ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1354/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1354/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1354/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1354 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1354/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα -Εισηγητή και Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Χ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κουτσουλέλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Χ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κουλουρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7162/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2448/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-4-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 17-5-2018 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 28-5-2020, δεδομένου ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1 του Ν.4690/2020, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13/3//2020 - 31/5/2020), λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού κόβιντ 19, δεν υπολογίζεται, μεταξύ άλλων, και στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, ενώ, κατά το άρθρο 49 παρ.1 Ν.4963/2022 "κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και....ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από...νοούνται και οι προθεσμίες της ...παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας" και επομένως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ για την άσκηση της αναίρεσης, δεν είχε λήξει όταν ασκήθηκε αυτή.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.).
Με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 εδ. α' της έχουσας την υπερνομοθετική ισχύ του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος και κυρωθείσας με το ν.δ/γμα 53/1974 "Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου(ΕΣΔΑ)", που υπογράφηκε στην Ρώμη στις 4-11-1950, οι οποίες ορίζουν αντιστοίχως ότι "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει" και "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως" καθιερώνεται η προστασία του δικαιώματος κάθε ανθρώπου να διατυπώσει τις απόψεις του ενώπιον του δικαστηρίου και να τύχει έννομης δικαστικής προστασίας. Οι διατάξεις, αυτές δεν αποκλείουν παράλληλα στον κοινό νομοθέτη, να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και δαπανήματα και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης(ΑΠ 140/2023), για λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος(ΑΠ 3/2023), αρκεί αυτές να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου από τις εν λόγω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας(ΑΠ 140/2023). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 972 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο και εφαρμόζεται και επί κατασχέσεως ακινήτου "1.Οι δανειστές εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχουν δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτησή τους. Η αναγγελία επιδίδεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, και πρέπει να περιέχει α) διορισμό αντικλήτου στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου του τόπου της εκτέλεσης, αν ο δανειστής που αναγγέλλει την απαίτησή του δεν κατοικεί μέσα στην περιφέρεια αυτή και β) περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται. Η αναγγελία πρέπει να επιδοθεί, το αργότερο, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό. Μέσα στην ίδια προθεσμία πρέπει να κατατεθούν τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση. Τα έξοδα της αναγγελίας βαρύνουν όποιον αναγγέλλεται. 2. Το κύρος της αναγγελίας δεν επηρεάζεται από την αναστολή ή τη ματαίωση του πλειστηριασμού. Αν η απαίτηση του δανειστή που αναγγέλλεται στηρίζεται σε τίτλο εκτελεστό, η αναγγελία έχει τα ίδια αποτελέσματα με την κατάσχεση". Η αναγγελία, ως πράξη που αποσκοπεί στην παροχή έννομης προστασίας με την μορφή της συμμετοχής του αναγγελόμενου δανειστή στη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος και στην ικανοποίηση της απαίτησής του απ' αυτό, αποτελεί διαδικαστική πράξη και αντίστοιχα το αναγγελτήριο έχει το χαρακτήρα δικογράφου κατά την έννοια του άρθρου 118 ΚΠολΔ (ΑΠ 111/2022, ΑΠ 69/2022, ΑΠ 519/2020). Ειδικότερα, η αναγγελία, δια της οποίας εξασφαλίζεται η συμμετοχή δανειστή του καθ' ου η αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, ο οποίος δανειστής δεν μετείχε στη διαδικασία αυτή(ΑΠ 473/2020), αποτελεί εξώδικη επιθετική διαδικαστική πράξη της διαδικασίας της κατάταξης και περιέχει ανακοίνωση της βούλησης του αναγγελλόμενου προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού για τη συμμετοχή του στη διαδικασία της διανομής του πλειστηριάσματος(ΑΠ 69/2022, ΑΠ 519/2020, ΑΠ 473/2020), αποτελεί το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της κατάταξης η απαίτηση του αναγγελόμενου δανειστή και στο περιεχόμενο του αναγγελτηρίου οφείλουν να απαντήσουν με την ανακοπή του κατά το άρθρο 971 παρ. 2 ΚΠολΔ ο καθ'ου η εκτέλεση οφειλέτης ή με τις παρατηρήσεις τους κατά το άρθρο 974 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες είναι δυνατόν να αναφέρονται στο παραδεκτό και στο νόμω και ουσία βάσιμο της απαίτησης του αναγγελθέντος δανειστή (ΑΠ 111/2022, ΑΠ 1783/2001), αλλά και με την ανακοπή του άρθρου 979 Κ.Πολ.Δ., ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που αναγγέλθηκαν, με βάση δε το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής οφείλουν να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της απαίτησης που αναγγέλθηκε(ΑΠ 111/2022, ΑΠ 69/2022, ΑΠ 519/2020).
Συνεπώς το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και στους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στον δε υπάλληλο του πλειστηριασμού της προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη βασιμότητα της απαίτησης. Στις προϋποθέσεις αυτές συγκαταλέγεται και η ύπαρξη του τυχόν προνομίου της απαίτησης, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, εκτός εάν αυτά συμπίπτουν με εκείνα που στηρίζουν την απαίτηση (Α.Π. 111/2022, ΑΠ 973/2020). Το ανωτέρω άρθρο προσδιορίζει μόνο την καταληκτική ημερομηνία της προθεσμίας για την επίδοση της αναγγελίας, χωρίς να ορίζει ρητά την έναρξη της προθεσμίας αυτής, αλλά από την όλη διάρθρωση του συστήματος της αναγκαστικής εκτέλεσης σαφώς συνάγεται ότι η αναγγελία μπορεί να γίνει και πριν τον πλειστηριασμό από την επιβολή της κατάσχεσης, αφού η αναγγελία προϋποθέτει κατάσχεση και συνεπώς από την επιβολή της υφίσταται πλέον και η δυνατότητα αναγγελίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 971 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, "1.Αν το πλειστηρίασμα αρκεί για να ικανοποιηθούν εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, αφού αφαιρέσει τα έξοδα της εκτέλεσης, τους ικανοποιεί την εικοστή ημέρα μετά τον πλειστηριασμό, ή και ενωρίτερα, αν συμφωνήσει εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση. 2. Εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση μπορεί να ανακόψει την αναγγελία μέχρι και την ημέρα της διανομής του πλειστηριάσματος, σύμφωνα με τα άρθρα 933 επ. Αντίγραφο της ανακοπής επιδίδεται χωρίς καθυστέρηση και στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. 3. Αν εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση ασκήσει ανακοπή, εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του άρθρου 980 παρ.2 ως προς τους δανειστές των οποίων τις απαιτήσεις έχει προσβάλει με την ανακοπή", στην δε τελευταία αυτή διάταξη, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι, "Αν κάποιος από τους δανειστές άσκησε ανακοπή, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν μπορεί να πληρώσει τους δανειστές των οποίων η κατάταξη προσβάλλεται με την ανακοπή. Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή μπορεί, σε κάθε στάση της δίκης, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η ανακοπή, να διατάξει να γίνει η πληρωμή με εγγυοδοσία". Οι διατάξεις αυτές του άρθρου 971 ΚΠολΔ, αποσκοπούν στην ταχεία ικανοποίηση των απαιτήσεων του επισπεύδοντος την εκτέλεση και των αναγγελθέντων δανειστών, εφόσον καταβληθεί από τον υπερθεματιστή το επιτευχθέν εκπλειστηρίασμα και επαρκεί αυτό προς πλήρη κάλυψη των εξόδων εκτελέσεως και των απαιτήσεων αυτών, δίδεται δε η δυνατότητα μόνο στον καθ' ου η εκτέλεση, όχι δε και στον επισπεύδοντα την εκτέλεση ή στους άλλους αναγγελθέντες δανειστές, οι οποίοι δεν έχουν σχετικό έννομο συμφέρον, να ανακόψει την αναγγελία, η δε ανακοπή αυτή για την οποία γίνεται ρητή παραπομπή στο άρθρο 933 ΚΠολΔ, δηλαδή στην ανακοπή που ασκεί ο καθ' ου η εκτέλεση και αφορά την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση, δορυφορείται με το προβλεπόμενο με το άρθρο 980 παρ. 3 του ΚΠολΔ και στην εκ του άρθρου 979 ΚΠολΔ ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης του εκπλειστηριάσματος ανασταλτικό αποτέλεσμα, αφού ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, αφ' ότου του επιδοθεί η ανακοπή δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον καθ' ου η ανακοπή δανειστή. Οι λόγοι της ανακοπής, όπως σαφώς προκύπτει από την παραπομπή στο άρθρο 933 ΚΠολΔ, μπορούν να αφορούν τόσο στην απαίτηση, όσο και στην αναγγελία ως δικόγραφο και διαδικαστική πράξη, το δε αίτημά της εξαρτάται από την έννομη συνέπεια, την οποία επιδιώκει ο ανακόπτων με την άσκηση της ανακοπής και δεν συμπίπτει με το αίτημα της ανακοπής του άρθρου 979 ΚΠολΔ κατά του πίνακα κατάταξης δανειστών στο εκπλειστηρίασμα, ο οποίος πίνακας συντάσσεται όταν το εκπλειστηρίασμα δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του επισπεύδοντος την εκτέλεση και των αναγγελθέντων δανειστών, την οποία ανακοπή έννομο συμφέρον να ασκήσει έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη ή το προνόμιο της απαίτησης εκείνου κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του και επιδιώκει την αποβολή του από τον πίνακα και την κατάταξη του ιδίου στη θέση του (ΑΠ 669/2022, ΑΠ 467/21, ΑΠ 1518/2018). Για την προθεσμία ανακοπής του ανωτέρω άρθρου 971 προβλέπεται ρητά μόνο η καταληκτική ημερομηνία της αφού ασκείται μέχρι και την ημέρα διανομής του εκπλειστηριάσματος, ενώ δεν ορίζεται η εναρκτήρια ημερομηνία της, η οποία όμως πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι η ημέρα του πλειστηριασμού, αφού η διάταξη αυτή αναφέρεται σε γενόμενο πλειστηριασμό. Βέβαια, εφ' όσον η αναγγελία όπως προαναφέρθηκε, μπορεί να γίνει αμέσως μετά την κατάσχεση και πριν τον πλειστηριασμό, αυτή ως διαδικαστική πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης υπόκειται ευθέως και στην ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, με την οποία μπορεί να ζητηθεί η ακύρωσή της και πριν τον πλειστηριασμό, εφ' όσον δικαιολογείται το έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος, τούτο δεν μπορεί να συμβεί ιδίως εάν η αναγγελλόμενη απαίτηση στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο και τηρηθούν ως προς τα ακίνητα οι διατυπώσεις του άρθρου 1006 παρ. 4 του ΚΠολΔ, οπότε αυτή έχει τα ίδια αποτελέσματα με την κατάσχεση. Από τη διάστρωση στις ανωτέρω διατάξεις των ανακοπών των άρθρων 933, 971 παρ. 2 και 979 ΚΠολΔ συνάγεται ότι παραμένει αρρύθμιστο το ζήτημα, εάν μετά τον πλειστηριασμό ο καθ' ου η εκτέλεση ασκήσει την εκ του άρθρου 971.2 ανακοπή θεωρώντας ότι αρκεί το εκπλειστηρίασμα, είτε από εσφαλμένη πληροφόρηση είτε γιατί της άσκησης της ανακοπής του ακολούθησαν και άλλες αναγγελίες απαιτήσεων, αφού αυτές μπορούν να επιδοθούν μέχρι και 15 ημέρες μετά τον πλειστηριασμό, όπως προαναφέρθηκε και ακολούθως διαπιστωθεί ότι το εκπλειστηρίασμα δεν επαρκεί και πρέπει να συνταχθεί πίνακας κατάταξης, οπότε η ανακοπή δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως ανακοπή του άρθρου 971 παρ. 2, αφού το εκπλειστηρίασμα δεν επαρκεί ούτε ως ανακοπή του άρθρου 979 ΚΠολΔ, αφού δεν έχει αίτημα μεταρρύθμισης του πίνακα κατάταξης. Στην περίπτωση αυτή, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του ΚΠολΔ προς τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1α' της ΕΣΔΑ συνάγεται ότι η ανακοπή αυτή, εφ' όσον δικαιολογείται το έννομο συμφέρον του καθ' ου η εκτέλεση ανακόπτοντος να ακυρωθεί η αναγγελία, πρέπει να εκτιμηθεί ως ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, στην οποία ρητά παραπέμπει και το άρθρο 971 παρ. 2 ΚΠολΔ, δορυφορούμενη όμως για την ταυτότητα του νομικού λόγου και με το προβλεπόμενο στο άρθρο 971 παρ. 3 και 980 παρ. 2 ανασταλτικό αποτέλεσμα, που εμποδίζει τον υπάλληλο του πλειστηριασμού να ικανοποιήσει την απαίτηση του καθ' ου η ανακοπή, διότι σε διαφορετική περίπτωση απόρριψης της ανακοπής, μόνο γιατί τελικά προέκυψε ότι το εκπλειστηρίασμα δεν επαρκεί, χωρίς εξέταση των λόγων της, παραβιάζονται χωρίς να υπάρχουν λόγοι γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος οι ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, αφού με τον τρόπο αυτό καταλύεται το προστατευόμενο από τις διατάξεις αυτές ατομικό δικαίωμα του ανακόπτοντος για παροχή έννομης δικαστικής προστασίας, το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την κατ' ουσίαν εξέταση των λόγων της ανακοπής του. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κανόνες ουσιαστικού δικαίου είναι αυτοί, που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους. Αντίθετα, δεν ιδρύεται η παραπάνω πλημμέλεια, όταν οι κανόνες που φέρονται, ότι έχουν παραβιαστεί, είναι δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (Α.Π. 1331/2019). Οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτό λόγο αναιρέσεως μπορεί να περιλαμβάνονται και στο Σύνταγμα (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 46/2005, ΑΠ 139/2022), όπως και στις κυρωμένες με νόμο διεθνείς συμβάσεις, όπως είναι η ΕΣΔΑ και τα πρόσθετα πρωτόκολλά της (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 139/2022). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Ο αναιρεσείων άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 28-3-2011 ανακοπή του, στην οποία εξέθεσε τα ακόλουθα: Ότι στις 9-3-2011, με επίσπευση της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "EUROFUND ESTATE ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΕΠΕ", εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό και εκπλειστηριάστηκε, ακίνητο (διαμέρισμα) της αποκλειστικής κυριότητάς του, που περιγράφεται στην ανακοπή, στον οποίο πλειστηριασμό αναγγέλθηκε στις 21-3-2011 ο καθ' ου η ανακοπή - δανειστής του (ήδη αναιρεσίβλητος), για υπόλοιπο απαίτησης του από κεφάλαιο και τόκους του κεφαλαίου συνολικού ποσού 63.207,98 ευρώ, με βάση το επιδοθέν στον ίδιο στις 13-2-2006 πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ' αρ. 2194/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με επιταγή εκτέλεσης αυτού. Ότι η αναγγελία αυτή περιλαμβάνει και τρία μερικότερα ποσά, τα οποία δεν τα οφείλει για τους ειδικότερα αναφερόμενους για το καθένα λόγους και ως εκ τούτου η αναγγελία είναι άκυρη κατά τα ποσά αυτά. Ότι προτείνει σε συμψηφισμό - ως προς τα υπόλοιπα ποσά των απαιτήσεων για τα οποία αναγγέλθηκε ο καθ 'ου η ανακοπή - ανταπαιτήσεις συνολικού ποσού 27.381, 55 ευρώ για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα, τις οποίες ο ίδιος διατηρεί σε βάρος του καθ' ου η ανακοπή, με βάση αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις. Τέλος για τους ανωτέρω λόγους ζήτησε να ακυρωθεί η αναγγελία, κατά τα προσβαλλόμενα με την ανακοπή μέρη της. Το ανωτέρω δικαστήριο, με επάλληλες αιτιολογίες, απέρριψε την ανακοπή κρίνοντας ότι, εάν θεωρηθεί ότι στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 971 παρ. 2 ΚΠολΔ, τότε είναι αόριστη, γιατί δεν υπάρχει επίκληση σε αυτήν ότι το εκπλειστηρίασμα επαρκεί για να ικανοποιηθεί η επισπεύδουσα εταιρεία και οι αναγγελθέντες δανειστές, σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμη, γιατί αποδεικνύεται ότι επειδή το εκπλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για τον ανωτέρω σκοπό συντάχθηκε στην προκειμένη περίπτωση πίνακας πλειστηριασμού, στον οποίο ο καθ' ου η ανακοπή καταταχθηκε τυχαία και σύμμετρα στο ποσό των 53.816, 44 ευρώ, εάν θεωρηθεί δε ότι στηρίζεται στην διάταξη του άρθρου 933 ΚΠολΔ απουσιάζει το έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος, καθόσον του παρέχεται το ειδικό ένδικο βοήθημα της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο αναιρεσείων με έφεση και πρόσθετους λόγους έφεσης, που απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, που επικύρωσε την πρωτόδικη, με την ακόλουθη αιτιολογία, αφού αντικατέστησε, κατά το μέρος που διαφέρουν, τις αιτιολογίες του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με τις δικές του αιτιολογίες: "Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του φακέλλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι, λόγω ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος που επιτεύχθηκε κατά τον δημόσιο πλειστηριασμό ακινήτου του εκκαλούντος, ο οποίος έλαβε χώρα την 9-3-2011, με επίσπευση της εδρεύουσας στην Αθήνα εταιρίας με την επωνυμία "EUROFUND ESTATE ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΕΠΕ", συντάχθηκε από την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο και Συμβολαιογράφο Αθηνών Β. Α. Σ., ο υπ. αριθμ. 56.433/12.-4.2011 πίνακας κατάταξης, στον οποίο ο αναγγελθείς - εφεσίβλητος κατατάχθηκε τυχαία και σύμμετρα για ποσό 53.816,44 έναντι της συνολικής απαίτησής του εκ 63.207,98 ευρώ). Ως εκ τούτου ο εκκαλών δεν έχει δικαίωμα ασκήσεως της υπό κρίση ανακοπής, αφού σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η ανακοπή που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 971 παρ. 2 ΚΠολΔ, χορηγείται (αποκλειστικά) στον καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη, μόνο στην περίπτωση που επαρκεί το πλειστηρίασμα για την ικανοποίηση όλων των δανειστών, ενώ στην αντίθετη περίπτωση (ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος και σύνταξης πίνακα κατάταξης) έχει το δικαίωμα ασκήσεως της ανακοπής του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ. Σε καμία δε περίπτωση δεν δύναται η ασκηθείσα ανακοπή να εκτιμηθεί ως ανακοπή του πίνακα κατάταξης, αφού η τελευταία έχει διαφορετικό αίτημα (μεταρρύθμισης του πίνακα και αποβολής του καθ' ου η ανακοπή και όχι ακυρότητας της αναγγελίας αυτού)". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ανακοπή με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων δεν έχει δικαίωμα ασκήσεώς της και παρά την αναφορά του ότι απορρίπτει την ανακοπή του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη, πραγματικά την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού έλαβε υπόψη για την απόρριψή της και πραγματικά γεγονότα, που δεν εκτίθενται στην ανακοπή και ιδίως τη μη επάρκεια του πλειστηριάσματος και τη σύνταξη για τον λόγο αυτό Πίνακα Κατάταξης δανειστών στο εκπλειστηρίασμα, στον οποίο κατατάχθηκε σύμμετρα και τυχαία για μέρος της αναγγελθείσας απαίτησής του και ο καθ' ου η ανακοπή - αναιρεσίβλητος, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1α' της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 933, 971 και 972 ΚΠολΔ κατά το μέρος τους που αποτελούν ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου ότι οι ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές του δεν δικαιολογούσαν την απόρριψη της ανακοπής, αλλά την εξέταση αυτής ως ανακοπής κατά της αναγγελίας της απαίτησης, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 933 ΚΠολΔ, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, με την απόρριψη δε της ανακοπής παραβιάζεται το εκ των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 εδ. α' της ΕΣΔΑ δικαίωμα του αναιρεσείοντος στην παροχή έννομης προστασίας με την κατ' ουσίαν εξέταση της ανακοπής ως ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Επομένως, ο πρώτος κατά το πρώτο σκέλος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω λόγου, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ. και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2448/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα.

Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή