ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1353/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1353/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1353/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1353 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1353/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Γ. του Ε., κατοίκου ... και 2) Χ. Γ. του Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καραβοκύρη.

Της αναιρεσιβλήτου: υπό ειδική εκκαθάριση τελούντος συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Συνεταιριστική Τράπεζα Λαμίας ΣΥΝ.Π.Ε.", που εδρεύει στη Λαμία, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2020 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-7-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1762/2022, ΑΠ 1182/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους αναιρεσείοντες υπ. αριθ. 549/23-11-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λαμίας Ε. Π., αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 22-7-2022 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αίτησης στην ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων στον αναιρεσίβλητο συνεταιρισμό. Όμως ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό, αφού κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 11-6-2020 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 28-7-2022, δεδομένου ότι, κατά την διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 του Ν.4790/2021, (όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με την διάταξη του άρθρου 25 Ν. 4792/2021), το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (7/11/2020 - 5/4/2021), λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού κόβιντ 19, δεν υπολογίζεται, μεταξύ άλλων, και στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, ενώ, κατά το άρθρο 49 παρ.1 Ν.4963/2022 "κατά την αληθή έννοια του...και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από...και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της ...παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας" και επομένως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ για την άσκηση της αναίρεσης, δεν είχε λήξει όταν ασκήθηκε αυτή.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σχετική σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 201/2017,ΑΠ 168/2015).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε αυτό πρέπει να αναφέρεται επίσης στην αίτηση αναίρεσης (ειδικότερα δε, αν αφορά τη δημόσια τάξη, που μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την προϋπόθεση πρόσθετης επίκλησης ότι το πραγματικό υλικό στο οποίο στηρίζεται, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ουσίας, ή ότι προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, προϋπόθεση που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 279/2019, 201/2017). Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 426/2021, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του περί της νομικής επάρκειας της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία, απ` όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ. Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ` εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά την δημοσία τάξη (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 1275/2018, ΑΠ 641/2018, ΑΠ 102/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 506/2010, ΑΠ 500/2010). Εξάλλου, με τα άρθρα 520 παρ.1 και 533 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται, ότι το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, και τους λόγους της έφεσης, καθώς και ότι το Εφετείο, αν κρίνει παραδεκτή την έφεση, εξετάζει το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, όταν έγινε δεκτή πρωτοδίκως η αγωγή και ασκήθηκε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ` ουσίαν, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε με τους λόγους εφέσεως, έστω κι αν προτάθηκε με τις προτάσεις του εκκαλούντος ή ήταν εξεταστέος αυτεπαγγέλτως, αφού αφενός μεν πρόταση νέου λόγου εφέσεως με τις προτάσεις δεν είναι παραδεκτή, (άρα ο ισχυρισμός δεν προτάθηκε "νομίμως", στο Εφετείο, όπως απαιτεί η προπαρατεθείσα διάταξη), αφετέρου δε μόνο το γεγονός ότι ο μη προταθείς ισχυρισμός ήταν εξεταστέος αυτεπαγγέλτως δεν αρκεί για το παραδεκτό του επ` αυτού στηριζομένου λόγου αναίρεσης, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις τρεις περιπτώσεις που αναφέρονται στην προπαρατεθείσα διάταξη (ΑΠ 500/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο κατά το πρώτο σκέλος λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε σιωπηρά τον προβληθέντα για πρώτη φορά ενώπιόν του με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων ισχυρισμό τους, ότι η επίδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου για την διάρρηξη ως καταδολιευτικών των αναφερομένων στην αγωγή δικαιοπραξιών, η οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή πρωτοδίκως, ήταν αόριστη, γιατί δεν αναφερόταν σε αυτήν η αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων, κατά τον χρόνο άσκησης της και έτσι έκρινε την αγωγή ορισμένη, ενώ έπρεπε, να την απορρίψει ως αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτος, καθ` όσον οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι είχαν ηττηθεί πρωτοδίκως, δεν προέβαλαν νομίμως στο Εφετείο τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό τους, τον οποίο και ανεξαρτήτως του δικαιώματος του Εφετείου, που συνάγεται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης (άρθρο 522) να τον ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως, έπρεπε να τον προτείνουν με λόγο εφέσεως, μη αρκούσης της προβολής του για πρώτη φορά με τις προτάσεις τους στο Εφετείο. Κατά το άρθρο 806 του Α. Κ. "με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η σύμβαση δανείου, η οποία είναι ετεροβαρής, καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητος του δανείσματος στον οφειλέτη (re καταρτιζόμενη). Η διάταξη, όμως, αυτή δεν είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς με βάση την αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών (άρθρο 361 ΑΚ) οι συμβαλλόμενοι μπορούν να καταρτίσουν το δάνειο με μόνη τη συναίνεσή τους (solo consensu), οπότε στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για σύμβαση υποσχετική δανείου (άρθρο 809 ΑΚ., ΑΠ 529/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1833/2011, 878/2011). Τέτοια υποσχετική σύμβαση είναι και η σύμβαση ανοίγματος πίστωσης, με την οποία η συμβαλλόμενη ανώνυμη, τραπεζική συνήθως, εταιρία, ονομαζόμενη πιστώτρια, αναλαμβάνει την υποχρέωση να θέσει στη διάθεση του αντισυμβαλλόμενου πελάτη, που ονομάζεται πιστούχος, ένα ορισμένο συμφωνούμενο μεταξύ τους χρηματικό ποσό (plafon), το οποίο αυτός μπορεί να αναλαμβάνει, είτε εφάπαξ είτε διαδοχικά (τμηματικά), με τη συμφωνία να καταχωρίζονται οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις μεταξύ τους συναλλαγές, ονομαζόμενες και αποστολές, σε ενιαίο λογαριασμό με τη μορφή χρεωπιστωτικών κονδυλίων, ώστε να οφείλεται μόνο το μέλλον να προκύψει κατάλοιπο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, με συνέπεια το ότι κάθε τέτοια απαίτηση του ενός ή του άλλου μέρους από την καταχώρισή της στο λογαριασμό χάνει την αυτοτέλειά της, χωρίς μάλιστα να καθίσταται απαιτητή μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, και τούτο λόγω της συγχωνεύσεώς της με τις λοιπές καταχωρισμένες απαιτήσεις, καθώς και το ότι δανειστής θεωρείται εκείνο το συμβαλλόμενο μέρος υπέρ του οποίου προκύπτει το οριστικό πιστωτικό κατάλοιπο. Έτσι, χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εν λόγω συμβάσεως είναι η παροχή της πιστώσεως και ο ανοικτός λογαριασμός (ΑΠ 529/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1081/2015, ΑΠ 1790/2008, ΑΠ 1458/2006). Στη σύμβαση αυτή, η οποία διέπεται από τους όρους τους οποίους τα μέρη συμφώνησαν (άρθρ. 361 ΑΚ), τις διατάξεις περί δανείου (άρθρα 806 επ. ΑΚ), οι οποίες έχουν ευθεία εφαρμογή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 35 εδ. α`, 47, 48 εδ. δ`, 64, 65 και 66 του ΝΔ 17.7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 112 του ΕΙΣΝΑΚ, γεννώνται υποχρεώσεις σε βάρος αμφοτέρων των συμβαλλομένων και δη σε βάρος μεν του δανείζοντος η υποχρέωση προς παροχή του δανείσματος, σε βάρος δε του δανειζομένου η υποχρέωση προς απόδοση αυτού, η οποία, όμως, τελεί υπό την αναβλητική (νομική) αίρεση της δόσεως τούτου υπό του δανείζοντος. Το ζεύγμα όμως αυτών των υποχρεώσεων, παρά την αντιστοιχία και αμοιβαιότητα τους, δεν μπορεί να αποτελεί τις δύο παροχές (παροχή και αντιπαροχή) αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, γιατί δεν συνυπάρχουν. Η δεύτερη (υποχρέωση απόδοσης του δανείου) γεννιέται με τη δόση του δανείου, που συνιστά εκπλήρωση και άρα επιφέρει απόσβεση της πρώτης (ΑΠ 529/2022, ΑΠΠ 917/2020, ΑΠ 1081/2015). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών, η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος, και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής. Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 529/2022, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019). Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα, αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 529/2022, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 28/2017). Το γεγονός ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωσή σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 529/2022, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 28/2017). Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 529/2022, ΑΠ 914/2020) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 529/2022, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 928/2014). Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 847 επ., 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64-67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής, που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του πιστούχου ή εγγυητή της σύμβασης πίστωσης, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του. Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου. Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες δε καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, τυχόν κατάλοιπο. Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού. Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της πιστούχου η εγγυητή, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί, δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 529/2022, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019). Αντίθετη άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, θα μπορεί, χωρίς κανένα κίνδυνο διαρρήξεως, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του (ΑΠ 529/2022, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1491/2018). Επίσης, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 και 851ΑΚ με τη σύμβαση εγγυήσεως ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον αντισυμβαλλόμενο του, που είναι έναντι άλλου δανειστής, την ευθύνη ότι θα καταβληθεί σ` αυτόν η οφειλή του άλλου. Με αυτή τη σύμβαση ο εγγυητής ενέχεται προς τον αντισυμβαλλόμενο του όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι στον δανειστή του και συνεπώς όταν καταβάλει σε αυτόν, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και τη δική του οφειλή. Είναι συνεπώς και ο εγγυητής οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ και κάθε απαλλοτρίωση που έγινε από εκείνον προς βλάβη του αντισυμβαλλομένου του και δανειστή του, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία του για την ικανοποίηση αυτού, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους των διατάξεων του περί καταδολιεύσεως δανειστών κεφαλαίου ΑΚ (ΑΠ 621/2016). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 914/2020). Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ του ενάγοντος πιστωτικού συνεταιρισμού (ήδη αναιρεσιβλήτου) και του μη διαδίκου Κ. Γ. του Ε. καταρτίστηκε η υπ' αριθμ. ...2005 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε σε αυτόν πίστωση μέχρι του ποσού των 80.000 ευρώ, για την καταβολή δε της μέλλουσας να προκύψει από την εν λόγω σύμβαση οφειλής του ανωτέρω πρωτοφειλέτη εγγυήθηκε ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσείων), παραιτούμενος κάθε ένστασης και δικαιώματος απορρέοντος από τα άρθρα 853 επ. ΑΚ και ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης, κατά τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες, που περιλήφθηκαν στην ως άνω σύμβαση. Ο ισχυρισμός των εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων) ότι λόγω του ότι ο πρωτοφειλέτης είχε κατά το χρονικό διάστημα από 08.12.2010 έως 15.11.2011 την ιδιότητα του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου του ενάγοντος πιστωτικού συνεταιρισμού, απαιτείτο ειδική έγκριση του Δ.Σ. ή απόφαση της Γ.Σ. για την έγκυρη πιστοδότηση αυτού και, εφόσον τέτοια ειδική έγκριση δεν χορηγήθηκε στην προκειμένη περίπτωση, η συναφθείσα μεταξύ του ενάγοντος και του πρωτοφειλέτη σύμβαση πίστωσης είναι άκυρη και συνεπώς δεν υφίσταται έγκυρη απαίτηση του ενάγοντος ούτε κατά του πρώτου εξ αυτών-εγγυητή, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι ο ανωτέρω πιστούχος σε κάθε περίπτωση απέκτησε ειδική σχέση με τον ενάγοντα-πιστωτή σε χρόνο μεταγενέστερο της κατάρτισης της ανωτέρω σύμβασης πίστωσης (κατά το έτος 2005) και συνεπώς τέτοια έγκριση δεν απαιτείτο να χορηγηθεί αναδρομικά, ούτε άλλωστε προβλέπεται ως κύρωση για την παραβίαση των διατάξεων, που αυτοί επικαλούνται με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις τους, η ακυρότητα των συμβάσεων, που καταρτίζονται με τα εκεί αναφερόμενα πρόσωπα. Εν συνεχεία, ο ανωτέρω πιστούχος έκανε χρήση της πίστωσης και η εν λόγω σύμβαση λειτούργησε κανονικά, ο δε τηρούμενος προς εξυπηρέτηση αυτής αλληλόχρεος λογαριασμός εμφάνιζε την 25η.01.2011 προσωρινό υπόλοιπο ύψους περίπου 28.000 ευρώ. Στις 06.10.2011 ο ενάγων προέβη στο οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού και καταγγελία της σύμβασης πίστωσης, η οποία (καταγγελία) επιδόθηκε στον πιστούχο και τον πρώτο εναγόμενο εγγυητή, ενώ το υπόλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού εμφάνιζε κατά την αμέσως παραπάνω ημεροχρονολογία χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 60.582,56 ευρώ, το οποίο μετά από καταβολές ανήλθε τελικά στο ποσό των 59.887,39 ευρώ, για το οποίο εκδόθηκε μετά από αίτηση του ενάγοντος η υπ' αριθμ. 680/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Με βάση τα παραπάνω ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος εγγυήθηκε πλήρως και ανεπιφύλακτα, ως αυτοφειλέτης με τις ταυτόχρονες σε κάθε πράξη συνημμένες δηλώσεις εγγύησης, παραιτούμενος ρητά από κάθε ένσταση διζήσεως, καθώς και κάθε άλλης προσωποπαγούς ή μη ένστασης, ενεχόμενος εφεξής σε ολόκληρο και αλληλέγγυα με τον πιστούχο πρωτοφειλέτη, ενέχεται για το σύνολο της ως άνω απαίτησης του δανειστή τραπεζικού συνεταιρισμού και τελούντος πλέον υπό ειδική εκκαθάριση, η απαίτηση του οποίου είναι έναντι του απαιτητή και ληξιπρόθεσμη κατά τον χρόνο συζήτησης της κρινόμενης αγωγής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2011 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Τ.-Μ., νομίμως μεταγεγραμμένου, ο πρώτος εναγόμενος συνέστησε λόγω δωρεάς υπέρ της τρίτης εναγομένης συζύγου του (ήδη μη διαδίκου) δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας, επί της αναλυτικά περιγραφόμενης στο δικόγραφο της αγωγής οριζόντιας ιδιοκτησίας μιας οικοδομής κειμένης στη Λαμία και επί της οδού ... και συγκεκριμένα σε ένα διαμέρισμα πρώτου ορόφου, επιφάνειας 109,59 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 398,50/1000 εξ αδιαιρέτου. Η αξία κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της επικαρπίας της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας ανέρχεται σε 34.520,85 ευρώ. Εν συνεχεία, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2011 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στον δεύτερο εναγόμενο υιό του (ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα) λόγω γονικής παροχής, αφενός κατά ψιλή κυριότητα την αμέσως παραπάνω περιγραφείσα οριζόντια ιδιοκτησία επί της οδού ..., αφετέρου κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή δύο αναλυτικά περιγραφόμενες στο δικόγραφο της αγωγής οριζόντιες ιδιοκτησίες μιας οικοδομής κειμένης στη Λαμία και επί της οδού ..., και συγκεκριμένα ένα (υπό στοιχείο Β-1) διαμέρισμα δευτέρου ορόφου, επιφάνειας 54,86 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 125,42/1000 εξ αδιαιρέτου και ένα (υπό στοιχείο Γ -1) διαμέρισμα τρίτου ορόφου, επιφάνειας 34,74 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 79,41/1000 εξ αδιαιρέτου. Η αξία κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού για τη μεν μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας της άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας επί της οδού ... ανέρχεται σε 51.781,28 ευρώ, για τη δε μεταβίβαση των οριζοντίων ιδιοκτησιών επί της οδού ..., για το υπό στοιχείο Β-1 διαμέρισμα σε 56.162,93 ευρώ και για το υπό στοιχείο Γ1 διαμέρισμα σε 37.258,65 ευρώ. Επιπλέον, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2011 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον δεύτερο εναγόμενο υιό του κατά μεν ψιλή κυριότητα ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, κατά δε πλήρη κυριότητα ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί της αναλυτικά περιγραφόμενης στο δικόγραφο της αγωγής οριζόντιας ιδιοκτησίας μιας οικοδομής κειμένης στη Λαμία και επί της οδού ..., και συγκεκριμένα σε ένα διαμέρισμα (υπό στοιχείοΑ-2) ισογείου ορόφου, επιφάνειας 32,27 τ.μ. και με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 117,35/1000 εξ αδιαιρέτου. Η αξία κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας ανέρχεται σε 20.693,14 ευρώ. Στις ανωτέρω μεταβιβάσεις προέβη ο πρώτος εναγόμενος κατά τον χρόνο που η απαίτηση του ενάγοντος σε βάρος του είχε γεννηθεί και τελώντας εν γνώσει του χρέους αυτού και με πρόθεση να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησής του, αφού γνώριζε ότι δεν διέθετε άλλη εμφανή περιουσία που να επαρκεί για την καταβολή του χρέους και προέβη στις επίδικες μεταβιβάσεις λίγους μήνες πριν την καταγγελία της σύμβασης πίστωσης και το οριστικό κλείσιμο του εξυπηρετούντος αυτήν αλληλόχρεου λογαριασμού. Η εν λόγω μεταβίβαση οδήγησε στην αποστέρηση της δυνατότητας του ενάγοντος να ικανοποιήσει την ήδη γεννημένη, κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, ως άνω απαίτησή του από τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία, δεδομένου άλλωστε ότι ο α' εναγόμενος δεν διαθέτει άλλη εμφανή ακίνητη περιουσία για την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος πιστωτικού συνεταιρισμού. Με την προαναφερόμενη απαλλοτρίωση ο εν λόγω οφειλέτης του ενάγοντος ενήργησε με πρόθεση να βλάψει τον τελευταίο, δηλαδή να στερήσει τη δυνατότητά του να ικανοποιήσει την πιο πάνω απαίτησή του, σκοπός που εν τέλει επιτεύχθη, καθώς κατά τον χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, είχε καταστεί, κατά τα προεκτεθέντα, αφερέγγυος, λόγος για τον οποίο και η απαίτηση του ενάγοντος παρέμεινε έως και τη συζήτηση της αγωγής, στο σύνολό της ανεξόφλητη. Ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι προέβη στις παραπάνω μεταβιβάσεις, εξ αφορμής και των σοβαρών προβλημάτων υγείας που ο ίδιος αντιμετώπιζε, από ηθική υποχρέωση έναντι του δεύτερου εναγόμενου υιού του, πέραν του ότι δεν αρκεί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προπαρατεθείσα σχετική νομική σκέψη, για να αναιρέσει την καταδολιευτική πρόθεση αυτού, δεν κρίνεται πειστικός, δεδομένου του ότι τα επικαλούμενα από τον πρώτο εναγόμενο προβλήματα υγείας προϋπήρχαν τουλάχιστον επί μία πενταετία πριν τις επίδικες μεταβιβάσεις (ήτοι από το έτος 2006), ο δεύτερος δε εναγόμενος ήταν κατά το χρόνο των επίδικων απαλλοτριώσεων φοιτητής και δεν είχε αναπτύξει ούτε προτίθετο να αναπτύξει άμεσα κάποια επιχειρηματική ή άλλη οικονομική δραστηριότητα, ούτε άλλωστε κάτι τέτοιο συνέβη εκ των υστέρων, καθόσον τα εν λόγω ακίνητα παραμένουν μέχρι σήμερα απρόσοδα, αφού ο δεύτερος εναγόμενος δεν έχει προβεί σε εκμίσθωση ή άλλου είδους εκμετάλλευσή τους, όπως με σαφήνεια κατέθεσε ο μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλεια των εναγομένων στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου. Υπό αυτά τα δεδομένα, συντρέχουν κατ' αρχήν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη διάρρηξη των παραπάνω απαλλοτριώσεων που έγιναν από τον πρώτο εναγόμενο προς τον δεύτερο και τρίτη των εναγομένων προς βλάβη του ενάγοντος. Αποδείχθηκε επίσης ότι για την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος, αρκεί η διάρρηξη μόνο δύο εκ των ανωτέρω μεταβιβάσεων, ήτοι της μεταβίβασης των ως άνω υπό στοιχεία Β-1 και Γ-1 διαμερισμάτων προς τον δεύτερο των εναγομένων κατά πλήρη κυριότητα, η αξία των οποίων ανέρχεται σε 56.162,93 ευρώ και 37.258,65 ευρώ αντίστοιχα και η οποία υπερκαλύπτει την απαίτηση ύψους 59.887,39 ευρώ του ενάγοντος, συνυπολογιζόμενων και των εξόδων της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και του γεγονότος ότι το μέλλον να επιτευχθεί εκπλειστηρίασμα επί πλειστηριασμού των ως άνω ακινήτων εκτιμάται, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι θα υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας αυτών". Ακολούθως, με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την εκκαλουμένη υπ' αρ. 19/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, το οποίο είχε κρίνει κατά τον ίδιο τρόπο και αφού είχε απορρίψει την αγωγή ως προς την αρχική τρίτη εναγομένη (σύζυγο του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος), την είχε κάνει εν μέρει δεκτή ως προς τους αναιρεσείοντες και είχε απαγγείλει την διάρρηξη ως καταδολιευτικής της μεταβίβασης κατά πλήρη κυριότητα από τον πρώτο στον δεύτερο αναιρεσείοντα με το υπ' αρ. ...2011 συμβόλαιο γονικής παροχής, των ανωτέρω δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών μιας οικοδομής κειμένης στη Λαμία και επί της οδού ..., και συγκεκριμένα το υπό στοιχείο Β-1 διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, επιφάνειας 54,86 τ.μ. και το υπό στοιχείο Γ -1 διαμέρισμα τρίτου ορόφου, επιφάνειας 34,74 τ.μ. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 806, 807, 361, 874, 939, 943 Α.Κ., 112 Εισ.Ν.ΑΚ και 47, 64-67 Ν.Δ. 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που ήταν εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση, καθόσον οι αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του ότι ο πρώτος αναιρεσείων προέβη στις αναφερόμενες στην αγωγή μεταβιβάσεις κατά κυριότητα ακινήτων ιδιοκτησίας του στην αρχική τρίτη εναγομένη σύζυγό του λόγω δωρεάς και στον δεύτερο αναιρεσίβλητο υιό του λόγω γονικής παροχής, με πρόθεση να βλάψει τον δανειστή του αναιρεσίβλητο συνεταιρισμό και να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης, που είχε αυτός απέναντί του από την εγγύηση, που είχε παράσχει ο πρώτος αναιρεσείων σε τρίτο πρόσωπο - πιστούχο, με τον οποίο ο αναιρεσίβλητος είχε συνάψει σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό - αλληλόχρεο λογαριασμό και η οποία απαίτηση ήταν γεννημένη κατά τον χρόνο των μεταβιβάσεων και ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, και ότι η υπολειπόμενη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της εκ ποσού 59.887,39 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων απαίτησης του αναιρεσίβλητου, αφού ο αναιρεσείων δεν έχει άλλα πλην των μεταβιβασθέντων εμφανή περιουσιακά στοιχεία, δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι εκ των επιδίκων καταδολιευτικών μεταβιβάσεων πρέπει να διαρρηχθούν μόνο οι μεταβιβάσεις λόγω γονικής παροχής προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο των ανωτέρω υπό στοιχεία Β-1 και Γ-1 οριζοντίων ιδιοκτησιών αξίας 56.162,93 ευρώ και 37.258,65 ευρώ αντιστοίχως. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες συνεπώς δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες συγκεκριμένες αιτιάσεις, ρητά και χωρίς επιφυλάξεις αναφέρει σε δύο σημεία της απόφασης ότι ο πρώτος αναιρεσείων ενήργησε τις επίδικες μεταβιβάσεις όλης της εμφανούς περιουσίας του με πρόθεση βλάβης του δανειστή του αναιρεσιβλήτου, ενώ προσδιορίζει και την αξία όλων των μεταβιβασθέντων ακινήτων, ώστε να καταλήξει στα ακίνητα των οποίων αρκεί η διάρρηξη της μεταβίβασης τους, οι δε περαιτέρω ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς τα ανωτέρω θέματα, πλήττουν απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, την ανέλεγκτη αναιρετικά ανωτέρω κρίση του Εφετείου. Επομένως, οι πρώτος και πέμπτος κατά το δεύτερο σκέλος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω πλημμέλειες, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Με το Ν.3601/1.8.2007 "Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύματα, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και λοιπές διατάξεις", (ο οποίος ίσχυε κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, πριν την κατάργησή του με το άρθρο 166 παρ.1 και 2 του Ν. 4261/2014), σκοπήθηκε, όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 αυτού, η ενσωμάτωση στην ελληνική τραπεζική νομοθεσία των διατάξεων των Οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, υπ` αριθμ. 2006/48/ΕΚ σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας από τα πιστωτικά ιδρύματα (L 177/30.6.2006) και 2006/49/ΕΚ για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (L 177/30.6.2006). Σύμφωνα με τα άρθρα 1 παρ. 1, 3 παρ. 1 α' και 5 παρ. 1, 11 και 12 περ. του νόμου αυτού "πιστωτικό ίδρυμα είναι η επιχείρηση, η δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό και στη χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων για λογαριασμό της" (άρθρο 1 παρ. 1), "ο νόμος αυτός ρυθμίζει την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας, καθώς και την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων. Επίσης περιλαμβάνει κανόνες σχετικά με την εποπτεία της κεφαλαιακής επάρκειας των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς και με την άσκηση δραστηριότητας και την εποπτεία των εποπτευόμενων από την Τράπεζα της Ελλάδος χρηματοδοτικών ιδρυμάτων"" (άρθρο 3 παρ. 1 α'), "1. Τα πιστωτικά ιδρύματα επιτρέπεται να ιδρύονται και να λειτουργούν μόνο με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας ή με τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού του ν. 1667/1986 (ΦΕΚ 196 Α`), όπως ισχύει.2)...11. 11. Πριν από τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, αλλά και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται επίσης, για την επίτευξη των σκοπών της εποπτείας και για λόγους διαφάνειας:α) να ζητά στοιχεία για την ταυτότητα, τη χρηματοοικονομική κατάσταση και την προέλευση των χρηματικών μέσων των: i) φυσικών ή νομικών προσώπων που κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, συμμετοχή ή δικαιώματα ψήφου σε ποσοστό ανώτερο του 1% στο μετοχικό κεφάλαιο του πιστωτικού ιδρύματος, ii) δέκα μεγαλύτερων μετόχων του πιστωτικού ιδρύματος και των φυσικών προσώπων που τους ελέγχουν, άμεσα ή έμμεσα, σε περίπτωση που οι εν λόγω μέτοχοι είναι νομικά πρόσωπα, iii) φυσικών προσώπων που εμπίπτουν στην περίπτωση iii του εδαφίου β` της παραγράφου 10 του παρόντος άρθρου, iv) προσώπων του εδαφίου γ` της παραγράφου 10 του παρόντος άρθρου. β) να επιβάλλει στα νομικά πρόσωπα των περιπτώσεων (i) και (ii) του εδαφίου β` της παραγράφου 10 του παρόντος νόμου και της περίπτωσης (i) του εδαφίου α` της παρούσας παραγράφου την υποχρέωση να έχουν ονομαστικές τις μετοχές με δικαίωμα ψήφου, γ) να απαιτεί, όπως συγκεκριμένα ποσοστά του συνόλου των πιο πάνω ονομαστικών μετοχών με δικαίωμα ψήφου ανήκουν σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα, που τυγχάνουν της προηγούμενης έγκρισης της Τράπεζας της Ελλάδος, δ) να απαιτεί από τα πιστωτικά ιδρύματα να της παρέχουν τις κατάλληλες πληροφορίες, ώστε να βεβαιώνεται ότι πληρούνται πάντοτε οι προϋποθέσεις που προβλέπονται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας με βάση τον παρόντα νόμο ή ότι δεν ανέκυψαν καταστάσεις που θα αποτελούσαν αιτία για τη μη χορήγηση της άδειας αυτής. 12. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί επίσης να καθορίζει για την επίτευξη των ανωτέρω στόχων: α)... δ) τα κριτήρια βάσει των οποίων θεωρείται ότι φυσικά και νομικά πρόσωπα διατηρούν ειδική σχέση, άμεσα ή έμμεσα, με το πιστωτικό ίδρυμα, ε) κατά παρέκκλιση από τις γενικώς ισχύουσες περί ανωνύμων εταιρειών διατάξεις, τις διαδικασίες, τα ανώτατα όρια και τους λοιπούς όρους των πάσης φύσεως δανείων, λοιπών πιστώσεων, εγγυήσεων, καθώς και συμμετοχών των πιστωτικών ιδρυμάτων, στα πρόσωπα του εδαφίου δ` της παρούσας παραγράφου, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι εν λόγω συναλλαγές δεν διενεργούνται με προνομιακούς όρους σε σχέση με τους γενικούς όρους που το πιστωτικό ίδρυμα εφαρμόζει ή με τρόπο που μπορεί να αποβεί σε βάρος της χρηστής και συνετής διαχείρισης του πιστωτικού ιδρύματος". Εξάλλου, στις παραγράφους 11 και 12 του κεφαλαίου
ΙΙ της εκδοθείσας μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔΤΕ) με αρ. 2577/2006 (ΦΕΚ Α' 59/20.03.2006), "Πλαίσιο αρχών λειτουργίας και κριτηρίων αξιολόγησης της οργάνωσης και των Συστημάτων Εσωτερικού Ελέγχου (ΣΣΕ) των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων και σχετικές αρμοδιότητες των διοικητικών τους οργάνων", το οποίο κεφάλαιο επιγράφεται ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗΣ ΔΟΜΗΣ ΤΟΥ ΣΕΕ, ορίζονται τα ακόλουθα: "11.Ως προς τις συναλλαγές με τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν ειδική σχέση με το πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια της ΠΔ/ΤΕ 2563/19.7.2005, όπως εκάστοτε ισχύει, διασφαλίζεται ότι:11.1. Υφίσταται λεπτομερής καταγραφή των όρων και διαδικασιών του πιστωτικού ιδρύματος για τις κάθε μορφής πιστοδοτήσεις ή συμμετοχές προς τα πρόσωπα που έχουν ειδική σχέση με το πιστωτικό ίδρυμα, ώστε: 11.1.1. Οι όροι των σχετικών πιστοδοτήσεων να μην αποκλίνουν από τους όρους που εφαρμόζονται στις αντίστοιχες κατηγορίες λοιπών χρηματοδοτήσεων. 11.1.2. Κάθε συμμετοχή ή πιστοδότηση στα πιο πάνω πρόσωπα να πραγματοποιείται μετά από έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου ή απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων του πιστωτικού ιδρύματος, όπου κατά νόμο απαιτείται. 12.1. Για τη διευκόλυνση της ομαλής χρηματοδοτικής κάλυψης των αναγκών της δραστηριότητας των επιχειρήσεων που συμπεριλαμβάνονται στα πρόσωπα που διατηρούν ειδική σχέση με το πιστωτικό ίδρυμα, κατά τα ανωτέρω, το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να καθορίζει ένα εύλογο όριο πιστοδοτήσεων μέχρι το οποίο δεν απαιτείται η προηγούμενη έγκριση του Δ.Σ., αλλά απλή εκ των υστέρων γνωστοποίηση της αντίστοιχης πιστοδότησης. 12.2. Τα αναφερόμενα στην πιο πάνω παράγραφο πρόσωπα που έχουν ειδική σχέση με το πιστωτικό ίδρυμα γνωστοποιούν στο Διοικητικό Συμβούλιο του πιστωτικού ιδρύματος το σύνολο του υφιστάμενου υπολοίπου των πιστοδοτήσεών τους από συνδεδεμένες με το πιστωτικό - χρηματοδοτικό ίδρυμα επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 42 ε' του ν. 2190/1920, όπως ισχύει, εντός 20 ημερών από το τέλος κάθε ημερολογιακού έτους. (Η υποχρέωση αυτή είναι ανεξάρτητη από την υποβολή στοιχείων από το πιστωτικό ίδρυμα στην Τράπεζα της Ελλάδος)". Τέλος στο κεφάλαιο VIII, που επιγράφεται "Επιβολή κυρώσεων", ορίζεται ότι "τυχόν παραβίαση διατάξεων της παρούσας Πράξης δύναται να επισύρει την επιβολή από την Τράπεζα της Ελλάδος κυρώσεων, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 55Α του Καταστατικού της (άτοκη κατάθεση στην Τράπεζα της Ελλάδος, πρόστιμο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, διοικητικές κυρώσεις, όπως τα προαναφερόμενα εκάστοτε καθορίζονται με Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ή τα εξουσιοδοτημένα από αυτόν όργανα), καθώς και στο άρθρο 22 του ν. 2076/1992". Ειδική σχέση με το υπόχρεο πιστοδοτικό ίδρυμα κατά την ΠΔΤΕ 2606/2008 (ΦΕΚ Β'526/2008), που αντικατέστησε την ανωτέρω αναφερόμενη ΠΔΤΕ 2563/2005, έχουν και τα μέλη του Δ.Σ. του ιδρύματος αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί περιορισμό της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων που θεσπίσθηκε με το ανωτέρω άρθρο 361 ΑΚ, καθιερώνεται η αρχή της ακυρότητας της δικαιοπραξίας, όταν αντιβαίνει σε απαγορευτική ή επιτακτικού χαρακτήρα δημόσιας τάξης διάταξη οποιουδήποτε νόμου. Αντιβαίνει δε σε απαγορευτική διάταξη νόμου μια δικαιοπραξία όχι μόνο όταν έρχεται σε αντίθεση με αυτόν ευθέως, αλλά και όταν επιδιώκεται με αυτή αποτέλεσμα που αποδοκιμάζεται από το νόμο. Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών, που γίνονται για περιγραφή ή καταστρατήγηση του νόμου, θεμελιώνεται στη λογική αρχή ότι ο νομοθέτης, απαγορεύοντας ορισμένη δικαιοπραξία, διότι αποδοκιμάζει τον οικονομικό και γενικά κοινωνικό σκοπό που επιδιώκεται με αυτήν, εκφράστηκε κατά τρόπο στενότερο από ότι επιβάλλονταν σύμφωνα με την πραγματική του βούληση. Έτσι, η ακυρότητα της προς καταστρατήγηση του νόμου επιχειρηθείσας δικαιοπραξίας εξαρτάται από την ερμηνεία της υπό καταστρατήγηση διάταξης και στην περίπτωση που συντρέχουν οι όροι της επέκτασης της απαγόρευσης, είτε με διασταλτική είτε με αναλογική ερμηνεία της διάταξης, η δικαιοπραξία, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 174 ΑΚ, είναι άκυρη από μόνο το λόγο ότι αντιστρατεύεται αντικειμενικά στο πνεύμα και το σκοπό δημόσιας τάξης διάταξης, είτε αυτή είναι απαγορευτική είτε επιτακτική (ΑΠ 49/2021, ΑΠ 781/2020, ΑΠ 676/2014, ΑΠ 809/2014). Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι επί πιστοδοτικού συνεταιρισμού, στον οποίο δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο άρθρου 23Α' παρ. 1 και 5 Ν. 2190/1920, που απαγόρευε, χαρακτηρίζοντάς τη ως απολύτως άκυρη, τη σύναψη δανείου της ανώνυμης εταιρείας και προς τα μέλη του Δ.Σ. αυτής, η παράβαση των ορισμών των παρ. 11 και 12 του κεφαλαίου
ΙΙ της ΠΔΤΕ 2577/2006 ως προς την πιστοδότηση των μελών του Δ.Σ. του συνεταιρισμού ή ως προς τις προβλεπόμενες στις παραγράφους αυτές γνωστοποιήσεις δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης πίστωσης, αφού μάλιστα η παρ. 11.1.2. παραπέμπει σε έγκριση του Δ.Σ. ή της Γ.Σ. "όπου κατά νόμο απαιτείται", χωρίς δηλαδή να προβλέπει η ίδια κύρωση για την παράβαση αυτή, για την οποία προβλέπονται μόνο οι προβλεπόμενες στο κεφάλαιο VΙΙΙ της ΠΔΤΕ κυρώσεις. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προς τα άρθρα 556, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, που ορίζουν ποια πρόσωπα δικαιούνται να ασκήσουν αναίρεση (άρθρο 556) και ποια είναι τα αναγκαία στοιχεία του αναιρετηρίου (άρθρο 566 παρ. 1), καθώς και την υποχρέωση του Αρείου Πάγου, μετά την εξέταση του παραδεκτού της αναίρεσης, να εξετάσει και το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 557 παρ.3), συνάγεται ότι, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες θα πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, γιατί η μη πληττόμενη ή η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 1349/2022, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 876/2017). Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τις πρωτόδικες προτάσεις τους οι αναιρεσείοντες προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί γιατί στηρίζεται σε απαίτηση από άκυρη σύμβαση, επειδή κατά το διάστημα λειτουργίας της επίδικης σύμβασης πίστωσης με ανοικτό - αλληλόχρεο λογαριασμό από 8/12/2010 έως 15/11/2011 ο πιστούχος Κ. Γ. αποτέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή πρόσωπο που τελούσε σε ειδική σχέση με αυτό και κατά το διάστημα αυτό δεν υπήρξε απόφαση του Δ.Σ. ή της Γενικής Συνέλευσης του αναιρεσιβλήτου που να εγκρίνει τη σύμβαση, ούτε υπήρξε γνωστοποίησή της στην Τράπεζα της Ελλάδος, με αποτέλεσμα η σύμβαση πίστωσης να καταστεί αναδρομικά άκυρη μετά τη σύναψή της. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε πρωτοδίκως, επαναφέρθηκε στο Εφετείο από τους αναιρεσείοντες και απορρίφθηκε και από το Εφετείο με την ανωτέρω αναφερθείσα αιτιολογία. Από το περιεχόμενο αυτό της απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού (ένστασης) των αναιρεσειόντων διέλαβε δύο επάλληλες αιτιολογίες, κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό και συγκεκριμένα: α) ότι δεν προβλέπεται ως κύρωση για την παραβίαση των επικαλουμένων από τους αναιρεσείοντες διατάξεων η ακυρότητα της συμβάσεως πίστωσης και β) ότι σε κάθε περίπτωση (ενν. ακόμα και αν προβλέπετο η κύρωση αυτή) ο πρώτος των αναιρεσειόντων απέκτησε την ειδική σχέση του μέλους του Δ.Σ. αυτού μετά την κατάρτιση της σύμβασης και έγκρισή της δεν απαιτείτο να χορηγηθεί αναδρομικά. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των παραγράφων 11 και 12 του κεφαλαίου
ΙΙ της εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 Ν. 3601/2007 με αριθ. 2577/2006 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και το άρθρο 174 Α.Κ., αφού εσφαλμένα δέχθηκε ότι οι προβλεπόμενες στις διατάξεις αυτές υποχρεώσεις έγκρισης και γνωστοποίησης υφίστανται μόνο κατά την κατάρτιση της σύμβασης και όχι και μετά τη σύναψή της και έτσι απέρριψε την ένστασή τους. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθόσον πλήττει μόνο τη δεύτερη από τις ανωτέρω ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, ενώ η αναιρεσείουσα δεν πλήττει με λόγο αναίρεσης την πρώτη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, και, επομένως, ελλείπει το έννομο συμφέρον αυτής, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού η τυχόν ευδοκίμησή του αναιρετικού αυτού λόγου δεν δύναται να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, το διατακτικό της οποίας, αναφορικά με την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί ακυρότηυτας, στηρίζει αυτοτελώς και η μη πληττόμενη ως άνω πρώτη επάλληλη αιτιολογία της απόφασης. Σε κάθε περίπτωση με το ανωτέρω περιεχόμενό της, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η ένσταση των αναιρεσειόντων ήταν μη νόμιμη, γιατί η επικαλούμενη στην ένσταση μη έγκριση από τον αναιρεσίβλητο πιστοδοτικό συνεταιρισμό της σύμβασης πίστωσης, που είχε συναφθεί το έτος 2005, μετά τη συμμετοχή του πιστούχου Κ. Γ. στο Δ.Σ. του αναιρεσιβλήτου στις 8-12-2010 και η παράλειψη της γνωστοποιήσεώς της συμμετοχής αυτής στην Τράπεζα της Ελλάδος δεν επέφερε αναδρομικά την ακυρότητα της σύμβασης πίστωσης και συνεπώς το Εφετείο, το οποίο έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και γι' αυτό ο έκτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Η καταδολίευση δανειστών, ρυθμιζόμενη ειδικώς από τα ανωτέρω άρθρα 939 επ. του ΑΚ, δεν αποτελεί και αδικοπραξία υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, γιατί αυτή είναι μεν παράνομη συμπεριφορά, αφού απαγορεύεται, ως συνέπειά της όμως τάσσεται με το νόμο όχι η αποζημίωση, αλλά η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως, ακόμη δε και όταν η καταδολιευτική απαλλοτρίωση πληροί την αντικειμενική υπόσταση του κατά το άρθρο 397 ΠΚ εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών, δεν έχει ως συνέπεια την αποζημίωση, αλλά τη διάρρηξη (ΑΠ 1906/2022, ΑΠ 1383/2019, ΑΠ 1396/2015, ΑΠ 1531/2013, ΑΠ 1734/2007). Κατά το άρθρο 300 παρ.1 εδ. α` ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την πιο πάνω διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της διέπουσας το δίκαιο αρχής της καλής πίστης, προκύπτει σαφώς ότι όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, αφήνεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστή, σταθμίζοντος τις περιστάσεις και τον βαθμό πταίσματος του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, είτε να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης είτε, αναλόγως της επιρροής που άσκησε η υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση (ΑΠ 1/2022). Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης είναι: α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του (ΑΠ 1463/2023, ΑΠ 354/2022).
Συνεπώς σε αγωγή διάρρηξης δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής, δεν είναι νόμιμη η ένσταση των εναγομένων ότι ο ενάγων συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή στην έκτασή της, αφού αίτημα της αγωγής δεν είναι η καταβολή αποζημίωσης από την φερόμενη καταδολιευτική μεταβίβαση, αλλά η διάρρηξη της μεταβίβασης αυτής, τα δε περιστατικά που συγκροτούν την ένσταση αυτή είναι δυνατόν να αποτελέσουν περιεχόμενο άλλης ένστασης των εναγομένων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τις πρωτόδικες προτάσεις τους οι αναιρεσείοντες προέβαλαν την εκ του άρθρου 300 Α.Κ. ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου στην επέλευση της ζημίας του, διότι παρόλο που γνώριζε ή τουλάχιστον όφειλε να γνωρίζει ότι ο πρωτοφειλέτης Κ. Γ. διέθετε ελεύθερη βαρών ακίνητη περιουσία, που υπερέβαινε κατά πολύ την αξία της χορηγηθείσας πίστωσης, όμως δεν προέβη σε εξασφάλιση των απαιτήσεών του κατ' αυτού από την επίδικη σύμβαση πίστωσης, μετά δε την απόρριψη της ένστασης αυτής ως μη νόμιμης την επανέφεραν στο Εφετείο με λόγο έφεσης, το οποίο επίσης την απέρριψε ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι "ο ενάγων δεν εγείρει έναντι των εναγομένων αποζημιωτικού χαρακτήρα αξίωσή του, παρά τη στηριζόμενη στις διατάξεις περί καταδολίεσης δανειστών (939 επ. Α.Κ.) απαίτησή του, εναντίον της οποίας δεν χωρεί η προσβολή της στηριζόμενης στο άρθρο 300 Α.Κ. ένστασης συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος, ενόψει του ότι ουδόλως αναφερόταν στο δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής τα.......... ειδικά στοιχεία περί τέλεσης αδικοπραξίας, ούτε άλλωστε προβάλλεται σχετικό αίτημα ανόρθωσης της ζημίας του ενάγοντος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη μη εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ., αφού με την αγωγή του ο αναιρεσείβλητος δεν ζητεί αποζημίωση, ώστε να τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο αυτό, αλλά τη διάρρηξη ως καταδολιευτικών των επιδίκων απαλλοτριώσεων, στις οποίες προέβη ο πρώτος αναιρεσείων και συνεπώς ο δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, περαιτέρω δε ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος, με το οποίο προσάπτεται στην απόφαση και η από τον αριθ. 19 του ιδίου άρθρου πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως του ιδίου ανωτέρω άρθρου 300 Α.Κ. είναι απαράδεκτος, γιατί η ένσταση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και όχι κατ' ουσίαν. Τέλος αβάσιμος είναι ο ίδιος δεύτερος λόγος αναίρεσης και κατά το σκέλος, που προβάλλεται επίσης η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε εσφαλμένα την ανωτέρω ένστασή του, γιατί εσφαλμένα δεν εφάρμοσε συνδυαστικά με αυτήν και τις διατάξεις α) του άρθρου 288 Α.Κ. κατά την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή του, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, την εφαρμογή της οποίας προέβαλαν για πρώτη φορά με το δικόγραφο της έφεσής τους και β) του άρθρου 862 Α.Κ., που ορίζει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφ' όσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, την εφαρμογή της οποίας προέβαλαν για πρώτη φορά με τις προτάσεις τους στο Εφετείο και τούτο γιατί το Εφετείο ούτε εφάρμοσε ούτε παρέλειψε εσφαλμένα να εφαρμόσει τις διατάξεις αυτές, οι οποίες αποτελούσαν περιεχόμενο ενστάσεων των αναιρεσειόντων, οι οποίες είναι προεχόντως απαράδεκτες, αφού προβλήθηκαν απαραδέκτως για πρώτη φορά στο Εφετείο, το οποίο για τον λόγο αυτό ορθά δεν τις εξέτασε για το νομικά και ουσιαστικά βάσιμο αυτών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρονικό διάστημα και πάντως μικρότερο απ` αυτό της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς συνέπειες (Ολ ΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 1248/2018, ΑΠ 909/2017). Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 109/2019). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 330/2020, ΑΠ 1352/2011). Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ΑΠ 140/2022, ΑΠ 109/2019, ΑΠ 985/2017).Τέλος από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, για το παραδεκτό της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της υπόθεσης, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης ης αγωγής για την αιτία αυτή, διαφορετικά η ένσταση είναι απορριπτέα ως αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη (ΟλΑΠ 472/1983,ΑΠ 140/2022, ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1315/2020, ΑΠ 761/2020, ΑΠ 760/2019).Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 8β' ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο... δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασής τους και για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, καθώς και η επίδραση, που ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 140/2022, ΑΠ 1392/2019). Όταν ο προταθείς ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη, είναι απαράδεκτος, αόριστος ή μη νόμιμος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 140/2022, ΑΠ Α.Π. 41/2021). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262, 269 και 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη θεμελίωση ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως πρέπει να ληφθούν αθροιστικά υπόψη, ως "πράγμα", που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδάφιο β' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελεί και το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά, που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον, αθροιστικώς λαμβανόμενα υπόψη, θεμελιώνουν την από το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, καθόσον, διαφορετικά, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. και επομένως δεν μπορεί να θεμελιώσουν τον από την εν λόγω διάταξη προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο.
Συνεπώς, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ενός ή περισσοτέρων από αυτά, τότε μόνο στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την τελευταία διάταξη λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 140/2022, ΑΠ 782/2014, ΑΠ 623/2011, ΑΠ 1408/2010), όταν αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενα υπόψη, μαζί μ' εκείνα που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, θεμελιώνουν τον από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμό (ΑΠ 140/2022, ΑΠ 16/2017, ΑΠ 155/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, με τις πρωτόδικες προτάσεις τους οι αναιρεσείοντες είχαν προβάλει την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου και είχαν ζητήσει να απορριφθεί για τον λόγο αυτό η αγωγή. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε πρωτοδίκως, επαναφέρθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης από τους αναιρεσείοντες και απορρίφθηκε και πάλι με την προσβαλλόμενη απόφαση ως μη νόμιμη με την ακόλουθη αιτιολογία: "Οι εναγόμενοι προέβαλαν τον ισχυρισμό, που επαναφέρουν με λόγο της έφεσης τους, ότι ο ενάγων ασκεί με την αγωγή καταχρηστικά το δικαίωμά του, καθόσον δεν στράφηκε για την ικανοποίηση της κατά τα ανωτέρω απαίτησής του πρώτα κατά του πρωτοφειλέτη, ο οποίος ήταν αξιόχρεος, και επιπλέον, η αιτούμενη διάρρηξη των επίδικων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών θα έχει για τους ίδιους εξαιρετικά επαχθείς συνέπειες στο βαθμό που μεταξύ την απαλλοτριωθέντων ακινήτων περιλαμβάνεται και η οικογενειακή τους οικία. Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων, συνιστά ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία όμως είναι μη νόμιμη και εντεύθεν απορριπτέα, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγούμενη νομική σκέψη, μόνη η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του ενάγοντος να στραφεί, πέραν του πρωτοφειλέτη και κατά του πρώτου εναγόμενου-εγγυητή, ευθυνόμενου ως αυτοφειλέτη, και να ζητήσει τη διάρρηξη των επίδικων απαλλοτριώσεων και το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη στους εναγόμενους δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, ούτε άλλωστε γίνεται επίκληση από τους εναγόμενους κάποιου πρόσθετου πραγματικού περιστατικού πέραν των ανωτέρω". Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, εξαιτίας της οποίας απορρίφθηκε η ένστασή τους αυτή ως μη νόμιμη και κατά το δεύτερο σκέλος την από από τον αρ. 8β'του ιδίου άρθρου πλημμέλεια ισχυριζόμενοι ότι στην ανωτέρω παραδεκτά ασκηθείσα ένστασή τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος είχαν προβάλλει για την θεμελίωσή της και τους ακόλουθους πραγματικούς ισχυρισμούς, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τους οποίους όμως δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο και δεν τους έκρινε και ειδικότερα: α) ότι "το πρόσωπο του δανειστή και δανειζόμενου, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα τόσο των μεταβιβάσεων (Φεβρουάριος του 2011) όσο και του οριστικού κλεισίματος του αλληλόχρεου λογαριασμού, ουσιαστικά ταυτιζόταν, δεδομένου ότι ο Κ. Γ., ήταν μέλος της διοίκησης της τράπεζας, άρα είχε την ευχέρεια να διασφαλίσει για τον εαυτό του μια ιδιότυπη ασυλία, όπως ενδεχομένως να κάνει υπεραναλήψεις από το λογαριασμό", β) ότι "ο πιστούχος-πρωτοφειλέτης Κ. Γ. προέβη σε επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας του, μέσω αλλεπάλληλων προσημειώσεων υποθήκης, πράγμα που γνώριζε -άλλως επιβαλλόταν να γνωρίζει- το εφεσίβλητο τραπεζικό ίδρυμα, το οποίο κωλυσιέργησε αδικαιολόγητα να εξασφαλίσει αποτελεσματικά την απαίτησή του. Ενδεικτικό είναι εξάλλου ότι οι προσημειώσεις αυτές έλαβαν χώρα μετά την κατάρτιση της σύμβασης πίστωσης και πολλές εξ' αυτών μετά τη μεταβίβαση των ακινήτων ιδιοκτησίας του πρώτου από εμάς προς τον δεύτερο εφεσίβλητο", γ) ότι "μόλις δύο (2) εβδομάδες πριν τις επίδικες μεταβιβάσεις, ο αλληλόχρεος λογαριασμός παρουσίαζε ληξιπρόθεσμο χρεωστικό υπόλοιπο μόνο 27.908,79 Ευρώ και δύο έως τρεις μήνες πριν, μόνο 16.071,66 Ευρώ, ότι περαιτέρω, ενώ ο λογαριασμός εξυπηρετούνταν κανονικά, η σχετική οφειλή εκτινάχθηκε όταν ο πιστούχος Κ. Γ. απέκτησε την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου στο αντίδικο τραπεζικό ίδρυμα", δ) ότι "ο ενάγων έπρεπε να είχε φροντίσει να θέσει σοβαρό φραγμό σε αυτήν την κατακόρυφη αύξηση του χρεωστικού υπολοίπου είτε, στη χειρότερη γι ' αυτόν περίπτωση, να ζητήσει πρόσθετες εξασφαλίσεις στην ακίνητη περιουσία του πιστούχου- πρωτοφειλέτη, (...) εξαιτίας (δε) αυτής της σοβαρότατης παράλειψης εκ μέρους του ενάγοντος, ο πιστούχος-πρωτοφειλέτης προέβη στη συνέχεια σε επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας του, μέσω αλλεπάλληλων προσημειώσεων υποθήκης, με αποτέλεσμα η ακίνητη περιουσία του να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος μέσω διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης", ε) ότι "ενόψει των ειδικών περιστάσεων (συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος ο πρώτος εξ ημών και φοιτητής Πολυτεχνείου ο δεύτερος εξ ημών, κατά το χρόνο των επιδίκων μεταβιβάσεων)", δεν υφίσταται καμία "εκ μέρους μας συναλλακτική, επιχειρηματική ή εμπορική σχέση με τον πιστούχο-πρωτοφειλέτη και συνακόλουθα (...) ουδεμία ωφέλεια αντλήσαμε από τη σχετική πιστωτική σύμβαση", στ) ότι "ούτε γνωρίζαμε ούτε μπορούσαμε να ελέγξουμε τη διαμόρφωση των σχετικών χρεοπιστώσεων του αλληλόχρεου λογαριασμού" και ζ) ότι ο αναιρεσίβλητος "δεν στράφηκε, όπως απαιτεί η καλή πίστη, κατά πρώτον κατά της συζύγου του πρωτοφειλέτη, Κ. συζύγου Κ. Γ., η οποία είναι επίσης εγγυήτρια στην ένδικη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και η οποία έχει ιδιόκτητη οικία και έλαβε συνταξιοδοτικό βοήθημα (εφάπαξ) ύψους περίπου 40.000 Ευρώ, ως συνταξιούχος δασκάλα". Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι αυτοί, για την θεμελίωση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που προέβαλαν, συνδυαστικά προς τα πραγματικά περιστατικά που έλαβε υπόψη, κατά τα ανωτέρω, το Εφετείο, προέβαλαν και τα αναφερόμενα στον λόγο αναίρεσης ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, κατά την εξέταση του νόμω βασίμου της ένστασης. Η παράλειψη όμως αυτή του Εφετείου δεν ιδρύει, όπως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος συνεπώς είναι αβάσιμος, καθόσον, τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, και αληθή υποτιθέμενα, δεν συγκροτούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, να επιδιώξει με αγωγή την διάρρηξη των επιδίκων δικαιοπραξιών, αφού δεν συνιστούν συμπεριφορά του ευρισκόμενη σε προφανή αντίθεση με τα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του ασκηθέντος δικαιώματος του, δεδομένου ότι ουσιαστικά στη ένσταση γίνεται επίκληση αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου να διασφαλίσει την κατά του πρωτοφειλέτη απαίτησή του, η οποία συμπεριφορά βλάπτει ουσιαστικά και τον ίδιο, μόνη δε η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας αυτού να στραφεί, πρώτα κατά του πρώτου αναιρεσείοντος-εγγυητή, ευθυνόμενου ως αυτοφειλέτη, και να ζητήσει τη διάρρηξη των επίδικων απαλλοτριώσεων και το γεγονός ότι η επιλογή αυτή επιφέρει βλάβη στους αναιρεσείοντες, δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, γιατί τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συνοδεύονται και από πρόσθετα στοιχεία, όπως ιδίως πάροδο μακρού χρόνου αδράνειας του αναιρεσίβλητου και συμπεριφορά αυτού, η οποία δημιούργησε στους αναιρεσείοντες την εύλογη πεποίθηση ότι ο αναιρεσίβλητος δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, η άσκηση του οποίου πλέον επιφέρει δυσμενείς συνέπειες σε αυτούς. Περαιτέρω, αφού οι μη ληφθέντες υπόψη ανωτέρω πραγματικοί ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων δεν είναι ουσιώδεις ισχυρισμοί, αφού σε συνδυασμό με τους αναφερόμενους στην προσβαλλομένη απόφαση, και αληθείς υποτιθέμενοι, δεν συγκροτούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου κατά το άρθρο 281 ΑΚ, είναι αβάσιμος και ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8β' ΚΠολΔ.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009). Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1256/2020). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ` απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στον λόγο αυτό έγγραφα, τα οποία προσεκόμισαν νόμιμα ενώπιόν του με επίκλησή τους και έτσι απέρριψε τις ανωτέρω ενστάσεις του από τα άρθρα 300 και 281 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, γιατί οι ανωτέρω ενστάσεις των αναιρεσειόντων δεν απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν, ώστε να πρέπει να ληφθούν υπόψη τα έγγραφα αυτά, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, ως μη νόμιμες.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν, γιατί ο αναιρεσίβλητος, που νικά, δεν παραστάθηκε στο δικαστήριο και συνεπώς δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-7-2022 αίτηση των Θ. Γ. και Χ. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 30/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.

Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή