
Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1346 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1346/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα καθώς εν προκειμένω και από τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, που κατοικοεδρεύει στου Παπάγου Αττικής και 2) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α.)", το οποίο εποπτεύεται από τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, με έδρα την Περιφέρεια Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιά τους Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικά καύσιμα ορυκτέλαια ανώνυμος βιομηχανική και εμπορική εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΚΟ α.β.ε.ε.", η οποία εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αλεξόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3742/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 6845/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν τα αναιρεσείοντα με την από 6-12-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 6/12/2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 6845/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την έφεση του πρώτου αναιρεσείοντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 3742/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως έκανε δεκτή την επικουρική, από το άρθρο 904 ΑΚ, βάση, της από 24/6/2016 αγωγής της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας. Η αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου και του καθολικού διαδόχου αυτού, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α.)" ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 2 του ΑΚ προκύπτει ότι το εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της έφεσης κατά απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος, με ρητή διάταξη, καταλαμβάνει και τις σχέσεις, που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευόμενου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόσει το νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.Α.Π. 1/2020, Α.Π.407/2023, Α.Π.306/2017). Ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γίνεται με βάση το νόμο, που όφειλε να εφαρμόσει το ουσιαστικό δικαστήριο, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται. Κατ' εξαίρεση ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας θα γίνει με νόμο μεταγενέστερο εκείνου, αν ο τελευταίος έχει αναδρομική ισχύ και ορίζει ότι εφαρμόζεται και επί των τελεσιδίκως κριθέντων ή στις δίκες που είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή δεν έγιναν αμετάκλητες, με την προϋπόθεση ότι η διάταξη για αναδρομική ισχύ δεν προσκρούει σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, Σύνταγμα, ΕΣΔΑ κ.λπ. (Ολ.Α.Π. 30/1998, Α.Π.407/2023, Α.Π.1628/2017). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του Ν.Δ.496/1974 "Λογιστικού Ν.Π.Δ.Δ.": "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του νομικού προσώπου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ορίζεται διά συμβάσεως ή ειδικού νόμου, άρχεται δε από της επιδόσεως της αγωγής", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του ίδιου Ν.Δ/τος "εις τας διατάξεις του παρόντος υπάγεται και πάσα Δημοσία Υπηρεσία μη ωργανωμένη εις ίδιον Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, αλλά λειτουργούσα εν αποκεντρώσει από του Δημοσίου Προϋπολογισμού υπό ιδίαν διοίκησιν". Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 45 Ν. 4607/2019 (ΦΕΚ Α` 65/24-04-2019) ορίσθηκε ότι: "Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως. Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για: α)...β)...γ)...Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος (παρ. 1). Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων... (παρ. 2). Με την πιο πάνω ρύθμιση του άρθρ. 45 του Ν. 4607/2019 τροποποιήθηκε το πλαίσιο για την τοκοφορία των οφειλών του Δημοσίου, με μείωση του επιτοκίου από το έως τότε ισχύον έξι τοις εκατό (6%) ετησίως, στο ύψος που ορίζεται στην εν λόγω νέα διάταξη, επειδή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, το (προ)ισχύον νόμιμο επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου (ύψους 6% ετησίως), εκτός του γεγονότος ότι κρίνεται ιδιαίτερα υψηλό για τις σημερινές δημοσιονομικές συνθήκες, λόγω του αμετάβλητου χαρακτήρα του, δεν προσαρμόζεται στο εκάστοτε χρηματοοικονομικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα τη σοβαρή επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, λαμβανομένου υπόψη και του ρυθμού απονομής δικαιοσύνης και επίσης, με την ρύθμιση αυτή ενοποιήθηκε η έως τώρα υφιστάμενη νομοθεσία και καθιερώνεται ενιαίος τρόπος υπολογισμού του οφειλόμενου από το Δημόσιο τόκου (νόμιμου και υπερημερίας), για τις σχετικές οφειλές αυτού, ανεξάρτητα από την αιτία τους, με αναφορά στο επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), το οποίο ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ενδίκου βοηθήματος (γένεση επιδικίας), πλέον των προτεινόμενων εκατοστιαίων μονάδων (Α.Π.1303/2022). Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου 45 του ανωτέρω Ν. 4607/2019, που ορίζει ότι οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο νόμος αυτός δημοσιεύθηκε την 24η Απριλίου 2019, συνάγεται ότι στις υποθέσεις, οι οποίες είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, συνεπώς και ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την 24η Απριλίου 2019, το επιτόκιο οφειλών του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ μέχρι και τις 30-04-2019 θα υπολογίζεται σε ποσοστό 6% ετησίως, σύμφωνα με την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του Ν.Δ/τος 496/1974, ενώ από 01-05-2019 θα υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 (ΑΠ.407/2023, Α.Π.1303/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Η αρχική ενάγουσα υπό την επωνυμία "ΕΚΟ ανώνυμη βιομηχανική και εμπορική εταιρία πετρελαιοειδών" και το διακριτικό τίτλο "ΕΚΟ ΑΒΕΕ" καθώς και η εξομοιούμενη ως καθολική διάδοχος αυτής ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία "Ελληνικά καύσιμα ορυκτέλαια ανώνυμος βιομηχανική και εμπορική εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "ΕΚΟ ΑΒΕΕ" (ήδη αναιρεσίβλητη) δραστηριοποιούνται στην εμπορία καυσίμων, διαθέτοντας εγκαταστάσεις ανεφοδιασμού αεροσκαφών σε όλα τα αεροδρόμια της χώρας. Εκ παραλλήλου, η, στερούμενη νομικής προσωπικότητας...και υπαγόμενη στο Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α.) διαθέτει τρία αεροσκάφη, που αναγνωρίζονται υπό τα διακριτικά νηολογίου ..., ... και ... Η ενάγουσα εταιρεία προμήθευε επί έτη τη συγκεκριμένη άνω δημόσια υπηρεσία (Υ.Π.Α.) με αεροπορικά καύσιμα. Ειδικά, με την από 17.11.2011 έγγραφη πρότασή της που απηύθυνε προς την Υ.Π.Α., η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη δήλωσε τη βούλησή της να δεσμευθεί συμβατικά για την προς το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν (ήδη πρώτο αναιρεσείον) προμήθεια του αεροπορικού καυσίμου JP-8. Επιπρόσθετα, διευκρίνισε ότι (ι) οι προτεινόμενες τιμές θα υπόκεινται σε αυξομειώσεις, κυρίως ένεκα μεταβολής της τιμής του προϊόντος, με προειδοποίηση 5 ημερών, (ιι) η αξία της εκάστοτε πωλούμενης ποσότητας θα επιβαρύνεται με το κόστος τήρησης αποθεμάτων ή άλλες χρεώσεις, οι οποίες ισχύουν στο αεροδρόμιο της Αθήνας και υπόκεινται σε αλλαγές με 10 ημέρες προειδοποίηση, τέλος δε (ιιι) η πληρωμή των τιμολογίων πρέπει να λαμβάνει χώρα εντός 20 ημερών από την έκδοσή τους. Το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν, δια της υπό πρωτόκολλο ΥΠΑ/ΜΠΜ/1584/17.11.2011 επιστολής του Διευθυντή της Μονάδος Πτητικών Μέσων της Υ.Π.Α., αποδέχθηκε τη γενόμενη πρόταση και συμφώνησε για των εφοδιασμό των άνω αεροσκαφών της υπηρεσίας με καύσιμα τύπου A1/JP-8. Τοιουτοτρόπως καταρτίσθηκε σύμβαση προμηθείας μεταξύ των διαδίκων, σε εκτέλεση της οποίας, κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου από 19.4.2013 έως και 31.12.2013, παραδόθηκαν από την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη οι κατωτέρω ποσότητες καυσίμων που παρελήφθησαν από το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν. Συγκεκριμένα, για τα εν λόγω πωληθέντα καύσιμα εκδόθηκαν, επί πιστώσει, τα τιμολόγια: 1) ΕΡ1 0122325/19.4.2013 για 3.707 λίτρα (Χ τιμή μονάδος 840,00 ευρώ) συνολικής αξίας, μετά των επιβαρύνσεων, 3.268,97 ευρώ,...50) ΕΡ1 0131203/31.12.2013 για 725 (Χ τιμή μονάδος 910,00 ευρώ) λίτρα...συνολικής αξίας, μετά των επιβαρύνσεων, 708,74 ευρώ... Η συνολική, εκ των τιμολογίων, οφειλή ανέρχεται σε 78.478,18 ευρώ, απαλλασσόμενη του Φ.Π.Α.. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η επίδικη σύμβαση καταρτίσθηκε, τη 17.11.2011, χωρίς να προηγηθεί διαγωνισμός οποιασδήποτε μορφής αλλά με απευθείας ανάθεση του διοικούντος την εν λόγω δημόσια υπηρεσία (Υ.Π.Α.), σύμφωνα με την πάγια πρακτική που είχε διαμορφωθεί στην επί έτη εμπορική συνεργασία που συνέδεε τους αντισυμβαλλόμενους νυν διαδίκους, όπως εκθέτει στην αγωγή της η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη. Σε κάθε περίπτωση, οι επίμαχες ποσότητες καυσίμων δεν διατέθηκαν για να ικανοποιήσουν επείγουσες ή απρόβλεπτες ανάγκες, δεδομένου ότι η τελευταία έκανε παραδόσεις ακόμη και περισσότερες από μία φορά ημερησίως... Άλλωστε, η Υ.Π.Α. κατά την ίδια χρονική περίοδο προμηθευόταν τα αεροπορικά καύσιμα και από έτερες εταιρείες, μεταξύ των οποίων η BP Ελληνική... Μάλιστα, όταν προέκυπτε χρεία άμεσου ανεφοδιασμού, αύτη προμηθευόταν το κατάλληλο καύσιμο από όποια εταιρεία είχε την ευχέρεια να το παράσχει... Μήτε, βέβαια, ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η ολική αξία καθενός από τα περισσότερα τιμολόγια είναι υποδεέστερη των 2.500,00 ευρώ. Τούτο διότι, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη αποδέχεται ότι όλες οι παραδόσεις αποτελούν μέρη μιας ενιαίας σύμβασης προμηθείας. Ακόμη, όμως, κι αν εκτιμηθούν τούτες ως διαδοχικές αυτοτελείς συμβάσεις πωλήσεως η ετήσια δαπάνη τους υπερβαίνει τις 20.000,00 ευρώ, ανερχομένη στις...43.266,04 ευρώ... Συγχρόνως, εκείνες που αφορούν τα λοιπά, άνω των 2.500,00 ευρώ, τιμολόγια δεν αποδεικνύεται ότι εκτελέσθηκαν μετά από διακεκριμένη, για καθεμία, πρόταση καταρτίσεως συμβάσεως.
Συνεπώς, η από 17.11.2011 επίδικη σύμβαση είναι άκυρη, καθότι δεν πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις κατάρτισής της, με απευθείας ανάθεση...το εναγόμενο δεν έχει καταβάλει στην ενάγουσα το οφειλόμενο συνολικό τίμημα πωλήσεως των 78.478,18 ευρώ. Το εναγόμενο δεν αμφισβητεί ότι τα επίδικα καύσιμα, τα οποία πωλήθηκαν σε εκτέλεση της άνω άκυρης σύμβασης, παραδόθηκαν και παραλήφθηκαν από τα αρμόδια όργανα. Τοιουτοτρόπως, το εναγόμενο έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερο κατά την άνω αξία των πωληθέντων, χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, υποχρεούμενο, ως εκ τούτου, στην προς εκείνη απόδοση της ωφέλειας που απέκτησε, αφού ισάξια χρηματική ποσότητα θα κατέβαλε σε τρίτο προμηθευτή, από τον οποίο θα αγόραζε τα ίδια ακριβώς είδη με έγκυρη σύμβαση πώλησης...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ.3742/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η κυρία βάση της αγωγής από τις συμβάσεις πώλησης και αφού απέρριψε τη βάση αυτή ως μη νόμιμη, κράτησε και εξέτασε τη μη εξετασθείσα πρωτοδίκως βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, την οποία έκανε δεκτή και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 78.478,18 ευρώ, με επιτόκιο, κατά το ύψος και το χρόνο που έκρινε νόμιμο, ήτοι από την επίδοση της αγωγής και σε ποσοστό 6% ετησίως. Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του Ν.Δ.496/1974, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα αποκλειστικά και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 για το χρονικό διάστημα από 1/5/2019 και μέχρι την εξόφληση, και έτσι το υποχρέωσε να καταβάλει τόκο, για το μετά την 1/5/2019 χρονικό διάστημα, με επιτόκιο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής και όχι με το επιτόκιο του άρθρου 45 Ν. 4607/2019, που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς δίκες. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού η νέα ως άνω ρύθμιση του άρθρου 45 ν. 4607/2019, έχοντας ημερομηνία έναρξης ισχύος την 24.4.2019, ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (11-12-2019) και καταλάμβανε και την εκκρεμή στις 24.4.2019 ένδικη αξίωση της ιδιώτη - ενάγουσας - εφεσίβλητης - και ήδη αναιρεσίβλητης, για επιδίκαση τόκου, κατά το μέρος που η αξίωση αυτή ανάγεται και υπολογίζεται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου και συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του παρέλειψε να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 45 Ν. 4607/2019, για το μετά την 1/5/2019 χρονικό διάστημα, αν και ήταν υποχρεωμένο να το κάνει και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, κατά το μέρος που η κρίση του αυτή (περί τοκοδοσίας) αφορά στο χρονικό διάστημα μετά την 1/5/2019, αφού από τότε και μεταγενέστερα, ο οφειλόμενος από το Δημόσιο τόκος υπολογίζεται με βάση τη νεότερη και ειδική ρύθμιση του άρθρου 45 ν. 4607/2019 και όχι κατά το άρθρο 7 παρ.2 του Ν.Δ.496/1974, το οποίο δεν είναι εφαρμοστέο για το χρονικό αυτό διάστημα. Κατόπιν των ανωτέρω, κατά παραδοχή του ως άνω μοναδικού κριθέντος ως βασίμου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιο των τόκων. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει αυτή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να γίνει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας-ήδη αναιρεσίβλητης κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και να υποχρεωθεί το πρώτο αναιρεσείον - Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην ενάγουσα το επιδικασθέν (με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μη αναιρούμενο μέρος) ποσό των 78.478,18 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως για το διάστημα έως και τις 30.4.2019 και με το επιτόκιο του άρθρου 45 ν. 4607/2019 για το διάστημα από 1.5.2019 και εφεξής. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσείοντος που δεν κατέθεσε προτάσεις αλλά υπέβαλε σχετικό αίτημα με το δικόγραφο της αναίρεσής του, (αντίθετα από το δεύτερο αναιρεσείον που δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα) (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) να καθορισθούν όμως στα όρια του άρθρου 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 6845/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής.
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, ήτοι την από 24/6/2016 αγωγή, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο των τόκων.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ το πρώτο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη το επιδικασθέν (με την ως άνω υπ' αριθ. 6845/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μη αναιρούμενο μέρος), ποσό των εβδομήντα οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών (78.478,18), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως για το χρονικό διάστημα έως και τις 30/4/2019 και με το επιτόκιο του άρθρου 45 ν. 4607/2019 για το χρονικό διάστημα από 1/5/2019 και εφεξής.
Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ