Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1351 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1351/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Διονυσία Νίκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Ι. του Δ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. του Ν. και 2) Π., συζύγου Γ. Π., το γένος Σ. Π., κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παναγιωτόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4492/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 6446/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-4-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 27/4/2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 6446/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, συνεδικάζοντας τις αντίθετες από 9/7/018 και 20/9/2018 εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ'αριθ. 4492/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη η από 3/7/2024 αγωγή του αναιρεσείοντος για την καταβολη της εργολαβικής του αμοιβής, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν τις παραπάνω εφέσεις και αφού εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, κατά το μέρος που χώρησε η εξαφάνιση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε στην υποχρέωση των αναιρεσίβλητων να καταβάλουν στον αναιρεσείοντα το ποσό των 23.836 ευρώ ως υπόλοιπο εργολαβικής αμοιβής και 7.255,91 ευρώ ως αναλογούντα ΦΠΑ. Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, στις 29/04/2021 ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, αφού δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας μετά την 1/1/2016 προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2018 ) και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής, στις 21/11/2019, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στις 29/04/2021, δεν είχε παρέλθει διετία. Είναι επομένως, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 ΑΚ προκύπτει, ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου. Επί συμβάσεως έργου ο εργοδότης έχει κατά το άρθρο 700 ΑΚ το δικαίωμα να καταγγείλει, οποτεδήποτε έως την αποπεράτωση του έργου, τη σύμβαση και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε, λόγω της άσκησης αυτού του διαπλαστικού δικαιώματός του, η σύμβαση λύεται για το μέλλον και υποχρεούται πλέον ο ίδιος να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που αυτό βρίσκεται κατά την καταγγελία, οφείλει δε σ` αυτή την περίπτωση να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία πάντως, ύστερα από ένστασή του, αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και ο,τιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί (ΑΠ 645/2023, ΑΠ 1050/2020). Όμως, εφόσον η σύμβαση λύνεται με την παραπάνω καταγγελία μόνο για το μέλλον, ενώ διατηρείται ισχυρή για τον προηγούμενο χρόνο, συνάγεται ότι διατηρούνται τα τυχόν δικαιώματα του εργοδότη από τα άρθρα 688-690 ΑΚ αναφορικά με το μέρος του έργου που εκτελέσθηκε μέχρι την καταγγελία της σύμβασης (ΑΠ 1283/2017, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 762/2006). Ειδικότερα, με την καταγγελία της σύμβασης έργου από τον εργοδότη, που αποτελεί άσκηση διαπλαστικού δικαιώματός του και για το κύρος της οποίας δεν απαιτείται η εκ μέρους του προσφορά στον εργολάβο της συμφωνημένης αμοιβής, δημιουργούνται αυτόματα για τα μέρη, με τη λύση της σύμβασης που η καταγγελία συνεπάγεται, οι αμοιβαίες υποχρεώσεις για μεν τον εργοδότη να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή του, εφόσον δεν υπάρχουν οι παραπάνω κατ' ένσταση προτεινόμενοι λόγοι περιορισμού αυτής, για δε τον εργολάβο να παραδώσει στον εργοδότη το τμήμα του έργου που μέχρι την καταγγελία εκτέλεσε ως οφειλόμενη συμβατική αντιπαροχή του. Η καταγγελία είναι δικαιοπραξία μονομερής, απευθυντέα, αμετάκλητη και αναιτιώδης και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο. Είναι άτυπη και μπορεί να γίνει και σιωπηρά, εφόσον τούτο συνάγεται σαφώς από τα συντρέχοντα περιστατικά. Ο εργοδότης, που ενάγεται από τον εργολάβο για καταβολή της αμοιβής του λόγω καταγγελίας της σύμβασης έργου, κατά το άρθρο 700 ΑΚ, μπορεί να αρνηθεί αιτιολογημένα την αγωγή και να ισχυρισθεί επιπλέον κατ` ένσταση, ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση αλλά ότι η δήλωσή του είχε άλλο περιεχόμενο (λ.χ.υπαναχώρησης κατά το άρθρο 686 ΑΚ) και συνεπώς δεν υποχρεούται σε καταβολή αμοιβής στον εργολάβο. Η δήλωση βουλήσεως του εργοδότη περί υπαναχώρησης κατά το άρθρο 686 εδ.α ΑΚ ή καταγγελίας, κατά το άρθρο 700 ΑΚ, μπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή, εναπόκειται δε στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει αν η σχετική δήλωση του εργοδότη αποτελεί ή όχι καταγγελία. Η κρίση του όμως δικαστηρίου ότι συνάγεται υπαναχώρηση ή καταγγελία από τα γενόμενα δεκτά ως περιλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά, όπως και ως προς τα κατ`ουσίαν ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 345/2023, ΑΠ 1050/2020,ΑΠ 338/2016, ΑΠ 1229/2017, ΑΠ 1665/2014). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα δικαίου που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006 ΑΠ 15/2006,ΑΠ 312/2023, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 1139/2022, ΑΠ 831/2022, ΑΠ 350/2022, ΑΠ 88/2022). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν δεν αναφέρονται καθόλου στην απόφαση τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αναφέρονται μεν αλλά χωρίς πληρότητα (ΑΠ 204/2022). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 631/2018). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, καθώς και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά. (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 831/2022, ΑΠ 80/2022, ΑΠ 1186/2021,ΑΠ 68/2021, ΑΠ 302/2020). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 345/2023, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019). Αντιφατικές αιτιολογίες ειδικότερα έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν στο αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που έχει αυτοτελή ύπαρξη και τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ο 'Αρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων η αποφάσεων (ΑΠ 428/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) είναι επιπλοποιός και με τους εναγόμενους (ήδη αναιρεσίβλητους) διατηρούσε συνεργασία από το έτος 1995, κατασκευάζοντας, κυρίως, έπιπλα, ντουλάπες και άλλες ξύλινες κατασκευές για τον εξοπλισμό διαφόρων χώρων που του ζητούσαν. Οι εναγόμενοι το έτος 2006 έκαναν εργασίες αποπεράτωσης συγκροτήματος δύο κατοικιών που είχαν ανεγείρει στο επί της συμβολής των οδών ..., στην Εκάλη οικόπεδο τους. Ενδιαφερόμενοι για την κατασκευή ντουλαπιών στις κουζίνες, στα υπνοδωμάτια, πορτών, επίπλων, ντουλαπιών και άλλων κατασκευών στους κύριους και βοηθητικούς χώρους των κατοικιών τους, αλλά σταδιακά και για άλλες ξυλουργικές εργασίες, κύριες πρόσθετες, εκεί αλλά και αλλού, οι εναγόμενοι ανέθεσαν στον ενάγοντα σταδιακά, εντός του χρονικού διαστήματος, από Νοέμβριο του 2007 έως και Μάιο του 2014, με τις κατωτέρω αναφερόμενες διακριτές διαδοχικές συμβάσεις έργου που καταρτίστηκαν μεταξύ τους, την κατασκευή των συγκεκριμένων έργων, έναντι των αντίστοιχων τούτων συμφωνημένων και κατωτέρω αναφερόμενων εργολαβικών του αμοιβών, πλέον του αναλογούντος, στην αμοιβή του κάθε σύμβασης, ΦΠΑ 19%. Συγκεκριμένα, μετά από έγγραφη προσφορά του ενάγοντος την οποία αποδέχθηκαν οι εναγόμενοι, στις 27-11-2007, του ανέθεσαν την κατασκευή, με δικά του υλικά, και την τοποθέτηση στο άνω ακίνητο τους: 1) ......2) ντουλαπιών της υπό το στοιχείο β κουζίνας, που βρίσκεται στη στάθμη του πρώτου υπογείου-ισογείου ορόφου, με συνολική κάλυψη 30 μέτρα έναντι αμοιβής 1.467 ευρώ το τρέχον μέτρο και συνολικά 44.010 ευρώ... Μεταγενέστερα, όπως ιστορείται στην αγωγή, η άνω σύμβαση τροποποιήθηκε κατά ένα μικρό μέρος της και συγκεκριμένα, μετά από πρόταση των εναγομένων, που έγινε αποδεκτή από τον ενάγοντα, ακυρώθηκε η ανάθεση σε αυτόν της κατασκευής και τοποθέτησης στην οικία τους του ερμαρίου στο χώρο του γυμναστηρίου (αρ.5) και της στρογγυλής σκάλας με 19 πατήματα από ξύλο (αρ.21) με συμφωνημένη εργολαβική 2.847 και 11.150 ευρώ, αντίστοιχα. Ο χρόνος παράδοσης του υπολοίπου έργου συμφωνήθηκε αρχικά στο τέλος Ιουνίου 2008, αλλά μεταγενέστερα παρατάθηκε λόγω της παράλληλης εκτέλεσης και άλλων οικοδομικών εργασιών στο ακίνητο των εργοδοτών, αλλά και της διαδοχικής ανάθεσης και νέων και πρόσθετων εργασιών στον εργολάβο. Ο ενάγων όμως δεν κατασκεύασε το σύνολο του τελικού συμφωνημένου με την άνω σύμβαση, έργου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με την αγωγή του, αλλά εκτέλεσε τούτο κατά το μεγαλύτερο μέρος του, εκτός από: α) ..., β)..γ)... και δ) την τοποθέτηση της υπό το στοιχείο 2 κουζίνας, της β', στη στάθμη πρώτου υπογείου-ισογείου, με αξιούμενη εργολαβική αμοιβή, 44.010 ευρώ. Ειδικότερα, ο ενάγων, ο οποίος φέρει το βάρος αποδείξεως της επικαλούμενης με την αγωγή του εκτέλεσης και παράδοσης του έργου, μεταξύ των οποίων και των ανωτέρω τριών πρώτων από τις άνω εργασιών, δεν ανταποκρίθηκε σ'αυτό. Αντίθετα από την προσήκουσα εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων η από 18-9-2017 έκθεση αυτοψίας του αρχιτέκτονα μηχανικού της εν λόγω οικοδομής των εναγομένων, Γ. Γ., η οποία δεν αντικρούστηκε από οποιοδήποτε άλλο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο, σαφώς ανταποδείχθηκε η μη εκτέλεσή τους από τον ενάγοντα εργολάβο, αφού δεν περιλαμβάνονται στις ξύλινες κατασκευές που τοποθέτησε ο ενάγων στην άνω κατοικία των εναγομένων. Αναφορικά με την προαναφερόμενη κουζίνα, (εν.στοιχ.δ) ο ενάγων ιστορεί ο ίδιος στην αγωγή του την μη εκτέλεση του μέρους αυτού του έργου και αξιώνει την αντίστοιχη εργολαβική αμοιβή του, των 44.010 ευρώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, επικαλούμενος, άτυπη, καταγγελία της σύμβασης, κατά το μέρος αυτό, από τους εναγόμενους εργοδότες του. Πλην όμως ουδόλως αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο η επικαλούμενη άτυπη καταγγελία των εναγομένων - την οποία οι ίδιοι αρνούνται αιτιολογημένα- ως προς το εν λόγω μη εκτελεσθέν μέρος της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων αξιώνοντας την αντίστοιχη τούτο αμοιβή του. Ειδικότερα, ακόμη και ο μάρτυρας του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και οι καταθέσαντες στις ένορκες βεβαιώσεις, που ο ίδιος προσκομίζει, δεν καταθέσαν οτιδήποτε για καταγγελία των εναγομένων αναφορικά με την ανωτέρω κουζίνα που δεν τοποθέτησε ο ενάγων στην οικία τους, αλλά, διαφοροποιούμενοι παντελώς από τους δικούς του ισχυρισμούς κατέθεσαν ότι την κουζίνα δεν την τοποθέτησε ο ενάγων στην οικία των αντιδίκων του μετά από δική του απόφαση, επειδή δεν του είχαν καταβάλει, λόγω οικονομικής αδυναμίας τους, την οφειλόμενη μέχρι τότε εργολαβική αμοιβή του για το μεγαλύτερο μέρος του έργου που είχε ήδη εκτελέσει. Με βάση δε τα αποδεικτικά στοιχεία, που ανταποδεικτικά επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι, η ανωτέρω κουζίνα δεν τοποθετήθηκε στην οικία τους από τον ενάγοντα, όχι λόγω δικής τους καταγγελία της σύμβασής τους κατά τούτο, αλλά διότι το έτος 2013, όταν επιχειρήθηκε η τοποθέτηση της, είχε διαπιστωθεί η ακαταλληλότητα του ξύλου που τους είχε προτείνει για την κατασκευή της ο ενάγων, αφού ήδη η πρώτη κουζίνα της ταβέρνας που είχε τοποθετηθεί και κατασκευαστεί από το ίδιο ξύλο, λόγω της ακαταλληλότητάς του είχε εμφανίσει μεγάλη διάβρωση από που ήταν αυξημένη, εν γνώσει του ενάγοντος, στην εφαπτόμενη σε βράχο οικοδομή τους. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, αφού δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη με την ένδικη αγωγή εκτέλεση των ανωτέρω υπό τα στοιχεία α' β' και γ'εργασιών, ούτε η καταγγελία των εναγομένων, αναφορικά με την υπό στοιχείο δ τούτων ο ενάγων δεν δικαιούται την αντίστοιχη αυτών αξιούμενη εργολαβική αμοιβή, συνολικού ποσού (4.200+ 3.560+15.200+ 44.010=) 66.970 ευρώ, η οποία, κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση ως οφειλόμενη σ'αυτόν, όπως βάσιμα ισχυρίζονται και οι εναγόμενοι-εκκαλούντες με το σχετικό λόγο της έφεσής τους". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι αναιρεσίβλητοι (εργοδότες) δεν κατήγγειλαν την μερικότερη σύμβαση έργου, με αντικείμενο την κατασκευή της υπό στοιχείο 2 κουζίνας εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας την υπόθεση απέρριψε την αξιούμενη για το έργο αυτό αντίστοιχη εργολαβική αμοιβή ύψους 44.010 ευρώ.
Έτσι που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς τα περιστατικά που έγιναν δεκτά σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της καταγγελίας της μερικότερης σύμβασης έργου, έτσι ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό της διάταξης του άρθρου 700 ΑΚ, την οποία έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Και τούτο διότι η παραδοχή του ότι "την κουζίνα δεν την τοποθέτησε ο ενάγων στην οικία των αντιδίκων του μετά από δική του απόφαση, επειδή δεν του είχαν καταβάλει, λόγω οικονομικής αδυναμίας τους, την οφειλόμενη μέχρι τότε εργολαβική αμοιβή του για το μεγαλύτερο μέρος του έργου που είχε ήδη εκτελέσει" αντιφάσκει με την παραδοχή ότι "η ανωτέρω κουζίνα δεν τοποθετήθηκε στην οικία των εναγομένων διότι το έτος 2013, όταν επιχειρήθηκε η τοποθέτησή της είχε διαπιστωθεί η ακαταλληλότητα του ξύλου που τους είχε προτείνει για την κατασκευή της ο ενάγων" η οποία υποδηλώνει καταγγελία της σύμβασης από τους αναιρεσίβλητους (εργοδότες) λόγω προβλεπόμενης ελλαττωματικής κατασκευής του έργου. Η τελευταία δε αυτή παραδοχή είναι και ασαφής και ανεπαρκής, διότι πέραν της γενικόλογης και αόριστης αναφοράς "όταν επιχειρήθηκε η τοποθέτησή της η κουζίνα δεν τοποθετήθηκε, λόγω ελαττωματικότητας του ξύλου που επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί" δεν προσδιορίζεται ειδικότερα ποιος (ο ενάγων ή οι εναγόμενοι) δήλωσε (ρητά ή σιωπηρά) ότι δεν θα εκτελεστεί το έργο αυτό, έτσι ώστε να καθίσται σαφές αν η εκτέλεση του εν λόγω έργου σταμάτησε με απόφαση των εναγομένων λόγω ελλατωματικότητας του ξύλου που επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί, οπότε συντρέχει περίπτωση καταγγελίας τη σύμβασης από τους εργοδότες και ο ενάγων δικαιούται την αμοιβή του, ή αν σταμάτησε με απόφαση του εναγομένου, λόγω μη καταβολής της οφειλομένης αμοιβής του για τα ήδη εκτελεσθέντα προηγούμενα έργα (όπως γίνεται δεκτό με την πρώτη ως άνω παραδοχή), οπότε ο ενάγων δεν δικαιούται της αντίστοιχης αμοιβής. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 19 (όχι δε και 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε την υπόθεση όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ),όπως αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ.6446/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος, που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα.
Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ