Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1349 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1349/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Ρ., συζύγου Π. Ρ., το γένος Π. Μ., κατοίκου ..., 2) Π. Ρ. του Β., κατοίκου ..., 3) Β. Ρ. του Π., κατοίκου ... και 4) Κ. Ρ. του Π., κατοίκου .... Παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Τσέλιο.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσιβλήτου και κατά των αναιρεσειόντων παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Χαρακτινιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-2014 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων και εταιρείας που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7838/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2887/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-3-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες κι η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (Α.Π.298/2023, Α.Π.100/2019, Α.Π.764/2017).
Εν προκειμένω, από την υπ'αριθ. 2173ΣΤ'/6-3-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Μ. Δ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Η τελευταία δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συνεπώς η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Με την υπό κρίση από 10-3-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2887/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων - ανακοπτόντων κατά της υπ' αριθ. 7838/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικυρώνοντας την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε απορρίψει την από 4-8-2014 ανακοπή των αναιρεσειόντων, με την οποία αυτοί είχαν ζητήσει την ακύρωση της υπ' αριθ.23873/2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον (Α.Π.397/2024). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (Α.Π.1736/2017). Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (Α.Π.1329/2017, Α.Π.611/2013, Α.Π. 1171/2012). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 του ίδιου κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (Α.Π.397/2024, Α.Π.686/2023). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθ. 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθ. 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (Α.Π.397/2024, Α.Π.686/2023, Α.Π.1564/2017). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 περ. γ' του ν.4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κ.λ.π.", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιρειών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρείες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014. Εφόσον οι Εταιρείες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος, κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του ως άνω άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (Ολ.Α.Π.1/2023, Α.Π.397/2024, Α.Π.742/2023, Α.Π.456/2023). Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στη Ν. Σμύρνη Αττικής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Cepal Hellas χρηματοοικονομικές υπηρεσιεσ μονοπροσωπη ανωνυμη εταιρεια διαχειρισησ απαιτησεων απο δανεια και πιστωσεισ", με το από 9-1-2024 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 10-1-2024 και επιδόθηκε, με σύντμηση των προθεσμιών στις τριάντα (30) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, τόσο στους αναιρεσείοντες (βλ. τις προσκομιζόμενες με επίκληση υπ'αριθ. 9842, 9843, 9844 και 9845/30-1-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείου Αθηνών, Κ. Π.) όσο και στη αναιρεσίβλητη (βλ. την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ'αριθ. 10107Γ'/30-1-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Σ. Α.) άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA Τράπεζα Α. Ε.", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "Gemini core securitisation designated activity company (τζεμινι kop σεκιουριταϊζεισιον ντεσιγκνεητεντ aktibity κομπανυ)", που εδρεύει Δουβλίνο Ιρλανδίας, ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι δυνάμει της από 25.06.2021 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000, που καταρτίσθηκε μεταξύ της "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον δ.τ. "ALPHA BANK", με έδρα την Αθήνα και ΑΦΜ ... (ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και ΑΦΜ ..., κατόπιν διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εταιρεία - πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 του Ν. 2515/1997, την παρ. 3 του άρθρου 54, την παρ. 3 του άρθρου 57 και των άρθρων 59 έως και 74 και 140 του ν. 4601/2019, όπως ισχύουν, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 45.854/7.4.2021 Πράξη Διάσπασης του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Στεφανάκου, εγκριθείσας της ως άνω διάσπασης με την αριθ. πρωτ. 45.089/16.4.2021 απόφαση της Δ/νσης Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. και δημοσιεύθηκε στα στοιχεία της διασπώμενης και της επωφελούμενης με τις υπ' αριθ. πρωτ. 45.116/16.4.2021 και 45.123/16.4.2021 Ανακοινώσεις αντίστοιχα) και της ως άνω αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "gemini core securitisation designated activity company (τζεμινι kop σεκιουριταϊζεισιον ντεσιγκνεητεντ aktibity κομπανυ)", που εδρεύει Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία καταχωρίστηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 28.06.2021 με αριθμό πρωτοκόλλου 231/28.06.2021 στον τόμο 12 και α.α 221, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000, η οποία επέχει θέση αναγγελίας κατ' άρθρο 10 παρ.10 Ν.3156/2003, οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα εκ της ένδικης σύμβασης πίστωσης μεταβιβάσθηκαν από την "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" στην "gemini core securitisation designated activity company (τζεμινι kop σεκιουριταϊζεισιον ντεσιγκνεητεντ aktibity κομπανυ)". Περαιτέρω, η τελευταία αλλοδαπή εταιρεία ανέθεσε τη διαχείριση των απαιτήσεων και των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ανωτέρω σύμβαση στην προσθέτως παρεμβαίνουσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "cepal hellas χρηματοοικονομικές υπηρεσιεσ μονοπροσωπη ανωνυμη εταιρεια διαχειρισησ απαιτησεων απο δανεια και πιστωσεισ", η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων (Απόφαση 207/1/29-1-2016της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων), δυνάμει της από 25.6.2021 Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 28.06.2021 με αριθμό πρωτοκόλλου 232/28.06.2021 στον τόμο 12 και α.α 222, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, και του υπ' αριθ. ...2021 Ειδικού Πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Θ. Σ. Συνεπεία των ανωτέρω η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "cepal hellas χρηματοοικονομικές υπηρεσιεσ μονοπροσωπη ανωνυμη εταιρεια διαχειρισησ απαιτησεων απο δανεια και πιστωσεισ" κατέστη διαχειρίστρια και της απαίτησης από την ένδικη υπ' αριθ.188/3-7-2001 σύμβαση πίστωσης. Η ως άνω αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση είναι παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 80 και 83 ΚΠολΔ) με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ). Η κατά το άρθρο 632 KΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι (ενστάσεις) κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής. Επίσης, κατά το άρθρο 585 παρ. 2 KΠολΔ, το οποίο έχει εφαρμογή σε κάθε μορφή ανακοπής, όπως και στην προκείμενη ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, αφού δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση, "Το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της. Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα σε εξήντα ημέρες (60) από την κατάθεση της ανακοπής ή, όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες, οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση". Τούτο διότι στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί, σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας, που επέρχεται με την άσκηση της ανακοπής, και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής (Ολ.Α.Π.10/1997, Α.Π.2067/2022, Α.Π.51/2020, Α.Π.368/2018, Α.Π.1943/2017). Κατά των λόγων της ανακοπής αυτής εκείνος, κατά του οποίου στρέφεται, μπορεί να αμυνθεί είτε αρνούμενος αυτούς είτε με την προβολή αντενστάσεων κατ` αυτών (Ολ.Α.Π.43/2005, Α.Π.2067/2022 Α.Π.341/2021, Α.Π.51/2020, Α.Π.1761/2017). Επομένως, από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι α) το δικόγραφο της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή σαφείς και ορισμένες αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος και β) νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής ή των προσθέτων λόγων αυτής κρίνονται απαράδεκτοι, γιατί δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της έφεσης, η οποία ασκείται κατά της απορριπτικής απόφασης της ανακοπής ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης και αν ακόμη οι νέοι λόγοι αφορούν ισχυρισμούς, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 527 KΠολΔ, καθόσον, έναντι των γενικών αυτών διατάξεων κατισχύει η ειδική ως άνω διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικώς το περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής. Έτσι, μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των, τυχόν κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, ακόμη και αν πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται στο κατά νόμο παραδεκτό της έκδοσης της διαταγής πληρωμής (Α.Π.2067/2022, Α.Π.1569/2022, Α.Π. 532/2015) ή τη νομιμοποίηση των διαδίκων, ενεργητική και παθητική (Α.Π.2067/2022, Α.Π.1329/2006). Ούτε επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση, τους πρόσθετους λόγους αυτής και την αναίρεση (Α.Π.611/2022, Α.Π.99/2020, Α.Π.925/2020, Α.Π. 1298/2018, Α.Π.111//2015). Εξάλλου, η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από τις διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο, ως δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ` αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος αντίστοιχα. Επομένως ο λόγος αναίρεσης ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. ενώ αν συνδέεται με τις παραδοχές της απόφασης επί της ουσίας, στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (Α.Π.2067/2022, ΑΠ 1542/2022, ΑΠ 1537/2022). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 1 και 2 του Ν.4072/2012 "Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος - Νέα εταιρική μορφή - Σήματα - Μεσίτες Ακινήτων - Ρύθμιση θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις", "1. Εισάγεται νέα εταιρική μορφή, η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία. Η εταιρεία αυτή έχει νομική προσωπικότητα και είναι εμπορική, ακόμη και αν ο σκοπός της δεν είναι εμπορική επιχείρηση. Απαγορεύεται στην ιδιωτική εταιρεία η άσκηση επιχείρησης για την οποία έχει οριστεί από το νόμο αποκλειστικά άλλη εταιρική μορφή. 2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 79, για τις εταιρικές υποχρεώσεις ευθύνεται μόνο η εταιρεία με την περιουσία της", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 107 παρ. 1 και 4 του ιδίου νόμου, το οποίο καταργήθηκε με το Ν.4601/2019, αλλά εφαρμόζεται κατά τον κρίσιμο χρόνο: "1. Εταιρεία άλλης μορφής μπορεί να μετατραπεί σε ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με απόφαση των εταίρων ή των μετόχων, που λαμβάνεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το νόμο για την περίπτωση λύσης της συγκεκριμένης εταιρικής μορφής...4. Με τη συντέλεση της μετατροπής η μετατρεπόμενη εταιρεία συνεχίζεται με τη μορφή της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας. Η νομική προσωπικότητα συνεχίζεται και οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται στο όνομα της εταιρείας υπό τη νέα της μορφή, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Οι διοικητικές άδειες που είχαν εκδοθεί υπέρ της μετατρεπόμενης εταιρείας συνεχίζουν να υφίστανται". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 104 του Ν.4601/2019 "Μετατροπή είναι η πράξη με την οποία μία εταιρεία, χωρίς να λυθεί και να τεθεί υπό εκκαθάριση, μεταβάλλει τη νομική μορφή της, διατηρώντας τη νομική της προσωπικότητα", κατά δε το άρθρο 113 του ίδιου νόμου: "...3. Από την ολοκλήρωση των διατυπώσεων δημοσιότητας σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, κατά περίπτωση, επέρχονται αυτοδίκαια και έναντι όλων τα εξής αποτελέσματα: α. η μετατραπείσα εταιρεία διατηρεί τη νομική της προσωπικότητα και συνεχίζεται με τη νέα νομική της μορφή χωρίς να πραγματοποιείται μεταβίβαση της περιουσίας της, με ειδική ή καθολική διαδοχή, β. οι διοικητικές άδειες που έχουν εκδοθεί υπέρ της μετατραπείσας εταιρείας συνεχίζουν να υφίστανται, γ. οι μέτοχοι ή οι εταίροι της μετατραπείσας εταιρείας μετέχουν στην εταιρεία με τη νέα νομική της μορφή, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν αυτή, δ. δικαιώματα τρίτων στις εταιρικές συμμετοχές της μετατραπείσας εταιρείας διατηρούνται στις εταιρικές συμμετοχές με τη νέα νομική της μορφή. 4. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση στο όνομα της εταιρείας με τη νέα νομική της μορφή." Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι με την μετατροπή μιας ομόρρυθμης εταιρείας σε ιδιωτική κεφαλαιουχική δεν παύει η νομική προσωπικότητα της εταιρείας αλλά αυτή συνεχίζεται με τη νέα νομική μορφή (πρβλ Α.Π.1175/2022). Εξάλλου, κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ, ικανός να είναι διάδικος είναι αυτός που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, κατά δε το άρθρο 61 ΑΚ, ένωση προσώπων μπορεί να αποκτήσει προσωπικότητα και να καταστεί νομικό πρόσωπο, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος. Τα νομικά πρόσωπα παύουν να υπάρχουν με τη διάλυσή τους και την ολοκλήρωση ακολούθως της εκκαθάρισής τους (άρθρο 72 ΑΚ). Ενώ, κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχει η κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ προϋπόθεση, ενόψει και του άρθρου 313 παρ. 1 στ. δ' του ίδιου κώδικα, κατά το οποίο δύναται να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας δικαστικής απόφασης, αν εκδόθηκε σε δίκη που διεξήχθη κατ' ανυπάρκτου προσώπου (Α.Π.362/2023). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π.1/2019, Ολ.Α.Π.25/ 2008, Α.Π.1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π.2/2001, Α.Π.933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π.2/2001, Α.Π.480/2020, Α.Π.175/2019, Α.Π.1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ` αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π.927/2019, Α.Π.357/2018). Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσίβλητη - καθ'ης η ανακοπή, τραπεζική εταιρεία εξέδωσε σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. Ρ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. (μη διαδίκου εν προκειμένω) ως οφειλέτριας και σε βάρος των δεύτερης, τρίτου, τέταρτης και πέμπτης των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσειόντων, ως εγγυητών, την υπ' αριθ.23873/2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με την επωνυμία "ΦΡΕΝΕΜΠΟΡΙΚΗ ΙΚΕ", όπως μετατράπηκε η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία ("Β. Ρ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." (μη διάδικος εν προκειμένω, η οποία ήδη μετά το πέρας της εκκαθάρισης έκλεισε οριστικά και διεγράφη από το Γ.Ε.Μ.Η.) και οι λοιποί ως άνω ανακόπτοντες (μέτοχοι της ως άνω ΙΚΕ) άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της αναιρεσίβλητης την από 4-8-2014 ανακοπή, με την οποία ζήτησαν την ακύρωση της ως άνω (υπ' αριθ.23873/2014) διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 88.683,29 ευρώ, που αφορά το χρεωστικό υπόλοιπο σύμβασης πίστωσης. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ.7838/2017 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την ανακοπή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση οι ανακόπτοντες επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 2887/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση οι εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες οι δεύτερη, τρίτος, τέταρτη και πέμπτη αυτών)..., με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων (ενν. έφεσης), προτείνουν, για πρώτη με φορά, στην κατ' έφεση δίκη, έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης της πρώτης εξ αυτών, ισχυριζόμενοι ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, δεν υφίστατο το νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία είχε ήδη μετατραπεί σε ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία. Ως εκ τούτου, οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν ερευνώνται από το παρόν Δικαστήριο,...δεδομένου ότι, βάσει της ισχύουσας αρχής της συζητήσεως, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής, που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με, κύριο ή πρόσθετο, λόγο ανακοπής. Ιδίως, όσον αφορά την έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, η οποία προτάθηκε, το πρώτον, με πρόσθετο λόγο έφεσης, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, πρέπει να τονιστεί ότι, εφόσον δεν προτάθηκε με λόγο ανακοπής, από τους ανακόπτοντες, δεν εδύνατο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να την ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, επειδή στα εισαγωγικά του δικογράφου της ανακοπής αναφερόταν διάφορη εταιρική μορφή απ' αυτήν της ομόρρυθμης, όπως εσφαλμένως διαλαμβάνουν οι εκκαλούντες." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, και αφού ερεύνησε και απέρριψε και τους λοιπούς λόγους έφεσης, απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής των αναιρεσειόντων - ανακοπτόντων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που έκρινε όμοια και απέρριψε την ανακοπή τους. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, και απέρριψε ουσιαστικά ως απαράδεκτο τον περιληφθέντα σε πρόσθετο λόγο έφεσης και των νυν αναιρεσειόντων ισχυρισμό τους για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης της πρώτης ανακόπτουσας, επειδή κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, δεν υφίστατο το νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας, αφού αυτή είχε ήδη μετατραπεί σε ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία, απόρριψη, που έγινε γιατί ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε με λόγο ανακοπής αλλά για πρώτη φορά, στην κατ' έφεση δίκη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη δικονομική διάταξη του άρθρου 585 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και συνεπώς δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο τον ισχυρισμό αυτό. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης τόσο κατά το σκέλος του με το οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας ότι το εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 62, 68, 73 και 313 παρ. δ' του Κ.Πολ.Δ απορρίπτοντας την ανωτέρω ένστασή τους για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης της πρώτης ανακόπτουσας- εκκαλούσας όσο δε και κατά το επικουρικά προβαλλόμενο σκέλος του, με το οποίο αποδίδουν στην απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο, για τον ίδιο ως άνω λόγο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω έκδοσης της διαταγής πληρωμής κατά ανυπάρκτου προσώπου, είναι προεχόντως αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό τους, αλλά τον απέρριψε ως απαράδεκτο. Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι η ομόρρυθμη εταιρεία κατά της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμή ήταν ανυπόστατο - ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιούνταν παθητικά, διότι είχε ήδη, προ της έκδοσής της διαταγής πληρωμής μετατραπεί σε ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία, είναι αβάσιμοι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη, διότι το νομικό πρόσωπο αυτής δεν έπαψε να υφίσταται αλλά συνέχισε με τη νέα εταιρική μορφή.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους δεν θα επιβαρυνθούν με δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, αφού αυτή δεν παραστάθηκε και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρο191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), ενώ πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της υπέρ αυτής (αναιρεσίβλητης) προσθέτως παρεμβαίνουσας (άρθρα 176, 182,183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας ορίζεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 10/3/2022 αίτηση των 1) Σ. Ρ., 2) Π. Ρ., 3) Β. Ρ. και 4) Κ. Ρ. για την αναίρεση της υπ' αριθ. 2887/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την από 9/1/2024 αυτοτελή πρόσθετη υπέρ της αναιρεσίβλητης παρέμβαση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ".
Δέχεται την από 9/1/2024 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ",
Απορρίπτει την από 10-3-2022 αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της υπέρ της αναιρεσίβλητης προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ