον αγοραστή δικαιώματα και αξιώσεις δεν μπορούν να ασκηθούν σωρευτικά, αλλά, ο αγοραστής έχει το εκλεκτικό δικαίωμα να επιλέξει μια από αυτές και να την ασκήσει, γιατί κατά τη διάταξη του άρθρου 306 ΑΚ η οποία εφαρμόζεται αναλογικά επί διαζευκτικής συρροής αξιώσεων, η επιλογή, που θα γίνει μια φορά είναι αμετάκλητη (Α.Π.1588/2018, Α.Π.575/2013), είναι δυνατή, όμως, η επικουρική σώρευση της άσκησης των δικαιωμάτων αυτών. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρεται στους λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, και ειδικότερα κατά τη διάταξη υπ' αριθ.1 αυτού που ταυτίζεται μ' αυτή του άρθρου 559 αριθ.1 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 6 του ίδιου άρθρου γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (Α.Π.440/2019, Α.Π.823/2008). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.6 Κ.Πολ.Δ, όπως προστέθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 και ταυτίζεται, με αυτή του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου κώδικα, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π. 708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (ήδη εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη) ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία Χ. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ με έδρα της στη ΒΙΠΕΘ Γ' ΦΑΣΗ και ήδη κατά μετατροπή βάσει των διατάξεων του κ. ν. 2190/1920 και του ν. 2166/3993 GOLD LINE INTERNATIONAL Εμπορική Ανώνυμη εταιρεία και αριθμό ΓΕΜΗ ... δραστηριοποιείται στο χονδρεμπόριο με κύριο επιχειρηματικό αντικείμενο τις εισαγωγές καλλυντικών προϊόντων, προϊόντων περιποίησης, ειδών προσωπικής υγιεινής και διαφόρων άλλων προϊόντων οικιακής χρήσης, με εξαγωγική δραστηριότητα η οποία καταλαμβάνει το 20-30% του τζίρου. Το 2010 ξεκίνησε τη συνεργασία της με την εναγόμενη εταιρία, F. Α. (και ήδη αναιρεσείουσα) με έδρα την ΠΟΛΩΝΙΑ, η οποία έχει ως επιχειρηματικό αντικείμενο την προμήθεια και την μεταφορά προϊόντων από τους παραγωγούς σε αγοραστές. Πραγματοποίησαν αρκετές συναλλαγές με επιτυχία και χωρίς να παρουσιαστούν προβλήματα. Τον Φεβρουάριο του 2014 κατάρτισαν μια ακόμα σύμβαση αγοράς εκ μέρους της ενάγουσας παρτίδας αποσμητικών τύπου ΑΧΕ, τα οποία η ενάγουσα σκόπευε να προωθήσει και να μεταπωλήσει στους δικούς της πελάτες για την θερινή περίοδο του 2014. Καταρτίστηκε μεταξύ τους λοιπόν σύμβαση πώλησης δυνάμει της οποίας συμφώνησαν να παραδώσει η εναγομένη στην ενάγουσα ποσότητα αποσμητικών τύπου ΑΧΕ, έναντι 1,14 ευρώ τιμή ανά τεμάχιο συνολικό τίμημα ποσού 86.676,78 €, παραδοτέο στην έδρα της ενάγουσας τέλη Φεβρουαρίου 2014. Επί της ως άνω παραγγελίας εκδόθηκε και απεστάλη ηλεκτρονικά στην ενάγουσα το προτιμολόγιο υπ' αριθμ. 5/UE/2014 στο οποίο περιγραφόταν αναλυτικά τα είδη για τα οποία επήλθε συμφωνία προς κατάρτιση σύμβασης πώλησης. Στην συνέχεια η ενάγουσα, την 13-2-2014 προέβη στην συμφωνηθείσα στην καταρτισθείσα σύμβαση προκαταβολή του 20% του συνολικού ποσού, με έμβασμα διά της Εθνικής Τραπέζης ποσού 16.676,48 € προς λογαριασμό της καθ' ης, που αντιστοιχούσε στο 20% της συνολικής οφειλής, ενώ τα μέρη συμφώνησαν να καταβληθεί το υπόλοιπο μέρος του τιμήματος κατά την παράδοση και τον έλεγχο του εμπορεύματος). Παρά την αρχική συμφωνία, όμως, η εναγομένη καθυστέρησε την παράδοση των προϊόντων, ισχυριζόμενη ότι η καθυστέρηση οφείλεται στην παραγωγό εταιρεία UNILEVER. Στην συνέχεια τα μέρη τροποποίησαν την αρχική σύμβαση και η ενάγουσα δέχθηκε να παραλάβει τα συμφωνημένα προϊόντα, τον Μάρτιο του 2014, με το ίδιο τίμημα, έναντι του οποίου είχε προκαταβάλει το 20%. Στις 18-4-2014, απέστειλε το προτιμολόγιο αξίας 87.587,40 €. Και πάλι τα εμπορεύματα δεν παραδόθηκαν στον συμφωνηθέντα χρόνο, ενώ η εναγόμενη στην επικοινωνία τους διαρκώς μετέθετε τον χρόνο παράδοσης, όπως αποδεικνύεται από την εκτεταμένη προσκομιζόμενη ηλεκτρονική αλληλογραφία. Τα εμπορεύματα έφτασαν, τελικά, στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας την 2-6-2014 περίπου τέσσερις μήνες μετά την αρχική παραγγελία και ενάμιση μήνα μετά τον συμφωνηθέντα χρόνο για την παραλαβή της τροποποιημένης σύμβασης. Κατά την παράδοση των προϊόντων η εναγόμενη απαίτησε καταβολή 50.000,00 ευρώ προτού εκφορτωθούν τα εμπορεύματα με αποτέλεσμα η ενάγουσα να μην έχει την δυνατότητα να ελέγξει τα επίδικα προϊόντα. Το γεγονός δε, ότι στο παρελθόν οι αντίδικοι είχαν συνεργαστεί με επιτυχία και χωρίς προβλήματα, και παρά την ένταση στην σχέση τους λόγω των προαναφερόμενων καθυστερήσεων, η οποία ένταση είναι εμφανής στην ηλεκτρονική τους επικοινωνία... η ενάγουσα δεν υποψιάστηκε ότι τα προϊόντα θα παρουσίαζαν κάποιο πρόβλημα και παρά την εμφανή δυσαρέσκειά της προς την αντίδικο για την απαίτησή της να καταβληθεί μέρος του τιμήματος πριν την εκφόρτωση και τον έλεγχο των προϊόντων κατέβαλε καλόπιστα το προαναφερόμενο ποσό των 50.000,00 ευρώ άμεσα μέσω ηλεκτρονικής τραπεζικής κατάθεσης. Στην συνέχεια, όταν τα προϊόντα εκφορτώθηκαν και τα παρέλαβε η ενάγουσα διαπίστωσε ότι τα συγκεκριμένα καλλυντικά και συγκεκριμένα τα αποσμητικά ΑΧΕ δεν ανταποκρινόταν στις ευρωπαϊκές προδιαγραφές που είχαν συμφωνηθεί, γεγονός που εξηγεί την συμπεριφορά της εναγόμενης να απαιτεί την καταβολή του μεγαλυτέρου μέρους του τιμήματος πριν την εκφόρτωση των προϊόντων αντίθετα με την συνηθισμένη πρακτική. Τα προϊόντα που απέστειλε η εναγόμενη, προϊόντα τα οποία, δεν ήταν ευρωπαϊκής προέλευσης (χώρα παραγωγής τους ήταν η Τουρκία) δε θα μπορούσαν να προωθηθούν στην ευρωπαϊκή αγορά ως τέτοια, διότι δεν ανταποκρίνονταν στις ευρωπαϊκές προδιαγραφές ποιότητας και επισημάνσεων του προϊόντος με αποτέλεσμα να μην μπορούν να διατεθούν από την ενάγουσα στην ευρωπαϊκή και ελληνική αγορά. Πρέπει να επισημανθεί ότι τα προϊόντα τα οποία απευθύνονται στην ευρωπαϊκή αγορά πέρα από την αναγραφή των επισημάνσεων σε γλώσσες των χωρών στις οποίες προορίζονται να καταναλωθούν έχουν και επισημάνσεις που αφορούν την συμμόρφωσή τους με το ευρωπαϊκό καθεστώς ασφάλειας προϊόντων, όπως ανακυκλώσιμες συσκευασίες, μη βλαπτικά για τον άνθρωπο συστατικά, μη δοκιμή για την παραγωγή τους σε ζώα κ.α. Η κυκλοφορία προϊόντων που δεν ανταποκρίνονται στις ευρωπαϊκές προδιαγραφές είναι παράνομη. Είναι γνωστό εξάλλου ότι πολυεθνικές όπως η UNILEVER παρασκευάστρια εταιρεία και κάτοχος των δικαιωμάτων χρήσης του σήματος "ΑΧΕ" παράγει διαφορετικές ποιότητες και με διαφορετικές προδιαγραφές για τις αγορές στις οποίες απευθύνεται. Τα προϊόντα, ενώ η τιμή των εν λόγω προϊόντων που τελικά παραδόθηκαν ανά τεμάχιο ανέρχεται στο ποσό των 0,85 ευρώ, και είναι σαφώς κατώτερη της τιμής των προϊόντων που παρήγγειλαν, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 1,14% ευρώ και τα οποία έπρεπε να πληρούν τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Τα εν λόγω προϊόντα είχαν μάλιστα αραβικά γράμματα στην επιγραφή και η τρέχουσα τιμή τους ήταν 0,85€ ανά τεμάχιο, συνεπώς, τίμημα χαμηλότερο κατά 0,29€ ανά τεμάχιο. Η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε έντονα στην ενάγουσα (ενν. εναγομένη) λόγω της ελαττωματικότητας των εν λόγω εμπορευμάτων, και της έλλειψης ουσιώδους ιδιότητας, δηλαδή αυτή της παραγωγής σε χώρα της ευρωπαϊκής ένωσης, αλλά η εναγομένη δεν δέχθηκε να μειωθεί το τίμημα και προέβη σε έκδοση διαταγής πληρωμής κατά της ενάγουσας απαιτώντας να καταβληθεί το υπόλοιπο του αρχικά συμφωνηθέντος τιμήματος δηλαδή ποσό 16.808,40€. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας σχετικά με την ελαττωματικότητα των προϊόντων αποδεικνύεται από το γεγονός ότι με αριθμό 27/ΘΕ/2014 τιμολόγιο το οποίο προσκομίζει η ενάγουσα, αναφέρεται ως χώρα προέλευσης το Ηνωμένο Βασίλειο, δηλαδή χώρα της Ευρώπης, ενώ κανένα έγγραφο που προσκομίζει η ενάγουσα δεν αναφέρει ως χώρα παραγωγής των επίδικων προϊόντων χώρα μη ανήκουσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο ισχυρισμός, δε της εναγομένης ότι στο παρελθόν η ενάγουσα είχε παραγγείλει καλλυντικά μη παραχθέντα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και επομένως θεώρησε ότι και στην παρούσα περίπτωση θα δεχόταν τα εν λόγω προϊόντα δεν αποδείχθηκε. Στην συνέχεια η ενάγουσα ζήτησε από την εναγόμενη να της επιστρέψει το εμπόρευμα με επιστροφή εκ μέρους της εναγομένης του καταβληθέντος αντιτίμου για τα εμπορεύματα. Η εναγόμενη αρνήθηκε οπότε η (εννοεί ενάγουσα) άσκησε το νόμιμο δικαίωμά της για εύλογη μείωση τιμήματος λόγω ελαττώματος και έλλειψης συνομολογημένων ιδιοτήτων των εμπορευμάτων που της παραδόθηκαν από την εναγόμενη. Αποδείχθηκε ότι η αξία των εμπορευμάτων που παρέλαβε η ενάγουσα από την εναγόμενη ήταν κατά 16.808,40 ευρώ μικρότερη (0,29 ευρώ χαμηλότερη ανά τεμάχιο προϊόντος) Έτσι, ενώ η οφειλή, βάσει της συμφωνίας ήταν 81.832,80 ευρώ (τιμολόγιο 27/ue/2014), μετά την αφαίρεση των 16.808,40 ευρώ, η οφειλή ανήλθε στο ποσό των 65.024,40 ευρώ. Όμως η ενάγουσα έχει, ήδη, καταβάλει στην εναγόμενη 66.832,80 ευρώ, συνεπώς έχει καταβάλει, χωρίς νόμιμη αιτία, το ποσό των 1.808,40 ευρώ. Πρέπει λοιπόν σύμφωνα με τα παραπάνω να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη (εννοεί η αγωγή) και να αναγνωριστεί ότι η ενάγουσα έχει ασκήσει το διαπλαστικό δικαίωμα μείωσης του τιμήματος της επίδικης σύμβασης πώλησης την οποία κατάρτισαν οι διάδικοι κατά το ποσό των δεκαέξι χιλιάδων οκτακοσίων (εννοεί και οκτώ) ευρώ και σαράντα λεπτών, και συνεπώς η οφειλή της ενάγουσας μετά την μείωση του τιμήματος ανέρχεται στο ποσό των 65.024,40 ευρώ και έχει εξοφληθεί ολοσχερώς. Επίσης, πρέπει η εναγομένη να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των χιλίων οκτακοσίων οκτώ ευρώ και σαράντα λεπτά, τα οποία μετά την προαναφερόμενη μείωση του εν λόγω τιμήματος της πώλησης κατέβαλε αχρεωστήτως, η ενάγουσα στην εναγομένη, η οποία κατέστη πλουσιότερη κατά το προαναφερόμενο ποσό χωρίς νόμιμη αιτία." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας - εναγομένης και, αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, αναγνώρισε ότι η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα έχει ασκήσει το διαπλαστικό δικαίωμα της μείωσης του τιμήματος της επίδικης σύμβασης πώλησης την οποία κατάρτισαν οι διάδικοι και συνεπώς η οφειλή της ενάγουσας μετά την μείωση του τιμήματος ανέρχεται στο ποσό των 65.024,40 ευρώ και έχει εξοφληθεί ολοσχερώς και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των χιλίων οκτακοσίων οκτώ ευρώ και σαράντα λεπτά (1.808,40 ευρώ). Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον δεν διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που να ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 540, 542 και 306 του Α.Κ. και να καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: 1) Ενώ αναφέρει ότι τα πωληθέντα εμπορεύματα είχαν "έλλειψη ουσιώδους ιδιότητας", δηλαδή αυτή της παραγωγής σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν αναφέρει με σαφήνεια αν η συγκεκριμένη ιδιότητα ήταν συνομολογημένη στην σύμβαση πώλησης. 2) Ενώ αναφέρει ότι λόγω της έλλειψης τη ιδιότητας αυτής τα εμπορεύματα ήταν ελαττωματικά δεν περιέχει καθόλου παραδοχή αν το πραγματικό αυτό ελάττωμα ήταν επουσιώδες ή ουσιώδες. 3) Ενώ δέχεται ότι "η ενάγουσα ζήτησε από την εναγόμενη να της επιστρέψει το εμπόρευμα με επιστροφή εκ μέρους της εναγομένης του καταβληθέντος αντιτίμου για τα εμπορεύματα", δεν προσδιορίζει με σαφήνεια αν το αίτημα αυτό αποτελούσε άσκηση του δικαιώματός της για υπαναχώρηση από την σύμβαση, οπότε αν η έλλειψη της ιδιότητας ήταν συνομολογημένη ή το πραγματικό ελάττωμα ουσιώδες είχε ασκήσει το δικαίωμά της και η επιλογή αυτή είναι αμετάκλητη με συνέπεια την απόρριψη της αγωγής για μείωση του τιμήματος, εφόσον με την αγωγή δεν υπάρχει επικουρική σώρευση της άσκησης των δικαιωμάτων, ή δεν έχει ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης και συνεπώς, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα για μείωση του τιμήματος ενόψει και του ότι η αναιρεσίβλητη στην αγωγή της (σελ. 14) αναφέρει ότι πρότεινε στην αναιρεσείουσα είτε να παραλάβει τα εμπορεύματα και να επιστρέψει το σύνολο των χρημάτων είτε να συμφωνήσει και μείωση του τιμήματος. Εξαιτίας των ελλιπών και ασαφών αυτών αιτιολογιών δεν μπορεί να κριθεί αν η αναιρεσίβλητη - αγοράστρια άσκησε το δικαίωμα της υπαναχώρησης από την καταρτισθείσα πώληση, αν η άσκηση αυτή, ως αφορώσα έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή ουσιώδες πραγματικό ελάττωμα ήταν νόμιμη και επομένως δεν μπορεί να ζητηθεί η μείωση του τιμήματος και πρέπει να απορριφθεί η αγωγή, εκτός αν υπάρχει αίτημα στην αγωγή με βάση την ασκηθείσα εξωδίκως υπαναχώρηση, οπότε δύναται να επιδικασθεί μόνον μείωση του τιμήματος, εάν κριθεί πως οι περιστάσεις δεν δικαιολογούν την υπαναχώρηση βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών. Επομένως, ο από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, εκτιμώμενος ως λόγος από τον αριθ. 6 του ιδίου άρθρου, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα και αντιφατικά δέχθηκε ότι η ενάγουσα άσκησε νόμιμα το δικαίωμά της για μείωση του τιμήματος της επίδικης πώλησης, ενώ δέχθηκε ότι προηγουμένως αυτή είχε υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, είναι βάσιμος.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βάσιμου λόγου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ.15207/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ.13424/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου, ο οποίος εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή