Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1378 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1378/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Ξ. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νικολακόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την (ίδια) επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διαφορετικό Γ.Ε.ΜΗ και Α.Φ.Μ., κατόπιν διασπάσεως της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα πρώτη εταιρεία, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", κατόπιν συγχωνεύσεως με απορρόφηση, που εδρεύει στην Αθήνα και 2) Σ. Λ. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Βιτώρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2023 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2100/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1947/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-10-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1487/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Έτσι η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο. Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής. Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κύρια εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/17, ΑΠ 1063/14). Περαιτέρω, η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά τα άρθρα 90 επ. του ΕΝ, επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, της οποίας αποτελεί ειδικότερη μορφή. Κατά το άρθρο 713 του ΑΚ, "με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει, χωρίς αμοιβή, την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας", ενώ στο άρθρο 714 του ίδιου κώδικα ορίζεται ότι "ο εντολοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα". Έτσι, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης ή πλημμελούς εκπλήρωσης ή παράβασης των νόμιμων υποχρεώσεων, αξιώνεται, όχι ο μειωμένος βαθμός επιμέλειας των λοιπών χαριστικών συμβάσεων (δόλος ή βαριά αμέλεια), αλλά, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της εντολής, η αυξημένη επιμέλεια κοινού οφειλέτη και υποχρεούται ο εντολοδόχος να ανορθώσει την οφειλόμενη σε πταίσμα του θετική ή αποθετική ζημία του εντολέα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 335 ΑΚ. Ζημία, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, θετική μεν είναι η ελάττωση της περιουσίας, αρνητική δε το κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με πιθανότητα προσδοκώμενο κέρδος που ματαιώθηκε.
Συνεπώς, ο εντολοδόχος, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια, την οποία καταβάλλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Το πταίσμα του εντολοδόχου και επομένως η κατά το άρθρο 714 ΑΚ ευθύνη του προς αποζημίωση τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεών του προς εκπλήρωση της εντολής (ΑΠ 875/2022, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 112/2016). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β` και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017). Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1109/2019). Εξάλλου, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, δεν συνιστά αδικοπραξία, οι δε έννομες συνέπειες της παράβασης ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (ΑΠ 560/2022). Η υπαίτια πράξη ή παράλειψη αυτή μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 845/2019). Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 813/2019). Επομένως, στην αγωγή προς αποζημίωση από αδικοπραξία, για την πληρότητα του δικογράφου, πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου, τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας, που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική και αποθετική ζημία του (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 838/2011). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία, που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, αναφορικά με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, όπως συμβαίνει στην περίπτωση υπαλλήλου, απλού ή διευθυντικού, Τράπεζας, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνα πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ` αυτόν ή καθ` υπέρβαση των καθηκόντων του, υπό την προϋπόθεση όμως ότι μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας του υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να τελεσθεί χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για τη διάπραξή της. Δηλαδή, ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη του προστηθέντος, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της θέσης του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) του παρείχε να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα τεθέντα στη διάθεσή του μέσα και, γενικότερα, όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης. Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρον, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ (ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1359/2019, ΑΠ 355/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας. Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 10/1991). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική. Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη, την οποία δεν αποκλείει, κατά τις περιστάσεις, η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή φυσικής ευχέρειας, συνεκτιμούνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων και οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου "θύματος", για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση. Στην αναζήτηση δε του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και τα επιβαλλόμενα όρια από αυτή. Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέληση του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία. Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνες του άρθρου 298 του ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα μετά διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας (ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 212/2018, ΑΠ 752/2017). Περαιτέρω, στα άρθρα 2, 3, 4, 25 και 36 του Ν. 3606/2007 "Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις", με τον οποίο έγινε η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου "Για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου" της 21ης Απριλίου 2004 (L 145/30.4.2004) και του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 70 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις, που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου Ν. 4514/3-1-2018 (βλ. άρθρο 98 τούτου), ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: (Άρθρο 2) Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, νοούνται ως: 1. "Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ)" κάθε νομικό πρόσωπο, του οποίου το σύνηθες επάγγελμα ή δραστηριότητα είναι η παροχή μίας ή περισσότερων επενδυτικών υπηρεσιών σε τρίτους ή η διενέργεια μίας ή περισσότερων επενδυτικών δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση... 2) ως "Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" (ΑΕΠΕΥ) ορίζεται η ΕΠΕΥ, η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. 3. "Πιστωτικό ίδρυμα": το πιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του ν. 3601/2007... 6. "Πελάτης": φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο παρέχει επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες μια ΕΠΕΥ ή ένα πιστωτικό ίδρυμα. 7. "Επαγγελματίας πελάτης": ο πελάτης ο οποίος διαθέτει την πείρα, τις γνώσεις και την εξειδίκευση ώστε να λαμβάνει τις δικές του επενδυτικές αποφάσεις και να εκτιμά δεόντως τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται και ο οποίος πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 6.8. "Ιδιώτης πελάτης": κάθε πελάτης που δεν είναι επαγγελματίας... (Άρθρο 3) Πεδίο εφαρμογής. 1. Οι διατάξεις του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού εφαρμόζονται στις ΑΕΠΕΥ, στις οργανωμένες αγορές και τους διαχειριστές αγοράς, καθώς και στις Ανώνυμες Εταιρίες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (ΑΕΕΔ), εφόσον παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας τους. 2. Στα πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον παρέχουν μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις: (α) το άρθρο 2, (β) η παράγραφος 5 του άρθρου αυτού, καθώς και τα άρθρα 6, 7,12 έως 15 και 19, (γ) τα άρθρα 25 έως 30...(Άρθρο 4) Επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες και παρεπόμενες υπηρεσίες 1. Ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες νοούνται οι εξής: (α) Η λήψη και διαβίβαση εντολών, η οποία συνίσταται στη λήψη και διαβίβαση εντολών για λογαριασμό πελατών, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα. (β) Η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών...2. Ως παρεπόμενες υπηρεσίες νοούνται οι εξής: (α)... (β) Η παροχή πιστώσεων ή δανείων σε επενδυτή προς διενέργεια συναλλαγής σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, στην οποία μεσολαβεί η ΕΠΕΥ, η οποία παρέχει την πίστωση ή το δάνειο... (Άρθρο 25) Υποχρεώσεις επαγγελματικής συμπεριφοράς κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών: 1.Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού... (Άρθρο 36) Άδεια λειτουργίας, μετοχικό κεφάλαιο και τακτικός έλεγχος ΑΕΕΔ. 1.Οι ΑΕΕΔ λειτουργούν με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας. Στην επωνυμία τους πρέπει να προσδιορίζονται ως "Ανώνυμη Εταιρία Επενδυτικής Διαμεσολάβησης" και στο διακριτικό τους τίτλο ως "ΑΕΕΔ". 2. Οι ΑΕΕΔ επιτρέπεται να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες που συνίστανται αποκλειστικά στη λήψη και διαβίβαση εντολών επί κινητών αξιών και μεριδίων, που εκδίδονται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων και στην παροχή επενδυτικών συμβουλών, που αφορούν κινητές αξίες και μερίδια που εκδίδονται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων. Οι ΑΕΕΔ δεν επιτρέπεται να κατέχουν κεφάλαια και χρηματοπιστωτικά μέσα πελατών τους. 3. Οι ΑΕΕΔ επιτρέπεται να διαβιβάζουν εντολές επί κινητών αξιών και μεριδίων που εκδίδονται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων μόνο σε: (α) ΕΠΕΥ που εδρεύουν σε κράτος - μέλος, (β) πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε κράτος - μέλος...". Εξάλλου, ο Ν. 2843/2000 "Εκσυγχρονισμός των χρηματιστηριακών συναλλαγών, εισαγωγή εταιριών επενδύσεων στην ποντοπόρο ναυτιλία στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και άλλες διατάξεις", του οποίου τα άρθρα 1 έως 6 καταργήθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 4141/5-4-2013, αλλά εξακολουθούν να εφαρμόζονται για τις πράξεις ή παραλείψεις που έχουν τελεσθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του, προέβλεπε στα άρθρα 2, 3, 4 και 5 αυτού, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: (άρθρο 2 παρ. 1) "Επιτρέπεται η παροχή πίστωσης, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για τα πιστωτικά ιδρύματα, από μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών προς πελάτη του, για την εξόφληση του τιμήματος χρηματιστηριακής αγοράς μετοχών, που πραγματοποιεί για λογαριασμό του στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, μόνον, εφόσον έχει συναφθεί, εγγράφως, σύμβαση για τη χορήγηση πιστώσεων, μεταξύ του μέλους και του πελάτη". (άρθρο 3 ) "1. Για την εξασφάλιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων, που απορρέουν από την παροχή πιστώσεων για αγορά μετοχών, ο πελάτης παρέχει στο μέλος ως ασφάλεια, κινητές αξίες και μετρητά, το σύνολο των οποίων ονομάζεται "Χαρτοφυλάκιο Ασφάλειας". 2. Το Χαρτοφυλάκιο Ασφάλειας αποτελείται από τις μετοχές, οι οποίες αγοράζονται με πίστωση, ή και από άλλες κινητές αξίες, οι οποίες αποτιμώνται, σύμφωνα με την περίπτωση β' της παραγράφου 1 του άρθρου 6, τις οποίες παρέχει συμπληρωματικά ο πελάτης, ως ασφάλεια για την οφειλή, που γεννάται ύστερα από τη χορήγηση κάθε πίστωσης. 3. Η αξία του Χαρτοφυλακίου Ασφάλειας αποτιμάται κάθε εργάσιμη ημέρα και ονομάζεται "Τρέχουσα Αξία του Χαρτοφυλακίου Ασφάλειας". 4. Συνιστάται νόμιμο ενέχυρο υπέρ του μέλους επί των κινητών αξιών, που περιλαμβάνονται στο Χαρτοφυλάκιο Ασφάλειας. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις, που ορίζεται διαφορετικά στο παρόν, επί των κινητών αξιών αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.δ. 17.7./13.8.1923. 5. Κινητές αξίες, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, είναι οι μετοχές και οι λοιπές αξίες, με χαρακτηριστικά μετοχών, οι ομολογίες και οι λοιπές αξίες, με χαρακτηριστικά ομολογιών, εφόσον αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην Κεφαλαιαγορά, όπως η Ηλεκτρονική Δευτερογενής Αγορά Τίτλων ή σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά, σύμφωνα με την παράγραφο 1του άρθρου 4 του ν. 1969/1991 (ΦΕΚ 167 Α') και παρέχουν δικαίωμα απόκτησης άλλης κινητής αξίας μέσω εγγραφής ή ανταλλαγής ή που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, καθώς και κάθε άλλη ανταλλάξιμη αξία, που ορίζεται, ως κινητή αξία, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Τα μέσα πληρωμής αποκλείονται". (άρθρο 4) 1. "Για κάθε αγορά μετοχών με πίστωση, ο πελάτης υποχρεούται να καταθέσει κινητές αξίες ή να καταβάλει μετρητά στο μέλος, ώστε να προκύπτει αρχικό περιθώριο, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος άρθρου. Με πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται να ορίζονται όροι και προϋποθέσεις για τη δυνατότητα κατάθεσης από τον πελάτη στο μέλος και μετρητών. 2. Ως αρχικό περιθώριο νοείται η διαφορά μεταξύ της συνολικής τρέχουσας αξίας των κινητών αξιών, οι οποίες καταβάλλονται, σύμφωνα με την παράγραφο 1, προκειμένου να αποτελέσουν το Χαρτοφυλάκιο Ασφάλειας, που λαμβάνεται, υπόψη, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και της οφειλής του πελάτη, η οποία προκύπτει, αυτοτελώς, από τη συγκεκριμένη αγορά μετοχών με πίστωση. 3. Το αρχικό περιθώριο ορίζεται σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφάλειας. Το παραπάνω ποσοστό μεταβάλλεται, με πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς". (άρθρο 5) " 1. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου οι ακόλουθοι όροι έχουν την εξής έννοια: Η διαφορά μεταξύ της τρέχουσας αξίας των κινητών αξιών, που περιέχονται στο Χαρτοφυλάκιο Ασφάλειας και του χρεωστικού υπολοίπου καλείται περιθώριο. Ως διατηρητέο περιθώριο νοείται το ελάχιστο περιθώριο, το οποίο πρέπει να υφίσταται, οποτεδήποτε, κατά τη διάρκεια πιστωτικής σύμβασης. (Το διατηρητέο περιθώριο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερο του αρχικού περιθωρίου). 2. Αν το περιθώριο καταστεί κατώτερο από το διατηρητέο περιθώριο, το ύψος του οποίου καθορίζεται, σύμφωνα με την περίπτωση α' της παραγράφου 2 του άρθρου 6, το μέλος απαιτεί, την ίδια ημέρα από τον πελάτη, να καλύψει τη διαφορά, μέχρι την έναρξη της μεθεπόμενης συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών. 3. Αν ο πελάτης δεν εκπληρώσει εμπρόθεσμα την κατά την προηγούμενη παράγραφο υποχρέωση για κάλυψη της διαφοράς, το μέλος προβαίνει, εντός τριών (3) εργάσιμων ημερών, από της προειδοποιήσεως του πελάτη το αργότερο, στις απαραίτητες ενέργειες, σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο, προκειμένου να αποκατασταθεί το διατηρητέο περιθώριο. 4. Οι κατά την προηγούμενη παράγραφο απαραίτητες ενέργειες συνίστανται στα εξής: α. Για μετοχές ή άλλα χρηματιστηριακά πράγματα, στην απευθείας εκποίησή τους, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 26 του ν. 3632/1928, μη ισχύοντος του εκεί αναφερόμενου χρονικού περιορισμού των τριάντα (30) ημερών, β. Για άλλες κινητές αξίες, πλην των παραπάνω, στη διενέργεια της πράξης, που απαιτείται για την κατ' εφαρμογή των οικείων διατάξεων αναγκαστική εκποίησή τους". Κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 2843/2000 εκδόθηκε η Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, με αριθμό 2474/31.5.2001 (ΦΕΚ Α' 110/1.6.2001) "Παροχή πιστώσεων από πιστωτικά ιδρύματα και μέλη του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών", η οποία καταργήθηκε με την Πράξη ΕΕΤ ΤτΕ 157/6/02.04.2019 (ΦΕΚ Β' 2136/07.06.2019), αλλά εφαρμόζεται κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, και με τις γενικές διατάξεις της, καθόρισε τα όρια του ως άνω νόμου, ως προς το διατηρητέο περιθώριο, ως ποσοστό επί της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφαλείας σε 35% και ως προς το αρχικό περιθώριο στο ύψος που προβλεπόταν στο άρθρο 4 παρ. 3 του ιδίου νόμου, ήτοι σε ποσοστό τουλάχιστον 50% της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, όρισε, δε, ότι τα πιστωτικά ιδρύματα και τα μέλη του ΧΑΑ δύνανται, να προσδιορίζουν ποσοστό "διατηρητέου" και "αρχικού περιθωρίου" μεγαλύτερα των προαναφερομένων, με την προϋπόθεση ότι θα ενημερώνεται σχετικά ο πελάτης και θα υφίσταται ειδική αναφορά στην ειδική προς τούτο σύμβαση. Ακόμη, με τις ειδικές διατάξεις της ίδιας ΠΔΤΕ ορίστηκαν και τα ακόλουθα: "Η παροχή πίστωσης προς φυσικά πρόσωπα, στο πλαίσο της παρούσας Πράξης, θα διέπεται από τους εξής ειδικούς όρους. 1. Μετρητά που τυχόν καταβάλλονται ως μέρος του χαρτοφυλακίου ασφάλειας (άρθρο 3 παράγρ. 1 του Ν. 2843/2000) θα δεσμεύονται σε ειδικό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα, με όρους που συμφωνούνται μεταξύ των αντισυμβαλλομένων. 2. Με την επιφύλαξη τυχόν πρόσθετων διατάξεων, που αφορούν ειδικά στα μέλη του ΧΑΑ, τα πιστωτικά ιδρύματα για την παροχή πίστωσης, κατά τις διατάξεις της παρούσας Πράξης, υποχρεούνται όπως: (α) εξασφαλίσουν δήλωση του πελάτη ότι είναι ενημερωμένος επαρκώς για (ί) τον κίνδυνο που ενέχει η διενέργεια συναλλαγών με πίστωση, (ίί) τον κίνδυνο που ενδεχομένως να προκύπτει από την υποχρέωση κάλυψης των προβλεπόμενων περιθωρίων και των συνεπειών από τη μείωση του περιθωρίου κάτω από το απαιτούμενο "διατηρητέο περιθώριο", (ίίί) τις διαδικασίες εκποίησης στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφάλειας. (β) καταρτίσουν σύμβαση, η οποία σε κάθε περίπτωση θα περιέχει κατ' ελάχιστο: (ί) τη βασική λειτουργία του μηχανισμού παροχής πιστώσεων κατά τρόπο κατανοητό, (ίί) τα στοιχεία που δύνανται να απαρτίζουν το χαρτοφυλάκιο ασφάλειας, (iii) τα οριζόμενα από το πιστωτικό ίδρυμα ποσοστά "αρχικού περιθωρίου" και "διατηρητέου περιθωρίου", (iν) την προθεσμία κάλυψης τυχόν ελλείμματος του διατηρητέου περιθωρίου, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει την εκάστοτε ισχύουσα προθεσμία- εκκαθάρισης τίτλων στο Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών, (ν) τη σειρά προτεραιότητας κατά την εκποίηση των στοιχείων του χαρτοφυλακίου στην οποία θα προβαίνει το πιστωτικό ίδρυμα σε περίπτωση μη προσήκουσας κάλυψης των περιθωρίων, (νi) τη διαδικασία και τους όρους δέσμευσης και αποδέσμευσης στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφάλειας, (vii) αναλυτικά τις επιβαρύνσεις για την παροχή πίστωσης προς τον αντισυμβαλλόμενο με ειδική αναφορά στο εφαρμοζόμενο ετησιοποιημένο επιτόκιο, που εφαρμόζεται στα υπόλοιπα της πίστωσης, ή και στην τυχόν βάση αναφοράς που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του επιτοκίου στην περίοδο εκτοκισμού και αναλυτικά σε τυχόν λοιπές επιβαρύνσεις. (γ) αποτιμούν την τρέχουσα αξία του χαρτοφυλακίου ασφάλειας υποχρεωτικά κάθε εργάσιμη ημέρα για τον προσδιορισμό των ποσοστών των παραγρ. Α 1 (β) και Α 1 (γ) της παρούσας Πράξης, ή ανάλογα της παραγρ.Α3, με βάση την τελευταία διαθέσιμη επίσημη τιμή αναφοράς, όπως αυτή ορίζεται από την κάθε οργανωμένη αγορά... (δ) ενημερώνουν τους πελάτες τους (ί) το αργότερο μέχρι την έναρξη της επόμενης συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών για τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν και για την υποχρέωση κάλυψης τυχόν ελλείμματος του διατηρητέου περιθωρίου (παραγρ. Β 2 β) (ίν)...". Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. 2567/23.11.2005 (ΦΕΚ Α' 289/29.11.2005) Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, τροποποιήθηκαν οι διατάξεις της παραπάνω ΠΔΤΕ, ως προς τα όρια των περιθωρίων, τα οποία καθορίστηκαν σε ποσοστό 30% επί της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφαλείας για το διατηρητέο περιθώριο και σε ποσοστό 40% επί της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφαλείας για το αρχικό περιθώριο. Τέλος, στα άρθρα 2 παρ. 4, 7 και 17 του Ν. 3340/2005 "Για την προστασία της Κεφαλαιαγοράς από πράξεις προσώπων, που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και πράξεις χειραγώγησης της αγοράς", που έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, την προσαρμογή της νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 28ης Ιανουαρίου 2003, για τις πράξεις προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και τις πράξεις χειραγώγησης της αγοράς (κατάχρηση αγοράς), και ο οποίος νόμος, καταργήθηκε μεν με το άρθρο 42 του ν. 4443/2016, αλλά κατά το άρθρο 41 παρ. 1 και 2 του νέου αυτού νόμου εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε παραβάσεις, που έλαβαν χώρα μέχρι την έναρξη ισχύος του, ορίζονται τα ακόλουθα: (άρθρο 2 παρ. 4) "Ως "κατάχρηση αγοράς" νοείται η κατάχρηση προνομιακών πληροφοριών, όπως ορίζεται στα άρθρα 3 έως 6 του νόμου αυτού και η χειραγώγηση της αγοράς".(άρθρο 7) "1. Απαγορεύεται η χειραγώγηση της αγοράς. 2. Ως "χειραγώγηση της αγοράς" νοούνται: (α) συναλλαγές ή εντολές για τη διενέργεια συναλλαγών, με τις οποίες δίδονται ή είναι πιθανόν ότι θα δοθούν ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις για την προσφορά, τη ζήτηση ή την τιμή χρηματοπιστωτικού μέσου ή με τις οποίες διαμορφώνεται, από ένα ή περισσότερα πρόσωπα που ενεργούν από κοινού, η τιμή ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων σε μη κανονικό ή τεχνητό επίπεδο, εκτός εάν το πρόσωπο που κατήρτισε τις συναλλαγές ή το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου καταρτίσθηκαν οι συναλλαγές ή το πρόσωπο που έδωσε τις εντολές για τη διενέργεια συναλλαγών αποδεικνύει ότι οι συναλλαγές αυτές καταρτίσθηκαν ή ότι έδωσε τις εντολές για τη διενέργεια των συναλλαγών αυτών για θεμιτούς λόγους και ότι οι συναλλαγές ή εντολές είναι σύμφωνες με τις αποδεκτές πρακτικές της σχετικής αγοράς, (β) συναλλαγές ή εντολές για τη διενέργεια συναλλαγών, οι οποίες συνδυάζονται με/ή συνιστούν παραπλανητικές μεθοδεύσεις ή άλλο τέχνασμα, (γ) η διάδοση δια των μέσων μαζικής ενημέρωσης και του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο πληροφοριών, οι οποίες δίνουν ή είναι πιθανόν να δώσουν ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με χρηματοπιστωτικά μέσα ή φημών ή παραπλανητικών ειδήσεων, εάν ο διαδίδων γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι πληροφορίες, οι φήμες ή οι ειδήσεις αυτές ήταν ψευδείς ή παραπλανητικές... 3. Συμπεριφορές που συνιστούν χειραγώγηση της αγοράς κατά την έννοια των παραγράφων 1 έως 2 αποτελούν ενδεικτικά οι εξής: (α) η συμπεριφορά, από ένα ή περισσότερα πρόσωπα που δρουν συντονισμένα, η οποία οδηγεί στην εξασφάλιση δεσπόζουσας θέσης επί της προσφοράς ή της ζήτησης ενός χρηματοπιστωτικού μέσου, με αποτέλεσμα τον άμεσο ή έμμεσο τεχνητό προσδιορισμό της τιμής αγοράς ή της τιμής πώλησης ή τη δημιουργία αθέμιτων συνθηκών στις συναλλαγές, (β) η αγορά ή πώληση ενός χρηματοπιστωτικού μέσου κατά την περίοδο διαμόρφωσης της τιμής κλεισίματος της αγοράς με αποτέλεσμα την παραπλάνηση των επενδυτών που ενεργούν βάσει της τιμής αυτής, (γ) ...(δ)... 4. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται κριτήρια και ενδείξεις βάσει των οποίων θα εξετάζεται κατά πόσον συγκεκριμένη συμπεριφορά ενδέχεται να συνιστά χειραγώγηση της αγοράς στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου αυτού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα εκτελεστικά μέτρα της Οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου". (άρθρο 17) "Τα πρόσωπα που διαμεσολαβούν κατ` επάγγελμα στην κατάρτιση συναλλαγών υποχρεούνται να ειδοποιούν την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όταν υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες, ότι συναλλαγές που έχουν καταρτισθεί θα μπορούσαν να συνιστούν κατάχρηση της αγοράς. Όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει ειδοποιήσεις κατά την έννοια του παρόντος άρθρου προερχόμενες από πιστωτικά ιδρύματα, τις διαβιβάζει και στην Τράπεζα της Ελλάδος". Κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 4 του άρθρου 7 του νόμου αυτού εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1/347/12.7.2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (ΦΕΚ Β 983/13.7.2005), η οποία στο άρθρο 2 ορίζει ότι με την επιφύλαξη των παραδειγμάτων στην παράγραφο 3 του άρθρου 7 του ν. 3340/2005, προκειμένου να εξετασθεί, εάν συναλλαγές ή εντολές για τη διενέργεια συναλλαγών, συνιστούν χειραγώγηση, κατά την έννοια της περίπτωσης (α) της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν. 3340/2005, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και οι συμμετέχοντες στην αγορά λαμβάνουν, υπόψη, τα ακόλουθα κριτήρια και ενδείξεις, των οποίων η απαρίθμηση δεν είναι εξαντλητική και τα οποία δεν πρέπει, απαραιτήτως, να θεωρούνται, ότι από μόνα τους συνιστούν πράξεις χειραγώγησης αγοράς: (α) Το βαθμό στον οποίο οι δοθείσες εντολές ή οι διενεργηθείσες συναλλαγές αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό του καθημερινού όγκου συναλλαγών στο σχετικό χρηματοπιστωτικό μέσο στην οικεία οργανωμένη αγορά, ιδίως, όταν οδηγούν σε σημαντική μεταβολή της τιμής του χρηματοπιστωτικού μέσου, (β) Το βαθμό στον οποίο οι δοθείσες εντολές ή οι διενεργηθείσες συναλλαγές από πρόσωπα με σημαντική θέση αγοράς ή πώλησης σε ένα χρηματοπιστωτικό μέσο οδηγούν σε σημαντικές μεταβολές της τιμής του χρηματοπιστωτικού μέσου ή συνδεδεμένου με αυτό παράγωγου μέσου ή του υποκείμενου μέσου, που έχει εισαχθεί για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά, (γ) Κατά πόσο οι διενεργηθείσες συναλλαγές δεν συνεπάγονται αλλαγή του πραγματικού δικαιούχου του χρηματοπιστωτικού μέσου, που είναι εισηγμένο για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά, (δ) Το βαθμό στον οποίο οι δοθείσες εντολές ή οι διενεργηθείσες συναλλαγές οδηγούν σε βραχυπρόθεσμες αντιστροφές θέσεων και αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό του καθημερινού όγκου συναλλαγών στο σχετικό χρηματοπιστωτικό μέσο στην οικεία οργανωμένη αγορά, και ενδέχεται να σχετίζονται με σημαντικές μεταβολές στην τιμή ενός χρηματοπιστωτικού μέσου, που έχει εισαχθεί για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά, (ε) Το βαθμό στον οποίο οι δοθείσες εντολές ή οι διενεργηθείσες συναλλαγές συγκεντρώνονται σε μικρό χρονικό διάστημα της συνεδρίασης και οδηγούν σε μεταβολή τιμής, η οποία στη συνέχεια αντιστρέφεται, (στ) Το βαθμό στον οποίο οι δοθείσες εντολές μεταβάλλουν τις καλύτερες τιμές προσφοράς και ζήτησης ενός χρηματοπιστωτικού μέσου εισηγμένου για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή γενικότερα τις τιμές που καταγράφονται στο βιβλίο εντολών των συμμετεχόντων στην αγορά και οι οποίες αποσύρονται πριν εκτελεσθούν. (ζ) Το βαθμό στον οποίο δίδονται εντολές ή διενεργούνται συναλλαγές σε, ή γύρω από, συγκεκριμένο χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπολογίζονται οι τιμές αναφοράς, οι τιμές εκκαθάρισης και οι αποτιμήσεις, με αποτέλεσμα να μεταβάλλονται ή να επηρεάζονται οι εν λόγω τιμές ή αποτιμήσεις κατ' επανάληψη (σε περισσότερες από μία συνεδριάσεις). Με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 3340/2005, οι οποίες αποβλέπουν στη διαφύλαξη της εύρυθμης λειτουργίας της κεφαλαιαγοράς και στην προστασία του επενδυτικού κοινού, εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη η έννοια της "χειραγώγησης της αγοράς" και εξειδικεύθηκαν οι μορφές τέλεσης της σχετικής παράβασης. Μεταξύ άλλων ορίστηκε ότι η χειραγώγηση της αγοράς μπορεί να επιχειρείται δια της διενέργειας συναλλαγών ή εντολών για τη διενέργεια συναλλαγών, όταν με τις συναλλαγές αυτές είναι δυνατόν, να δοθούν ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις. Ειδικότερα, χειραγώγηση της αγοράς επιφέρει η διενέργεια συναλλαγών, οι οποίες είναι ικανές, ως εκ της φύσεώς τους, να επηρεάσουν την τιμή ή τις συναλλαγές επί κινητών αξιών, που έχουν εισαχθεί σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά και να ασκήσουν επιρροή στο επενδυτικό κοινό και στη διαμόρφωση των αποφάσεών του, ως προς τις συναλλαγές τους επ' αυτών.
Συνεπώς, το ουσιώδες στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της παράβασης της χειραγώγησης της αγοράς είναι ή ύπαρξη κινδύνου παραπλάνησης των επενδυτών, ως προς τα κρίσιμα για τις επενδυτικές τους αποφάσεις μεγέθη, με τη χρήση διαφόρων μεθοδεύσεων (όπως κατάρτιση προσυνεννοημένων συναλλαγών, μεγάλος όγκος ύποπτων συναλλαγών, συχνότητα αυτών, σχέση μεταξύ προσώπων συμμετεχόντων στις συναλλαγές, τεχνητή διαμόρφωση της τιμής κλεισίματος των μετοχών), συνεπεία των οποίων επέρχεται στρέβλωση των δεδομένων, που αφορούν στην τιμή και στην εμπορευσιμότητα των κινητών αξιών και τεχνητή διαμόρφωσή τους σε επίπεδο, που δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά τους μεγέθη. (ΑΠ 1776/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την από 7.1.2013 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των εναγομένων: 1) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ A.E", την οποία έκτοτε διαδέχθηκε ως καθολική διάδοχός της η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, και 2) του Σ. Λ., υπαλλήλου της πρώτης εναγομένης, ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατά το μέρος που η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, εξέθετε ότι τον Δεκέμβριο του 2010 γνώρισε τον Δ. Α., νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρεία παροχής υπηρεσιών επενδυτικής διαμεσολάβησης "FINANCIAL ANALYTICS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ", ο οποίος του παρουσίασε τις προοπτικές της χρηματιστηριακής αγοράς και παράλληλα του πρότεινε να ανοίξει έναν λογαριασμό περιθωρίου, δηλαδή ένα προσωπικό τοκιζόμενο λογαριασμό, μέσω του οποίου η χρηματιστηριακή εταιρία στην οποία θα ετηρείτο ο λογαριασμός του, θα του παρείχε δάνειο με σκοπό την αγορά μετοχών, ως χρηματιστηριακή δε εταιρία του υπέδειξε την πρώτη εναγομένη τράπεζα, με την οποία συνεργαζόταν. Ότι αρχικά το ενδεχόμενο του δανεισμού τον προβλημάτισε ιδιαίτερα, αλλά λόγω των επίμονων διαβεβαιώσεων του Δ. Α. ότι, εφόσον θα έκανε ο ίδιος σωστή επιλογή της επένδυσης, τα κέρδη του θα ήταν πολλαπλάσια σε σχέση με αυτά που θα είχε αν έκανε την επένδυση χρησιμοποιώντας μόνο δικά του κεφάλαια, κυρίως δε λόγω της αξιοπιστίας και φερεγγυότητας που πίστευε ότι έχει η πρώτη εναγομένη, έλαβε εν τέλει την απόφαση μιας τέτοιου είδους επένδυση. Ότι στις 28.11.2011 συνήφθη μεταξύ αυτού και της άνω εταιρίας σύμβαση παροχής υπηρεσιών επενδυτικής διαμεσολάβησης, σύμφωνα με την οποία η εταιρία θα ελάμβανε εντολές για κατάρτιση συναλλαγών για λογαριασμό του, επί κινητών αξιών και μεριδίων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τις οποίες θα διαβίβαζε περαιτέρω προς εκτέλεση σε επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, πιστωτικά ιδρύματα κλπ... και εν προκειμένω στην εναγομένη τράπεζα. Ότι την ίδια ημέρα (28.11.2011) κατάρτισε με την πρώτη εναγόμενη τρείς συμβάσεις παροχής υπηρεσιών (καταθέσεων και επενδυτικών) και μία σύμβαση παροχής πίστωσης προς διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών μετά του παραρτήματος αυτής, με αντικείμενο την εκ μέρους της πρώτης εναγομένης διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών (αγορές και πωλήσεις μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών), για λογαριασμό του, με τη χορήγηση σε αυτόν έντοκης πίστωσης για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς των μετοχών, μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ και με προθεσμία εξόφλησης για εκάστη συναλλαγή αγοράς, τρείς εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία εκκαθάρισης της χρηματιστηριακής συναλλαγής, είτε με μετρητά, είτε από το προϊόν της πωλήσεως των μετοχών που αγοράστηκαν με πίστωση, ή από το προϊόν της πώλησης άλλων μετοχών του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, κατόπιν εντολής του ή κατόπιν ασκήσεως από την εναγόμενη τράπεζα του δικαιώματός της προς εκποίηση, στα πλαίσια του, υφιστάμενου υπέρ αυτής, νόμιμου ενεχύρου, επί του χαρτοφυλακίου ασφαλείας του. Ότι, ειδικότερα, στο πλαίσιο της ως άνω σύμβασης παροχής πίστωσης, συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Με το άρθρο 4.1 της σύμβασης "Ο Επενδυτής προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της Τράπεζας από την παροχή της Πίστωσης παρέχει ως ασφάλεια προς την Τράπεζα το Χαρτοφυλάκιο Ασφαλείας... Το Χαρτοφυλάκιο Ασφαλείας διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 2843/2000... Με το άρθρο 4.2 της σύμβασης "Το Χαρτοφυλάκιο Ασφαλείας περιλαμβάνει σε κάθε περίπτωση τις μετοχές που αγοράστηκαν με πίστωση. Παράλληλα ο Επενδυτής παρέχει προς την Τράπεζα την ανέκκλητη εντολή όπως δεσμεύει εντός του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας οποιεσδήποτε κινητές αξίες ή μετρητά που η Τράπεζα κατέχει σήμερα ή θα κατέχει στο μέλλον για λογαριασμό του Επενδυτή προκειμένου να καλύπτεται το Αρχικό ή Διατηρητέο Περιθώριο του Επενδυτή...". Με το άρθρο 5.1 της σύμβασης "Η Πίστωση που παρέχεται στον Επενδυτή μέσω του Λογαριασμού Πίστωσης είναι έντοκη. Το ετήσιο επιτόκιο της Πίστωσης καθορίζεται στο Παράρτημα Ι...". Με το άρθρο 5.6 της σύμβασης "Τόκοι καθίστανται απαιτητοί και είναι πληρωτέοι ανά τρίμηνο και συγκεκριμένα στις 31 Μαρτίου, 30 Ιουνίου, 30 Σεπτεμβρίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους οπότε και ο Λογαριασμός θα κλείνει περιοδικώς. Σε κάθε περίπτωση οι τόκοι καθίστανται άμεσα απαιτητοί κατά το οριστικό κλείσιμο του Λογαριασμού...". Με το άρθρο 7.1 της σύμβασης "Στην περίπτωση κατά την οποία το Περιθώριο του Λογαριασμού Πίστωσης καταστεί κατώτερο από το Διατηρητέο Περιθώριο, είτε λόγω μείωσης της αξίας του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας του Επενδυτή, είτε λόγω χρέωσης τόκων, είτε για οποιαδήποτε άλλη αιτία, η Τράπεζα θα καλεί τον Επενδυτή την ίδια ημέρα να καλύψει τη σχετική διαφορά, μέχρι την έναρξη της επόμενης συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου Αθηνών είτε με ισόποση καταβολή μετρητών είτε με τη δέσμευση πρόσθετων στοιχείων στο Χαρτοφυλάκιο Ασφαλείας το χρηματικό ισοδύναμο των οποίων θα καλύπτει τη διαφορά, προκειμένου το ύψος του περιθωρίου να μην υπολείπεται του προβλεπόμενου ως Περιθωρίου Διατήρησης". Με το άρθρο 7.2 της σύμβασης "Η όχληση του Επενδυτή από την Τράπεζα θα γίνεται μέσω αποστολής τηλεομοιοτυπικού μηνύματος στον αριθμό fax ή/και στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) που δηλώνεται στο Παράρτημα. Τα μέρη συμφωνούν ότι η ημερομηνία και ώρα πραγματοποίησης της κλήσης προς τον Επενδυτή θα αποδεικνύεται από τα στοιχεία του εγγράφου επιβεβαίωσης που θα εκδίδεται από τη συσκευή τηλεομοιοτυπίας της Τράπεζας ή/και από την επιβεβαίωση παραλαβής του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου(e-mail)...". Με το άρθρο 7.4 της σύμβασης "Μετά την παρέλευση της προθεσμίας προς κάλυψη του περιθωρίου διατήρησης, η Τράπεζα θα φέρει καταρχήν σε πίστωση του Λογαριασμού Πίστωσης τα τυχόν μετρητά του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας και εν συνεχεία θα προβαίνει σε εκποίηση των στοιχείων του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας σύμφωνα με τα εκάστοτε οριζόμενα στο νόμο και στην παρούσα, προκειμένου να καλύψει τη διαφορά". Με τον όρο 7 του παραρτήματος της σύμβασης πίστωσης "Η εξόφληση της πίστωσης διενεργείται από τον Επενδυτή εντός τριημέρου από την αγορά των μετοχών, είτε με μετρητά, είτε από το προϊόν της πωλήσεως των μετοχών που αγοράστηκαν με πίστωση, ή από το προϊόν της πώλησης άλλων μετοχών του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας. Οι ως άνω πωλήσεις διενεργούνται είτε κατόπιν εντολής του Επενδυτή, είτε κατόπιν ασκήσεως από την Τράπεζα του δικαιώματός της προς εκποίηση, στα πλαίσια του υφισταμένου υπέρ αυτής, νόμιμου ενεχύρου, επί των στοιχείων του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας του Επενδυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 4 του ν. 2843/2000, εφόσον κατά τη λήξη της ως άνω τριήμερης προθεσμίας το τίμημα των μετοχών που αγοράσθηκαν με πίστωση δεν καλύπτεται από το προϊόν της πώλησής τους". Ότι, σε εκτέλεση των άνω συμβάσεων, η πρώτη εναγομένη άνοιξε στο όνομά του τον υπ' αριθ. 538516 χρηματιστηριακό κωδικό και τηρούσε επ' ονόματι του δύο λογαριασμούς, έναν προς εξυπηρέτηση της σύμβασης παροχής πίστωσης περιθωρίου ("Margin") και έναν προς εξυπηρέτηση της σύμβασης τριήμερης πίστωσης ("3DC ή Τ+3"), στους οποίους καταχωρήθηκαν οι χρηματιστηριακές συναλλαγές αυτού, καθώς και οι χρηματικές κινήσεις καταβολής του τιμήματος των αγορών μετοχών και κάλυψης της χορηγούμενης πίστωσης. Ότι καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας των άνω συμβάσεων, και μέχρι τον Νοέμβριο του 2011, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας επενδυτικής διαμεσολάβησης, Δ. Α., διαχειριζόταν κατά βούληση το χαρτοφυλάκιό του, διαβιβάζοντας στην πρώτη εναγομένη παραγγελίες προς πώληση και αγορά μετοχών, για τις οποίες αυτός δεν είχε δώσει τη σχετική εντολή, παρακολουθούσε, όμως, είτε μέσω διαδικτύου, είτε μέσω των ενημερωτικών ηλεκτρονικών επιστολών που του απέστελλε η πρώτη εναγομένη. Ότι από την αρχή της συνεργασίας τους ο νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας επενδυτικής διαμεσολάβησης, Δ. Α., επέμεινε ιδιαίτερα στο να επενδύσει σε μετοχές της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", την οποία του σύστησε ως εταιρεία με εξαιρετικά θετικές προοπτικές, λόγω των πολλών και σε διαφορετικούς τομείς, δραστηριοτήτων της. Ότι μέχρι και τα τέλη του Σεπτεμβρίου του 2011, o ανωτέρω, Δ. Α., προέβη, επ' ονόματι και για λογαριασμό του, μέσω του χρηματιστηριακού κωδικού του, σε αγορά πολλών χιλιάδων μετοχών της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", η τιμή της οποίας ήταν συνεχώς ανοδική και δη ενδεικτικά την 1.2.2011 η τιμή της εν λόγω μετοχής έκλεισε σε 0,350 ευρώ και στις 30.9.2011 έκλεισε σε 1,06 ευρώ. Ότι στα τέλη του Σεπτεμβρίου του 2011, αν και ο λογαριασμός του λειτουργούσε ομαλά, παρατήρησε ότι το χρεωστικό του υπόλοιπο προς την πρώτη εναγομένη είχε ανέλθει σε υψηλά επίπεδα και για το λόγο αυτό ζήτησε επιτακτικά από τον Δ. Α. να σταματήσει να αγοράζει μετοχές της ανωτέρω εταιρείας, o δε τελευταίος, καίτοι επέμενε στην άποψή του περί ανόδου της τιμής της συγκεκριμένης μετοχής και της διατήρησης της θέσης του, πράγματι σταμάτησε, κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2011, να αγοράζει μετοχές της ανωτέρω εταιρείας. Ότι, την 30.11.2011, το χαρτοφυλάκιό του, στα πλαίσια της σύμβασης πίστωσης (margin), αποτελούνταν από 260.300 μετοχές της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", αξίας τότε 356.611 ευρώ και μετοχές άλλων εταιρειών, συνολικής αξίας 167.789,94 ευρώ και το χαρτοφυλάκιό του, στα πλαίσια της σύμβασης τριήμερης πίστωσης (Τ+3), αποτελούνταν από 495.274 μετοχές της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", αξίας 678.525,38 ευρώ και μετοχές άλλων εταιρειών, συνολικής αξίας 9.950 ευρώ, ενώ το διατηρητέο περιθώριο ήταν ανώτερο των συμβατικών ορίων. Ότι, κατά μήνα Δεκέμβριο 2011, λόγω προσωπικών προβλημάτων του (θέματα υγείας στενών συγγενικών προσώπων) έπαψε προσωρινά να παρακολουθεί τις γενόμενες ενέργειες και την κίνηση του λογαριασμού του, εκ των υστέρων δε διαπίστωσε ότι ο Δ. Α. αυθαίρετα και παράνομα είχε διαβιβάσει κατά το μήνα αυτό τις παρατιθέμενες εντολές προς αγορά και πώληση μετοχών, τις οποίες εκτέλεσε η εναγόμενη τράπεζα, επ' ονόματι και για λογαριασμό του, κατά το χρονικό διάστημα από 1.12.2011 έως 30.12.2011, με αποτέλεσμα στις 30.12.2011 το χαρτοφυλάκιο margin να αποτελείται από 446.500 μετοχές της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", αξίας 473.290 ευρώ και μετοχές άλλων εταιρειών, συνολικής αξίας 122.096 ευρώ και το χαρτοφυλάκιο Τ+3 από 495.274 μετοχές της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", αξίας 445.490,44 ευρώ και μετοχές άλλων εταιρειών, συνολικής αξίας 9.034,55 ευρώ, ο δε λογαριασμός της σύμβασης πίστωσης margin παρουσίαζε έλλειμμα περιθωρίου 27,88%. Ότι, στις 2.1.2012, προς μεγάλη του έκπληξη διαπίστωσε ότι, χωρίς να έχει δώσει εντολή και χωρίς καμία ειδοποίησή του εκ μέρους των εναγομένων, η πρώτη εξ αυτών, διά μέσω του δεύτερου εναγομένου, Σ. Λ., προστηθέντος υπαλλήλου της, o οποίος ήταν Διευθυντής στη Διεύθυνση Χρηματιστηριακών Εργασιών αυτής και τη δέσμευε, προέβη στην πώληση των αναφερόμενων μετοχών του χαρτοφυλακίου του, έναντι του διαλαμβανόμενου ποσού. Ότι την ίδια ημέρα επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον δεύτερο εναγόμενο, προκειμένου να πληροφορηθεί το λόγο για τον οποίο ρευστοποιήθηκαν μετοχές του χαρτοφυλακίου του, τονίζοντας ότι είχε έντονες αντιρρήσεις για την πώληση των μετοχών αυτών, αφού αποτελούσαν το σημαντικότερο (πλην μετοχών DIONIC) μέρος του χαρτοφυλακίου του, και αυτός του απάντησε ότι λόγω της πτώσης της αξίας του χαρτοφυλακίου του είχε δημιουργηθεί το καλούμενο "margin call" (πτώση του περιθωρίου του λογαριασμού κάτω του ποσοστού 30%) και ότι εκείνος αποφάσισε να εκποιήσει τις άνω μετοχές του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, προκειμένου δε να μην προβεί σε άλλη εντολή για περαιτέρω εκποίηση μετοχών, θα έπρεπε άμεσα να καταθέσει στον κωδικό του το ποσό των 150.000 ευρώ. Ότι, προκειμένου να μην προχωρήσει ο δεύτερος εναγόμενος σε επιπλέον πωλήσεις, στις 3.1.2012 κατέθεσε στην πρώτη εναγομένη το ποσό των 200.000 ευρώ σε μετρητά, προς ακόμη μεγαλύτερη εξασφάλιση του χαρτοφυλακίου του, και ενημέρωσε τηλεφωνικά σχετικά με την καταβολή αυτή την ίδια ημέρα τον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος για μία ακόμη φορά τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα πραγματοποιούσε καμία άλλη πώληση, ενώ η ως άνω καταβολή, κατ' επιλογή των εναγομένων, καταχωρήθηκε στο σύνολό της στο λογαριασμό "Τ+3" και μόνο, χωρίς την οποιαδήποτε προηγούμενη ενημέρωση ή συναίνεσή του. Ότι παρά ταύτα, την επόμενη ημέρα, 4.1.2012, διαπίστωσε ότι η πρώτη εναγομένη, την οποία δέσμευε ο δεύτερος εναγόμενος, προέβη σε περαιτέρω πωλήσεις μετοχών, οι οποίες, μαζί με την μετοχή της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", αποτελούσαν πλέον το σύνολο του χαρτοφυλακίου του και δη ότι οι εναγόμενοι προέβησαν σε πωλήσεις όλων των μετοχών του χαρτοφυλακίου του, πλην αυτών της "DlONlC ΑΒΕΕ" και της "ΕΒΡΟΦΑΡΜΑ ΑΒΕΕ". Ότι, πέραν των μετοχών που πράγματι πωλήθηκαν, η πρώτη εναγομένη, μέσω του δεύτερου εξ αυτών, από τις 3.1.2012 έως και τις 9.1.2012, αλλά και αργότερα, έδινε εντολή πώλησης ορισμένων τεμαχίων του χαρτοφυλακίου του και χιλιάδων τεμαχίων της "DlONlC ΑΒΕΕ", οι οποίες δεν εκτελούνταν ελλείψει αγοραστών. Ότι, απότοκος των ενεργειών αυτών των εναγομένων, δηλαδή η καταχώρηση πλήθους εντολών πώλησης τεμαχίων της μετοχής της "DlONlC ΑΒΕΕ", οι οποίες έμεναν ανεκτέλεστες, ήταν η αξία της μετοχής να παρουσιάσει ραγδαία και κατακόρυφη πτώση, καθόσον οι εναγόμενοι με τις ενέργειές τους και μόνον, προβαίνοντας σε τεράστιο αριθμό καταχώρησης μαζικών εντολών πώλησης μετοχών της εταιρίας "DlONlC ΑΒΕΕ", προκάλεσαν τον λεγόμενο χρηματιστηριακό πανικό, με αποτέλεσμα διαδοχικά limit down των μετοχών της άνω εταιρίας. Ότι, ειδικότερα, κατά το άνω διάστημα οι εναγόμενοι προέβαιναν σε μαζική καταχώρηση, στο σύστημα συναλλαγών του Χ.Α.Α, εντολών πωλήσεως μετοχών της συγκεκριμένης εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", για λογαριασμό πολλών πελατών - επενδυτών της, στο χαρτοφυλάκιο των οποίων είχε δημιουργηθεί "margin call", έτσι δε οι εναγόμενοι με τις υπαίτιες αυτές ενέργειές τους και εν πλήρη γνώση των συνεπειών των ενεργειών τους προκάλεσαν έναν φαύλο κύκλο, ο οποίος τροφοδοτούσε ένα πτωτικό σπιράλ της αξίας της μετοχής της "DIONIC ΑΒΕΕ", με συνέπεια την συνεχή πτώση της αξίας της μετοχής αυτής, η τιμή της οποίας στις 29.1.2011 κυμαινόταν από 1,34 ευρώ έως 1,40 ευρώ, στις 30.12.2011 έκλεισε σε 1,06 ευρώ σημειώνοντας πτώση 18,46%, στις 2.1.2012 έκλεισε σε 0,742 ευρώ σημειώνοντας πτώση 30% (limit down), στις 3.1.2012 έκλεισε σε 0,520 ευρώ σημειώνοντας πτώση 29,92 στις 4.1.2012 έκλεισε σε 0,364 ευρώ σημειώνοντας πτώση νέα 30% (limit down), στις 5/1/2012 έκλεισε σε 0,255 ευρώ σημειώνοντας νέα πτώση 29,95% (limit down) και στις 9.1.2012 έκλεισε σε 0,270 ευρώ σημειώνοντας ελαφρά άνοδο 5,88% (limit down) ευρώ, με περαιτέρω συνέπεια, ειδικά όσον αφορά τον ίδιο (ενάγοντα), στις 10.1.2012, η αξία του χαρτοφυλακίου του, το οποίο αποτελούταν κατά κύριο λόγο από τη μετοχή της εταιρείας αυτής, να ανέρχεται στο ποσό των 52.479 ευρώ και το χρεωστικό υπόλοιπο, εκ της πιστωτικής σύμβασης που είχε καταρτίσει με την πρώτη εναγόμενη τράπεζα, να έχει διαμορφωθεί στο συνολικό ποσό των 182.201,60 ευρώ και ειδικότερα, στα ποσά των 114.628,28 ευρώ και 85.955,64 ευρώ, όσον αφορά τους λογαριασμούς "Margin" και "Τ+3", αντίστοιχα. Ότι, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (7.1.2013), το χρεωστικό υπόλοιπο αμφοτέρων των λογαριασμών που η πρώτη εναγόμενη τήρησε προς εξυπηρέτηση της πιστωτικής σύμβασης, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 257.134,07 ευρώ, το οποίο η ανωτέρω πιστοδότρια διεκδικεί με την από 19.9.2012 αγωγή της, που κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ότι την 16.3.2012, έχοντας ήδη ενημερωθεί ότι κατά την 609η/9.2.2012 συνεδρίαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αποφασίστηκε η προσωρινή αναστολή της εταιρείας "FINANCIAL ANALYTICS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ", υπέβαλε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς την με αριθ. πρωτ. 3666/16.3.2012 αίτησή του, με την οποία ζήτησε να του γνωστοποιηθεί αν έχει διερευνήσει τις κινήσεις της μετοχής DIONIC από τα τέλη Δεκεμβρίου 2011 έως τις αρχές Ιανουαρίου 2012, καθώς επίσης και αν σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας έχει διαπιστώσει οιαδήποτε συμμετοχή της εταιρείας "FINANCIAL ANALYTICS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ" και της πρώτης εναγομένης, έλαβε δε την απάντηση ότι ο έλεγχος επί των άνω θεμάτων βρίσκεται σε εξέλιξη και ότι πράγματι είχε ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της άνω εταιρείας, επειδή αυτή είχε υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις της νομοθεσίας της κεφαλαιαγοράς. Ότι, ενέργειες δανειστών, οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι την εξουσιαστική τους θέση προκαλούν ζημία στον οφειλέτη τους, χωρίς ταυτόχρονα να αποφέρουν ωφέλεια στους ίδιους, είναι αντίθετες στα χρηστά ήθη, εν προκειμένω δε η άνω περιγραφείσα συμπεριφορά των εναγομένων συνιστά περίπτωση ανήθικης συμπεριφοράς, καθόσον 1) οι εναγόμενοι ουδένα έλεγχο είχαν, ως όφειλαν, επί της συνεργαζόμενης με αυτούς εταιρίας "FINANCIAL ANALYTICS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ", έτσι ώστε να διασφαλίζουν ότι η εταιρία αυτή όντως προέβαινε μόνο σε διαμεσολάβηση, ουδέποτε έλεγξαν τα αρχεία της εταιρίας αυτής ώστε να βεβαιωθούν ότι ετηρείο η προβλεπόμενη διαδικασία, ουδέποτε έλεγξαν το χαρτοφυλάκιο των πελατών της εταιρίας αυτής, ώστε να διαπιστώσουν ότι η εταιρία αυτή και ο άνω νόμιμος εκπρόσωπός της προέτρεπαν τους πελάτες τους κατά σύστημα να αγοράζουν μετοχές της εταιρίας "DIONIC ΑΒΕΕ", και ότι επίσης αγόραζαν μετοχές χωρίς τη γνώση και προηγούμενη εντολή των πελατών τους, παραβαίνοντας έτσι το επιβαλλόμενο στις συγκεκριμένες συναλλαγές καθήκον επιμέλειας που όφειλαν, 2) η πώληση των μετοχών του στις 2.1.2012 έγινε χωρίς να προηγηθεί η οποιαδήποτε προηγούμενη επαφή ή άλλη επικοινωνία μαζί του, ενώ οι όροι 7.1, 7.2 και 7.4 της σύμβασης πίστωσης επιβάλλουν προηγούμενη ενημέρωση και όχληση, 3) ενώ σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον δεύτερο εναγόμενο την 2.1.2012 αυτός τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα προέβαινε σε άλλες πωλήσεις μετοχών του, εάν κατέθετε το ποσό των 150.000 ευρώ και ενώ πράγματι ο ίδιος κατέθεσε στις 3.1.2012 το ποσό των 200.000 ευρώ, εντούτοις ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας ως προστηθείς της πρώτης εναγομένης, πώλησε στις 4.1.2012 το σύνολο των υπόλοιπων μετοχών του χαρτοφυλακίου του, πλην των μετοχών της "DIONIC ΑΒΕΕ", 4) κατά τον ίδιο χρόνο ο δεύτερος εναγόμενος προχωρούσε στην καταχώρηση μαζικών εντολών πωλήσεως μετοχών της "DIONIC ΑΒΕΕ", που ανήκαν σε άλλους πελάτες-πιστούχους της πρώτης εναγομένης, με αποτέλεσμα η μετοχή αυτή να έχει κυριολεκτικά απαξιωθεί, χάνοντας μέσα σε χρονικό διάστημα πέντε συνεδριάσεων άνω του 75%, 5) ενώ είχε καταθέσει ποσό 200.000 ευρώ και όχι 150.000 ευρώ, όπως του είχε ζητήσει ο δεύτερος εναγόμενος και ενώ ο τελευταίος τον είχε διαβεβαιώσει ότι δεν θα πωλούσε άλλες μετοχές, αυτός συνέχιζε να προβαίνει σε καταχωρήσεις εντολών πωλήσεως μετοχών του, και στις 9.1.2012 εντελώς τυχαία διαπίστωσε ότι αυτός είχε πωλήσει σε εντελώς εξευτελιστική τιμή 400.000 μετοχές της "DIONIC ΑΒΕΕ" και μετά επικοινωνία μαζί του δεσμεύτηκε ότι θα "αντιλόγιζε" τη συναλλαγή, όπως και έκανε, 6) τη ραγδαία και ανεξέλεγκτη αυτή πτώση της μετοχής της "DIONIC ΑΒΕΕ" εκμεταλλεύθηκαν εταιρίες συμφερόντων του Β. Μ., οι οποίες απέκτησαν σημαντικό μερίδιο της εταιρίας (και τον έλεγχο αυτής) έναντι εξευτελιστικού ανταλλάγματος. Ότι οι ανωτέρω ενέργειες των εναγομένων συνιστούν κατά πρώτον αντισυμβατική συμπεριφορά, αφού προέβησαν σε πωλήσεις μετοχών χωρίς καμία προηγούμενη ειδοποίησή του, ως όφειλαν εκ της συμβάσεως, πλην όμως τα ίδια περιστατικά συνιστούν αυτοτελώς και αδικοπραξία. Ότι εξαιτίας των άνω αντισυμβατικών και παράνομων πράξεων και παραλείψεων των εναγομένων α) απώλεσε το ποσό των 80.455,45 ευρώ, το οποίο αποτελεί τη διαφορά μεταξύ της αξίας των μετοχών των εταιριών "FLEXOPACK Α.Ε.", "Δ.Ε.Η. Α.Ε.", "Μ. Α.Ε.", "JUMBO ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "ΚΑΤ. ΑΦΟΡΟΛΟΓΗΤΩΝ Α.Ε.", που πωλήθηκαν στις 2.1.2012 και στις 4.1.2012, κατά τις συγκεκριμένες ημερομηνίες πώλησής τους και εκείνης κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής, στις 7.1.2013, β) απώλεσε το ποσό των 1.063.432,87 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της αξίας των μετοχών της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", τις οποίες διατηρεί στο χαρτοφυλάκιό του κατά την ως άνω ημερομηνία σύνταξης της αγωγής του, και σε εκείνη που θα είχαν οι μετοχές αυτές κατά τον ίδιο χρόνο, με βάση τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, λαμβανομένης υπόψη και της μεταγενέστερης της επίμαχης περιόδου ανόδου του Γενικού Δείκτη του Χρηματιστηρίου Αθηνών, αν δεν είχε μεσολαβήσει η πτώση της τιμής τους, συνεπεία των μαζικών εντολών των εναγομένων για την πώλησή τους, και γ) υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της απώλειας σημαντικών κεφαλαίων και του κλονισμού της σωματικής και ψυχικής του υγείας, για χρηματική ικανοποίηση της οποίας δικαιούται το ποσό των 50.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε ο ενάγων, κατόπιν νομότυπου περιορισμού όλων των αγωγικών αιτημάτων του σε ποσοστό 25% των αρχικώς αιτούμενων επιμέρους χρηματικών ποσών, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να του καταβάλουν α) το ποσό των 20.113,86 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη εξαιτίας της πώλησης των άνω μετοχών στις 2.1.2012 και 4.1.2012, β) το ποσό των 265.858,21 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη εξαιτίας της πτώσης της αξίας των μετοχών της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", και γ) το ποσό των 12.500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του, ήτοι συνολικά 298.472,07 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2100/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, το άνω υπό στοιχ. β' αγωγικό αίτημα για καταβολή αποζημίωσης ποσού 265.858,21 ευρώ, εκτιμώντας το ως αίτημα για διαφυγόν κέρδος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις αποδιδόμενες στους εναγόμενους πράξεις χειραγώγησης της αγοράς, κατά την έννοια του άρθρου 7 του v. 3340/2007, με την αιτιολογία ότι μόνη η αναφορά του ενάγοντος σε μαζικές εντολές πώλησης των μετοχών της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ" και στην πτωτική πορεία της τιμής τους, χωρίς επίκληση περαιτέρω στοιχείων, δεν αρκεί για να καταστήσει το εν λόγω σκέλος της αγωγής και την αντίστοιχη αγωγική αξίωση ορισμένα. Κατά τα λοιπά έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 90, 91 ΕμπΝ, 71, 281, 288, 297, 298, 299, 345, 346, 361, 481 επ., 713, 714, 914, 919, 922, 926, 932 εδαφ. α' του ΑΚ, και εν συνεχεία, εκτιμώντας τις αποδείξεις, απέρριψε αυτήν ως ουσία αβάσιμη, ως προς τα άνω υπό στοιχ. α' και γ' αγωγικά αιτήματα. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ενάγων την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 53394/4218/2019 έφεσή του, παραπονούμενος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αιτούμενος της εξαφάνισή της, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή του. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η ήδη πληττόμενη με αριθ. 1947/2022 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η άνω αγωγή είναι απορριπτέα στο σύνολό της ως μη νόμιμη, με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Στην προκειμένη περίπτωση, η αγωγή, υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, στην πρώτη παράγραφο του υπό στοιχείο -
ΙΙ- κεφαλαίου της παρούσας, περιστατικά, παρίσταται ως προς τη βάση της, που επιχειρείται να θεμελιωθεί επί των διατάξεων του Αστικού Κώδικα περί αδικοπραξίας, η οποία σωρεύεται συμπλεκτικά με εκείνη που επιχειρείται να θεμελιωθεί επί της επικαλούμενης πλημμελούς εκπλήρωσης της συνδέουσας τους διαδίκους συμβατικής σχέσης, εκ προοιμίου και πρωτίστως, ως μη νόμιμη. Τούτο διότι, υπό τα ανωτέρω ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή, δεν πληρούται το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του ΑΚ, ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή τους, αφού οι διαλαμβανόμενες στην αγωγή αξιώσεις του ενάγοντος - εκκαλούντος (για αποζημίωση της θετικής και αποθετικής ζημίας του και για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του) προέρχεται αποκλειστικά από την επικαλούμενη από αυτόν παράβαση, εκ μέρους των αντιδίκων του (εναγόμενων εφεσίβλητων), συμβατικών υποχρεώσεών τους (για έλεγχο των ενεργειών της εταιρείας "FINANCIAL ANALYTICS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΓΙΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ" και του νόμιμου εκπροσώπου της Δ. Α., καθώς και για όχληση και ενημέρωση του ενάγοντα - εκκαλούντα πριν από την πώληση μετοχών του χαρτοφυλακίου του στις 2/1/2012 και 4/1/2012), οι οποίες (πάντα σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή) απορρέουν από τους όρους των συμβάσεων που οι διάδικοι κατάρτισαν και η ζημία του ταυτίζεται με την παραβίαση αυτών των υποχρεώσεών τους και τη δημιουργία της παρανομίας, ενώ στο αγωγικό δικόγραφο, περιέχονται μόνον γενικές εκφράσεις των περί αδικοπραξιών διατάξεων, χωρίς να αναφέρονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που θα συνιστούσαν, καθεαυτά, αδικοπραξία, χωρίς την ύπαρξη των ως άνω επικαλούμενων παραβάσεων συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόμενων - εφεσίβλητων. Ειδικότερα, μόνη η επίκληση της εκ μέρους των εναγόμενων καταχώρησης στο σύστημα συναλλαγών του Χ.Α.Α μαζικών εντολών πώλησης μετοχών της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ" που ανήκαν σε άλλους πελάτες-πιστούχους της πρώτης εξ αυτών τράπεζας, με αποτέλεσμα να προκληθεί χρηματιστηριακός πανικός, να αποθαρρυνθούν οι όποιοι πιθανοί αγοραστές και να απαξιωθεί κυριολεκτικά η μετοχή αυτής, η αξία της οποίας διαμορφώθηκε σε διαδοχικά limit down και η μετοχή απώλεσε, μέσα σε χρονικό διάστημα πέντε συνεδριάσεων, άνω του 74% της αξίας της, δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί αδικοπραξία και συγκεκριμένα, η προβλεπόμενη και απαγορευμένη από το άρθρο 7 του ν. 3340/2005 πράξη της χειραγώγησης της αγοράς και τούτο διότι, αφενός μεν δεν γίνεται περαιτέρω επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών που συνιστούν κριτήρια και ενδείξεις χειραγώγησης, ..., αφετέρου δε, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι εναγόμενοι έδωσαν τις εντολές αυτές στα πλαίσια συμβατικού όρου των συμβάσεων πίστωσης με πελάτες τους, προς κάλυψη του ελλείμματος περιθωρίου που εμφάνιζε το χαρτοφυλάκιό τους. Περαιτέρω, υπό τα αυτά ως άνω εκτιθέμενα, στην πρώτη παράγραφο του υπό στοιχείο -
ΙΙ- κεφαλαίου της παρούσας, περιστατικά, η αγωγή παρίσταται, κατά τη βάση της που επιχειρείται να θεμελιωθεί επί της παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόμενων - εφεσίβλητων και συγκεκριμένα, των υποχρεώσεών τους για (α) έλεγχο των ενεργειών της εταιρείας "FINANCIAL ANALYTICS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ" και του νόμιμου εκπροσώπου της Δ. Α., προκειμένου να γίνει αντιληπτή η συστηματική προτροπή του τελευταίου προς τους πελάτες - επενδυτές για αγορά μετοχών της εταιρείας Dionic, καθώς και να διαπιστωθεί ότι αυτός προέβαινε σε διαβίβαση εντολών προς αγορά μετοχών, χωρίς τη γνώση και την προηγούμενη εντολή, πελατών - επενδυτών και (β) όχληση και ενημέρωση του ενάγοντα - εκκαλούντα πριν από την πώληση μετοχών του χαρτοφυλακίου του στις 2/1/2012 και 4/1/2012, ως μη νόμιμη. Τούτο διότι, η ως άνω αποδιδόμενη στους εναγόμενους αντισυμβατική συμπεριφορά, εκτιμώμενη ως πλημμελή εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών τους τελεσθείσα διά παραλείψεως, αφενός μεν, αναφορικά με την επικαλούμενη παράλειψή τους για έλεγχο της ανωτέρω εταιρείας και των ενεργειών του νομίμου εκπροσώπου της, δεν βρίσκει έρεισμα στους διαλαμβανόμενους στην αγωγή συμβατικούς όρους, στους οποίους δεν προβλέπεται σχετική υποχρέωση, αφετέρου δε, όσον αφορά την εκ μέρους τους πώληση μετοχών του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος - εκκαλούντος και τη συνδεόμενη με αυτήν επικαλούμενη παράλειψή τους για προηγούμενη όχληση και ενημέρωσή του, η ενέργειά τους αυτή συνιστά, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ενάσκηση συμβατικού δικαιώματός τους προκειμένου να καλυφθεί το έλλειμμα περιθωρίου που εμφάνιζε το χαρτοφυλάκιο του αντιδίκου τους, χωρίς να γίνεται ταυτόχρονα επίκληση ότι η άσκηση αυτού έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ενώ, υπό τα αυτά εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, δεν στοιχειοθετείται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επικαλούμενης παράλειψής τους να οχλήσουν ή ενημερώσουν προηγουμένως τον ενάγοντα - εκκαλούντα και της ζημίας που αυτός ισχυρίζεται ότι υπέστη εκ του λόγου αυτού, με την επισήμανση ότι η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την παράθεση του ιστορικού της αγωγής, ότι η πώληση μετοχών στις 2/1/2012 έγινε χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση από την πλευρά της τράπεζας, ώστε ο ενάγων "να καλύψει τη διαφορά μέχρι την επόμενη συνεδρίαση του Χ.Α.Α", ουδόλως διαλαμβάνεται ως περιστατικό στην αγωγή, προσέτι δε εκ της επισκοπήσεως της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι το περιστατικό αυτό διαλαμβάνεται στο αγωγικό δικόγραφο κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του. Επιπροσθέτως, η επίκληση της επιμέρους αντισυμβατικής συμπεριφοράς του δευτέρου εναγόμενου, ότι παρέβη την προφορική διαβεβαίωση που έδωσε, μετά την 2/1/2012, στον ενάγοντα περί μη εκποιήσεως άλλων μετοχών του χαρτοφυλακίου του εφόσον ο τελευταίος προέβαινε σε καταβολή του χρηματικού ποσού των 150.000 ευρώ, δεν αρκεί, άνευ επίκλησης άλλων περιστατικών, για να στοιχειοθετήσει ευθύνη εκ πλημμελούς εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόμενων, ενόψει της, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, ενάσκησης του συμβατικού δικαιώματος των εναγόμενων για κάλυψη του ελλείμματος περιθωρίου του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος... Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα της από 7/1/2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 31892/878/2013 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το νόμω βάσιμο αυτής, εξουσία που έχει το Δικαστήριο τούτο λόγω του, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔικ, μεταβιβαστικού αποτελέσματος της ένδικης έφεσης και μέσα στα όρια που καθορίζονται από τους λόγους της, στους οποίους διαλαμβάνονται και λόγοι αναγόμενοι σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων... αυτή κρίνεται νόμω αβάσιμη στο σύνολό της. Το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε την αγωγή εν μέρει, όσον αφορά το αίτημά της για καταβολή αποζημίωσης ποσού 265.858,22 ευρώ, ως αόριστη και εν μέρει, όσον αφορά τα λοιπά αιτήματά της, ορισμένη και νόμιμη, απορρίπτοντας την εν συνεχεία ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ενώ έπρεπε να απορρίψει αυτήν ως νόμω αβάσιμη στο σύνολό της, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και δη των διατάξεων που διαλαμβάνονται παραπάνω στη νομική σκέψη της παραγράφου -Α- του προκείμενου υπό στοιχείο -
ΙΙΙ- κεφαλαίου της παρούσας, και πρέπει, κατά παραδοχή της έφεσης ως βάσιμης κατ' ουσίαν όσον αφορά το εν γένει αίτημά της για εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, να εξαφανισθεί η υπ' αριθ. 2100/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενόψει του ότι η, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔικ, αντικατάσταση των αιτιολογιών δεν είναι δυνατή στην προκείμενη περίπτωση αφού η απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης κατ' ουσίαν παράγει διαφορετικό δεδικασμένο από την απόρριψή της ως νόμω αβάσιμης, προσέτι δε η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τον ενάγοντα - εκκαλούντα (άρθρο 536 παρ. 1 ΚΠολΔικ...). Ωστόσο, η ανωτέρω απόφαση θα εξαφανισθεί μόνον όμως ως προς τα κεφάλαιά της και τις αντίστοιχες διατάξεις της, με τις οποίες κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη η αγωγή, όχι δε και ως προς το κεφάλαιό της και την αντίστοιχη διάταξή της, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη, κρίση η οποία, καίτοι λανθασμένη, δεν μπορεί να ανατραπεί, καθόσον η απόρριψη ως νόμω αβάσιμου και του εν λόγω κεφαλαίου της αγωγής είναι, σε σχέση με την πρωτοδίκως απόρριψή του ως αόριστου, επιβλαβέστερη για τον ενάγοντα - εκκαλούντα η θέση του οποίου θα χειροτερεύσει κατ' αυτόν τον τρόπο χωρίς να έχει ασκηθεί αντίθετη έφεση ή αντέφεση από τους εναγόμενους - εφεσίβλητους... Ακολούθως δε, μετά την (εν μέρει) εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση κατ' ουσίαν από το Δικαστήριο τούτο και να απορριφθεί η παραπάνω αγωγή, κατά τα ως άνω εκκληθέντα κεφάλαια και τις αντίστοιχες διατάξεις της, ως νόμω αβάσιμη....". Με βάση τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την με αριθ. 2100/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τα κεφάλαιά της και τις αντίστοιχες διατάξεις της, με τις οποίες κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη η αγωγή, κράτησε και δίκασε την αγωγή κατά το μέρος αυτό, την οποία και απέρριψε τελικά ως μη νόμιμη, κατά τα άνω κεφάλαια.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ενάγων την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με τον πρώτο λόγο της οποίας, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού επικαλείται ότι η αγωγή του κρίθηκε πρωτοδίκως ως απορριπτέα λόγω αοριστίας, κατά το σκέλος που αφορά το αίτημά του για καταβολή αποζημίωσης ποσού 265.858,22 ευρώ, κρίση που επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, ισχυρίζεται ότι με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 2, 3 και 4 του Ν. 3340/2005 και του άρθρου 2 της υπ' αριθ. 1/347/12.7.2005 του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθόσον η αγωγή του ήταν επαρκώς ορισμένη, δεδομένου ότι αναφέρεται σ' αυτήν η καταχώρηση από την εναγομένη Τράπεζα τεράστιου αριθμού εντολών πώλησης των μετοχών της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", με αυτόθροη συνέπεια τα διαδοχικά limit down αυτής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον η ένδικη αγωγή, με το προαναφερθέν αναλυτικά περιεχόμενο, καθόσον αφορά το αίτημα του ενάγοντος για καταβολή αποζημίωσης ποσού 265.858,22 ευρώ, το οποίο ο ενάγων επιχειρεί να θεμελιώσει στην εκ μέρους των εναγομένων χειραγώγηση της αγοράς ως προς τη μετοχή της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", ήταν πράγματι αόριστη και συνεπώς απορριπτέα, διότι τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος να ζητήσει από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους να του καταβάλουν το πιο πάνω ποσό ως αποζημίωση, για τη ζημία που υπέστη από την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων. Ειδικότερα, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, το αίτημα για καταβολή αποζημίωσης ποσού 265.858,22 ευρώ, επιχειρείται να θεμελιωθεί στις αποδιδόμενες στους εναγόμενους πράξεις χειραγώγησης της αγοράς, κατά την έννοια του άρθρου 7 του ν. 3340/2005, ήτοι στις μαζικές εντολές πώλησης των μετοχών της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", που φέρεται να έδωσε ο δεύτερος εναγόμενος την περίοδο από 30.12.2011 έως 9.1.2012, οι οποίες ναι μεν δεν εκτελέστηκαν, λόγω της απουσίας ενδιαφερομένων αγοραστών, διαμόρφωσαν όμως τις αποφάσεις του επενδυτικού κοινού ως προς τις συναλλαγές επί των μετοχών αυτών και τελικά επηρέασαν την χρηματιστηριακή τους αξία. Ωστόσο, μόνη η αναφορά του ενάγοντος σε μαζικές εντολές πώλησης των μετοχών της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ" και στην πτωτική πορεία της τιμής τους κατά τις έξι διαδοχικές συνεδριάσεις του Χρηματιστηρίου Αθηνών, χωρίς επίκληση περαιτέρω στοιχείων, είτε από εκείνα που σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 3340/2005 και 2 της απόφασης 1/347/12.7.2005 του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς συνιστούν πράξεις χειραγώγησης της αγοράς, είτε άλλων που δεν προβλέπονται στο νόμο, συνιστούν όμως ενδείξεις χειραγώγησης, όπως ύπαρξη προσυνεννόησης μεταξύ του δεύτερου εναγομένου και άλλων παραγόντων της αγοράς για τις εντολές αυτές, δεν αρκεί για να καταστήσει ορισμένη την αγωγή, ως προς το συγκεκριμένο αγωγικό κονδύλιο. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, καίτοι έκρινε ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη και όχι ως αόριστη, τελικά δεν εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς το άνω κεφάλαιο, για να μην καταστεί επιβλαβέστερη η θέση του εκκαλούντος, απορρίπτοντας έτσι εκ των πραγμάτων τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα, αφού η αγωγή πράγματι έπασχε από αοριστία ως προς το άνω κεφάλαιο, λόγω ανεπάρκειας των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και δη ότι η αγωγή ήταν ορισμένη κατά το εν λόγω αίτημα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι με το να απορρίψει το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αυτεπαγγέλτως, ως μη νόμιμη την αγωγή του, κατά το σκέλος που αφορά το αίτημά του για καταβολή αποζημίωσης ποσού 20.113,86 ευρώ, λόγω παραβάσεως των συμβατικών υποχρεώσεων των αντιδίκων του, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 71, 297, 298, 299, 345, 346, 481 επ. , 713 και 714 του ΑΚ. Εξάλλου, με το δεύτερο σκέλος του αυτού λόγου αναιρέσεως, ισχυρίζεται ότι στην αγωγή του διαλαμβάνονται με σαφήνεια οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του, τόσο περί της αντιθέσεως της συμπεριφοράς των αντιδίκων στα χρηστά ήθη, όσο και περί αυταπόδεικτης συνδρομής του στοιχείου της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραλείψεως των αντιδίκων να τον ενημερώσουν πριν από την πτώση των μετοχών στις 2.1.2012, καθώς κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η έγκαιρη ειδοποίησή του θα συνεπαγόταν την εκ μέρους του κάλυψη της διαφοράς μέχρι την επόμενη συνεδρίαση του Χρηματιστηρίου Αθηνών, πλην όμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους άνω προταθέντες ισχυρισμούς του, ιδρυομένου έτσι του λόγου αναιρέσεως από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Πράγματι, από το όλο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, όπως αυτό εκτενώς παρατέθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με την αγωγή του επικαλέσθηκε ρητά όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία θεμελιώνεται τόσο ενδοσυμβατική όσο και αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων για την καταβολή αφενός μεν του αιτηθέντος τελικά ποσού των 20.113,86 ευρώ, για την αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο αναιρεσείων από την πώληση των μετοχών του χαρτοφυλακίου του, και αφετέρου του αιτηθέντος τελικά ποσού των 12.500 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Ειδικότερα, ρητά ισχυρίσθηκε ο ενάγων, μεταξύ άλλων, α) ότι χωρίς να έχει δώσει εντολή και χωρίς καμία ειδοποίησή του εκ μέρους των εναγομένων, η πρώτη εξ αυτών, διά μέσω του δεύτερου εναγομένου, Σ. Λ., προστηθέντος υπαλλήλου της, o οποίος ήταν Διευθυντής στη Διεύθυνση Χρηματιστηριακών Εργασιών αυτής και τη δέσμευε, προέβη στην πώληση των αναφερόμενων μετοχών του χαρτοφυλακίου του, έναντι του διαλαμβανόμενου ποσού, ενώ οι όροι 7.1, 7.2 και 7.4 της σύμβασης πίστωσης επιβάλλουν προηγούμενη ενημέρωση και όχλησή του, β) ότι την ίδια ημέρα επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον δεύτερο εναγόμενο και αυτός του απάντησε ότι, λόγω της πτώσης της αξίας του χαρτοφυλακίου του, εκείνος αποφάσισε να εκποιήσει τις άνω μετοχές του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, προκειμένου δε να μην προβεί σε άλλη εντολή για περαιτέρω εκποίηση μετοχών, θα έπρεπε άμεσα να καταθέσει στον κωδικό του το ποσό των 150.000 ευρώ, γ) ότι προκειμένου να μην προχωρήσει ο δεύτερος εναγόμενος σε επιπλέον πωλήσεις, στις 3.1.2012 κατέθεσε στην πρώτη εναγομένη το ποσό των 200.000 ευρώ σε μετρητά, προς ακόμη μεγαλύτερη εξασφάλιση του χαρτοφυλακίου του, και ενημέρωσε τηλεφωνικά σχετικά με την καταβολή αυτή την ίδια ημέρα τον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος για μία ακόμη φορά τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα πραγματοποιούσε καμία άλλη πώληση, δ) ότι παρά ταύτα, την επόμενη ημέρα (4.1.2012), οι εναγόμενοι προέβησαν σε πωλήσεις όλων των μετοχών του χαρτοφυλακίου του, πλην αυτών της "DlONlC ΑΒΕΕ" και της "ΕΒΡΟΦΑΡΜΑ ΑΒΕΕ", και ε) ότι εξαιτίας των άνω αντισυμβατικών και παράνομων, κατά παράβαση των χρηστών ηθών, πράξεων και παραλείψεων των εναγομένων απώλεσε το ποσό των 80.455,45 ευρώ, το οποίο αποτελεί τη διαφορά μεταξύ της αξίας των μετοχών των αναφερόμενων εταιριών, που πωλήθηκαν στις 2.1.2012 και στις 4.1.2012, κατά τις συγκεκριμένες ημερομηνίες πώλησής τους και εκείνης κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής, στις 7.1.2013, πέραν δε αυτού υπέστη και ηθική βλάβη. Από τις άνω επικαλούμενες ενέργειες των εναγομένων, συνολικά και ενιαία λαμβανόμενων υπόψη, προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή, κατά τα άνω κονδύλια, θεμελιώνεται τόσο στις διατάξεις των άρθρων 71, 297, 298, 299, 345, 346, 481 επ. , 713 και 714 του ΑΚ, όσο και σ' αυτές των άρθρων 914, 919, 922, και 932 ΑΚ, συγκροτουμένης έτσι κατά τούτο και συμφώνως προς τις προαναφερόμενες διατάξεις, ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και ευθύνης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, όπως είχε δεχθεί και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, αυτεπαγγέλτως, ότι η αγωγή, κατά τη βάση της που επιχειρείται να θεμελιωθεί επί της παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόμενων, είναι μη νόμιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις των άρθρων των άρθρων 71, 297, 298, 299, 345, 346, 481 επ. , 713 και 714 του ΑΚ, αξιώνοντας για την εφαρμογή τους περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από αυτές.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με το πρώτο σκέλος του οποίου προσάπτεται η ανωτέρω πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση. Πέραν αυτού, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους άνω αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, περί αντιθέσεως της συμπεριφοράς των εναγομένων στα χρηστά ήθη και συνακόλουθα την στοιχειοθέτηση και αδικοπρακτικής τους ευθύνης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 932 ΑΚ, ως προς τα άνω αγωγικά κονδύλια, υποπίπτοντας έτσι και στην πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού γίνεται δεκτός ο άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα άνω κεφάλαια και μόνον, ήτοι τα αιτηθέντα από τον αναιρεσείοντα με την ένδικη αγωγή του κονδύλια των 20.113,86 ευρώ, για την αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο αναιρεσείων από την πώληση των μετοχών του χαρτοφυλακίου του, και των 12.500 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Στη συνέχεια, πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν εν μέρει πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου, ανάλογα όμως με την έκταση της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτόν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό την υπ' αριθ. 1947/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτόν.
Και Κατανέμει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων και επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ