Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1350 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1350/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Ι. του Α., κατοίκου ... και 2) Κ. Ι. του Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Μιχάλαρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Α. Π. του Σ., κατοίκου .... Παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Παπαϊωάννου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-1-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 453/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2867/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με τις υπ' αριθμ. 4888/2021 και 2871/2022 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2867/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με τις υπ' αριθμ. 4888/2021 και 2871/2022 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-11-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 4-11-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ` αριθμ. 2867/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (η οποία διορθώθηκε με τις υπ' αριθ. 4888/2021 και 2871/2022 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών), με την οποία έγινε τυπικά και κατ` ουσίαν δεκτή η από 24-8-2019 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων καθώς και ο από 4-3-2020 πρόσθετος λόγος αυτής κατά της υπ` αριθμ. 453/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την από 13-1-2017 αγωγή τους, εν μέρει ως νομικά αβάσιμη και εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμη, ακολούθως έγινε δεκτή η από 13-1-2017 αγωγή ως προς τους αναιρεσείοντες ως ουσιαστικά βάσιμη και αφού βεβαιώθηκε ότι οι τελευταίοι παραβίασαν με πρόθεση το διατακτικό της υπ' αριθ. 792/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, υποχρεώθηκαν αυτοί να καταβάλουν στους αναιρεσίβλητους έκαστος το ποσό των 23.000 ευρώ, ενώ απαγγέλθηκε σε καθέναν από αυτούς και προσωπική κράτηση διάρκειας δώδεκα (12) μηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: (α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 505/2022, ΑΠ 455/2021, ΑΠ 1059/2017). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και (επικουρικά) 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο όφειλε να διαγνώσει την αοριστία του δικογράφου της ένδικης αγωγής, η οποία επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 947 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή δεν περιγράφει τον τρόπο άμεσης παράβασης από τους αναιρεσείοντες του διατακτικού της υπ' αριθ. 792/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αλλά επικαλείται μόνο την παραβίαση από τρίτο, μη υπόχρεο από το διατακτικό της απόφασης πρόσωπο, με την ''τάχα'' συναίνεσή τους και ακολούθως να την απορρίψει ως απαράδεκτη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ουδόλως προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες προέβαλαν τον ισχυρισμό αυτόν, ήτοι της αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά συζήτηση της υπόθεσης και επανέφεραν παραδεκτά αυτόν και στο δεύτερο βαθμό, ούτε, προκύπτει, όπως ισχυρίζονται, ότι τον πρότειναν για πρώτη φορά με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, ενώ επίσης δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός αυτός εμπίπτει σε κάποιες από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 947 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015,"όταν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο, για την περίπτωση που παραβεί την υποχρέωσή του, απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση έως ένα έτος. Αν η απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης δεν περιέχεται στην απόφαση που καταδικάζει τον οφειλέτη να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, απαγγέλλεται από το μονομελές πρωτοδικείο. Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να βεβαιώσει την παράβαση και να καταδικάσει στη χρηματική ποινή και στην προσωπική κράτηση...". Η ανωτέρω διάταξη αποσκοπεί να υποχρεωθεί ο οφειλέτης να συμμορφωθεί προς το περιεχόμενο της απόφασης με την οποία απαγορεύθηκε η ενέργεια ορισμένης πράξης ή να ανεχθεί την παρέμβαση τρίτου. Η ύπαρξη κύρωσης υπό μορφή εξαναγκαστικών μέτρων πειθαναγκάζει τον οφειλέτη να αποδεχθεί την απόφαση, η οποία άλλως θα ήταν κενή περιεχομένου, εφόσον θα καθίστατο αδύνατη η υλοποίησή της και ο δανειστής δεν θα ικανοποιείτο μελλοντικά. Για τον εξαναγκασμό του οφειλέτη σε εκπλήρωση της υποχρέωσής του για παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξης, προβλέπονται ως μέσα (έμμεσης) αναγκαστικής εκτέλεσης, η χρηματική ποινή και η προσωπική κράτηση. Ως παράλειψη θεωρείται η υποχρέωση του οφειλέτη να απόσχει από ορισμένη ενέργεια, στην οποία άλλως θα προέβαινε, αν δεν υπήρχε ο συγκεκριμένος περιορισμός, Αντίθετα, ως ανοχή νοείται η υποχρέωση του οφειλέτη να υποστεί μια συγκεκριμένη ενέργεια, η οποία πηγάζει από το δανειστή και συνιστά δικαίωμα ενεργοποιούμενο και υλοποιούμενο. Η παράβαση γίνεται είτε θετικώς με άμεση ενέργεια, είτε με απείθεια, ήτοι μη συμμόρφωση προς το περιεχόμενο της απόφασης. Εξάλλου, από την ανωτέρω διάταξη, προκύπτει ότι η διαδικασία της έμμεσης αυτής αναγκαστικής εκτέλεσης διέρχεται δύο στάδια και απαιτεί την έκδοση δύο δικαστικών αποφάσεων. Κατά το πρώτο στάδιο, βεβαιώνεται με την απόφαση ότι ο οφειλέτης έχει νόμιμη ή δικαιοπρακτική υποχρέωση, να παραλείπει, ή να ανέχεται, ορισμένη πράξη, την οποία το δικαστήριο πρέπει να εξειδικεύει σαφώς και επαρκώς, ώστε το περιεχόμενο της επιτασσόμενης από αυτήν απαγόρευσης να γίνεται ευχερώς κατανοητό, όχι μόνο από τον οφειλέτη, αλλά και κάθε τρίτο, και, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα, το δικαστήριο απειλεί κατά του οφειλέτη και υπέρ του δανειστή, αθροιστικά, χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση για την περίπτωση που ο οφειλέτης παραβεί την υποχρέωσή του αυτή (ΑΠ 1315/2020, ΑΠ 1257/2011) καθορίζοντας το ποσό της χρηματικής ποινής και το χρόνο της προσωπικής κράτησης. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης, εντός των οριζόμενων από τη διάταξη ορίων, είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς, ως αναγόμενη στην ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, εν όψει των τεθέντων ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 1315/2020, ΑΠ 1104/2007). Κατά το δεύτερο στάδιο γίνεται διάγνωση της παράβασης. Το δικαστήριο, στο οποίο εισάγεται το αίτημα για την επιδίκαση της απειληθείσας χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, πρέπει να κρίνει αν η παράβαση εκ μέρους του οφειλέτη, αντιστοιχεί με την υποχρέωση παράλειψης, που προκύπτει από την εκτελούμενη απόφαση. Για τη διαπίστωση αυτή, συγκρίνει τη συμπεριφορά του οφειλέτη προς την απαγορευμένη κατά την απόφαση πράξη. Εάν κρίνει ότι η θετική ενέργεια του οφειλέτη αποτελεί παραβίαση της απορρέουσας από την πρώτη απόφαση υποχρέωσης προς παράλειψη ή ανοχή, βεβαιώνει την παράβαση και καταδικάζεται ο οφειλέτης στην καταβολή της χρηματικής ποινής και σε προσωπική κράτηση (ΑΠ 1315/2020, ΑΠ 134/2015, ΑΠ 1274/2010). Για την καταδίκη του οφειλέτη στις ποινές που απειλεί η απόφαση, το δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει, ότι αυτός παραβίασε τη διάταξη της πρώτης απόφασης από πρόθεση, η οποία θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί, εφόσον ο οφειλέτης έλαβε γνώση της απαγγελθείσας απειλής χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, με την προηγηθείσα επίδοση στον ίδιο της επιταγής προς εκτέλεση της πρώτης απόφασης (ΑΠ 1315/2020, ΑΠ 1057/1996, ΑΠ 725/1996). Κατά το δεύτερο αυτό στάδιο, το δικαστήριο δεσμεύεται από το δεδικασμένο της, κατά το πρώτο στάδιο, εκδοθείσας απόφασης. Το δεδικασμένο, μπορεί να είναι και προσωρινό, αν η σχετική απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Εξαιτίας αυτού, δεν επιτρέπονται και είναι απαράδεκτοι ισχυρισμοί που τείνουν σε αμφισβήτηση των προϋποθέσεων, υπό τις οποίες υποχρεώθηκε ο οφειλέτης σε παράλειψη ή ανοχή. Είναι δε διάφορο ζήτημα του ελέγχου της διαγνωστικής κρίσης του δικαστηρίου, κατά το στάδιο της βεβαίωσης της παράβασης, για την οποία απειλήθηκε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, αν δηλαδή τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά συνιστούν την παράβαση της διαταχθείσας υποχρέωσης προς παράλειψη ή ένοχη και επομένως αν αυτά ορθά υπήχθησαν στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1315/2020, ΑΠ 804/2018, ΑΠ 1593/2011, ΑΠ 854/2010, ΑΠ 284/2003). Το δικαστήριο, στην περίπτωση αυτή, περιορίζεται στο να διαπιστώσει αν συντρέχει η περίπτωση της απαγγελίας ή μη της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης, δηλαδή εάν ο οφειλέτης εκπλήρωσε ή δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή του να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, όπως διατάχθηκε με τη σχετική δικαστική απόφαση (ΑΠ 527/2013). Προϋπόθεση για να ζητηθεί η βεβαίωση της απείθειας και της παραβίασης της αρχικής απόφασης (του πρώτου σταδίου), η οποία αποτελεί και τον εκτελεστό τίτλο για την παράλειψη ή ανοχή, είναι η προηγούμενη κοινοποίηση της απόφασης αυτής, με επιταγή προς εκτέλεση, προς τον υπόχρεο σε παράλειψη ή ανοχή. Αυτό γιατί, θέμα παράβασης του διατακτικού της πρώτης απόφασης ανακύπτει, μόνο αν προηγήθηκε κοινοποίηση αντιγράφου του απογράφου της, με επιταγή προς εκτέλεση, με την οποία αρχίζει η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η επιταγή, δε, αυτή προς εκτέλεση, στον υπόχρεο σε παράλειψη ή ανοχή, πρέπει να αφορά τη συμπεριφορά του σε μεταγενέστερο της επιταγής χρονικό διάστημα, και τούτο διότι, πριν από την κοινοποίηση αντιγράφου της απόφασης με επιταγή, δεν μπορεί να νοηθεί παράβαση της απόφασης, και δη οφειλόμενη σε ενσυνείδητη απείθεια αυτού (ΑΠ 5930/2011, ΑΠ 854/2010). Το στοιχείο τούτο, όπως συνάγεται από το συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης και εκείνης του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α` ΚΠολΔ, αποτελεί και αναγκαίο στοιχείο του δικογράφου της αγωγής (ΑΠ 1116/1988), πρέπει, δε, να διαπιστώνεται η συνδρομή του και από το δικαστήριο και να αναφέρεται τούτο στην απόφασή του. Περαιτέρω, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία, κατά το μέρος που προβλέπει ποινές έχει χαρακτήρα κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον με αυτή θεσπίζεται ενοχή από αδικοπραξία (ΑΠ 134/2015, ΑΠ 1274/2010), προκύπτει ότι, για την καταδίκη του οφειλέτη, στην ποινή που απείλησε το δικαστήριο, με προηγούμενη απόφασή του, για την περίπτωση παράβασης των διατάξεων της, απαιτείται να έχει ο οφειλέτης πρόθεση να παραβεί τις διατάξεις της προηγούμενης αυτής απόφασης (ΑΠ 1257/2011, ΑΠ 664/1994), απαλλάσσεται δε αυτός αν αποδείξει ότι η παράβαση οφείλεται όχι σε πρόθεση αλλά σε αμέλεια, μεταφερομένου έτσι σ` αυτόν του βάρους αποδείξεως των ανωτέρω(ΑΠ 1315/2020). Η πρόθεση συνίσταται στο ότι ο οφειλέτης, θέλει την παραγωγή των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν αντικειμενικά την παραβίαση της ως άνω απόφασης, προβλέποντας και αποδεχόμενος ως αναγκαία ή ενδεχόμενη συνέπεια της συμπεριφοράς του, το ανωτέρω παράνομο αποτέλεσμα, χωρίς να απαιτείται και ειδική πρόθεση (σκοπός) παραβιάσεως της απόφασης (ΑΠ 1315/2020, ΑΠ 1526/1999). Η πρόθεση, όμως, ως γνώση και θέληση του παραπάνω αποτελέσματος, δεν έχει ανάγκη εξειδίκευσης των στοιχείων που τη συγκροτούν, αλλά αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι ο οφειλέτης ενήργησε από πρόθεση ή να συνάγεται από τα εκτιθέμενα παραδοχή του δικαστηρίου περί ύπαρξης τέτοιας πρόθεσης (ΑΠ 1006/2023, ΑΠ 892/2021, ΑΠ 1315/2020]. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 947 §1 εδαφ. β/ του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι για την αναγκαστική εκτέλεση προς παράλειψη ή ανοχή πράξης και συγκεκριμένα προς επιβολή της προσωπικής κράτησης και χρηματικής ποινής, που έχουν απειληθεί με προηγούμενη απόφαση, απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: 1) ύπαρξη εκτελεστού τίτλου, που ενσωματώνει την εκτελούμενη απαίτηση και απειλεί χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, 2) επίδοση της απόφασης αυτής με επιταγή προς εκτέλεση και 3) παράβαση από τον καθ' ου η εκτέλεση των διατάξεων της απόφασης, στοιχεία τα οποία πρέπει να περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης και επιβολής χρηματικής ποινής για μη συμμόρφωση του καθ' ου η εκτέλεση προς τις διατάξεις της απόφασης για παράλειψη ή ανοχή πράξης (Α.Π. 1180/2003). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 13-1-2017 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της, οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν ότι κατόπιν ασκήσεως της από 12-5-2011 αγωγής τους εκδόθηκε η υπ' αριθ. 792/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, μεταξύ άλλων, υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) α) να παύσουν να σταθμεύουν τα αυτοκίνητά τους επί των αναφερόμενων στο σκεπτικό κοινόχρηστων χώρων, ήτοι διαδρόμου (ράμπας) και του κοινόχρηστου κήπου της εις το σκεπτικό αναφερόμενης πολυώροφης οικοδομής και β) να ανοίξουν τη θύρα του κοινόχρηστου δώματος αυτής, ώστε να είναι ελεύθερη η πρόσβαση και η ακώλυτη χρήση αυτού από όλους τους συνιδιοκτήτες και με απειλή κατά εκάστου χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ και προσωπικής κράτησης τριών (3) μηνών για κάθε παράβαση της απόφασης. Ότι οι ενάγοντες κοινοποίησαν νομίμως στους εναγόμενους στις 5-5-2014 επικυρωμένο αντίγραφο της παραπάνω απόφασης με επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση με το διατακτικό της, πλην όμως οι εναγόμενοι με πρόθεση δεν συμμορφώθηκαν με το διατακτικό της εν λόγω υπ' αριθ. 792/2014 απόφασης. Με βάση τα παραπάνω οι ενάγοντες ζήτησαν αφενός να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι έχουν παραβεί εκ προθέσεως τις διατάξεις του διατακτικού της ανωτέρω απόφασης, έκαστος εξ αυτών κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες, αφετέρου να υποχρεωθεί έκαστος από αυτούς να καταβάλει, λόγω καταπτώσεως της απειληθείσας χρηματικής ποινής για τις αναφερόμενες στην αγωγή παραβιάσεις το συνολικό ποσό των 23.000 ευρώ και να καταδικαστεί έκαστος εξ αυτών σε προσωπική κράτηση 12 μηνών. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 453/2019 απόφασή του, αφού απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή, κατά το μέρος που η καταδίκη των εναγομένων στις απειληθείσες με την υπ' αριθ. 792/2014 απόφαση επιδιώκεται για την περίπτωση της παραβίασης από αυτούς της επιβληθείσας με την ίδια απόφαση υποχρέωσης να ανοίξουν τη θύρα του κοινόχρηστου δώματος της ένδικης πολυώροφης οικοδομής, με την αιτιολογία ότι η εν λόγω υποχρέωση των εναγομένων συνίσταται σε ενέργεια πράξης, για την εκτέλεση της οποίας δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ, που προϋποθέτει μόνο υποχρέωση του οφειλέτη σε παράλειψη ή ανοχή, κατά τα λοιπά απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες- αναιρεσίβλητους από 24-8-2019 έφεσης και του από 4-3-2020 προσθέτου λόγου αυτής και ειδικότερα επί του δευτέρου λόγου της εφέσεως αυτών, με τον οποίο προέβαλαν εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 946 και 947 ΚΠολΔ, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: ''Με τον 2° λόγο έφεσης οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι η εκκαλούμενη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 947 του Κ.Πολ.Δ. απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς τους 1° και 2η των εναγόμενων και σιωπηρά ως προς τον 3ο και 4ο των εναγόμενων, αναφορικά με το αγωγικό αίτημα για καταδίκη των ανωτέρω στις απειληθείσες με την 792/2014 προαναφερόμενη απόφαση ποινές λόγω της μη συμμόρφωσης αυτών με την υποχρέωση που τους επιβάλλετο για άνοιγμα θύρας του κοινόχρηστου δώματος της ένδικης οικοδομής. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε το ανωτέρω αίτημα ως μη νόμιμο με το αιτιολογικό ότι η εν λόγω υποχρέωση για άνοιγμα της θύρας του κοινόχρηστου δώματος συνιστά ενέργεια πράξης για την εκτέλεση της οποίας δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 947 παρ. 1 του Κ.ΠολΔ· Από την επισκόπηση όμως της 792/2014 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι
με αυτήν οι εναγόμενοι υποχρεώθηκαν να ανοίξουν τη θύρα του κοινόχρηστου δώματος, ώστε να μην παρακωλύουν την πρόσβαση και την ακώλυτη χρήση αυτού από όλους τους συνιδιοκτήτες. Επομένως, η κρινόμενη αγωγή με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε είναι καθ' όλα νόμιμη ως προς το ως άνω αίτημα της, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 947 παρ. 1 τουΚ.Πολ.Δ, Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε το παραπάνω αίτημα ως μη νόμιμο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει ο 2ος λόγος της έφεσης να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το ανωτέρω σκέλος της, να κρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο αυτό και να ερευνηθεί κατ' ουσίαν". Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 1(όχι δε και 8)του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ και έτσι έκρινε την αγωγή, ως προς την υποχρέωση των αναιρεσειόντων να μην παρακωλύουν την πρόσβαση και την ακώλυτη χρήση του δώματος από τους αναιρεσίβλητους, νόμιμη, ενώ αυτή ήταν μη νόμιμη, γιατί κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν, με την υπ' αριθ. 792/2014 απόφαση υποχρεώθηκαν σε εκτέλεση πράξης και όχι παράλειψης. Από την επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής όμως προκύπτει ότι ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή οι αναιρεσίβλητοι ζητούν ρητά με αυτήν τη βεβαίωση της παραβίασης της υπ' αριθ. 792/2014 απόφασης λόγω παράλειψης πράξης και ειδικότερα λόγω σκόπιμης παράλειψης των αναιρεσειόντων να απασφαλίσουν τη θύρα του δώματος, την οποία διατηρούν κλειδωμένη και κατά συνέχεια σκόπιμης παράλειψης αυτών να επιτρέπουν την πρόσβαση στο δώμα των αναιρεσιβλήτων καθώς και όλων των λοιπών συνιδιοκτητών η δε υποχρέωση αυτή προκύπτει, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή και από το διατακτικό της 792/2014 απόφασης, η οποία υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες τόσο σε πράξη, δηλαδή να ανοίξουν την θύρα του κοινοχρήστου δώματος, όσο και σε παράλειψη, δηλαδή να παραλείπουν κάθε πράξη που εμποδίζει την ελεύθερη πρόσβαση στο δώμα και την χρήση του. Ως εκ τούτου η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 947 παρ. 1 ΚΠολΔ και γι' αυτό ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, αφού αντικατασταθούν κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αφού δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οι σχετικές αιτιολογίες του Εφετείου, το οποίο έκρινε τη νομιμότητα της αγωγής με βάση τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω υπ' αριθ. 792/2014 απόφαση και όχι με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες, και ήδη εκκαλούντες είναι συγκύριοι του με στοιχεία Γ1 διαμερίσματος (οριζόντιας ιδιοκτησίας) του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας, που βρίσκεται επί της οδού ..., ενώ οι δύο πρώτοι των εναγόμενων και ήδη εφεσίβλητων είναι συγκύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος της υπό στοιχεία Α1 οριζόντιας ιδιοκτησίας της εν λόγω οικοδομής και (οι) τρίτος και τέταρτη των εναγόμενων και ήδη εφεσίβλητων είναι συγκύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος της υπό στοιχεία Δ1 οριζόντιας ιδιοκτησίας. Με την η υπ' αριθμ. 792/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, μεταξύ άλλων α) να παύσουν να σταθμεύουν τα αυτοκίνητα τους επί των αναφερόμενων στο σκεπτικό κοινόχρηστων χώρων, ήτοι διαδρόμου (ράμπας) και του κοινόχρηστου κήπου της εις το σκεπτικό αναφερόμενης πολυώροφης οικοδομής και β) να ανοίξουν τη θύρα του κοινόχρηστου δώματος αυτής, ώστε να είναι ελεύθερη η πρόσβαση και η ακώλυτη χρήση αυτού από όλους τους συνιδιοκτήτες και με απειλή κατά εκάστου χρηματικής ποινής 1,000 ευρώ και προσωπικής κράτησης τριών (3) μηνών για κάθε παράβαση της απόφασης. Ότι οι ενάγοντες κοινοποίησαν νομίμως στους εναγόμενους την 5-5-2014 επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω απόφασης με επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση με το διατακτικό της (βλ. τις με αριθμούς 920Η, 921Η, 922Η και 923Η 5-5-2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Ρ.). Όμως οι τρίτος και τέταρτη των εναγόμενων την 9-5-2014, 10-5-2014, 13-5-2014, 15-5-2014, 16-5-2014, 18-5-2014, 19-5-2014, 20-5-2014, 23-5-2014, 24-5-2014, 27-5-2014, 28-5-2014, 29-5-2014, 30- 5-2014, 2-6-2014, 3-6-2014, 5 και 6-6-2014, 10-6-2014, 11-6-2014, 14-6-2014, 17-6-2014 και 19-6-2014, στους οποίους, όπως προαναφέρθηκε, είχε απαγορευτεί η στάθμευση των οχημάτων τους στους κοινόχρηστους χώρους της ένδικης πολυκατοικίας, συνέχισαν να σταθμεύουν το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο στην κοινόχρηστη ράμπα και στον κοινόχρηστο κήπο της εις το σκεπτικό αναφερόμενης πολυώροφης οικοδομής (βλ. τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα αποσπάσματα των ημερήσιων δελτίων των αστυνομικών οχημάτων που κλήθηκαν για την καταγραφή των σχετικών συμβάντων), παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό εκ προθέσεως το διατακτικό της ανωτέρω απόφασης. Το αυτοκίνητο αυτό ανήκει στη θυγατέρα της τέταρτης εναγόμενης, Α. Β., η οποία συνοικεί μαζί με την εναγόμενη αυτή και τον τρίτο εναγόμενο. Το γεγονός ότι το εν λόγω αυτοκίνητο ανήκει στην κυριότητα τρίτου προσώπου δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον με την ανωτέρω εφετειακή απόφαση υποχρεώθηκαν οι ως άνω εναγόμενοι να παύσουν τη στάθμευση των οχημάτων τους στους αναφερόμενους χώρους, όχι με την έννοια ιδιοκτησίας αλλά της χρήσης. Εξάλλου η στάθμευση του εν λόγω οχήματος στους ανωτέρω χώρους δεν θα ήταν δυνατή χωρίς τη συναίνεση και συγκατάθεση των εναγόμενων, αφού χωρίς αυτήν, δεν θα ήταν δυνατή η είσοδος του οχήματος στους κοινόχρηστους χώρους της επίδικης οικοδομής. Αποδείχθηκε επίσης ότι οι ενάγοντες είναι επίσης συνιδιοκτήτες του δώματος της οικοδομής, στο οποίο καταλήγουν το φρέαρ του ανελκυστήρα και οι κοινόχρηστοι φωταγωγοί. Παρόλα αυτά και παρά το γεγονός ότι με την ως άνω εφετειακή απόφαση οι τρίτος και τέταρτη των εναγόμενων υποχρεώθηκαν να αφήνουν ανοιχτή την πόρτα που οδηγεί στην κοινόχρηστη ταράτσα, έτσι ώστε να μην παρεμποδίζεται η πρόσβαση των εναγόντων σε αυτήν, ο τρίτος και η τέταρτη των εναγόμενων εξακολουθούν από κοινού να τοποθετούν κλειδιά στο πίσω μέρος της θύρας, με συνέπεια να μην είναι δυνατό το άνοιγμα αυτής, παρακωλύοντας με τον τρόπο αυτόν τη χρήση του δώματος από τους ενάγοντες. Κι αυτό διότι, όπως αποδείχθηκε οι ανωτέρω εναγόμενοι έχουν εγείρει επί του δώματος πρόσθετο κτίσμα, στο οποίο διαμένει, κάποιες φορές, η κόρη της τέταρτης εναγόμενης με τον αρραβωνιαστικό της, ο οποίος εξετάστηκε και ως μάρτυρας ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Στην εν λόγω κατάθεση του και ο ίδιος παραδέχθηκε, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η πόρτα της ταράτσας παρέμενε κλειδωμένη. Το ότι η πόρτα της ταράτσας ήταν κλειδωμένη, κατά τις πιο πάνω αναφερόμενες ημερομηνίες, προκύπτει και από τα ανωτέρω αποσπάσματα των ημερήσιων δελτίων των αστυνομικών οχημάτων που κλήθηκαν για την καταγραφή της σχετικής παράβασης. Δεν αποδείχθηκε όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι οι δύο πρώτοι των εναγόμενων με πρόθεση δεν συμμορφώθηκαν με το διατακτικό της ως άνω 972/2014 απόφασης, παρεμποδίζοντας τους ενάγοντες να έχουν πρόσβαση και ακώλυτη χρήση του δώματος της ένδικης οικοδομής, ήτοι με το να κλειδώνουν την πόρτα της ταράτσας. Κατόπιν τούτων η κρινόμενη αγωγή ως προς αυτούς πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω το Πρωτοβάθμιο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους τρίτο και τέταρτη των εναγόμενων, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου ως ουσιαστικά βάσιμου του 1ου λόγου της κρινόμενης έφεσης και του πρόσθετου λόγου αυτής''. Με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων και εξαφάνισε και κατά το λοιπό της μέρος την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τους αναιρεσείοντες και αφού βεβαίωσε τις κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό χρονικό διάστημα παραβιάσεις του διατακτικού της υπ' αριθ. 792/2014 απόφασης, τους υποχρέωσε να καταβάλουν χρηματική ποινή και απήγγειλε σε καθένα εξ αυτών προσωπική κράτηση διάρκειας 12 μηνών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 947 ΚΠολΔ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση, και ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 945 παρ. 1 και 946 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στις οποίες έμμεσα οι αναιρετικοί λόγοι αναφέρονται καθόσον, οι αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι οι αναιρεσείοντες παραβίασαν με πρόθεση το διατακτικό της υπ' αριθ. 792/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τις εξ αυτής απορρέουσες υποχρεώσεις τους ήτοι α) να παύσουν να σταθμεύουν τα αυτοκίνητά τους επί των κοινόχρηστων χώρων (διαδρόμου - ράμπας και κοινόχρηστου κήπου) της επίδικης πολυώροφης οικοδομής και β)) να παραλείπουν να κρατούν κλειδωμένη τη θύρα του κοινόχρηστου δώματος αυτής, ώστε να είναι ελεύθερη η πρόσβαση και η ακώλυτη χρήση αυτού από όλους τους συνιδιοκτήτες, πληρούσαν το πραγματικό της διατάξεως αυτής και δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της παραβίασης της υπ' αριθ. 792/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, δεδομένου ότι, κατά τη νοηματική εκτίμηση των σχετικών παραδοχών του, σαφώς δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες, παρά το γεγονός ότι με την υπ' αριθ. 792/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών υποχρεώθηκαν να παύσουν να σταθμεύουν τα αυτοκίνητά τους επί των κοινόχρηστων χώρων της επίδικης πολυώροφης οικοδομής ήτοι του διαδρόμου (ράμπας) και του κοινόχρηστου κήπου και να παραλείπουν να κλειδώνουν ώστε να αφήνουν ανοικτή τη θύρα του κοινόχρηστου δώματος και να είναι έτσι ελεύθερη η πρόσβαση και η ακώλυτη χρήση αυτού από τους αναιρεσίβλητους αλλά και από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες, η δε ανωτέρω απόφαση με επιταγή προς συμμόρφωση με το διατακτικό της είχε επιδοθεί στους αναιρεσείοντες στις 5-5-2014, οι τελευταίοι κατά τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ημερομηνίες, που είναι μεταγενέστερες της ημερομηνίας επίδοσης της επιταγής α) επέτρεψαν (συνήνεσαν) στην θυγατέρα της δεύτερης αναιρεσείουσας Α. Β. να σταθμεύσει το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο στην κοινόχρηστη ράμπα και στον κοινόχρηστο κήπο της εν λόγω οικοδομής, β) τοποθέτησαν κλειδιά στο πίσω μέρος της θύρας του δώματος ώστε να μην είναι δυνατό το άνοιγμα αυτής, παρακωλύοντας με τον τρόπο αυτό τη χρήση του δώματος από τους αναιρεσίβλητους και γ) παραβίασαν εκ προθέσεως το διατακτικό της ως άνω απόφασης. Οι αναφορές του Εφετείου, στην υποχρέωση των αναιρεσειόντων να αφήνουν ανοιχτή την πόρτα που οδηγεί στην κοινόχρηστη ταράτσα συνέχονται με την παραδοχή του ότι κρατώντας κλειδωμένη την θύρα παραλείπουν να επιτρέψουν την πρόσβαση των αναιρεσιβλήτων στο δώμα. Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, πλήττουν επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου, που συνέχεται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Επομένως, ο τρίτος και ο τέταρτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 19(όχι δε και 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/08). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 1442/2017, ΑΠ 432/2016) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 2/1989, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15). Στην προκειμένη περίπτωση, με το τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αριθμ. 8 β` ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από αυτούς ισχυρισμό τους περί κατοχής εκ μέρους των αναιρεσίβλητων κλειδιών της κοινόχρηστης θύρας του δώματος και σε κάθε περίπτωση του γεγονότος ότι οι αναιρεσείοντες, με την από 12-5-2014 εξώδικη διαμαρτυρία τους προς τους αναιρεσίβλητους, πρόσφεραν ταυτόχρονα και το κλειδί της θύρας του δώματος ώστε οι τελευταίοι να μην μπορούν να ισχυριστούν ότι αποκλείονται από την πρόσβασή τους σε αυτό. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, τα επικαλούμενα με αυτόν πραγματικά γεγονότα αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς της αγωγής και όχι πράγματα, και γιατί σε κάθε περίπτωση, από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, και ειδικότερα από την αναφορά σ' αυτή ''ο τρίτος και η τέταρτη των εναγομένων εξακολουθούν από κοινού να τοποθετούν κλειδιά στο πίσω μέρος της θύρας, με συνέπεια να μην είναι δυνατό το άνοιγμα αυτής, παρακωλύοντας με τον τρόπο αυτόν τη χρήση του δώματος από τους ενάγοντες....'', σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε εν τοις πράγμασι τον παραπάνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, αλλά, εκτιμώντας τα προσκομισθέντα ενώπιον του αποδεικτικά μέσα οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο ήταν αντίθετο προς τους επίμαχους ισχυρισμούς τους περί δυνατότητας των αναιρεσιβλήτων να εισέρχονται και να κάνουν χρήση του δώματος της επίδικης οικοδομής. Από την αναφερόμενη ανωτέρω διάταξη του άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση περισσότερων παραβάσεων, οι οποίες διαπιστώνονται δικαστικώς, οφείλονται ισάριθμες χρηματικές ποινές και χωρεί καταδίκη σε προσωπική κράτηση για κάθε παράβαση. Όταν όμως, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, μέσα σε ορισμένο χρονικό διάστημα συντρέξουν περισσότερες παραβάσεις, που συνδέονται στενότερα μεταξύ τους, ώστε να συνιστούν διαρκή ενέργεια ή να συγκροτούν μία φυσική ενότητα ενέργειας του παραβάτη, κατά τρόπο εξωτερικά διαγνωστό και σε τρίτους, τότε υπάρχει μία ενιαία παραβίαση, η οποία επισύρει την κατάπτωση μιας μόνο ποινής, η οποία πρέπει να επιβληθεί και όχι αθροιστικά τόσων ποινών, όσες και οι μερικότερες παραβάσεις (ΑΠ 1315/2020, ΑΠ 613/2019, ΑΠ 54/2012, ΑΠ 1257/2011). Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της ίδιας αίτησης, αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, με επίκληση του άρθρου 947 παρ. Ι ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε την ανωτέρω διάταξη και επέβαλε πλείονες ποινές για τις επί μέρους πράξεις, ενώ έπρεπε να επιβάλει μόνο μία ποινή, αφού, όπως δέχθηκε, οι πλείονες πράξεις σχηματίζουν φυσική ενότητα. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ανελέγκτως, ότι οι επανειλημμένες παραβάσεις της υπ' αριθ. 792/2014 απόφασης είναι αυτοτελείς, αφού έγιναν σε διαφορετικές ημερομηνίες και συνεπώς δέχθηκε ότι δεν αποτελούν φυσική ενότητα της αρχικής ενέργειας των παραβατών, δηλαδή των αναιρεσειόντων. Κατόπιν τούτου επέβαλε το Εφετείο τη χρηματική ποινή που είχε απειληθεί για καθεμιά από τις γενόμενες παραβάσεις και συνολική ποινή 23.000 ευρώ για είκοσι τρεις (23) παραβάσεις. Κατ` ακολουθίαν όλων αυτών, ο πέμπτος λόγος της ίδιας αίτησης από το άρθρο 559 αριθ.1 (και όχι 8 και 19) του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. α, β Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για μη αιτηθέν ή περισσότερο από το αιτηθέν (ΑΠ 785/2013 ΑΠ 704/2011). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε,όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, ότι οι αναιρεσείοντες παραβίασαν το διατακτικό της υπ' αριθ. 792/2014 απόφασης είκοσι τρεις (23) φορές και επέβαλε στον καθένα αυτοτελώς χρηματική ποινή 23.000 ευρώ ήτοι 1.000 ευρώ για κάθε παράβαση (23 Χ 1.000) και προσωπική κράτηση διάρκειας δώδεκα (12) μηνών. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι έλαβαν οι ως άνω παραβάσεις στις εξής ημεροχρονολογίες ήτοι 9-5-2014, 10-5-2014, 13-5-2014, 15-5-2014, 16-5-2014, 18-5-2014, 19-5-2014, 20-5-2014, 23-5-2014, 24-5-2014, 27-5-2014, 28-5-2014, 29-5-2014, 30- 5-2014, 2-6-2014, 3-6-2014, 5 και 6-6-2014, 10-6-2014, 11-6-2014, 14-6-2014, 17-6-2014 και 19-6-2014. Οι ενάγοντες, όμως, δεν είχαν ζητήσει με την αγωγή τους, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής προκύπτει, να βεβαιωθεί και παράβαση της ανωτέρω απόφασης από τους εναγόμενους στις 6-6-2014 και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωσε περισσότερες παραβάσεις από όσες ζητήθηκαν με την από 13-1-2017 αγωγή των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων και αντίστοιχα επέβαλε είκοσι τρεις (23) ποινές, ενώ έπρεπε να επιβάλει μόνο είκοσι δύο (22) ποινές. Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β' ΚΠολΔ, με τον οποίο κατ' εκτίμηση αυτού αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν αυτού, κατά παραδοχή του ως άνω κριθέντος ως βασίμου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα μόνον κατά το μέρος που βεβαίωσε ότι οι αναιρεσείοντες παραβίασαν με πρόθεση το διατακτικό της υπ' αριθ. 792/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τις εξ αυτής απορρέουσες υποχρεώσεις τους, στις 6-6-2014. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς, έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 1620/2014). Τέτοιο δικονομικό έδαφος, για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει και στη κρινόμενη περίπτωση. Κατ` ακολουθίαν, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης μόνον κατά το μέρος που βεβαίωσε ότι οι αναιρεσείοντες παραβίασαν με πρόθεση το διατακτικό της υπ' αριθ. 792/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τις εξ αυτής απορρέουσες υποχρεώσεις τους, στις 6-6-2014, και επιδικάσθηκε για την αιτία αυτή το ποσό των 1.000 ευρώ για έκαστο των αναιρεσειόντων, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να επαναδιατυπωθεί το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης για την ενότητα του τίτλου εκτέλεσης ήτοι να δικασθεί η από 13-1-2017 αγωγή των αναιρεσίβλητων, κατά το μέρος που έκρινε ως προς τους αναιρεσείοντες, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως προς τους τελευταίους, να βεβαιωθεί ότι αυτοί παραβίασαν με πρόθεση το διατακτικό της υπ' αριθ. 792/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είκοσι δύο (22) φορές, ως προς τις εξ αυτής απορρέουσες υποχρεώσεις τους, να υποχρεωθεί έκαστος των αναιρεσειόντων - εναγομένων να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες το ποσό των 22.000 ευρώ (1.000 ευρώ Χ 22), να απαγγελθεί σε καθένα από αυτούς προσωπική κράτηση διάρκειας δώδεκα (12) μηνών, να περιληφθεί στην απόφαση διάταξη για τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και να επιβληθούν τα έξοδα αυτά των αναιρεσεσειόντων και για τους τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας εις βάρος των αναιρεσίβλητων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων(άρθρο 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του προκατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άθρρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 2867/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (η οποία διορθώθηκε με τις υπ' αριθ. 4888/2021 και 2871/2022 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών) κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
Κρατεί και δικάζει επί της από 13-1-2017 αγωγής των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή, κατά το μέρος που έκρινε ως προς τους εναγόμενους - αναιρεσείοντες.
Βεβαιώνει ότι ο τρίτος και η τέταρτη εναγόμενοι, ήδη αναιρεσείοντες, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό χρονικό διάστημα παραβίασαν με πρόθεση το διατακτικό της υπ' αριθ. 792/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τις εξ αυτής απορρέουσες υποχρεώσεις τους, ήτοι α) να παύσουν να σταθμεύουν τα αυτοκίνητά τους επί των αναφερόμενων στο σκεπτικό της απόφασης κοινόχρηστων χώρων, ήτοι διαδρόμου (ράμπας) και του κοινόχρηστου κήπου της εις το σκεπτικό αναφερόμενης πολυώροφης οικοδομής και β) να παραλείπουν να κρατούν κλειδωμένη τη θύρα του κοινόχρηστου δώματος αυτής, ώστε να είναι ελεύθερη η πρόσβαση και η ακώλυτη χρήση αυτού από όλους τους συνιδιοκτήτες, συνεπώς και από τους ενάγοντες.
Υποχρεώνει έκαστο των ανωτέρω αναιρεσειόντων - εναγομένων να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες το συνολικό ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων (22.000) ευρώ.
Απαγγέλει σε καθένα από τους πιο πάνω αναιρεσείοντες - εναγόμενους προσωπική κράτηση διάρκειας δώδεκα (12) μηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, και για τους τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
Και Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ