Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1376 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1376/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Δ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αφροδίτη Μακεδόνα.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "HSBC Bank PLC", που εδρεύει στο Λονδίνο του Ηνωμένου Βασιλείου, έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα, διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Μονοχάρτζη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2247/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1737/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη (ΑΠ 1/2019, ΑΠ 977/2017, ΑΠ 680/2016). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017). Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1406/2021). Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 813/2019). Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (εφεξής Ε.Π.Ε.Υ.), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς". Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ). Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων. Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής. Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση. Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 244/2016, ΑΠ 1738/2013). Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 "προστασία καταναλωτών", όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ. 1), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ. β' ), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), και ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α'), προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος. Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2251/1994 (ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1028/2015). Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 828/2018). Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβαση τους. Έτσι, υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών, χωρίς να αποκλείεται όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, μετά από την υποβολή σχετικής ένστασης από την τράπεζα, κάθε φορά που η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή εμφανίζεται ως καταχρηστική, όπως συμβαίνει, όταν ο δανειολήπτης δεν υφίσταται έλλειμμα αυτοπροστασίας, διότι διαθέτει εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών ή έχει τέτοια οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή, ώστε να μπορεί να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της δανειακής του σύμβασης (ολ. ΑΠ 13/2015, ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 1138/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Ο ενάγων είναι πλαστικός χειρουργός, διευθυντής ιδιωτικού κέντρου πλαστικής χειρουργικής και από το έτος 1999 πελάτης της εναγομένης τραπεζικής εταιρίας, αρχικά της Midland Bank PLC και ακολούθως της εναγομένης όταν αυτή την εξαγόρασε. Τον Σεπτέμβριο έτους 2004 ο υπάλληλος του τμήματος premier της εναγομένης Η. Μ. απευθύνθηκε στον ενάγοντα και του πρότεινε την αγορά ενός επενδυτικού προϊόντος (ομολόγου), το οποίο σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του δεν θα έθετε σε κίνδυνο το επενδυόμενο κεφάλαιο και ήταν μια σίγουρη τοποθέτηση χωρίς διακινδύνευση και συγχρόνως με απόδοση μεγαλύτερη από το απλό επιτόκιο καταθέσεως. Προς ενίσχυση της επιλογής αυτής της επενδυτικής πρότασης η εναγομένη δια των υπαλλήλων της και δη του προαναφερομένου, ο οποίος εξυπηρετούσε τον ενάγοντα που είχε χαρακτηρισθεί από την εναγομένη ως πελάτης senior premier, δηλαδή υψηλών εισοδηματικών κριτηρίων με μεγάλες καταθέσεις, που συναλλάσσονταν και με εξειδικευμένα προϊόντα, του παρουσίασαν την πιστοληπτική ικανότητα του ομολόγου, εκδότρια του οποίου ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη ισλανδική τράπεζα, η οποία αξιολογείτο από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης με Α και Α+, δηλαδή την ανώτερη. Κατόπιν της προφορικής αυτής ενημέρωσης εκ μέρους του υπαλλήλου της εναγομένης και τις προτροπές του, ο ενάγων επείσθη και προέβη στην αγορά αυτού του ομολόγου δια της αλλοδαπής εταιρίας αποκλειστικών συμφερόντων του με την επωνυμία "Northbay Properties Limited". Συγκεκριμένα, υπό την ιδιότητα του διαχειριστή - εκπροσώπου της άνω εταιρίας και κατόπιν τηλεφωνικής εντολής προς την εναγομένη προέβη στις 24-9-2004 στην αγορά ενός ομολόγου ονομαστικής αξίας 300.000 ευρώ, ποσό που καταβλήθηκε μέσω της εναγομένης στην εκδότρια του ομολόγου ισλανδική τράπεζα Landsbanki Islands HF, με αναγραφόμενη ημερομηνία λήξης 24-9-2014. Ειδικότερα, ο τίτλος αυτός έφερε τα εξής στοιχεία: "Επωνυμία Εκδότη: Landsbanki Islands HF, Μορφή: Εμπορική Τράπεζα (Μη ΗΠΑ), Νόμισμα Έκδοσης: ΟΧΙ ευρώ - Δολάριο, Χώρα: Ισλανδία, Νόμισμα: ευρώ, Τύπος Πρόσθετης Ασφάλειας: - Δευτερεύουσα, Τετράμηνο ISMA- 30/360". Από το ομόλογο αυτό ο λογαριασμός της εταιρίας με την επωνυμία "Northbay Properties Limited" που τηρείτο στην εναγόμενη με αριθμό 005 007265140 πιστώθηκε με ένα τοκομερίδιο, για την κατάρτιση αυτής της συναλλαγής η εναγομένη εξέδωσε το από 13-9-2004 αποδεικτικό συναλλαγής επί τίτλων με λογιστική μορφή, με όλα τα στοιχεία της συναλλαγής, το οποίο κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα. Η αγοράστρια "Northbay Properties Limited" συστάθηκε στις 8-1-1993 με έδρα το Γιβραλτάρ, πρόκειται για εταιρία αποκλειστικά συμφερόντων του ενάγοντος και η μοναδική της δραστηριότητα ήταν η αγορά του ενδίκου ομολόγου και ενός ακινήτου για λογαριασμό του ενάγοντος, επί της οδού ... στο ..., το οποίο ακολούθως μεταβιβάσθηκε στην εταιρία με την επωνυμία "ΑΔΜ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ & ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ", επίσης αποκλειστικά συμφερόντων του ενάγοντος. Τα ανωτέρω γεγονότα πολύ καλά γνώριζε η εναγομένη, καθώς και την ιδιότητα του ενάγοντος ως πραγματικού δικαιούχου που ταυτιζόταν με την ως άνω εταιρία, καθώς και τα νομιμοποιητικά σχετικά έγγραφα είχαν κατατεθεί σε αυτήν και όλη η αλληλογραφία και η αποστολή των μηνιαίων λογαριασμών λάμβανε χώρα στη διεύθυνση του ενάγοντος. Στις 31-1-2005 η ως άνω εταιρία και ουσιαστικά ο ενάγων προέβη σε μερική πώληση του ομολόγου ονομαστικής αξίας 170.000 ευρώ αντί ποσού 168.055,34 ευρώ, το οποίο πιστώθηκε στο λογαριασμό 005 007265140 που τηρούσε στην εναγομένη, ενώ στις 14-2-2007 κατόπιν εντολής του ενάγοντος έλαβε χώρα μεταφορά, πώληση και επαναγορά του υπολοίπου ονομαστικής αξίας 130.000 ευρώ από το λογαριασμό της εταιρίας στον προσωπικό λογαριασμό του ενάγοντος έναντι της τότε τρέχουσας τιμής του ομολόγου ποσού 101.188,75 ευρώ... Ακολούθως, η εναγομένη συμπεριέλαβε το ομόλογο αυτό στις ενημερωτικές καταστάσεις που απέστελλε μηνιαίως στον ενάγοντα. Στις καταστάσεις αυτές, το ποσό που αναγραφόταν κάτω από την ένδειξη "ενδεικτική αποτίμηση", φερόταν να μειώνεται και συγκεκριμένα στις 29-9-2006 η αποτίμηση ήταν 94.250 ευρώ, στις 28-2-2007 103.155 ευρώ, στις 31-7-2007 η αποτίμηση ήταν 107.328,65 ευρώ, στις 30-11-2007 ήταν 101.374,26 ευρώ, στις 29-2-2008 η αντίστοιχη αποτίμηση ήταν 66.281,93 ευρώ, ενώ ο ενάγων διαπιστώνει ότι στην ενημερωτική κατάσταση της 31-1-2009 δεν είχε πιστωθεί τοκομερίδιο, οπότε με ηλεκτρονική επιστολή προς τον Η. Μ. διαμαρτυρήθηκε για αυτό αλλά και για έλλειψη ενημέρωσης εκ μέρους του και εκ μέρους της εναγόμενης. Εν τω μεταξύ, ήδη από τον Σεπτέμβριο 2008 άρχισε να γίνεται εμφανής η χρηματοπιστωτική διεθνής κρίση που είχε πλήξει τις αγορές και κυρίως χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, κατέρρευσε η ισλανδική οικονομία, προέκυψε πρόβλημα ρευστότητας των τραπεζών μεταξύ των οποίων και της εκδότριας του ένδικου ομολόγου, η οποία και περιήλθε σε κατάσταση πτώχευσης. Περαιτέρω, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με εντολή του Πρωτοδικείου του Ρέκιαβικ Ισλανδίας, εγκρίθηκε η αναστολή πληρωμών για την άνω Τράπεζα (LandsBanki). Σύμφωνα με την εν λόγω εντολή, δεν μπορούσαν να κινηθούν δικαστικές διαδικασίες εναντίον της Τράπεζας, ενόσω ίσχυε η αναστολή εξυπηρέτησης του χρέους, η έγκριση αναστολής πληρωμών ίσχυε μέχρι τις 26-2-2009, κατόπιν δε θα εκδικαζόταν εκ νέου η υπόθεση, οπότε οι πιστωτές θα είχαν το δικαίωμα να υποβάλλουν παρατηρήσεις κατά τη διάρκεια της ακρόασης. Στη συνέχεια, εκδόθηκε νέα απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που απαγγέλθηκε στις 3-3-2009, που ενέκρινε την παράταση της αναστολής των πληρωμών που είχε δοθεί στις 5-12-2008, μέχρι 26-11-2009 και όρισε Συμβούλιο Εκκαθάρισης για την Τράπεζα αυτή, το οποίο θα χειριζόταν τις απαιτήσεις εναντίον της Τράπεζας, ενόσω ήταν σε ισχύ η αναστολή πληρωμών και μετά την έναρξη των εργασιών εκκαθάρισης, ακολούθησε δε πρόσκληση για την υποβολή αιτήσεων για τις απαιτήσεις κατά της Τράπεζας, στο Συμβούλιο Εκκαθάρισης, με καταληκτική ημερομηνία την 30-10-2009. Για τα πιο πάνω περιστατικά ενημερώθηκε ο ενάγων από την εναγομένη, με σχετική επιστολή της, κατόπιν δε της ενημέρωσης αυτής, στις 5-10-2009, εξουσιοδότησε την εναγομένη, όπως προβεί στη δέσμευση του τίτλου και στη συμπλήρωση αίτησης απαιτήσεων για λογαριασμό του, για το ποσό του επενδεδυμένου κεφαλαίου, πλέον τόκων και την υποβολή της στο άνω Συμβούλιο Εκκαθάρισης, ενέργειες στις οποίες προέβη πράγματι η εναγομένη. Κατόπιν αυτών, το άνω Συμβούλιο Εκκαθάρισης, με την από 15-2-2010 επιστολή, ενημέρωσε τους πιστωτές ότι λόγω του μεγάλου αριθμού των απαιτήσεων που έχουν εγερθεί δεν θα είχε τη δυνατότητα να αποφασίσει οριστικά για όλες τις αξιώσεις κατά της Τράπεζας, πριν από τη Συνέλευση των πιστωτών, η οποία θα γινόταν στο Ρέκιαβικ της Ισλανδίας, ότι η συνέλευση αυτή, η οποία είχε οριστεί αρχικά για τις 24-2-2010, θα επαναλαμβανόταν στις 27-5-2010, οπότε θα παρουσιαζόταν η απόφασή του για τις προνομιούχες απαιτήσεις και ότι θα ακολουθούσε τρίτη συνέλευση με την παρουσίαση των αποφάσεων του για τις γενικές απαιτήσεις. Η τρίτη δε αυτή συνέλευση ορίστηκε για την 1-12-2010, γεγονός που γνωστοποιήθηκε στους πιστωτές με την από 18-10-2010 επιστολή του Συμβουλίου Εκκαθάρισης. Ακολούθησε νέα επιστολή η από 16-11-2010 του ως άνω Συμβουλίου προς τον ενάγοντα με την οποία γνωστοποιήθηκε σ' αυτόν η απόφαση του (Συμβουλίου) για την απόρριψη της απαίτησης του, ως γενικής και μη εξασφαλισμένης απαίτησης (μειωμένης εξασφάλισης υποχρέωση της Τράπεζας), σύμφωνα με τον ισχύοντα εκεί πτωχευτικό νόμο και ο χρόνος της νέας συνέλευσης των πιστωτών, που ορίστηκε για τις 19-5-2011, κατά την οποία το Συμβούλιο θα παρουσίαζε τις αποφάσεις του, αναφορικά με τις γενικές απαιτήσεις κατά της Τράπεζας, εκτός από αυτές, που είχαν χαρακτηριστεί ως μειωμένης εξασφάλισης, όπως η ένδικη, η οποία θα ικανοποιείτο, αφού πρώτα ικανοποιούνταν οι προνομιούχες απαιτήσεις, ενώ από τον προσωρινό πίνακα απαιτήσεων η απαίτηση του ενάγοντος είχε καταχωρηθεί με αριθμό ... για το ποσό των 28.599,87 ISK που αντιστοιχούσε σε 167,30 ευρώ κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη τήρησε τις υποχρεώσεις της, πληροφόρησης του ενάγοντος, αποστέλλοντας σ' αυτόν, κατά το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο 2004 μέχρι το έτος 2010, μηνιαία ενημερωτική κατάσταση της κίνησης των λογαριασμών του, στην οποία μεταξύ άλλων εμφανιζόταν η εκάστοτε αξία του ομολόγου, καθώς και η πίστωση του κουπονιού του ομολόγου στο λογαριασμό του, κάθε τρίμηνο. Επίσης, ο ίδιος ενημερωνόταν προφορικά ως πελάτης του Premier τμήματος της εναγόμενης, για την πορεία της επένδυσης του, κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Επιπλέον, η εναγομένη, δια του άνω προστηθέντος υπαλλήλου της, παρείχε πλήρη ενημέρωση σ' αυτόν για το είδος της επένδυσης που του πρότεινε, και για τους κινδύνους που σχετίζονταν με την επένδυση αυτή. Οι ισχυρισμοί του ότι ο ίδιος, ως συντηρητικός επενδυτής, είχε ζητήσει από τον αρμόδιο υπάλληλο της εναγομένης, να του προτείνει μια επένδυση με "εγγυημένη" την καταβολή τουλάχιστον του κεφαλαίου και αυτός του πρότεινε το συγκεκριμένο προϊόν, το οποίο δεν θα αγόραζε, αν γνώριζε ότι ήταν επενδυτικό προϊόν, που δεν εγγυόταν την καταβολή του κεφαλαίου, δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι. Αντίθετα, από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε πολυετή συναλλακτική σχέση με την εναγομένη, από το έτος 2001 και πριν από αυτή από το έτος 1999 συνεργαζόταν με την Barclays bank, μέρος των δραστηριοτήτων της οποίας εξαγόρασε η εναγομένη το έτος 2001. Από τις επενδύσεις στις οποίες προέβαινε κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με την εναγομένη, προκύπτει ότι επένδυε τα χρήματα του σε αμοιβαία κεφάλαια (διαθεσίμων και μετοχικά), επένδυση σε εβδομαδιαία repos, προθεσμιακές καταθέσεις. Ο ίδιος, είναι υψηλού μορφωτικού επιπέδου, ιατρός πλαστικός χειρουργός με διεθνή καριέρα και δραστηριότητα, δημοσιεύσεις σε διεθνή ιατρικά περιοδικά, Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρίας Πλαστικής Επανορθωτικής και Αισθητικής Χειρουργικής επί 4ετία. Πριν από την πραγματοποίηση της επένδυσης, ενημερώθηκε από τον Η. Μ., ποιοι ήταν οι κίνδυνοι από την αγορά τού συγκεκριμένου ομολόγου η, δε, απάντηση που έλαβε ήταν σχετική με το μέγεθος και τη σταθερότητα της εκδότριας Τράπεζας και την πορεία της Ισλανδικής οικονομίας, η οποία εκείνη τη χρονική περίοδο ήταν πολύ καλή, αξιολογούμενη από τους άνω διεθνείς οίκους Standard & Poors και Fitch με A και Α+, αντίστοιχα. Σημειώνεται ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα η οικονομία της Ελλάδας αξιολογούνταν από τους ίδιους οίκους, ομοίως με Α, ενώ η ελληνική τραπεζική εταιρία, ''Eurobank'' με ΒΒΒ+. Έτσι, ο ενάγων είχε ενημερωθεί, όταν αποφάσισε την πραγματοποίηση της επένδυσης, ότι το επενδυτικό προϊόν στο οποίο θα επένδυε τα χρήματα του, ήταν ομόλογο ατελεύτητης διάρκειας, με όλα τα χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν τη λειτουργία ενός τέτοιου ομολόγου, έκδοσης της άνω Ισλανδικής Τράπεζας και ότι ο βαθμός κινδύνου της επένδυσής του, προσδιοριζόταν, μεταξύ άλλων, από τις άνω παραμέτρους που τέθηκαν υπόψη του, ήτοι την ισχύ της εκδότριας του ομολόγου Τράπεζας και την πορεία της Ισλανδικής οικονομίας. Επιπλέον, ο ίδιος, λόγω του μορφωτικού του επιπέδου, αλλά και της εμπειρίας του στις επενδύσεις, γνώριζε ότι ο κίνδυνος από τις επενδύσεις σε ομόλογα, σχετίζεται με την αφερεγγυότητα του εκδότη, που μπορεί να έχει ως συνέπεια την ολική ή μερική απώλεια των χρημάτων που επένδυσε στο άνω προϊόν, καθώς επίσης και ότι η φερεγγυότητα του εκδότη εξαρτάται από την ισχύ του ίδιου και την οικονομική κατάσταση της χώρας στην οποία δραστηριοποιείται. Εξάλλου, στις επιστολές, που απέστειλε προς την εναγομένη, από τον Οκτώβριο του έτους 2009, αλλά και μεταγενέστερα κατά το χρονικό διάστημα της πτώχευσης της εκδότριας του ομολόγου, ουδεμία αναφορά γίνεται ως προς την επικαλούμενη από τον ίδιο δήλωση της εναγομένης, ότι το κεφάλαιο της επένδυσης ήταν εγγυημένο και δεν υπήρχε κίνδυνος απώλειας αυτού. Σε καμιά από τις επιστολές αυτές δεν αναφέρεται ότι η εναγομένη είχε κάνει τέτοια δήλωση ή ότι ο ίδιος είχε ζητήσει να επενδύσει τα χρήματα του σε μορφή επένδυσης, στην οποία δεν θα διακινδύνευε κατ' ουδένα τρόπο, το κεφάλαιό του, αναφορά, η οποία οπωσδήποτε θα γινόταν αν πράγματι υπήρχε τέτοια δήλωση η διαβεβαίωση από την πλευρά της εναγομένης. Αντίθετα, στις άνω επιστολές εκφράζει την ανησυχία του για την πτωτική πορεία του ομολόγου, ζητώντας καλύτερη ενημέρωση, ώστε να βρει τρόπους για την εξασφάλιση των χρημάτων του, χωρίς να αποδίδει οποιασδήποτε μορφής ευθύνη στην εναγομένη για την πρόταση προς επένδυση των χρημάτων του, μέσω του άνω ομολόγου. Μόλις στην από 11-6-2011 επιστολή του προς την εναγομένη κάνει λόγο για μη επαρκή πληροφόρηση, όμως ταυτοχρόνως αναφέρει ότι απευθύνθηκε σε δικηγόρο, συνεπώς οι σχετικές αναφορές εμφανίζονται μετά από σχετική νομική συμβουλή. Περαιτέρω, αυτός, έχοντας μηνιαία γραπτή ενημέρωση, στην οποία αποτυπωνόταν η συνεχής πτωτική πορεία της αξίας του ομολόγου, τουλάχιστον από τον Οκτώβριο του έτους 2005, αλλά και προφορική ενημέρωση από την εναγομένη ως πελάτης του τμήματος Premier αυτής, όπως ήδη εκτέθηκε, ενώ είχε τη δυνατότητα ρευστοποίησης του ομολόγου κατά τη διάρκεια της επένδυσης με μικρότερη δυνατή απώλεια του κεφαλαίου, επέλεξε να μην ρευστοποιήσει το ομόλογο, αναμένοντας την ανόρθωση της οικονομίας, ώστε να διασφαλίσει το κεφάλαιο του και έτσι από τη συμπεριφορά του αυτή υπέστη ζημία ίση με το ποσό του κεφαλαίου που επένδυσε. Σημειώνεται ότι 14 από τους συνολικά 24 επενδυτές του συγκεκριμένου ομολόγου, οι οποίοι είχαν αντίστοιχη ενημέρωση με αυτή του ενάγοντος, ρευστοποίησαν το ομόλογο κατά τη διάρκεια της επένδυσης, με απώλεια του αρχικού τους κεφαλαίου, της τάξης του 20% κατά μέσο όρο,... Περαιτέρω από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε καταρτίσει με την εναγομένη σύμβαση διαχείρισής χαρτοφυλακίου ή παροχής επενδυτικών συμβουλών. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο ίδιος διαχειριζόταν τις επενδύσεις του κατά την απόλυτη διακριτική του ευχέρεια, αποφασίζοντας, τόσο για την πραγματοποίηση αυτών, όσο και για το χρόνο ρευστοποίησης τους. Η προπεριγραφείσα ενημέρωση που παρείχε ο προστηθείς της εναγομένης υπάλληλος του τμήματος premier προς τον ενάγοντα ήταν η πλήρης και απαιτουμένη ανάλυση του προϊόντος και του κίνδυνου προς πελάτη των χαρακτηριστικών του ενάγοντος που τον κατέτασσε στον τομέα premier δηλαδή με αυξημένη επενδυτική εμπειρία και λαμβάνοντας υπόψη επίσης, την οικονομική κατάσταση, τους επενδυτικούς στόχους, τη μόρφωση αυτού και τις γνώσεις τους επί των οικονομικών ζητημάτων,... Ο ενάγων στις 16-6-1999 είχε υπογράψει το χρησιμοποιούμενο από την προκάτοχο της εναγομένης (Midland Bank) έντυπο με τίτλο "Γενικοί Όροι Συναλλαγών" που ρύθμιζαν και την παροχή εκ μέρους της τράπεζας επενδυτικών υπηρεσιών προς τον πελάτη και όριζαν μεταξύ άλλων στο άρθρο 9 : Επενδυτικές Υπηρεσίες α. Επενδυτική Υπηρεσία θεωρείται η εκ μέρους της τράπεζας λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό του πελάτη, εντολών αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα - κινητές αξίες (πχ μετοχές) και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων (πχ αμοιβαία κεφάλαια)... β. Ο Πελάτης δηλώνει ότι γνωρίζει πως οι συναλλαγές στα χρηματοπιστωτικά μέσα που απαριθμούνται ανωτέρω περιέχουν σημαντικούς επενδυτικούς κινδύνους για τον ίδιο και πως σε καμία περίπτωση δεν δικαιούται να διεκδικήσει οποιαδήποτε αποζημίωση από την Τράπεζα για τις πιθανές ζημιές που μπορεί να υποστεί και που μπορούν να επιφέρουν είτε μερική μείωση είτε μηδενισμό του επενδεδυμένου κεφαλαίου του ... δ. Η ευθύνη της Τράπεζας κατά την παροχή των Επενδυτικών Υπηρεσιών, περιορίζεται στην ορθή διαβίβαση των εντολών του πελάτη...". Ο προστηθείς υπάλληλος της εναγόμενης, όμως, παρέλειψε πριν προβεί στην παροχή συμβουλής σχετικά με την ένδικη επένδυση να λάβει με τη συμπλήρωση ερωτηματολογίου ή με άλλο έγγραφο μέσο τα απαραίτητα στοιχεία για την κατηγοριοποίηση του ενάγοντος και τη διαμόρφωση των παρεχομένων προς αυτόν πληροφοριών και συμβουλών ούτως ώστε να είναι ενήμερος των επενδυτικών του στόχων, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ. Επίσης, δεν επέστησε εγγράφως την προσοχή του ενάγοντος επενδυτή στους κινδύνους της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής όπως απαιτείται από τον ίδιο ΚΔΕΠΕΥ. Παρά το ότι, εν τοις πράγμασι, ο ενάγων κατηγοριοποιήθηκε ως πελάτης ψηλού επενδυτικού προφίλ, κατά τα προεκτεθέντα, και εξυπηρετείτο από το τμήμα premier της εναγομένης, η ανωτέρω παράλειψη συμπληρώσεως του ερωτηματολογίου πριν την παροχή της επενδυτικής συμβουλής που δεν καθιστούσε εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής, αλλά και η μη έγγραφη αποτύπωση των κινδύνων της επιλεγείσης επένδυσης δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα ζημία του ενάγοντος, λόγω της απομείωσης, σχεδόν μηδενίσεως, της αξίας του ομολόγου που αγόρασε ο ενάγων. Ειδικότερα, ο ενάγων λόγω της προαναφερθείσας επενδυτικής του θέσης υπερέβαινε το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, δεδομένου τα ποσά που επένδυε ήταν υψηλά και επιπλέον αποδείχθηκε συστηματική ενασχόληση με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, γνώση και εμπειρία σε συναφείς συναλλαγές που υπερβαίνουν το μέσο όρο του καταναλωτού, όπως συνάγεται από το αντίγραφο τίτλου ονομαστικών μεριδίων του αναπτυξιακού αμοιβαίου κεφαλαίου μετοχών εσωτερικού της τράπεζας Midland με ημερομηνία 17-7-1998 ύψους 25.747.940 δρχ, από τα έντυπα αιτήσεως συμμετοχής και ρευστοποίησης έτους 1999 αναφορικά με επένδυση σε αναπτυξιακό αμοιβαίο κεφάλαιο της εταιρίας Midland ΑΕΔΑΚ, από το αντίγραφο της από 3-2-2000 επιστολής της τράπεζας προς τον ενάγοντα όπου παρατίθενται οι κινήσεις αγοράς μετοχών του ενάγοντος, αντίγραφο αίτησης προς την HSBC (ΕΛΛΑΣ) ΑΕΔΑΚ αναφορικά με αμοιβαίο κεφάλαιο εισοδήματος ομολογίας εσωτερικού, για ποσό 460.000 ευρώ, από το αντίγραφο της από 26-3-2001 αίτησης συμμετοχής σε αμοιβαία κεφάλαια HSBC (ΕΛΛΑΣ) ΑΕΔΑΚ για το ποσό 500.000 ευρώ, από το αντίγραφο της από 25-9-2002 σύμβασης ενεχύρασης/εκχώρησης απαιτήσεως που υπεγράφη μεταξύ της τράπεζας και του ενάγοντος από κοινού με τη σύζυγό του, ως ενεχυραστών, με την οποία οι τελευταίοι συνέστησαν ενέχυρο υπέρ της τράπεζας επί συγκεκριμένων repos, που βρίσκονταν στην κατοχή τους προς εξασφάλιση δανείου χορηγηθέντος από την τράπεζα σε τρίτους, από το αντίγραφο της από 21-10-2002 έγγραφης καταχώρησης εντολής για εξαγορά ομολογιακού αμοιβαίου κεφαλαίου και επένδυση σε εβδομαδιαίο repos ποσού 480.000 ευρώ και όλα αυτά σε συνδυασμό με την επιλογή του ενάγοντος να προβεί σε αγορά ακινήτου και του ένδικου ομολόγου μέσω της προαναφερθείσας εξωχώριας εταιρίας. Επομένως, ο ενάγων δεν πληροί το κριτήριο του καταναλωτή με την ερασιτεχνική ιδιότητα, όπως αυτό αναφέρθηκε στην οικεία νομική σκέψη, και η επίκληση και υπαγωγή στο προνομιακό καθεστώς προστασίας των διατάξεων του καταναλωτή αποβαίνει καταχρηστική. Επομένως, όλα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο ενάγων-εκκαλών με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς του είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Εξάλλου, η εναγόμενη, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν είχε αναλάβει συμβατικά την παροχή των επενδυτικών συμβουλών και συνεπώς δεν όφειλε να παράσχει στον ενάγοντα πέραν των άνω απαιτουμένων και χρησίμων πληροφοριών περί των κινδύνων, οι οποίες και του παρασχέθηκαν από τον προστηθέντα υπάλληλό της, επιπλέον και επενδυτικές συμβουλές. Πέραν αυτών, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε αντίστοιχη πληροφόρηση και κατά τη διάρκεια της επένδυσης και ότι η απόφαση για τη μη ρευστοποίηση της επένδυσης, μετά την κατά τα ως άνω πτωτική πορεία της αξίας του ομολόγου, ανήκε αποκλειστικά στον ίδιο, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη απέκρυψε από αυτόν σημαντικές πληροφορίες σχετικές με την πορεία της επένδυσής του. Γνώση της εναγομένης αναφορικά με το ενδεχόμενο της πτώχευσης της εκδότριας του ομολόγου και μάλιστα τέσσερα χρόνια πριν την πραγματοποίηση της επένδυσης, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε. Λόγος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των διατάξεων των άρθρων 197-198 ΑΚ, που αφορούν ευθύνη της εναγομένης κατά το προσυμβατικό στάδιο, δεν μπορεί να γίνει, καθόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έκρινε ότι θεμελιώνεται η αγωγή και στις διατάξεις αυτές, λόγω μη επίκλησης περιστατικών τέτοιας ευθύνης στην αγωγή, αλλά εκτιμήθηκαν αυτά ως παράβαση του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, όπως και η διάταξη υπ' αρ. 2501/2002 ΠΔ/ΤΕ, απορριπτόμενου ως αβασίμου του σχετικού σκέλους του πρώτου λόγου της εφέσεως. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως προς όλες τις βάσεις της, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου αλλά ούτε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με τους πρώτο και τρίτο λόγους της έφεσης του, είναι αβάσιμα και απορριπτέα...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 2247/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη από 18.12.2013 αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσία αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288, 281, 330, 914 του ΑΚ και των άρθρων 1 παρ. 4 και 8 του ν. 2251/1994, καθώς και εκείνες του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, καθόσον υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αρμοδίου υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας, που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στον αναιρεσείοντα ζημία, ώστε να θεμελιώνεται εντεύθεν υποχρέωση της αναιρεσίβλητης για ικανοποίηση των ένδικων αξιώσεων του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) η εναγομένη, δια του άνω προστηθέντος υπαλλήλου της, παρείχε πλήρη ενημέρωση στον ενάγοντα για το είδος της επένδυσης που του πρότεινε, και για τους κινδύνους που σχετίζονταν με την επένδυση αυτή, και ειδικότερα ότι ο ενάγων είχε ενημερωθεί, όταν αποφάσισε την πραγματοποίηση της επένδυσης, ότι το επενδυτικό προϊόν στο οποίο θα επένδυε τα χρήματα του, ήταν ομόλογο ατελεύτητης διάρκειας, με όλα τα χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν τη λειτουργία ενός τέτοιου ομολόγου, έκδοσης της άνω Ισλανδικής Τράπεζας και ότι ο βαθμός κινδύνου της επένδυσής του, προσδιοριζόταν, μεταξύ άλλων, από τις άνω παραμέτρους που τέθηκαν υπόψη του, ήτοι την ισχύ της εκδότριας του ομολόγου Τράπεζας και την πορεία της Ισλανδικής οικονομίας, επιπλέον δε, ο ίδιος, λόγω του μορφωτικού του επιπέδου, αλλά και της εμπειρίας του στις επενδύσεις, γνώριζε ότι ο κίνδυνος από τις επενδύσεις σε ομόλογα, σχετίζεται με την αφερεγγυότητα του εκδότη, που μπορεί να έχει ως συνέπεια την ολική ή μερική απώλεια των χρημάτων που επένδυσε στο άνω προϊόν, καθώς επίσης και ότι η φερεγγυότητα του εκδότη εξαρτάται από την ισχύ του ίδιου και την οικονομική κατάσταση της χώρας στην οποία δραστηριοποιείται, β) η εναγόμενη τήρησε στη συνέχεια τις υποχρεώσεις πληροφόρησης του ενάγοντος, αποστέλλοντας σ' αυτόν, κατά το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο 2004 μέχρι το έτος 2010, μηνιαία ενημερωτική κατάσταση της κίνησης των λογαριασμών του, στην οποία μεταξύ άλλων εμφανιζόταν η εκάστοτε αξία του ομολόγου, καθώς και η πίστωση του κουπονιού του ομολόγου στο λογαριασμό του, κάθε τρίμηνο, επίσης δε ο ίδιος ενημερωνόταν προφορικά, ως πελάτης του Premier τμήματος της εναγόμενης, για την πορεία της επένδυσης του, κατά τακτά χρονικά διαστήματα, παρόλο δε που αυτός είχε τη δυνατότητα ρευστοποίησης του ομολόγου κατά τη διάρκεια της επένδυσης με τη μικρότερη δυνατή απώλεια του κεφαλαίου, επέλεξε να μην ρευστοποιήσει το ομόλογο, αναμένοντας την ανόρθωση της οικονομίας, ώστε να διασφαλίσει το κεφάλαιο του και έτσι από τη συμπεριφορά του αυτή υπέστη ζημία ίση με το ποσό του κεφαλαίου που επένδυσε, και γ) ναι μεν ο προστηθείς υπάλληλος της εναγόμενης παρέλειψε πριν προβεί στην παροχή συμβουλής σχετικά με την ένδικη επένδυση να λάβει με τη συμπλήρωση ερωτηματολογίου ή με άλλο έγγραφο μέσο τα απαραίτητα στοιχεία για την κατηγοριοποίηση του ενάγοντος και τη διαμόρφωση των παρεχομένων προς αυτόν πληροφοριών και συμβουλών ούτως ώστε να είναι ενήμερος των επενδυτικών του στόχων, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ και, επίσης, δεν επέστησε εγγράφως την προσοχή του ενάγοντος επενδυτή στους κινδύνους της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής όπως απαιτείται από τον ίδιο ΚΔΕΠΕΥ, πλην όμως η ανωτέρω παράλειψη συμπληρώσεως του ερωτηματολογίου και η μη έγγραφη αποτύπωση των κινδύνων της επιλεγείσης επένδυσης δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα ζημία του ενάγοντος, καθόσον ο τελευταίος υπερέβαινε το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, δεδομένου ότι τα ποσά που επένδυε ήταν υψηλά και επιπλέον είχε συστηματική ενασχόληση με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, γνώση και εμπειρία σε συναφείς συναλλαγές που υπερβαίνουν το μέσο όρο του καταναλωτού, και, επομένως, δεν πληροί το κριτήριο του καταναλωτή και η επίκληση και υπαγωγή στο προνομιακό καθεστώς προστασίας των διατάξεων του καταναλωτή αποβαίνει καταχρηστική. Με βάση αυτές τις παραδοχές, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων και πρωτίστως του άρθρου 914 ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε και δεν δέχθηκε έτσι αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και τέταρτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχες αιτιάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι δε λόγοι, καθ' ό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς τα άνω πραγματικά ζητήματα, είναι απαράδεκτοι. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ` αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ούτε και εκ πλαγίου. Και τούτο, διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή η ζημία των αναιρεσειόντων δεν οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης και της ιδίας και πάντως η παράλειψη συμπληρώσεως του σχετικού ερωτηματολογίου από τον άνω υπάλληλο, πριν την επίδικη επένδυση, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα ζημία του ενάγοντος, και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού. Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου στηρίζουν επαρκώς οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α) ότι τον Σεπτέμβριο έτους 2004 ο υπάλληλος του τμήματος premier της εναγομένης Η. Μ. απευθύνθηκε στον ενάγοντα και του πρότεινε την αγορά ενός επενδυτικού προϊόντος (ομολόγου), το οποίο σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του δεν θα έθετε σε κίνδυνο το επενδυόμενο κεφάλαιο και ήταν μια σίγουρη τοποθέτηση χωρίς διακινδύνευση και συγχρόνως με απόδοση μεγαλύτερη από το απλό επιτόκιο καταθέσεως, προς ενίσχυση δε της επιλογής αυτής της επενδυτικής πρότασης η εναγομένη δια των υπαλλήλων της και δη του προαναφερομένου, ο οποίος εξυπηρετούσε τον ενάγοντα που είχε χαρακτηρισθεί από την εναγομένη ως πελάτης senior premier, δηλαδή υψηλών εισοδηματικών κριτηρίων με μεγάλες καταθέσεις, που συναλλάσσονταν και με εξειδικευμένα προϊόντα, του παρουσίασαν την πιστοληπτική ικανότητα του ομολόγου, εκδότρια του οποίου ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη ισλανδική τράπεζα, η οποία αξιολογείτο από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης με Α και Α+, δηλαδή την ανώτερη, β) ότι κατόπιν της προφορικής αυτής ενημέρωσης εκ μέρους του υπαλλήλου της εναγομένης και τις προτροπές του, ο ενάγων επείσθη και προέβη στην αγορά αυτού του ομολόγου δια της αλλοδαπής εταιρίας αποκλειστικών συμφερόντων του με την επωνυμία "Northbay Properties Limited" και συγκεκριμένα, υπό την ιδιότητα του διαχειριστή - εκπροσώπου της άνω εταιρίας και κατόπιν τηλεφωνικής εντολής προς την εναγομένη, προέβη στις 24-9-2004 στην αγορά ενός ομολόγου ονομαστικής αξίας 300.000 ευρώ, με αναγραφόμενη ημερομηνία λήξης 24-9-2014, γ) ότι στις 31-1-2005 η ως άνω εταιρία και ουσιαστικά ο ενάγων προέβη σε μερική πώληση του ομολόγου ονομαστικής αξίας 170.000 ευρώ αντί ποσού 168.055,34 ευρώ, το οποίο πιστώθηκε στο λογαριασμό 005 007265140 που τηρούσε στην εναγομένη, ενώ στις 14-2-2007 κατόπιν εντολής του ενάγοντος έλαβε χώρα μεταφορά, πώληση και επαναγορά του υπολοίπου ονομαστικής αξίας 130.000 ευρώ από το λογαριασμό της εταιρίας στον προσωπικό λογαριασμό του ενάγοντος έναντι της τότε τρέχουσας τιμής του ομολόγου ποσού 101.188,75 ευρώ, δ) ότι ακολούθως η εναγομένη συμπεριέλαβε το ομόλογο αυτό στις ενημερωτικές καταστάσεις που απέστελλε μηνιαίως στον ενάγοντα, στις οποίες το ποσό που αναγραφόταν κάτω από την ένδειξη "ενδεικτική αποτίμηση", φερόταν να μειώνεται και συγκεκριμένα στις 29-9-2006 η αποτίμηση ήταν 94.250 ευρώ, στις 28-2-2007 103.155 ευρώ, στις 31-7-2007 η αποτίμηση ήταν 107.328,65 ευρώ, στις 30-11-2007 ήταν 101.374,26 ευρώ και στις 29-2-2008 η αντίστοιχη αποτίμηση ήταν 66.281,93 ευρώ, ε) ότι από τον Σεπτέμβριο 2008 άρχισε να γίνεται εμφανής η χρηματοπιστωτική διεθνής κρίση που είχε πλήξει τις αγορές και κυρίως χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, κατέρρευσε η ισλανδική οικονομία, προέκυψε πρόβλημα ρευστότητας των τραπεζών μεταξύ των οποίων και της εκδότριας του ένδικου ομολόγου, η οποία και περιήλθε σε κατάσταση πτώχευσης, στ) ότι στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με εντολή του Πρωτοδικείου του Ρέκιαβικ Ισλανδίας, εγκρίθηκε η αναστολή πληρωμών για την άνω Τράπεζα (LandsBanki)μέχρι τις 26-2-2009, στη συνέχεια, εκδόθηκε νέα απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που ενέκρινε την παράταση της αναστολής των πληρωμών μέχρι 26-11-2009 και όρισε Συμβούλιο Εκκαθάρισης για την Τράπεζα αυτή, το οποίο θα χειριζόταν τις απαιτήσεις εναντίον της Τράπεζας, ενόσω ήταν σε ισχύ η αναστολή πληρωμών και μετά την έναρξη των εργασιών εκκαθάρισης, ακολούθησε δε πρόσκληση για την υποβολή αιτήσεων για τις απαιτήσεις κατά της Τράπεζας, στο Συμβούλιο Εκκαθάρισης, με καταληκτική ημερομηνία την 30-10-2009, ζ) ότι για τα πιο πάνω περιστατικά ενημερώθηκε ο ενάγων από την εναγομένη, με σχετική επιστολή της, κατόπιν δε της ενημέρωσης αυτής, στις 5-10-2009, εξουσιοδότησε την εναγομένη, όπως προβεί στη δέσμευση του τίτλου και στη συμπλήρωση αίτησης απαιτήσεων για λογαριασμό του, για το ποσό του επενδεδυμένου κεφαλαίου, πλέον τόκων και την υποβολή της στο άνω Συμβούλιο Εκκαθάρισης, ενέργειες στις οποίες προέβη πράγματι η εναγομένη, η) ότι το άνω Συμβούλιο Εκκαθάρισης, με την από 16-11-2010 επιστολή του γνωστοποίησε στον ενάγοντα την απόφασή του για την απόρριψη της απαίτησης του, ως γενικής και μη εξασφαλισμένης απαίτησης, σύμφωνα με τον ισχύοντα εκεί πτωχευτικό νόμο, η οποία θα ικανοποιείτο, αφού πρώτα ικανοποιούνταν οι προνομιούχες απαιτήσεις, ενώ από τον προσωρινό πίνακα απαιτήσεων η απαίτηση του ενάγοντος είχε καταχωρηθεί με αριθμό ... για το ποσό των 28.599,87 ISK που αντιστοιχούσε σε 167,30 ευρώ κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, θ) ότι η εναγόμενη τήρησε τις υποχρεώσεις της, πληροφόρησης του ενάγοντος, αποστέλλοντας σ' αυτόν, κατά το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο 2004 μέχρι το έτος 2010, μηνιαία ενημερωτική κατάσταση της κίνησης των λογαριασμών του, στην οποία μεταξύ άλλων εμφανιζόταν η εκάστοτε αξία του ομολόγου, καθώς και η πίστωση του κουπονιού του ομολόγου στο λογαριασμό του, κάθε τρίμηνο, επίσης δε ο ίδιος ενημερωνόταν προφορικά ως πελάτης του Premier τμήματος της εναγόμενης, για την πορεία της επένδυσης του, κατά τακτά χρονικά διαστήματα, ι) ότι επιπλέον, η εναγομένη, δια του άνω προστηθέντος υπαλλήλου της, παρείχε πλήρη ενημέρωση στον ενάγοντα, για το είδος της επένδυσης που του πρότεινε, και για τους κινδύνους που σχετίζονταν με την επένδυση αυτή και δη ότι πριν από την πραγματοποίηση της επένδυσης, ο ενάγων ενημερώθηκε από τον Η. Μ., ποιοι ήταν οι κίνδυνοι από την αγορά τού συγκεκριμένου ομολόγου η δε απάντηση που έλαβε ήταν σχετική με το μέγεθος και τη σταθερότητα της εκδότριας Τράπεζας και την πορεία της Ισλανδικής οικονομίας, η οποία εκείνη τη χρονική περίοδο ήταν πολύ καλή, αξιολογούμενη από τους άνω διεθνείς οίκους Standard & Poors και Fitch με A και Α+, αντίστοιχα, ια) ότι, έτσι, ο ενάγων είχε ενημερωθεί, όταν αποφάσισε την πραγματοποίηση της επένδυσης, ότι το επενδυτικό προϊόν στο οποίο θα επένδυε τα χρήματα του, ήταν ομόλογο ατελεύτητης διάρκειας, με όλα τα χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν τη λειτουργία ενός τέτοιου ομολόγου, έκδοσης της άνω Ισλανδικής Τράπεζας και ότι ο βαθμός κινδύνου της επένδυσής του, προσδιοριζόταν, μεταξύ άλλων, από τις άνω παραμέτρους που τέθηκαν υπόψη του, ήτοι την ισχύ της εκδότριας του ομολόγου Τράπεζας και την πορεία της Ισλανδικής οικονομίας, ιβ) ότι, επιπλέον ο ίδιος, λόγω του μορφωτικού του επιπέδου, αλλά και της εμπειρίας του στις επενδύσεις, γνώριζε ότι ο κίνδυνος από τις επενδύσεις σε ομόλογα, σχετίζεται με την αφερεγγυότητα του εκδότη, που μπορεί να έχει ως συνέπεια την ολική ή μερική απώλεια των χρημάτων που επένδυσε στο άνω προϊόν, καθώς επίσης και ότι η φερεγγυότητα του εκδότη εξαρτάται από την ισχύ του ίδιου και την οικονομική κατάσταση της χώρας στην οποία δραστηριοποιείται, ιγ) ότι στις επιστολές, που απέστειλε ο ενάγων προς την εναγομένη, από τον Οκτώβριο του έτους 2009, αλλά και μεταγενέστερα κατά το χρονικό διάστημα της πτώχευσης της εκδότριας του ομολόγου, ουδεμία αναφορά γίνεται ως προς την επικαλούμενη από τον ίδιο δήλωση της εναγομένης, ότι το κεφάλαιο της επένδυσης ήταν εγγυημένο και δεν υπήρχε κίνδυνος απώλειας αυτού, σε καμιά από τις επιστολές αυτές δεν αναφέρεται ότι η εναγομένη είχε κάνει τέτοια δήλωση ή ότι ο ίδιος είχε ζητήσει να επενδύσει τα χρήματα του σε μορφή επένδυσης, στην οποία δεν θα διακινδύνευε κατ' ουδένα τρόπο το κεφάλαιό του, αντίθετα δε, στις άνω επιστολές εκφράζει την ανησυχία του για την πτωτική πορεία του ομολόγου, ζητώντας καλύτερη ενημέρωση, ώστε να βρει τρόπους για την εξασφάλιση των χρημάτων του, χωρίς να αποδίδει οποιοσδήποτε μορφής ευθύνη στην εναγομένη για την πρόταση προς επένδυση των χρημάτων του, μέσω του άνω ομολόγου, ιδ) ότι ο ενάγων, έχοντας μηνιαία γραπτή ενημέρωση, στην οποία αποτυπωνόταν η συνεχής πτωτική πορεία της αξίας του ομολόγου, τουλάχιστον από τον Οκτώβριο του έτους 2005, αλλά και προφορική ενημέρωση από την εναγομένη ως πελάτης του τμήματος Premier αυτής, ενώ είχε τη δυνατότητα ρευστοποίησης του ομολόγου κατά τη διάρκεια της επένδυσης με μικρότερη δυνατή απώλεια του κεφαλαίου, επέλεξε να μην ρευστοποιήσει το ομόλογο, αναμένοντας την ανόρθωση της οικονομίας, ώστε να διασφαλίσει το κεφάλαιο του και έτσι από τη συμπεριφορά του αυτή υπέστη ζημία ίση με το ποσό του κεφαλαίου που επένδυσε, ιε) ότι η ενημέρωση που παρείχε ο προστηθείς της εναγομένης υπάλληλος του τμήματος premier προς τον ενάγοντα ήταν η πλήρης και απαιτουμένη ανάλυση του προϊόντος και του κίνδυνου προς πελάτη των χαρακτηριστικών του ενάγοντος που τον κατέτασσε στον τομέα premier δηλαδή με αυξημένη επενδυτική εμπειρία και λαμβάνοντας υπόψη επίσης, την οικονομική κατάσταση, τους επενδυτικούς στόχους, τη μόρφωση αυτού και τις γνώσεις του επί των οικονομικών ζητημάτων, και ιστ) ότι ο προστηθείς υπάλληλος της εναγόμενης, παρέλειψε πριν προβεί στην παροχή συμβουλής σχετικά με την ένδικη επένδυση να λάβει με τη συμπλήρωση ερωτηματολογίου ή με άλλο έγγραφο μέσο τα απαραίτητα στοιχεία για την κατηγοριοποίηση του ενάγοντος και τη διαμόρφωση των παρεχομένων προς αυτόν πληροφοριών και συμβουλών ούτως ώστε να είναι ενήμερος των επενδυτικών του στόχων, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ και, επίσης, δεν επέστησε εγγράφως την προσοχή του ενάγοντος επενδυτή στους κινδύνους της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής όπως απαιτείται από τον ίδιο ΚΔΕΠΕΥ, πλην όμως, παρά το ότι, εν τοις πράγμασι, ο ενάγων κατηγοριοποιήθηκε ως πελάτης ψηλού επενδυτικού προφίλ και εξυπηρετείτο από το τμήμα premier της εναγομένης, η ανωτέρω παράλειψη συμπληρώσεως του ερωτηματολογίου, πριν την παροχή της επενδυτικής συμβουλής, που δεν καθιστούσε εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής, αλλά και η μη έγγραφη αποτύπωση των κινδύνων της επιλεγείσης επένδυσης, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα ζημία του ενάγοντος, καθόσον αυτός, λόγω της προαναφερθείσας επενδυτικής του θέσης, υπερέβαινε το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, δεδομένου ότι τα ποσά που επένδυε ήταν υψηλά, ασχολούνταν συστηματικά με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, είχε γνώση και εμπειρία σε συναφείς συναλλαγές, που υπερβαίνουν το μέσο όρο του καταναλωτή και, επομένως, δεν πληροί το κριτήριο του καταναλωτή και η επίκληση και υπαγωγή στο προνομιακό καθεστώς προστασίας των διατάξεων του καταναλωτή αποβαίνει καταχρηστική, ενόψει και του ότι είχε ενημερωθεί προφορικά για τα παραπάνω. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος, τρίτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το αν είχε ενημερωθεί από τον προστηθέντα υπάλληλο της αναιρεσίβλητης για τους κινδύνους από την αγορά του επίδικου ομολόγου, ως προς την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράλειψης συμπλήρωσης ερωτηματολογίου και της ζημίας του, ως προς την εκ μέρους του γνώση ότι ο κίνδυνος από τις επενδύσεις σε ομόλογα σχετίζεται με την φερεγγυότητα του εκδότη, που μπορεί να έχει ως συνέπεια την ολική ή μερική απώλεια του κεφαλαίου του, ως προς τις ιδιαιτερότητες του ομολόγου αυτού, και ως προς την ενημέρωσή του σχετικά με την πορεία της επένδυσής του, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι ίδιοι δε λόγοι, καθ' ό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς τα άνω πραγματικά ζητήματα, είναι απαράδεκτοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 5 του Ν. 3297/2004, "Ο Συνήγορος του Καταναλωτή και οι επιτροπές προτείνουν τη φιλική διευθέτηση της διαφοράς, επιδιώκοντας να συμβιβάσουν τα εμπλεκόμενα μέρη... Αν δεν επιτευχθεί συμβιβασμός ή σε περίπτωση αποχώρησης ενός εκ των μερών, ο Συνήγορος του Καταναλωτή, κατά την κρίση του, είτε συντάσσει πρακτικό αποτυχίας είτε προβαίνει στη διατύπωση έγγραφης σύστασης προς τα δύο μέρη, με σκοπό τη φιλική επίλυση της διαφοράς. Σε περίπτωση που κάποιο από τα εμπλεκόμενα μέρη δεν αποδεχθεί τα διαλαμβανόμενα στην έγγραφη σύσταση της Αρχής, ο Συνήγορος του Καταναλωτή δύναται να δημοσιοποιήσει το γεγονός, κοινοποιώντας καταλλήλως το πόρισμά του ή και αποστέλλοντάς το στις κατά περίπτωση αρμόδιες για την επιβολή κυρώσεων αρχές και υπηρεσίες". Η σημασία της άνω έγγραφης σύστασης εξαντλείται στη διάταξη του άρθρου 729 ΑΚ, δηλαδή αποτελεί ανακοίνωση βούλησης προς τήρηση ορισμένης συμπεριφοράς με υπόμνηση συμμόρφωσης. Η σύσταση αυτή μπορεί να συνεκτιμηθεί από το δικαστήριο που θα επιληφθεί της ίδιας διαφοράς, αλλά δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο, ούτε ανήκει στην κατηγορία των δικαστικών τεκμηρίων του άρθρου 339 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη του ισχυρισμού του περί έλλειψης ενημέρωσης και πληροφόρησής του για το επίδικο ομόλογο από την αναιρεσίβλητη, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τις με αριθ. πρωτ. 10329/21.11.2011 και 6693/12.7.2012 συστάσεις του Συνηγόρου του Καταναλωτή, από τις οποίες αποδεικνυόταν η παράλειψη ενημέρωσής του από την εναγομένη για τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους του επίδικου ομολόγου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού οι άνω επικαλούμενες συστάσεις δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα. Σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, προοριζόμενα άλλα για άμεση απόδειξη και άλλα για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κανένα για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τις άνω φερόμενες ως αγνοηθείσες συστάσεις του Συνηγόρου του Καταναλωτή. Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τις παραπάνω συστάσεις συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Ιουλίου 2020 αίτηση του Α. Μ. του Δ., για αναίρεση της με αριθμό 1737/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ