Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1352 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1352/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ποντικάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία "ΦΙΝΟΜΠΕΤΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με διακριτικό τίτλο "ΦΙΝΟΜΠΕΤΟΝ Α.Ε.", που εδρεύει στα Χανιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Αποστολάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 225/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 9/2021 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-3-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 4-3-2021 αίτηση του Α. Κ. για την αναίρεση της υπ'αριθ. 9/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε σ' αυτόν στις 4-2-2021 και η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Κρήτης στις 8-3-2021 ημέρα Δευτέρα, μαζί με παράβολο των 450 ευρώ (άρθ. 144 παρ. 1 και 3, 495 παρ. 3Βδ, 552,553, 556, 558, 564 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθ. 62, 339, 409 §§ 1 και 2, 410 και 415 και 421 επ. ΚΠολΔ, όπως τα τελευταία ίσχυαν και εφαρμόζονται στον κρίσιμο χρόνο, συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι` αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανικάνου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού. Τούτο συνάγεται κυρίως από το ως άνω άρθ. 415 ΚΠολΔ που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους, η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, καθόσον υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στην συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη. Κατά συνέπεια, η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 374/2011, ΑΠ 1335/2008, ΑΠ 615/2008, ΑΠ 329/2008). Τα ανωτέρω, για την ταυτότητα του λόγου, ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, με τις οποίες ο ενόρκως βεβαιών τρίτος καταθέτει ό,τι γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά. Άρα, ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου κατά τον χρόνο της ένορκης βεβαίωσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό αυτής ως ανυπόστατης (ΑΠ 1010/2009, ΑΠ 248/2009, ΑΠ 1492/2006, ΑΠ 1361/2005, ΑΠ 814/2005). Επομένως, ένορκη βεβαίωση ή κατάθεση διαδίκου ή εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου εξακολουθεί να αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και ανεπίτρεπτα λαμβάνεται υπόψη, όταν ο ενόρκως βεβαιών ήταν διάδικος κατά τον χρόνο της βεβαίωσης, έστω και αν απώλεσε μετά ταύτα την ιδιότητα αυτήν, στα πλαίσια της αυτής δίκης, καθόσον εξακολουθεί και τότε να υφίσταται ο δικαιολογητικός λόγος της απαγόρευσης λήψης υπόψη της ένορκης βεβαίωσης αυτού, η έλλειψη δηλ. αντικειμενικότητας αυτού κατά τον κρίσιμο εκείνον χρόνο (ΑΠ 1085/2023, ΑΠ 527/2023, ΑΠ 2076/2017, ΑΠ 908/2017). Τούτο πολύ περισσότερο ισχύει και για την περίπτωση που ο διάδικος ή ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου, εξετάστηκε ανωμοτί ενώπιον του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου, καθόσον, πέραν των άλλων, η ανωμοτί εξέταση του διαδίκου αποτελεί αποκλειστική δικονομική ευχέρεια του δικαστηρίου μόνον και δεν ανατίθεται σε άλλους (πλην του ειρηνοδίκη, ειδικώς) δημόσιους λειτουργούς. Αλλωστε η ένορκη βεβαίωση, ως επώνυμο αποδεικτικό μέσο, προβλέπεται να δίδεται, υπό τις προϋποθέσεις των άρθ. 421 επ. ΚΠολΔ αποκλειστικά και μόνον από τους μάρτυρες, η δε εξέταση των διαδίκων ως επώνυμου (επικουρικού) αποδεικτικού μέσου διατάσσεται αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκαν ή αποδείχθηκαν ατελώς τα πραγματικά γεγονότα της αγωγής ή της ενστάσεως με τα άλλα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019). Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 500/2019). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1535/1995, 567/1996).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ'εκτίμηση, η πλημμέλεια, εκ του αριθ. 11 γ' του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και απέρριψε ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο την υπό του αναιρεσείοντος προσκομισθείσα ενώπιόν του με επίκληση υπ'αριθ. 15493/8-1-2021 ανωμοτί βεβαίωση του ίδιου, ληφθείσα μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου του, ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Δ. Π., προς απόκρουση των αγωγικών ισχυρισμών. Aπό την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον τον εδώ ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα εξής: "Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου Δικαστηρίου, καθώς και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο η χωρίς όρκο κατάθεση του εναγόμενου που περιέχεται στην υπ' αριθμ. 15.493/8-1-2021 ανωμοτί βεβαίωση της συμβολαιογράφου Χανίων Δ. Π., που ο τελευταίος επικαλείται και προσκομίζει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, καθόσον η βεβαίωση (ένορκη ή χωρίς όρκο) διαδίκου στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο είναι νομικώς ανυπόστατη ως αποδεικτικό μέσο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη υπό στοιχείο I...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δεν έλαβε υπόψη του, θεωρώντας αυτήν ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, την ενώπιόν του προσκομισθείσα με επίκληση ανωμοτί ενώπιον συμβολαιογράφου βεβαίωση του ιδίου του αναιρεσείοντος, ουδόλως υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αριθ. 11γ του άρθ. 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με τα ανωτέρω εκτεθέντα και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 352 και 335 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου. Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου, αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι` αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 350/2020, ΑΠ 188/2017, ΑΠ 634/2011), ενώ εξώδικη, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, είναι κάθε άλλη ομολογία (ΑΠ 1257/2022, ΑΠ 719/2020). Ο διάδικος που επικαλείται την δικαστική ομολογία του αντιδίκου του πρέπει να ισχυριστεί ότι την επικαλέστηκε και στο δικαστήριο της ουσίας και να το αποδεικνύει προσκομίζοντας τις προτάσεις του (ΑΠ 1611/2008, ΑΠ 49/2003 ΝοΒ 2003.1621). Κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, εξώδικη ομολογία είναι η μονομερής άτυπη δήλωση διαδίκου, και όχι τρίτου προσώπου, με την οποία αυτός αναγνωρίζει ως αληθές ένα γεγονός αμφισβητούμενο, το οποίο βλάπτει τα έννομα συμφέροντα αυτού που ομολογεί. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι αυτός που εξωδίκως ομολόγησε επιβλαβές γι' αυτόν γεγονός είχε πρόθεση ομολογίας, δεν είναι απαραίτητο να βεβαιώνεται ρητώς και πανηγυρικώς στην απόφασή του, ούτε να αιτιολογείται η κρίση ότι από συγκεκριμένο έγγραφο, που προσκομίσθηκε με επίκληση από τους διαδίκους, συνάγεται εξώδικη ομολογία (ΑΠ 1302/2023, ΑΠ 1218/2020). Σημειώνεται δε ειδικότερα, ότι η αγωγή και οι προτάσεις άλλης δίκης, όπως και οι προανακριτικές καταθέσεις της ποινικής διαδικασίας και το αιτιολογικό και διατακτικό των ποινικών αποφάσεων, είναι δυνατόν να χρησιμεύσουν προς συναγωγή εξώδικης ομολογίας ή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 663/2001, ΑΠ 1356/2010, ΑΠ 755/2011, ΑΠ 623/2018). Αν το δικαστήριο, ενώ από προσκομισθέντα νομίμως αποδεικτικά έγγραφα προέκυπτε εξώδικη ομολογία του διαδίκου, δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι την έλαβε υπόψη του και την εκτίμησε ελεύθερα, υποπίπτει στην πλημμέλεια του αριθ.11γ του άρθ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 212/2011). Ο διάδικος που επικαλείται την εξώδικη ομολογία του αντιδίκου του πρέπει να αναφέρει ότι την επικαλέστηκε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ) και να προσκομίσει και το κρίσιμο έγγραφο (ΑΠ 1037/2010). Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια επίσης εκ του αριθ. 11γ του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε την από 5-7-2011 και υπ 'αριθ. εκθ.καταθ. 385/14-7-2011 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη κατ' αυτού ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία η τότε αιτούσα και νυν αναιρεσίβλητη ζητούσε τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του καθού η αίτηση και νυν αναιρεσείοντος για τη διασφάλιση της απαίτησής της, την οποία, αφαιρουμένου του καταβληθέντος ποσού των 14.935,78 ευρώ, καθόριζε στο ποσό των 21.096,34 ευρώ. Ότι από τον στο δικόγραφο της αιτήσεως περιεχόμενο ισχυρισμό περί του υπολοίπου της οφειλής, συνάγεται εξώδικη ομολογία της νυν αναρεσίβλητης σχετικά με το τελικό ύψος της οφειλής του αναιρεσείοντος προς αυτήν. Ο αναιρεσείων προσκομίζει με επίκληση το σχετικό έγγραφο, από το οποίο ισχυρίζεται ότι προκύπτει εξώδικη ομολογία της αντιδίκου του, μνημονεύει δε ότι το προσκόμισε με επίκληση και ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, πλην όμως παραλείπει να αναφέρει αν επικαλέστηκε την εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου, στοιχείο καθοριστικό του παραδεκτού του λόγου αναίρεσης.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (άρθ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 12 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο προσέδωσε σε κάποιο αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από όση δεσμευτικά γι`αυτό ορίζει ο νόμος (ΑΠ 146/2024, ΑΠ 259/2007, ΑΠ 1023/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος θα πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται:α)το αποδεικτικό μέσο, που λήφθηκε υπόψη, β)ο ουσιώδης ισχυρισμός, σε απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευε (ή έπρεπε να χρησιμεύσει) και η επίδρασή του στην έκβαση της δίκης, γ)η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε και εκείνη που έχει κατά νόμο, δ)το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης (ΑΠ 146/2024, ΑΠ 1271/2008, ΑΠ 462/2019), ε)ότι έγινε νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου και του ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευε το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 146/2024, ΑΠ 1656/2010, ΑΠ 1038/2019), καθώς και κάθε άλλο στοιχείο, από το οποίο προκύπτει το παραδεκτό του αποδεικτικού μέσου, το οποίο πρέπει για το ουσία βάσιμο να προσκομίζεται στον Αρειο Πάγο (ΑΠ 146/2024).
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα ότι, ενώ στο δικόγραφο της από 5-7-2011 και υπ'αριθ. εκθ.καταθ. 385/14-7-2011 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη κατ' αυτού ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων η τελευταία προέβη στην ομολογία των πραγματικών περιστατικών που μνημονεύει, την ομολογία αυτή δεν την έλαβε υπόψη της η προσβαλλομένη. Ο αναιρεσείων προσκομίζει με επίκληση ενώπιον του Αρείου Πάγου το σχετικό δικόγραφο, πλην όμως παραλείπει να αναφέρει ότι τον περί ομολογίας της αναιρεσιβλήτου ισχυρισμό είχε προτείνει και στο Εφετείο. Πέραν τούτου δεν αναφέρει την αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο κρίσιμο έγγραφο και εκείνη που έχει κατά νόμο. Εν τέλει όμως ο λόγος αναίρεσης είναι αντιφατικός, καθόσον ενώ ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε το νόμο σχετικά με την αποδεικτική δύναμη της ομολογίας, εν ταυτώ αναφέρει ότι αυτό δεν την έλαβε υπόψη του. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός είναι πολλαπλώς απαράδεκτος. Από την διάταξη του άρθ. 416 ΑΚ που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθ. 262 παρ.1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, συνάγεται, ότι στοιχεία της ένστασης απόσβεσης χρηματικής ενοχής με καταβολή (εξόφλησης) είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Σε περίπτωση που η απαίτηση είναι μία, αρκεί για το ορισμένο της σχετικής ένστασης εξόφλησης αυτής, η αναφορά του ποσού και της αιτίας της καταβολής, οπότε είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος ως προς το αν η καταβολή ήταν πλήρης και έγινε απόσβεση του σχετικού χρέους (ΑΠ 417/2018, ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 1688/2012). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή ή στην ένσταση των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 818/2017).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση του λόγου αναίρεσης, η πλημμέλεια εκ του αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε τον πρώτο λόγο εφέσεως της εκκαλούσης/αναιρεσίβλητης, με τον οποίο αυτή παραπονείτο για την μη απόρριψη ως απαράδεκτης της πρωτοδίκως προταθείσης υπό του εναγομένου/εφεσιβλήτου/ αναιρεσείοντος ένστασης περί πλήρους,αλλιώς μερικής εξόφλησης της επίδικης απαίτησης και έτσι ακολούθως απέρριψε την ένστασή αυτή ως αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη. Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) των από 10-10-2018 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων κατατεθεισών προτάσεων του εναγομένου/αναιρεσείοντος προκύπτει ότι σ' αυτές διαλαμβάνονται, εν σχέσει με τον παραπάνω πραγματικό ισχυρισμό του, τα εξής: "Στην καθής κάθε φορά που μου παρέδιδε μπετόν και λοιπά προϊόντα της την εξοφλούσα. Στις 22-2-2010 είχε μείνει ένα υπόλοιπο από όλες τις πωλήσεις προς εμένα ποσού ευρώ 1.080 το ποσό αυτό το κατέβαλα την ίδια ημέρα στην καθ' ης όπως προκύπτει από την προσαγόμενη και επικαλούμενη απόδειξη με αρ. 5150/22-10-2010 της καθ' ης στην οποία αναφέρεται ρητά ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε για εξόφληση λογ/σμού στις 22-2-2010 (Σχετ. 1). Επομένως όλα τα τιμολόγια που αναφέρονται στην αγωγή της περιόδου από 9-5-2008 έως 30-1-2010 έχουν εξοφληθεί. Για τα τιμολόγια με αύξ. αρ. της αγωγής 46,47,48 και 49 έχω καταβάλει τα εξής ποσά: 1)Στις 22-2-2010 ευρώ 70 (απόδειξη Ν. 26651/22-2-2010) (Σχετ. 2)στις 26-2-2010 ευρώ 50 (απόδειξη με χρονολογία 26-2-2010 (Σχετ. 3). 3)στις 2-3-2010 ευρώ 1.060 (απόδειξη με αρ. 26327/2-3-2010 σχετ 4) 4)στις 22-8-2012 ευρώ 285 (απόδειξη με αρ. 11536/22-8-2012 σχετ. 5). Η καθ' ης με προχειρότητα συμπεριέλαβε στην αγωγή της τιμολόγια εξοφλημένα και προσπαθεί να εισπράξει χρήματα τα οποία δεν της οφείλω. Για την απόδειξη του ισχυρισμού μου αυτού προσάγω και επικαλούμαι την υπό χρονολογίαν 5-7-2011 και με αύξ. αρ.κατ/σεως 385/2011 αίτηση συντηρητικής κατασχέσεως της καθ ής κατ' εμού την οποία είχε καταθέσει στο μονομελές πρωτοδικείο Χανίων (σχετ. 6) και ζητούσε ασφαλιστικά μέτρα σε βάρος μου. Στην αίτηση αυτή η καθ' ης αναφέρει ότι για τα δήθεν ανεξόφλητα τιμολόγια της περιόδου 20-6-2008 έως 4-3-2010 είχα καταβάλει τμηματικά σ' αυτήν το ποσό των ευρώ 14.935,78 (ιδετε 3η σελίδα αιτήσεως). Και ως δήθεν υπόλοιπο οφειλής μου το ποσό των 21.096,34. Από το ποσό αυτό η καθ' ης δεν είχε αφαιρέσει και καταβολή της 16/3/2011 ποσού 5.000 την οποία αναφέρει στην ένδικο αγωγή. Με την αφαίρεση και του ποσού αυτού το υπόλοιπο που παρέμενε με βάση την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 16.096,34. Στην ένδικο αγωγή η καθ' ης ελησμόνησε ότι έλαβε τα ποσά που αναφέρει στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ευρώ 14.935,78 τα οποία έχω καταβάλει εξ ολοκλήρου στην αντίδικο για εξόφληση επί μέρους τιμολογίων. Με την αφαίρεση του ποσού αυτού από το υπόλοιπο το οποίο ζητά η αντίδικος των 29.159,34 παρέμεινε υπόλοιπο ευρώ 14.223,56. Επομένως και αν ακόμη όφειλα κάποιο ποσό στην αντίδικο (πράγμα που αρνούμαι ακόμη και με τους υπολογισμούς της αντιδίκου, αυτό δεν μπορούσε να υπερβεί το ποσό των ευρώ 14.223,56". Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση των από 7-1-2021 προτάσεων που ο εναγόμενος/εφεσίβλητος κατέθεσε παραδεκτά ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, προκύπτει ότι αυτός αντικρούοντας τον πρώτο λόγο έφεσης της ενάγουσας/εκκαλούσας, εκθέτει αναλυτικά και παραδεκτώς (άρθ. 527 παρ. 1 ΚΠολΔ) τις έναντι του χρέους του καταβολές του, διευκρινίζοντας έτσι πλήρως τον περί εξοφλήσεως πρωτόδικο ισχυρισμό του. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, εν σχέσει προς τον παραπάνω πραγματικό ισχυρισμό του εναγομένου/εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος, ερευνώντας τον πρώτο λόγο εφέσεως της ενάγουσας/εκκαλούσας/αναιρεσίβλητης, διέλαβε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε, με τις προτάσεις που νομίμως και παραδεκτώς κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι η επίδικη απαίτηση της ενάγουσας έχει αποσβεστεί λόγω καταβολής (πλήρους εξόφλησης του συνολικού τιμήματος της πώλησης), καθώς και ότι σε κάθε περίπτωση απομένει συνολικό υπόλοιπο οφειλής του ύψους 14.223,56 €. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση καταβολής και, επικουρικά, μερικής καταβολής, η οποία είναι αόριστη και, συνεπώς, απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη υπό στοιχείο II, καθόσον ο εναγόμενος αναφέρει συγκεχυμένα μόνο ότι εξοφλούσε την ενάγουσα για κάθε επιμέρους πώληση όταν παραλάμβανε τα πωληθέντα αντικείμενα, ότι έχει εξοφλήσει όλα τα αναφερόμενα στην αγωγή τιμολόγια της περιόδου από 9-5-2008 μέχρι τις 30-1-2010, ότι για τα υπόλοιπα αναφερόμενα τιμολόγια έχει καταβάλει το συνολικό ποσό των 1.465 €, καθώς και ότι έχει καταβάλει στην ενάγουσα τμηματικά το συνολικό ποσό των 19.935,78 €, ενώ για την πληρότητα του ισχυρισμού αυτού, δεδομένου ότι με την κρινόμενη αγωγή ασκούνται περισσότερες αξιώσεις πηγάζουσες από διαφορετικές αιτίες, έπρεπε να προσδιορίζει το δικαιούμενο για κάθε αξίωση ποσό, το καταβληθέν για κάθε επιμέρους αξίωση ποσό, καθώς και τον χρόνο καταβολής για κάθε ποσό, ώστε να δύναται η ενάγουσα να αμυνθεί και το Δικαστήριο να ελέγξει την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού. Ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του θεώρησε ορισμένη και παραδεκτή την ανωτέρω ένσταση του εναγόμενου και προχώρησε στην έρευνα της ουσιαστικής της βασιμότητας, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ακολούθως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένσταση εξοφλήσεως που πρότεινε πρωτοδίκως ο εναγόμενος/αναιρεσείων και παραδεκτά συμπλήρωσε με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του, δεχόμενο τον σχετικό με το κεφάλαιο αυτό της πρωτόδικης απόφασης πρώτο λόγο εφέσεως της νυν αναιρεσίβλητης ως βάσιμο, με το σκεπτικό ότι ο εναγόμενος έπρεπε να προσδιορίζει το δικαιούμενο για κάθε αξίωση ποσό, το καταβληθέν για κάθε επιμέρους αξίωση ποσό, καθώς και τον χρόνο καταβολής για κάθε ποσό, ώστε να δύναται η ενάγουσα να αμυνθεί και το Δικαστήριο να ελέγξει την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού, κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού από το ανωτέρω περιεχόμενο της ένστασης, όπως παραδεκτά συμπλήρωθηκε, προκύπτει ότι σε αυτήν προσδιορίζεται το δικαιούμενο για κάθε αξίωση ποσό, το καταβληθέν για κάθε αξίωση ποσό, καθώς και ο χρόνος καταβολής και συνεπώς αυτή υπέπεσε στην παράβαση του αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατά το άρθρο 513 ΑΚ, με την σύμβαση της πωλήσεως ο πωλητής υποχρεούται να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της πωλήσεως και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής υποχρεούται να πληρώσει το συμφωνηθέν τίμημα. Από την διάταξη αυτήν προκύπτει, ότι ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως της πωλήσεως είναι α') πράγμα ή δικαίωμα, β') τίμημα και γ') συμφωνία των συμβαλλομένων περί αυτών. Στα κρίσιμα αυτά σημεία πρέπει να υπάρξει κατά το άρθρο 195 Α.Κ. συμφωνία των συμβαλλομένων, χωρίς την οποία η σύμβαση δεν είναι συντελεσμένη(ΑΠ 1834/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι οι μόνες εμπορικές συναλλαγές που υπήρξαν μεταξύ των διαδίκων ήταν αυτές της χρονικής περιόδου από 9-5-2008 έως 8-3-2010, ότι ο αναιρεσείων από το συνολικό τίμημα των 36.592,06 ευρώ κατέβαλε σταδιακά στην αναιρεσίβλητη διάφορα χρηματικά ποσά ύψους 14.935,78 ευρώ, το οποίο καταλογίστηκε σε παλαιότερες οφειλές του εναγομένου, συνήγαγε το συμπέρασμα ότι ύστερα από την τελευταία πώληση στις 8-3-2010 απέμεινε ως υπόλοιπο το ίδιο ποσό ήτοι 34.159,34 ευρώ, χωρίς να προσδιορίζει ποιες ήταν αυτές οι παλαιότερες οφειλές του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η ενάγουσα(ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρία έχει ως αντικείμενο την παραγωγή και πώληση έτοιμου σκυροδέματος, ελαφροσκυροδέματος, υποστρωμάτων και ασφαλτικών προϊόντων. Στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της, κατά το χρονικό διάστημα από τις 9-5-2008 μέχρι και τις 8-3-2010, δυνάμει διαδοχικών και ανεξάρτητων μεταξύ τους συμβάσεων πώλησης που συνήψε με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) στα Χανιά, πώλησε και παρέδωσε σταδιακά στον τελευταίο διάφορες ποσότητες προϊόντων του κύκλου εργασιών της (αντλήσιμο σκυρόδεμα ποιότητας C08/10, 020/25 και C16/20, πρόσθετο σκυροδέματος CHEM-SPL, άμμο λατομείου, ακρυλικό αρμόστοκο, κόλλα πλακιδίων), έναντι συνολικού τιμήματος 36.592,06 € (συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.), για την κάθε δε επιμέρους πώληση η ενάγουσα εξέδωσε νομίμως επί πιστώσει τα αντίστοιχα παραστατικά (αποδείξεις λιανικής πώλησης και τιμολόγια). Συγκεκριμένα, η ενάγουσα εξέδωσε τα εξής παραστατικά:1)...(Ακολουθεί η αναλυτική παράθεση των παραστατικών). Όπως αναφέρθηκε, το τίμημα κάθε επιμέρους πώλησης πιστώθηκε (βλ. την σχετική αναγραφή σε κάθε παραστατικό στο πεδίο "τρόπος πληρωμής"), με την συμφωνία αυτό να καταβάλλεται όταν ο εναγόμενος θα είχε την σχετική οικονομική δυνατότητα, μέχρι την ολοκλήρωση των συναλλαγών μεταξύ των διαδίκων. Από κανένα αποδεικτικό μέσο όμως δεν προέκυψε ότι οι διάδικοι συμφώνησαν την καταβολή του κάθε επιμέρους τιμήματος πώλησης εντός χρονικού διαστήματος 60 ημερών από την έκδοση του αντίστοιχου τιμολογίου, όπως η ενάγουσα αβάσιμα ισχυρίζεται, καθόσον δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναγραφή στα ανωτέρω παραστατικά ούτε κατέθεσε σχετικά ο μάρτυρας της ενάγουσας. Λόγω δε της πίστωσης του τιμήματος, σε κάθε παραστατικό του εξέδωσε η ενάγουσα, εκτός από τα τυπικά στοιχεία της πώλησης (επωνυμία, πωλητή και αγοραστή, τόπο αγοράς και προορισμού των πωληθέντων προϊόντων, τρόπο πληρωμής και αποστολής, αξία πωληθέντων, αξία Φ.Π.Α., κλπ), αναγραφόταν η τελική αξία - τίμημα των πωληθέντων, το προηγούμενο υπόλοιπο (στο οποίο υπολογίζονταν οι μέχρι τότε καταβολές του εναγόμενου έναντι του συνολικού τιμήματος), καθώς και το νέο υπόλοιπο (στο οποίο είχε προστεθεί το τίμημα της πώλησης για την οποία εκδόθηκε το παραστατικό). Για τον ίδιο λόγο, η ενάγουσα δημιούργησε για τον εναγόμενο "καρτέλα πελάτη", στην οποία καταχωρίζονταν μέσω του λογιστηρίου της όλες οι μεταξύ τους συναλλαγές, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που αναφέρθηκε. Ειδικότερα, στην καρτέλα αυτή καταχωρίζονταν αναλυτικά τα εκάστοτε παραστατικά (με αριθμό, είδος και ποσότητα πωληθέντων, κλπ), με την αντίστοιχη αξία τους αναγραφόμενη ως "χρέωση", καθώς και οι εκάστοτε καταβολές στις οποίες προέβαινε ο εναγόμενος, αναγραφόμενες ως "πίστωση", ενώ ύστερα από κάθε κίνηση του λογαριασμού (με "χρέωση" ή "πίστωση" κονδυλίων) γινόταν ο υπολογισμός του υπολοίπου τιμήματος της πώλησης, όπως γινόταν και στα παραστατικά που αναφέρθηκαν. Ο εναγόμενος παρέλαβε ανεπιφύλακτα και χρησιμοποίησε για τις ανάγκες του όλα τα πωληθέντα προϊόντα, γεγονός που συνομολογεί. Επίσης, ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί την σύναψη των επίδικων διαδοχικών συμβάσεων πώλησης και το περιεχόμενο αυτών, το ύψος κάθε επιμέρους τιμήματος και την πίστωση αυτού για αόριστο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να συνάγεται ομολογία ως προς αυτά τα πραγματικά περιστατικά, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη (άρθρα 97, 261 και 352 παρ.1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι έναντι του προαναφερόμενού συνολικού τιμήματος της πώλησης ο εναγόμενος κατέβαλε σταδιακά στην ενάγουσα διάφορα χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους 14.935,78 € (βλ. αναλυτικά την καρτέλα πελάτη της ενάγουσας που αναφέρθηκε). Τα ποσά αυτά καταλογίστηκαν στις παλαιότερες οφειλές του εναγόμενου (άρθρο 422 ΑΚ), με αποτέλεσμα, ύστερα και από την τελευταία επιμέρους πώληση στις 8-3-2010 να απομείνει υπόλοιπο τιμήματος ύψους 34.159,34 €, με την παρακάτω διευκρίνηση: Στις 20-6-2008, στις 9-9-2008 και στις 23-1-2009 ο εναγόμενος παρέδωσε έναντι της οφειλής του στην ενάγουσα τρεις τραπεζικές επιταγές τρίτων, συνολικού ύψους 35.000 €. Από τις επιταγές αυτές, η πρώτη, ύψους 10.000 €, πληρώθηκε κανονικά κατά την εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα και το εν λόγω ποσό πιστώθηκε στην οφειλή του την ίδια ημερομηνία (20-6- 2008), καταλογιζόμενη στο μέχρι τότε υπόλοιπο του τιμήματος με τον τρόπο που αναφέρθηκε. Οι υπόλοιπες δύο επιταγές, με αριθμούς ... και ..., έκδοσης του πατέρα του εναγόμενου Γ. Κ. του Σ. για ποσά 10.000 € και 15.000 € αντίστοιχα, με πληρώτρια τράπεζα την "Τράπεζα Κύπρου", αρχικά πιστώθηκαν με τον ίδιο τρόπο στο υπόλοιπο του τιμήματος της πώλησης κατά το αντίστοιχο χρονικό σημείο της παράδοσής τους, δηλαδή στις 9-9-2008 και στις 23-1-2009 (από την με αριθμό ... επιταγή πιστώθηκε στην καρτέλα του εναγόμενου μόνο το ποσό των 1.937 €, καθόσον με τα υπόλοιπα ποσά των 4.600 € και 8.463 € πιστώθηκαν κατά την ίδια ημερομηνία λογαριασμοί - οφειλές τρίτων προσώπων πελατών της ενάγουσας, που ήταν ταυτόχρονα δανειστές του εναγόμενου, όπως προκύπτει σαφώς από την καρτέλα του εναγόμενου και από τις αντίστοιχες εγγραφές στις καρτέλες των Σ. Σ. και Γ. Χ. - Κ., που προσκομίζει η ενάγουσα). Πλην όμως, επειδή οι εν λόγω δύο τραπεζικές επιταγές δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους στην πληρώτρια τράπεζα, τα ποσά τους (συνολικού ύψους 25.000 €) χρεώθηκαν εκ νέου στο υπόλοιπο του τιμήματος της επίδικης πώλησης, στις 23-4-2009 και στις 10-7-2009 αντίστοιχα. Ακολούθως, έναντι του υπολοίπου τιμήματος της πώλησης που αναφέρθηκε, στις 16-3-2011 ο εναγόμενος κατέβαλε στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 5.000 €, το οποίο καταλογίστηκε επίσης στις οφειλές του για την ίδια αιτία. Ύστερα και από την τελευταία αυτή καταβολή το υπόλοιπο του τιμήματος των ανωτέρω πωλήσεων ανήλθε στο συνολικό ποσό των 29.159,34 € (34.159,34 € - 5.000 €). Αποδείχθηκε δε, ότι ο εναγόμενος εξακολουθεί να οφείλει στην ενάγουσα μέχρι και την συζήτηση της υπόθεσης το προαναφερόμενο υπόλοιπο του τιμήματος των ανωτέρω πωλήσεων, δεδομένου ότι δεν προέκυψε οποιαδήποτε άλλη καταβολή του, το οποίο αρνείται να καταβάλει παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας. Ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι ο εναγόμενος έχει εξοφλήσει μέρος της επίδικης απαίτησης της ενάγουσας, με τμηματικές καταβολές προς αυτήν συνολικού ύψους 30.220,78 €, δεχόμενο εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την προαναφερόμενη ένσταση του εναγόμενου, ενώ έπρεπε να θεωρήσει ότι ο τελευταίος εξακολουθεί να οφείλει ολόκληρο το αιτούμενο ποσό των 29.159,34 €. Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος(...). Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των 4.855,12 €, ενώ έπρεπε να δεχθεί αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη για ολόκληρο το αιτούμενο ποσό των 29.159,34 €. Πρέπει επομένως, κατά παραδοχή των λόγων της έφεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη και, για την ενότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης, να εξαφανιστεί εξ ολοκλήρου η εκκαλούμενη απόφαση, δηλαδή και ως προς τις καταψηφιστικές διατάξεις της που δεν θίγονται με την απόφαση αυτή (...), αναγκαίως δε και κατά τη διάταξη των δικαστικών εξόδων, που θα καθορισθούν εξαρχής(...)". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι: α)οι μεταξύ των διαδίκων εμπορικές συναλλαγές, που περιλαμβάνουν διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως προϊόντων της ενάγουσας προς την εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 9-5-2008 έως 8-3-2010, δεν αμφισβητούνται β)ότι το συνολικό τίμημα πωλήσεως που προέκυψε από αυτές ανήλθε σε 36.592,06 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ), γ)ότι ο εναγόμενος/αναιρεσείων κατέβαλε έναντι της οφειλής αυτής στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 14.935,78 ευρώ, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται, κατά τα χρονικά σημεία που αποδείχθηκαν από την τηρούμενη καρτέλα πελάτη που τηρούσε η ενάγουσα, η οποία προσκομίστηκε με επίκληση στο δικαστήριο, δ)ότι, μετά από τις επιμέρους καταβολές απομένει υπόλοιπο 34.159,34 ευρώ από το οποίο, αν αφαιρεθεί ποσό 5.000 ευρώ που καταβλήθηκε στις 16-3-2011, απομένει ως τελικό οφειλόμενο ποσό το δια της αγωγής αιτούμενο ήτοι 29.159,34 ευρώ, το οποίο επιδίκασε στην ενάγουσα/αναιρεσίβλητη, περιέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους περί πωλήσεως ουσιαστικούς κανόνες δικαίου, των άρθρων 513 επ. ΑΚ και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ενώ δέχεται αυτή ότι το συνολικό χρέος του εναγομένου προς την ενάγουσα ανήρχετο στο ποσό των 36.592,06 €, ότι έναντι του ποσού αυτού ο εναγόμενος κατέβαλε το συνολικό ποσό των 14.935,78 ευρώ, δέχεται εν συνεχεία ότι το ποσό που αυτός κατέβαλε καταλογίστηκε σε παλαιότερες οφειλές, χωρίς όμως να προσδιορίζει ποιες ήταν αυτές και από ποια αιτία προέκυψαν, αν και δέχεται ότι η μεταξύ τους συνεργασία άρχισε την 9-5-2008 και όχι πριν και καταλήγει στο αποδεικτικό πόρισμα της οφειλής του ποσού των 29.159,34 ευρώ, παρά το ότι η ίδια η ενάγουσα στο δικόγραφο της από 5-7-2011 αιτήσεως συντηρητικής κατάσχεσης που κατέθεσε την 14-7-2011 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων κατά του εναγομένου, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) ανέφερε ότι, κατόπιν καταβολών έναντι του χρέους, το υπόλοιπο της οφειλής του τελευταίου ανήρχετο σε 21.096,34 ευρώ. Έτσι όμως δημιουργείται ασάφεια σχετικά με το ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε η προσβαλλομένη για να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και κατ' επέκταση για το αν ορθά εφήρμοσε τις περί πωλήσεως ουσιαστικές διατάξεις και υπήγαγε σ' αυτές τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αφού με βάση το σκεπτικό της, δεν καθίσταται σαφές πόθεν προκύπτει το επιδικασθέν υπέρ της ενάγουσας ποσό. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 (όχι δε και 8 και 9) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 1 ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των εμπόρων για εμπορεύματα που χορήγησαν και επομένως και οι αξιώσεις αυτών για καταβολή του τιμήματος πωληθέντων εμπορευμάτων. Κατά δε τα άρθρα 251, 253, 260, 270 παρ.2 του ΑΚ, η παραγραφή των παραπάνω αξιώσεων αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και κατέστη δυνατή η επιδίωξή τους, η παραγραφή αυτή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο, η δε νέα παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος εντός του οποίου περατώθηκε η διακοπή. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 260 του ΑΚ, συνάγεται ότι για τη διακοπή της παραγραφής αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια ή συμπεριφορά του οφειλέτη έναντι του δανειστή, από την οποία να προκύπτει σαφώς ότι αυτός (οφειλέτης), γνωρίζοντας την εναντίον του αξίωση του δικαιούχου, θεωρεί ότι αυτή υφίσταται, κατά το χρόνο της ενεργείας ή της συμπεριφοράς του, κατά τρόπο που να μη θεωρείται αναγκαία η έγερση της σχετικής αγωγής από το δανειστή. Ενέργειες δε, που συνιστούν αναγνώριση (εκτός βεβαίως από την ρητή τοιαύτη) είναι, μεταξύ των άλλων, η πληρωμή τόκων, η παροχή ασφαλείας της αξιώσεως, η μερική καταβολή και η μερική προσφορά του χρέους (ΑΠ 1491/2017, ΑΠ 997/2015). Δεν εξετάζεται αν η ενέργεια του οφειλέτη έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, ούτε αν συνιστά συμβατική ή μονομερή αναγνώριση της αξιώσεως ή σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 873 ΑΚ, ούτε απαιτείται η ενέργεια αυτή να υποβληθεί σε κάποιον τύπο ή να γίνει δεκτή από τον δανειστή (ΑΠ 590/2023, ΑΠ 824/2022).
Συνεπώς, αρκεί κάθε ενέργεια του υπόχρεου έναντι του δικαιούχου, αναγνωριστική του υποστατού της υποχρεώσεώς του είτε ρητή είτε σιωπηρή, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται πριν από την συμπλήρωση της παραγραφής, έναντι του δανειστού και όχι έναντι τρίτου προσώπου, δηλαδή, η τέτοια ενέργεια του οφειλέτη πρέπει να απευθύνεται προς τον δανειστή και να περιέρχεται σ` αυτόν και όχι σε τρίτο (ΑΠ 590/2023, ΑΠ 824/2022). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 250, 251, 253, 260, 270 ΑΚ απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την ένσταση παραγραφής μέρους της απαίτησης της ενάγουσας για πωλήσεις που έγιναν μέχρι την 8-3-2010 ότε έληξε η μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης συνεργασία, δεχόμενο την αντένσταση διακοπής αυτής. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, αναφορικά με τον εδώ ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα εξής: "...Ακολούθως, δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη απαίτηση της ενάγουσας έχει παραγραφεί, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Ειδικότερα, δεδομένου ότι η απαίτηση της ενάγουσας είναι εμπορική, η παραγραφή της αρχίζει μόλις λήξει το έτος εντός του οποίου αυτή γεννήθηκε (ήτοι από το τέλος του έτους κατά το οποίο εκδόθηκε κάθε επιμέρους τιμολόγιο πώλησης) και παραγράφεται σε πέντε χρόνια (άρθρα 250 αριθ.1, 251 και 253 ΑΚ). Επομένως, εφόσον η πρώτη και η τελευταία επιμέρους σύμβαση πώλησης μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκαν στις 9-5-2008 και στις 8-3-2010 αντίστοιχα, οι αντίστοιχες απαιτήσεις για την καταβολή του τιμήματος τους παραγράφονται στις 1-1-2014 και στις 1-1-2016 αντίστοιχα, ενώ κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα (την 1η Ιανουάριου των ενδιάμεσων ετών) παραγράφονται και οι απαιτήσεις για τις υπόλοιπες επιμέρους πωλήσεις. Πλην όμως αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, καταβάλλοντας στις 16-3-2011 στην ενάγουσα έναντι του υπολοίπου τιμήματος των επίδικων πωλήσεων το χρηματικό ποσό των 5.000 € που αναφέρθηκε, με πρόθεση αυτό να καταλογιστεί στις παλαιότερες οφειλές του, όπως και ο ίδιος συνομολογεί, αναγνώρισε την επίδικη αξίωση της τελευταίας, με αποτέλεσμα να διακοπεί η παραγραφή της (άρθρο 260 ΑΚ), καθόσον η μερική καταβολή με σκοπό εξόφλησης του αξιουμένου με την αγωγή χρηματικού ποσού συνιστά αναγνώριση της οφειλής, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη υπό στοιχείο III. Επομένως, η σχετική νόμιμη αντένσταση περί διακοπής του χρόνου παραγραφής, λόγω αναγνώρισης της αξίωσής της, που προέβαλε η ενάγουσα τόσο καθ' υποφοράν με την αγωγή της, όσο και με τις προτάσεις που κατέθεσε, την οποία επαναφέρει ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη. Εφόσον δε η παραγραφή διακόπηκε, ξεκινάει νέα πενταετής προθεσμία παραγραφής κατ' άρθρο 250 ΑΚ, η οποία αρχίζει μόλις λήξει το έτος εντός του οποίου περατώθηκε η διακοπή κατ' άρθρο 270 παρ.2 ΑΚ, υπολογιζόμενη δηλαδή από την 1η Ιανουάριου του επόμενου έτους (...). Στην προκειμένη περίπτωση, η νέα πενταετής παραγραφή των επίδικων αξιώσεων της ενάγουσας άρχιζε στις 31-12-2011 και έληγε στις 31-12-2016, πλην όμως και αυτή διακόπηκε εκ νέου κατ' άρθρο 261 παρ.1 ΑΚ στις 30-12-2015, με την επίδοση της υπό κρίση αγωγής στον εναγόμενο (...) οπότε άρχισε νέα πενταετής προθεσμία παραγραφής στις 31-12-2015. Έκτοτε δεν παρήλθε χρονικό διάστημα πέντε συνεχόμενων ετών χωρίς να διακοπεί η παραγραφή με οποιονδήποτε τρόπο, δεδομένου ότι λάμβαναν χώρα διαδοχικές διαδικαστικές πράξεις των διαδίκων και του Δικαστηρίου (συζήτηση υπόθεσης, έκδοση απόφασης πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κλπ). Ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι ένα μέρος της επίδικης απαίτησης της ενάγουσας, συνολικού ύψους 2.409,33 €, έχει παραγραφεί και, ακολούθως, απέρριψε την αγωγή ως προς αυτό, δεχόμενο εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την σχετική ένσταση παραγραφής που προέβαλε ο εναγόμενος και απορρίπτοντας (σιωπηρά) την προαναφερόμενη σχετική αντένσταση περί διακοπής του χρόνου παραγραφής που προέβαλε η ενάγουσα, ενώ έπρεπε να θεωρήσει ότι η παραγραφή είχε διακοπεί και ότι ο εναγόμενος εξακολούθησε να οφείλει ολόκληρο το αιτούμενο ποσό των 29.159,34 €. Επομένως, οι σχετικοί δεύτερος και τέταρτος λόγοι της έφεσης, που είναι συναφείς και εκτιμώνται ενιαία, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τους οποίους η εκκαλούσα παραπονείται για την μη παραδοχή της προαναφερόμενης αντένστασής της, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι". Κατόπιν τούτου το Εφετείο δεχόμενο τους δεύτερο και τέταρτο λόγους έφεσης, απέρριψε την ένσταση παραγραφής δεχόμενο την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, που παραδεκτά πρότεινε η ενάγουσα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δεχόμενο την αντένσταση διακοπής της παραγραφής λόγω αναγνώρισης εκ μέρους του εναγομένου οφειλέτη της αξιώσεως της ενάγουσας δια καταβολής την 16-3-2011 του ποσού των 5.000 ευρώ έναντι της οφειλής του, απέρριψε την ένσταση παραγραφής ως ουσία (κατ'αντένσταση) αβάσιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθ. 250 αρ.1, 253, 260, 261 παρ.1, 270 ΑΚ, υπαγάγοντας σ' αυτές τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά χωρίς αντιφάσεις και ελλιπείς αιτιολογίες, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθ. 873 ΑΚ η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα. Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Πρέπει, μετά ταύτα, να εξαφανιστεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το αναιρεθέν μέρος της, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο δικαστήριο, αποτελούμενο από άλλο δικαστή από αυτόν που δίκασε (άρθ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις με το σχετικό αίτημα (άρθ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό αναφερόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ. 9/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, κατά το μέρος, που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος εκ ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ