ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1383/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1383/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1383/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1383 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1383/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Γ. του Ι., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 9-2-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Σ. του Δ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. για το εαυτό του, λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3169/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1416/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-9-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 14-9-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ.1416/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας κατά της υπ' αριθ. 3169/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την αγωγή της, με την οποία αυτή (ενάγουσα) είχε ζητήσει, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της από τον αναιρεσίβλητο - εναγόμενο, να υποχρεωθεί αυτός να άρει και να παραλείψει στο μέλλον την προσβολή αυτή και, όπως περιόρισε με τις πρωτόδικες προτάσεις της το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της σε εν μέρει αναγνωριστικό, να της καταβάλει καθώς και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του προς καταβολή των αναφερόμενων στην αγωγή και τις προτάσεις της ποσών ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή της τιμής και της υπόληψής του. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και την μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού). Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ.Α.Π.812/1980, Α.Π.445/2023, Α.Π.712/2016, Α.Π. 1599/2000). Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε, ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, που προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή, μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361. Ο παράνομος χαρακτήρας της κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 914 και 920 ΑΚ αδικοπραξίας κατά της προσωπικότητας, που τελείται με την προσβολή της τιμής και υπόληψης άλλου με εξύβριση ή δυσφήμηση, αίρεται κατά το άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Με την ανωτέρω διάταξη εισάγονται εξαιρέσεις, όσον αφορά την εκδήλωση έκφρασης γνώμης ή κρίσης, έστω και δυσμενούς, συναπτόμενης προς επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες, επιτρεπομένης της κριτικής, αφού έτσι προάγεται η επιστήμη, η δε ανταλλαγή γνωμών άγει στην έρευνα και στη διαπίστωση της πιο ωφέλιμης προοδευτικής αρχής, χάριν της προστασίας του ανθρώπου. Και στην περίπτωση, όμως, αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται και, συνεπώς, παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η εκδήλωση αυτή αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση ή όταν προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση διαφύλαξης δικαιώματος ή δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, που αίρει κατά το άρθρο 367§1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμισής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (Α.Π.1813/2022, Α.Π.450/2019, Α.Π.712/2016, Α.Π.265/2015.) Ειδικός σκοπός εξύβρισης, που, ως νομική έννοια, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει τη τιμή άλλου (Α.Π.445/2023, Α.Π.712/2016, Α.Π.967/2014). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ (Α.Π.445/2023, Α.Π.1017/2020, Α.Π.712/2016, Α.Π. 265/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/ 2019, Α.Π.708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) ασκεί το λειτούργημα του Δικηγόρου αδιάλειπτα από την 24-08-1989 με έδρα τη Θεσσαλονίκη και αποτελεί μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Στο πλαίσιο αυτής της επαγγελματικής της ενασχόλησης κατά το έτος 2008, της ανατέθηκε από: 1) τον Α. Κ. του Σ., 2) τη Δ. σύζυγο Α. Κ., το γένος Σ. Τ., 3) την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Θ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", 4) τη Θ. σύζυγο Ι. Μ., το γένος Ι. Τ., 5) τον Α. Μ. του Ι., 6) τον Ν. Κ. του Δ., 7) τον Χ. Π. του Γ., 8) την Α. Σ. του Ε., 9) τον Δ. Β. του Α., 10) τον Α. Μ. του Φ., 11) τον H. B. του S., 12) τον Κ. Κ. του Χ., 13) τον Γ. Π. του Χ., 14) την Ο. Γ. του Σ., 15) τον Γ. Μ. του Ι., 16) την Ε. Φ. του Κ., 17) τον Γ. Μ., 18) τον Κ. Τ. του Χ. και 19) τη Β. σύζυγο Κ. Τ., το γένος Ε. Κ., η εντολή της δικαστικής επιδίωξης των απαιτήσεών τους σε βάρος του Α. Β. του Χ., της Α. συζύγου Α. Β., της Κ. Μ. του Γ., της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", του Σ. Δ. του Α., της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Π. Α.Ε.Ε." και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "TOYOTA ΕΛΛΑΣ Α.Β.Ε.Ε.". Οι απαιτήσεις αυτές αφορούσαν στην αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και στη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, υπέστησαν τα κατά τα ανωτέρω φυσικά και νομικά πρόσωπα από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του Α. Β. του Χ., ο οποίος με τη συνέργεια των υπόλοιπων φυσικών και νομικών προσώπων, τα οποία μνημονεύονται αμέσως παραπάνω, παρέστησε ψευδώς σε αυτούς ότι εμπορευόταν αυτοκίνητα και, με τον τρόπο αυτό, τους έπεισε να του καταβάλουν διάφορα χρηματικά ποσά ή να καταρτίσουν συμβάσεις δανείου με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", τα ποσά των οποίων ενθυλάκωσε ο ίδιος, χωρίς να τους παραδώσει τα αυτοκίνητα τα οποία είχαν παραγγείλει, καθώς δεν είχε ουδέποτε ασκήσει εμπορική δραστηριότητα με αντικείμενο την πώληση αυτοκινήτων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε εκτέλεση της κατά τα ανωτέρω εντολής, η ενάγουσα συνέταξε τις ακόλουθες αγωγές σε βάρος του Α. Β. του Χ., της Α. συζύγου Α. Β., της Κ. Μ. του Γ., της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", του Σ. Δ. του Α., της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Π. Α.Ε.Ε." και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "TOYOTA ΕΛΛΑΣ Α.Β.Ε.Ε.", οι οποίες λόγω των τότε ισχυόντων τοπικών περιορισμών στην άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος κατατέθηκαν από τη Δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Βέροιας Αγάπη Κωνσταντινίδου στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας: (1) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης 5022/ΤΜ/315/18-12-2008 αγωγή με ενάγοντες την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Θ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", τη Θ. σύζυγο Ι. Μ., το γένος Ι. Τ. και τον Α. Μ. του Ι., (2) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης 5024/ΓΜ/317/18-12-2008 αγωγή με ενάγοντες την Ό. Γ. του Σ. και τον Γ. Μ. του Ι., (3) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης 5025/ΤΜ/317/18-12-2008 αγωγή με ενάγοντες τον H. B. του S. και τον Κ. Κ. του Χ., (4) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης 5027/ΤΜ/318/18-12-2008 αγωγή με ενάγοντα τον Γ. Π. του Χ., (5) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης 5028/ΤΜ/319/18-12-2008 αγωγή με ενάγοντες τον Α. Κ. του Σ. και τη Δ. σύζυγο Α. Κ., το γένος Σ. Τ., (6) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης 5096/ΤΜ/325/18-12-2008 αγωγή με ενάγουσα την Α. Σ. του Ε., (7) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης 5097/ΤΜ/326/23-12- 2008 αγωγή με ενάγοντα τον Δ. Β. του Α., (8) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης 5099/ΤΜ/327/23-12-2008 αγωγή με ενάγουσα την Ε. Φ. του Κ., (9) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης 5100/ΤΝ/328/23-12-2008 αγωγή με ενάγοντα τον Γ. Μ., (10) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης 5106/ΤΜ/332/23-12-2008 αγωγή με ενάγοντα τον Ν. Κ. του Δ., (11) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης 5122/ΤΜ/334/23-12- 2008 αγωγή με ενάγοντα τον Α. Μ. του Φ., (12) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης 5124/ΤΜ/335/23-12-2008 αγωγή με ενάγοντα τον Χ. Π. του Γ. και (13) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης 3830/ΤΜ/288/2009 αγωγή με ενάγοντες τον Κ. Τ. του Χ. και τη Β. σύζυγο Κ. Τ., το γένος Ε. Κ. Εξάλλου, μετά από σχετική συμφωνία της ενάγουσας με τους ως άνω εντολείς της ο καθένας από αυτούς της κατέβαλε ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό για την κάλυψη των αναγκαίων εξόδων για την άσκηση των κατά τα ανωτέρω αγωγών και συμφώνησαν να της καταβάλουν ως αμοιβή ποσοστό από τα χρηματικά ποσά που θα τους επιδικάζονταν σε περίπτωση ευδοκίμησης των αγωγών τους. Επιπλέον, αποδείχτηκε ότι μετά από διαδοχικές αναβολές η συζήτηση των υποθέσεων στις οποίες αφορούσαν η πρώτη, η δεύτερη, η τρίτη, η πέμπτη και η δέκατη τρίτη των κατά τα ανωτέρω αγωγών, προσδιορίστηκε κατά τη δικάσιμο της 21ης Σεπτεμβρίου 2011. Κατά τη δικάσιμο αυτή οι ενάγοντες των κατά τα ανωτέρω αγωγών παραστάθηκαν διά της Δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και συνεργάτιδας της ενάγουσας Σ. Ρ.-Τ., η οποία παραιτήθηκε για λογαριασμό τους από τα κατά τα ανωτέρω δικόγραφα, με δικονομική συνέπεια την κατάργηση των δικών, οι οποίες είχαν ανοίξει με αυτά... Παράλληλα, αποδείχτηκε ότι η συζήτηση των υποθέσεων στις οποίες αφορούσαν η έκτη, η έβδομη, η δέκατη, η ενδέκατη και η δωδέκατη από τις κατά τα ανωτέρω αγωγές προσδιορίστηκε μετά από διαδοχικές αναβολές κατά τη δικάσιμο της 19-10-2011, οπότε και ματαιώθηκε... Την ίδια εξέλιξη είχαν, εξάλλου, και οι υποθέσεις στις οποίες αφορούσαν η τέταρτη, η όγδοη και η ένατη από τις από τις ένδικες αγωγές, χωρίς, ωστόσο, να αποδεικνύεται το ακριβές χρονικό σημείο της ματαίωσης της συζήτησης αυτών. Πέραν των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, ενεργώντας στο πλαίσιο της εντολής που της ανατέθηκε, συνέταξε και κατέθεσε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Βέροιας τις από 24-11-2008 εγκλήσεις της κατά του Α. Β. του Χ., της Α. συζύγου Α. Β., της Κ. Μ. του Γ. και κάθε εμπλεκόμενου υπαλλήλου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Π. Α.Ε.Ε.", οι οποίες έλαβαν Α.Β.Μ. Ζ2008/613 και Γ09/5574 αντίστοιχα. Με βάση τις εγκλήσεις αυτές ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος: α) του Α. Β. του Χ. για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος μεγαλύτερο των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30,000 €) και της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η οποία υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων ευρώ (73.000 €) και β) της Α. συζύγου Α. Β., της Κ. Μ. του Γ. και του Σ. Δ. του Α. για τις αξιόποινες πράξεις της απλής συνέργειας στα αποδιδόμενα στον πρώτο συγκατηγορούμενό τους εγκλήματα. Μετά την ολοκλήρωση της κύριας ανάκρισης, η οποία διενεργήθηκε σχετικά από τον Ανακριτή του Πρωτοδικείου Βέροιας εκδόθηκε το με αριθμό 86/19-11-2014 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας, με το οποίο παραπέμφθηκαν προς εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης: (α) ο Α. Β. του Χ. για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος και αντίστοιχα προκληθείσα συνολική ζημία άνω των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000 €) και η Α. σύζυγος Α. Β. και η Κ. Μ. του Γ. για την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας στην κατά τα ανωτέρω αξιόποινη πράξη του συγκατηγορούμενού τους Αντίθετα, με το εν λόγω βούλευμα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βέροιας αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία σε βάρος του Σ. Δ. του Α. Αντίγραφο του ανωτέρω βουλεύματος επιδόθηκε στην ενάγουσα με την ιδιότητα της πληρεξούσιας δικηγόρου των εγκαλούντων την 11-12-2014, χωρίς να ασκηθεί εναντίον αυτού οποιοδήποτε ένδικο μέσο από την πλευρά των τελευταίων. Μετά από την κατά τα ανωτέρω εξέλιξη τόσο του αστικού, όσο και του ποινικού σκέλους των ένδικων υποθέσεων, τη δικαστική διαχείριση των οποίων εμπιστεύθηκαν στην ενάγουσα οι κατά τα ανωτέρω εντολείς της, ο πρώτος, η δεύτερη, η τρίτη, η τέταρτη, ο πέμπτος, ο έκτος, ο έβδομος, η όγδοη, ο ένατος, ο δέκατος, ο ενδέκατος, ο δωδέκατος, η δέκατη τέταρτη, ο δέκατος πέμπτος, η δέκατη έκτη, ο δέκατος όγδοος και δέκατη ένατη από αυτούς απηύθυναν στην ενάγουσα και στη συνεργάτιδά της Σ. Ρ.-Τ. την από 24-04-2015 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή τους, η οποία υπογράφεται από τον εναγόμενο ως πληρεξούσιο Δικηγόρο τους και επιδόθηκε στην ενάγουσα την 24-04-2015... Με την εν λόγω εξώδικη δήλωση-πρόσκληση οι κατά τα ανωτέρω εντολείς της ενάγουσας διατύπωσαν σε βάρος της την αιτίαση ότι προέβη στην παραίτηση από τα δικόγραφα των κατά τα ανωτέρω αγωγών τους ή στην ματαίωση της συζήτησής τους, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωσή τους και χωρίς τη συγκατάθεσή τους, ενώ, από την άλλη, απέφευγε να απαντήσει στις τηλεφωνικές τους οχλήσεις και, μετά από επίσκεψή τους στο γραφείο της, τους διαβεβαίωσε ότι ήταν θέμα χρόνου η εκδίκαση των υποθέσεών τους. Παράλληλα, ισχυρίστηκαν ότι η ενάγουσα ουδέποτε τους ενημέρωσε για την έκδοση του με αριθμό 86/19-11-2014 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας, με το οποίο δεν παραπέμφθηκε σε δίκη το σύνολο των προσώπων, τα οποία κατά τη γνώμη τους εμπλέκονταν στην εξαπάτησή τους, με συνέπεια να αποστερηθούν τη δυνατότητα να ασκήσουν οποιοδήποτε ένδικο μέσο κατ' αυτού. Επικαλούμενοι, μάλιστα, τη συμπεριφορά αυτή, την οποία απέδωσαν στην ενάγουσα και την οποία χαρακτήρισαν ως απατηλή, ζήτησαν από την τελευταία να παραδώσει τους φακέλους των υποθέσεών τους στον εναγόμενο ως νέο πληρεξούσιο Δικηγόρο τους και, παράλληλα, προέβαλαν σε βάρος της ενάγουσας και της ως άνω συνεργάτιδάς της μία σειρά απαιτήσεων περιουσιακής φύσης, αλλά και παροχής πληροφοριών σχετικά με τον χειρισμό των υποθέσεών τους. Από την πλευρά της, η ενάγουσα απηύθυνε προς τους, πρώην πλέον, εντολείς της την από 28-04-2015 εξώδικη απάντηση μετά διαμαρτυρίας πρόσκληση-δήλωσή της, με την οποία, αφενός, επιχείρησε να ανασκευάσει τις σε βάρος της αιτιάσεις τους και, αφετέρου, πρόβαλε τις οικονομικές απαιτήσεις τις οποίες, κατά τους σχετικούς ισχυρισμούς της, διέθετε σε βάρος τους από τον μέχρι τότε χειρισμό των υποθέσεών τους. Την ουσιαστική αυτή άρνηση της ενάγουσας να παραδώσει στον νέο πληρεξούσιο δικηγόρο των πρώην εντολέων της τους φακέλους των υποθέσεών τους, ακολούθησε η από 18-06-2015 ενημερωτική επιστολή προς τον Υφυπουργό Δικαιοσύνης του Ι. Μ. του Β., ο οποίος δεν συμπεριλαμβανόταν στους κατά τα ανωτέρω μνημονευόμενους εντολείς της ενάγουσας, αλλά είναι εταίρος της τρίτης, σύζυγος της τέταρτης και πατέρας του πέμπτου από αυτούς. Στην επιστολή αυτή αναπαράγονται οι σε βάρος της ενάγουσας αιτιάσεις, οι οποίες διαλαμβάνονται στην από 24-04-2015 εξώδικη δήλωση- πρόσκληση. Με το με αριθμό πρωτοκόλλου 2925/25-06-2015 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης η ως άνω ενημερωτική επιστολή και σχηματίστηκε η με Α.Β.Μ. Α2015/18337 ποινική δικογραφία σε βάρος της ενάγουσας. Ωστόσο, η εν λόγω αναφορά τέθηκε στο αρχείο από την Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η οποία υπέβαλε την κατά τα ανωτέρω δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης με την με στοιχεία ΕΓ45-14/540/27-04-2016 αναφορά της, ενώ ο τελευταίος ενέκρινε τη σχετική ενέργεια της... Ωστόσο, μετά την από 08-11-2017 αίτηση του Ι. Μ. του Β. προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η οποία εγχειρίσθηκε αυθημερόν στον τελευταίο, ανασύρθηκε από το αρχείο η κατά τα ανωτέρω ποινική δικογραφία με την με στοιχεία ΕΓ45-15/540/05-12-2017 πράξη της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της ενάγουσας για την αξιόποινη πράξη της απιστίας δικηγόρου με την παραγγελία προανάκρισης. Οι κατά τα ανωτέρω εξώδικες και δικαστικές ενέργειες των πρώην εντολέων της ενάγουσας και των προσώπων του περιβάλλοντός τους λειτούργησαν ως θρυαλλίδα για την εκδήλωση μίας πολυπλόκαμης και ιδιαίτερα σφοδρής αντιδικίας μεταξύ τους. Χαρακτηριστικό της έντασης αλλά και της έκτασης την οποία προσέλαβε η δικαστική αυτή διαμάχη, αποτελεί το γεγονός ότι η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από την 23-07-2015 έως την 30-11- 2017 κατέθεσε σε βάρος των πρώην εντολέων της, οι οποίοι διατύπωσαν αιτιάσεις σε βάρος της, δεκαεννέα (19) τουλάχιστον εγκλήσεις ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ενώ άλλες δύο (2) εγκλήσεις κατατέθηκαν σε βάρος των τελευταίων από τον Γ. Χ. του Δ., ο οποίος εξετάστηκε περισσότερες φορές ως μάρτυρας της ενάγουσας, στο πλαίσιο τόσο του αστικού όσο και του ποινικού σκέλους της αντιδικίας της με τα ως άνω πρόσωπα. Από την πλευρά τους, οι πρώην εντολείς και ήδη αντίδικοι της ενάγουσας κατέθεσαν σε βάρος της ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την από 20-09-2016 έγκλησή τους, με την οποία αποδίδουν σε αυτήν την τέλεση της αξιόποινης πράξης της απιστίας δικηγόρου. Πέραν, όμως, της ως άνω ιδιαίτερα διογκωμένης ποινικής πλευράς της η αντιδικία της ενάγουσας με τους πρώην εντολείς της δεν άργησε να προσλάβει και αστική χροιά, καθώς η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (α) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4303/19-04-2017 αγωγή κατά του Α. Μ. του Φ., (β) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4304/19-04-2017 αγωγή κατά της Α. Σ. του Ε., (γ) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4305/19-04-2017 αγωγή κατά της Ε. Φ. του Κ., (δ) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4309/19-04-2017 αγωγή κατά του Δ. Β. του Α., (ε) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4310/19-04-2017 αγωγή κατά του Ν. Κ. του Ε., (στ) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4311/19-04-2017 αγωγή κατά του H. B. του S., (ζ) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4312/19-04-2017 αγωγή κατά του Α. Κ. του Σ. και της Δ. συζύγου Α. Κ., το γένος Σ. Τ., (η) την με αριθμό 4313/19-04-2017 αγωγή κατά του Γ. Μ. του Ι. και της Ό. Γ. του Σ., (θ) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4314/19-04-2017 αγωγή κατά της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Θ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", της Θ. συζύγου Ι. Μ., το γένος Ι. Τ. και του Α. Μ. του Ι., (ι) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4315/19-04-2017 αγωγή κατά του Κ. Τ. του Χ. και της Β. συζύγου Κ. Τ., το γένος Ε. Κ. και (ια) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4316/19-04-2017 αγωγή κατά του Χ. Π. με αντικείμενο την καταβολή της αμοιβής της για τις υπηρεσίες τις οποίες, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, τους είχε παράσχει ως δικηγόρος στο πλαίσιο της δικαστικής επιδίωξης των κατά τα ανωτέρω απαιτήσεων της. Εντούτοις, η ενάγουσα δεν περιορίστηκε στην άσκηση των ως άνω αγωγών, αλλά κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε βάρος του πρώτου, της δεύτερης, της τρίτης, της τέταρτης, του πέμπτου, του έκτου, του έβδομου, της όγδοης, του δέκατου, του ενδέκατου, της δέκατης τέταρτης, του δέκατου πέμπτου, της δέκατης έκτης, του δέκατου όγδοου και της δέκατης ένατης των πρώην εντολέων της, όπως αυτοί κατονομάζονται ανωτέρω στην αρχή της αιτιολογίας της απόφασης, με τις με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 6094, 6096 και 6098/18-04-2017 αγωγές, με τις οποίες ζητά να υποχρεωθεί ο καθένας από τους αντιδίκους της να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία επικαλείται ότι έχει υποστεί από τις ιστορούμενες προσβολές της προσωπικότητάς της, τα ποσά των είκοσι εννέα χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα ευρώ (29.950,00 €), των ενενήντα εννέα χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα ευρώ (99.950,00 €) και των εξήντα εννέα χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα ευρώ (69,950,00 €) αντίστοιχα. Εξάλλου, η υπό στοιχείο (η) από τις κατά τα ανωτέρω αγωγές, οι οποίες ασκήθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, συζητήθηκε στο ακροατήριο του εν λόγω Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 19ης Σεπτεμβρίου 2017, ενώ οι υπό στοιχεία (α), (β), (γ), (ζ), (θ), (ι) και (ια) αγωγές συνεκδικάστηκαν ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 21ης Σεπτεμβρίου 2017. Στο πλαίσιο της συζήτησης της πρώτης από τις αγωγές αυτές ο εναγόμενος συνέταξε και κατέθεσε ως πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγομένης εντολέα του τις από 19-09-2017 προτάσεις, ενώ στο πλαίσιο της συζήτησης των υπόλοιπων από τις μνημονευόμενες αμέσως παραπάνω αγωγές συνέταξε και κατέθεσε ως πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγομένων εντολέων του τις από 21-09-2017 κοινές προτάσεις τους. Στα εν λόγω δικόγραφα παρατίθεται μία σειρά πραγματικών ισχυρισμών προς τον σκοπό της απόκρουσης των αγωγών που ασκήθηκαν από την ενάγουσα σε βάρος των πρώην εντολέων της. Ειδικότερα, στα εν λόγω δικόγραφα μεταξύ πολλών άλλων μνημονεύονται και οι ακόλουθοι πραγματικοί ισχυρισμοί: (α) ότι η ενάγουσα χρησιμοποίησε συστηματικά στο πλαίσιο της αντιδικίας της με τους πρώην εντολείς της ως μάρτυρά της τον Γ. Χ. του Δ., ο οποίος εμφανιζόταν να έχει άμεση γνώση και αντίληψη των επαφών και των συναλλαγών της με τους κατά τα ανωτέρω αντιδίκους της, βεβαιώνοντας ψευδώς περί της αλήθειας των ισχυρισμών της, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, (β) ότι ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκε η ενάγουσα τις υποθέσεις τις οποίες της ανέθεσαν οι πρώην εντολείς της, καθώς και οι επιμέρους ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο αυτό, θεμελιώνουν την τέλεση από αυτήν της αξιόποινης πράξης της απιστίας δικηγόρου, (γ) ότι η ενάγουσα διαβεβαίωνε ψευδώς τους πρώην εντολείς της ότι αναμενόταν η έκδοση αποφάσεων επί των αγωγών που είχε ασκήσει στο όνομά τους και για λογαριασμό τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, (δ) ότι η ενάγουσα αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα των πρώην εντολέων της για την παράδοση στον νέο πληρεξούσιο δικηγόρο τους των φακέλων των υποθέσεών τους και (ε) ότι η ενάγουσα απέκρυψε από τους πρώην εντολείς της τη μη παραπομπή στο ακροατήριο του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου οποιουδήποτε από τους νόμιμους εκπροσώπους και τους υπαλλήλους της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Π. Α.Ε.Ε."... οι παραπάνω ισχυρισμοί συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας στην ειδικότερη έκφανση της τιμής και της υπόληψής της και, παράλληλα, θέτουν σε κίνδυνο το επάγγελμά της, καθώς, με βάση αυτούς, η ενάγουσα εμφανίζεται ως μία δικηγόρος η οποία όχι μόνο δεν τηρεί τις συμφωνίες της με τους εντολείς της, αλλά περαιτέρω ενεργεί σε βάρος των συμφερόντων των τελευταίων, κωλυσιεργώντας και προκαλώντας περαιτέρω αντιδικία με αυτούς, στο πλαίσιο της οποία μάλιστα καταφεύγει στην υποστήριξη ψευδών ισχυρισμών και στην προβολή αβάσιμων αιτημάτων με τη χρήση ψευδών αποδεικτικών μέσων. Ωστόσο, από κανένα από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έχουν νόμιμα τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου αυτού, δεν προκύπτει ότι οι κατά τα ανωτέρω πραγματικοί ισχυρισμοί αποτελούν προσωπική έμπνευση του εναγομένου και δεν απηχούν όσα του μεταφέρθηκαν από τους εντολείς του σχετικά με την αρνητική εξέλιξη της σχέσης εντολής που συνέδεε την ενάγουσα και τους ίδιους. Αντίθετα μάλιστα, αποδεικνύεται ότι οι υπό στοιχεία (β), (γ), (δ) και (ε) ισχυρισμοί προτάθηκαν από τους εντολείς του εναγομένου τόσο στο πλαίσιο της από 24-4-2015 εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησής τους προς την ενάγουσα και της από 18-6-2015 ενημερωτικής επιστολής του Ι. Μ. του Β. προς τον Υφυπουργό Δικαιοσύνης, αλλά και στο πλαίσιο της από 20-9-2016 έγκλησής τους ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Εξ ετέρου, ο υπό στοιχείο (α) ισχυρισμός συνέχεται λογικά με την ιστορική βάση των αιτιάσεων των εντολέων του εναγομένου σε βάρος της ενάγουσας, επί των οποίων εδράζεται η άρνησή τους να της καταβάλουν τη διεκδικούμενη από την ίδια αμοιβή, καθώς κατατείνει στην αμφισβήτηση της αξιοπιστίας ενός από τα βασικά αποδεικτικά μέσα, το οποίο επιστρατεύτηκε από την τελευταία προς τον σκοπό της ευδοκίμησης των αγωγών της. Επομένως, η ενσωμάτωση των κατά τα ανωτέρω ισχυρισμών στα δικόγραφα των προτάσεων που συντάχθηκαν και κατατέθηκαν από τον εναγόμενο στο πλαίσιο της συζήτησης των κατά τα ανωτέρω αγωγών ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης δεν δύναται να αποδοθεί σε πρωτοβουλία αυτού, η οποία κινήθηκε εκτός των ορίων της εντολής που του ανατέθηκε και της πληρεξουσιότητας που του χορηγήθηκε από τους εντολείς του. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος τελούσε σε γνώση της τυχόν αβασιμότητας των ισχυρισμών αυτών, καθώς λόγω του προφορικού χαρακτήρα του συνόλου των συμφωνιών, των συναλλαγών και των επιμέρους επαφών της ενάγουσας με τους πρώην εντολείς της δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσει άμεσα το ακριβές περιεχόμενο της μεταξύ τους συμφωνίας, αλλά και την επικαλούμενη από την ενάγουσα ενημέρωση των πρώην εντολέων της σχετικά με τους δικονομικούς χειρισμούς των υποθέσεών τους, ενώ χαρακτηριστικό της δυσχέρειας που παρουσιάζει η διάγνωση της τέλεσης από την ενάγουσα απιστίας σε βάρος των εντολέων της, συνιστά το γεγονός ότι παρά την αρχική αρχειοθέτηση της σχετικής ποινικής δικογραφίας από την Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ακολούθησε η ανάσυρση αυτής και η άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της ενάγουσας, σύμφωνα με όσα αναλυτικά μνημονεύονται ανωτέρω... Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε η προηγούμενη γνώση του εναγομένου περί της τυχόν αβασιμότητας των ισχυρισμών των τέως πελατών της ενάγουσας, δεν έσφαλε ως προς την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων. Ως εκ τούτου, πρέπει ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, δεν κρίνεται ότι η παράθεση των ως άνω ισχυρισμών στα δικόγραφα τα οποία συντάχθηκαν από τον εναγόμενο, έλαβε χώρα με σκοπό εξύβρισης της ενάγουσας, καθόσον αυτή εξυπηρετούσε αποκλειστικά τον σκοπό των ένδικων προτάσεων, ο οποίος συνίστατο στην απόκρουση των αγωγών της ενάγουσας διαμέσου της αμφισβήτησης της ουσιαστικής τους βασιμότητας και, για την εξυπηρέτηση του οποίου, καθίστατο αναγκαία η επίκληση και η απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών των εναγομένων πρώην εντολέων της, οι οποίοι είχαν ως αντικείμενο την έλλειψη οποιασδήποτε αξίωσης της ενάγουσας σε βάρος τους λόγω της πλημμελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεων από την υφιστάμενη μεταξύ τους σχέση εντολής. Μάλιστα, παρά το προσβλητικό για την προσωπικότητα της ενάγουσας περιεχόμενο των ισχυρισμών αυτών, η ενσωμάτωσή τους στα ένδικα δικόγραφα δεν υπερβαίνει το προσήκον μέτρο για την προάσπιση των συμφερόντων των εντολέων του εναγομένου, δεδομένου ότι ο πυρήνας της αντιδικίας τους με την ενάγουσα συνίστατο στη διαπίστωση της βασιμότητας των αιτιάσεών τους σχετικά με τον τρόπο που η πρώην πληρεξούσια δικηγόρος τους και ήδη αντίδικος τους χειρίστηκε τις υποθέσεις που της ανατέθηκαν από αυτούς. Ενόψει των ανωτέρω και σύμφωνα και προς όσα αναλυτικά εκτίθενται στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, η παράθεση από τον εναγόμενο των κατά τα ανωτέρω ισχυρισμών κατά τη σύνταξη για λογαριασμό των εντολέων του των από 19-9-2017 και από 21-9-2017 προτάσεων στο πλαίσιο της συζήτησης, αφενός, της υπ' αριθμ. κατάθεσης 4313/19-4-2017 και, αφετέρου, των υπ' αριθμ. κατάθεσης 4303, 4304, 4305, 4312, 4314, 4315 και 4316/19-4-2017 αγωγών της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης στερείται του στοιχείου του παράνομου χαρακτήρα, καθώς έλαβε χώρα στο πλαίσιο της άσκησης νόμιμου καθήκοντος του εναγομένου, το οποίο εδράζεται στην ιδιότητά του ως δικηγόρου και στην πληρεξουσιότητα που του χορηγήθηκε από τους εντολείς του και δεν δύναται, επομένως, να ιδρύσει οποιαδήποτε ευθύνη του έναντι της ενάγουσας, τόσο κατά τις διατάξεις περί προσβολή της προσωπικότητας, όσο και κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε σε όμοια κρίση, δεν έσφαλε στην ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ούτε στην εκτίμηση των ενώπιον του προσαχθεισών αποδείξεων και γι' αυτό πρέπει ο αντίθετος δεύτερος λόγος της υπό κρίση έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, στα εν λόγω δικόγραφα, τα οποία συντάχθηκαν από τον εναγόμενο, έχουν περιληφθεί χαρακτηρισμοί οι οποίοι είτε αναφέρονται ευθέως στο πρόσωπο της ενάγουσας είτε αφορούν εμμέσως πλην σαφώς σε αυτήν, καθώς αντικείμενο τους αποτελούν επιμέρους πράξεις και δραστηριότητες που αποδίδονται σε αυτήν από τους εντολείς του εναγομένου. Ειδικότερα, στα ένδικα δικόγραφα μνημονεύεται ότι: α) η ενάγουσα αποτελεί πρόσωπο το οποίο διακρίνεται για το θράσος της, β) η ενάγουσα αποτελεί πρόσωπο το οποίο ψεύδεται χωρίς καμία συστολή, γ) η ενάγουσα διαστρέφει το περιεχόμενο των αγωγών τις οποίες η ίδια συνέταξε για λογαριασμό των πρώην εντολέων της, προκειμένου να στηρίξει τις απαιτήσεις της σε βάρος αυτών, δ) ότι οι προτεινόμενοι από αυτήν ισχυρισμοί αποτελούν ψέματα, μυθεύματα και ευφάνταστα σενάρια και ε) ότι η επιδίωξη των επικαλούμενων από αυτήν απαιτήσεών της σε βάρος των πρώην εντολέων της έχει προσχηματικό χαρακτήρα και εντάσσεται στην προσπάθειά της να δικαιολογήσει την παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά της σε βάρος τους. Οι εν λόγω χαρακτηρισμοί συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, καθώς εμφανίζουν αυτήν ως πρόσωπο ο χαρακτήρας του οποίου προσδιορίζεται από τα γνωρίσματα του θράσους και του ψεύδους και, παράλληλα, ως δικηγόρο, η οποία δεν διστάζει να επιστρατεύει ψεύδη και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς σε βάρος των πρώην εντολέων της, αλλά και να καταφεύγει στην άσκηση ένδικων βοηθημάτων κατά αυτών, προκειμένου να ματαιώσει την ικανοποίηση των σε βάρος της απαιτήσεών τους, οι οποίες απορρέουν από την προηγούμενη παράνομη δραστηριότητάς της, σε βάρος τους. Εντούτοις, οι υπό στοιχεία (δ) και (ε) χαρακτηρισμοί, οι οποίοι αναφέρονται σε επιμέρους ενέργειες της ενάγουσας εναντίον των εντολέων του εναγομένου, τελούν σε σχέση συνάφειας με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των τελευταίων προς απόκρουση των βάρος αξιώσεων της αντιδίκου τους και συγκροτούν με αυτούς μία λειτουργική ενότητα, η οποία κατατείνει αποκλειστικά στην απόρριψη των αγωγικών ισχυρισμών της ενάγουσας διαμέσου της αμφισβήτησης της αλήθειας αυτών. Επομένως, από την παράθεση των χαρακτηρισμών αυτών δεν δύναται σε καμία περίπτωση να συναχθεί σκοπός του εναγομένου προς εξύβριση της ενάγουσας, ούτε μπορεί να διαγνωστεί υπέρβαση του προσήκοντος μέτρου για την εξυπηρέτηση του σκοπού, χάριν του οποίου προτείνονται αυτοί, δεδομένου ότι οι εν λόγω χαρακτηρισμοί αφορούν αποκλειστικά σε πράξεις ή ισχυρισμούς της ενάγουσας, επί των οποίων θεμελιώνονται οι αξιώσεις της σε βάρος των εντολέων του εναγομένου που οδηγήθηκαν προς δικαστική διάγνωση με τις κατά τα ανωτέρω αγωγές της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Εξ ετέρου, οι υπό στοιχεία (α), (β) και (γ) χαρακτηρισμοί, οι οποίοι στρέφονται ευθέως κατά του προσώπου της ενάγουσας και πλήττουν την τιμή και την υπόληψή της, στερούνται οποιασδήποτε λειτουργικής σημασίας και βαρύτητας αναφορικά προς την απόκρουση των αξιώσεων, στις οποίες αφορούν οι κατά τα ανωτέρω αγωγές της. Ωστόσο, η χρήση αυτών από τον εναγόμενο κατά τη σύνταξη των ένδικων δικογράφων για λογαριασμό των εντολέων του δεν δύναται παρά να αποδοθεί στη στρεβλή αλλά ιδιαίτερα διαδεδομένη, κατά τα τελευταία έτη, δικηγορική πρακτική αναφορικά με τη σύνταξη δικογράφων στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης, η οποία επηρεάζει τόσο το περιεχόμενο, όσο και τον τρόπο σύνταξης αυτών, με συνέπεια να εκφεύγουν από τα όρια που ορίζονται από τις διατάξεις που μνημονεύονται ανωτέρω στο νομικό μέρος της απόφασης. Ειδικότερα, η εν λόγω πρακτική παραβλέπει το γεγονός ότι τα δικόγραφα που συντάσσονται στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης από τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, δηλαδή από πρόσωπα τα οποία, έστω κατά τεκμήριο, διαθέτουν τις απαιτούμενες επιστημονικές γνώσεις προς τον σκοπό της ανεύρεσης των εφαρμοστέων στο πλαίσιο κάθε διαφοράς κανόνων δικαίου και του εντοπισμού των αναγκαίων για τη θεμελίωση αυτών πραγματικών γεγονότων, απευθύνονται αποκλειστικά και μόνο στο αρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης δικαστήριο, το οποίο απαρτίζεται από πρόσωπα που διαθέτουν τα επιστημονικά εχέγγυα και τις εγγυήσεις λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 87 επ. του Συντάγματος και των νόμων που έχουν θεσπιστεί σε εφαρμογή αυτών, με συνέπεια το περιεχόμενο των εν λόγω δικογράφων να πρέπει να περιορίζεται στην παράθεση κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και αντικειμενικό των πραγματικών γεγονότων, τα οποία είναι αναγκαία για την εφαρμογή των επικαλούμενων κάθε φορά κανόνων δικαίου και στην προβολή νομικών επιχειρημάτων σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων αυτών στην κάθε επιμέρους περίπτωση. Η παράβλεψη αυτή οδηγεί αναγκαία στην εσφαλμένη αντίληψη, αφενός, ότι τα δικόγραφα της πολιτικής δίκης απευθύνονται στον αντίδικο του κάθε διαδίκου και, αφετέρου, ότι αυτά οφείλουν να απηχούν τα αισθήματα του διαδίκου έναντι του αντιδίκου του και να αποτυπώνουν την ένταση της μεταξύ τους αντιδικίας, με αποτέλεσμα να συσσωρεύεται στο κείμενο τους ένα πλήθος πραγματικών γεγονότων, τα οποία καταγράφουν συνήθως τη διάρρηξη των προσωπικών σχέσεων των διαδίκων, αλλά είναι παντελώς αδιάφορα για τη δικαστική διάγνωση της εκάστοτε επίδικης διαφοράς, και να υιοθετείται ένα ιδιαίτερα επιθετικό ύφος γραφής, στο πλαίσιο του οποίου επιστρατεύονται απαξιωτικοί για τον αντίδικο και όχι μόνο χαρακτηρισμοί, αλλά και εκφραστικά μέσα, τα οποία υποδηλώνουν αγανάκτηση, ειρωνεία, θυμό και άλλα συναισθήματα των εντολέων των συντακτών των δικογράφων, η γνωστοποίηση των οποίων στο αρμόδιο Δικαστήριο στερείται οποιασδήποτε πρακτικής σκοπιμότητας. Εντούτοις, λόγω της ευρύτατης διάδοσης της πρακτικής αυτής μόνη η υιοθέτησή της από οποιονδήποτε πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη σύνταξη οποιουδήποτε δικογράφου στο πλαίσιο πολιτικής δίκης, ειδικά μάλιστα όταν έπεται ανάλογης επιλογής του πληρεξούσιου δικηγόρου του αντιδίκου του, δεν δύναται, σε καμία περίπτωση, να θεμελιώσει ευθύνη του τελευταίου κατά τις διατάξεις περί προσβολής της προσωπικότητας και περί αδικοπραξίας έναντι του αντιδίκου του εντολέα του, εκτός αν συνοδεύεται από άλλες περιστάσεις, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικής διάγνωσης και από τις οποίες προκύπτει η ύπαρξη προσωπικής αντιδικίας μεταξύ του ως άνω πληρεξούσιου δικηγόρου και του αντίδικου του εντολέα του. Η υιοθέτηση της αντίθετης άποψης θα λειτουργούσε ενόψει των πραγματικών συνθηκών που επικρατούν στο ελληνικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης προς την κατεύθυνση του πολλαπλασιασμού των πολιτικών δικών και της πρόκλησης σημαντικότατων δυσχερειών και περιορισμών στην άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος. Στην υπό εξέταση περίπτωση, από κανένα από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έχουν νόμιμα τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής διαμάχης ή αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων, από την οποία να μπορεί να συναχθεί σκοπός του εναγομένου προς εξύβριση της ενάγουσας, καθώς οι τελευταίοι δεν διατηρούσαν οποιαδήποτε επαγγελματική επαφή, ούτε έστω προσωπική γνωριμία πριν από την ανάθεση σε αυτόν των υποθέσεων των πρώην εντολέων της. Κατά συνέπεια, η παράθεση των παραπάνω χαρακτηρισμών σε βάρος της ενάγουσας δεν μπορεί παρά να αποδοθεί στην υιοθέτηση της κατά τα ανωτέρω πρακτικής, από την οποία εξάλλου δεν αφίσταται ούτε η ίδια η ενάγουσα, καθώς και στα δικόγραφα που έχουν συνταχθεί από την ίδια διαπιστώνεται η χρήση ανάλογης φύσης χαρακτηρισμών και εν γένει εκφραστικών μέσων. Επομένως, η τελευταία στερείται οποιασδήποτε αξίωσης σε βάρος του αντιδίκου της κατά τις διατάξεις περί προσβολής προσωπικότητας και περί αδικοπραξίας, η οποία να απορρέει από τη χρήση των κατά τα ανωτέρω χαρακτηρισμών, και μάλιστα όχι μόνο επειδή δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κατάγνωση της απαιτούμενης υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εναγομένου, αλλά και επειδή συντρέχει άρση του παράνομου χαρακτήρα της πράξης του τελευταίου, η οποία εδράζεται στο γεγονός ότι η ίδια η ενάγουσα έθεσε σε διακινδύνευση τα επιμέρους έννομα αγαθά της τιμής και της υπόληψής της ενσωματώνοντας στα δικόγραφα των παραπάνω υπ' αριθμ. καταθ. 4303, 4304, 4305, 4309, 4310, 4311, 4312, 4313, 4314, 4315 και 4316/19-4-17 αγωγών προσβλητικούς της προσωπικότητας των εντολέων του εναγομένου χαρακτηρισμούς και εκφραστικά μέσα και σχήματα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση απεφάνθη ομοίως, κρίνοντας ότι η συμπεριφορά του εναγομένου εμπίπτει στον κανόνα του άρθρου 367 παρ. 1 περ. γ' ΠΚ και ότι οι ανωτέρω χαρακτηρισμοί δεν αναγράφηκαν με σκοπό την εξύβριση της ενάγουσας, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν, ούτε και έσφαλε σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και την εκτίμηση των αποδείξεων..." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους έφεσης και την έφεση της ενάγουσας στο σύνολό της, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που έκρινε όμοια και απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 367 παρ.1γ' του Π.Κ., η οποία ήταν εφαρμοστέα και επίσης ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του Α.Κ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ., οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, αφού τα πιο πάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας από τον αναιρεσίβλητο, με παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή του δόλου) συμπεριφορά αυτού, δεδομένου ότι ο αναιρεσίβλητος, κατά το μέρος που οι επίμαχοι πραγματικοί ισχυρισμοί στα δικόγραφα των προτάσεών του αναφέρονται σε γεγονότα, δεν τελούσε σε γνώσει της αβασιμότητας των εν λόγω ισχυρισμών των τέως πελατών της αναιρεσείουσας, με συνέπεια να μη στοιχειοθείται ως προς αυτούς το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, αλλά ούτε και αυτό της δυσφήμησης και της εξύβρισης, τόσο ως προς τους ίδιους ως άνω ισχυρισμούς όσο και ως προς τους περιλαμβανόμενους λοιπούς χαρακτηρισμούς σε βάρος της αναιρεσείουσας, αφού ο αναιρεσίβλητος, πέραν της ελλείψεως υπαιτιότητας ως προς τους παραπάνω χαρακτηρισμούς, περιέλαβε όλα τα ανωτέρω στο πλαίσιο της άσκησης νομίμου καθήκοντός του προς υπεράσπιση των συμφερόντων των εντολέων του και σύμφωνα με τη δοθείσα από αυτούς εντολή, χωρίς να υπερβεί το προσήκον μέτρο, και ως εκ τούτου, με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καταφάσκεται η ουσιαστική βασιμότητα της προβληθείσας από τον αναιρεσίβλητο ένστασης από το άρθρο 367 παρ.1γ' του ΠΚ, περί άρσης του αδίκου χαρακτήρα της συμπεριφοράς του λόγω άσκησης νομίμου καθήκοντος, μη στοιχειοθετούμενης έτσι αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του σε βάρος του αναιρεσείουσας. Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: α) Ότι ο αναιρεσίβλητος - εναγόμενος, ως δικηγόρος, στα δικόγραφα των προτάσεών του, προς απόκρουση των αγωγών της αναιρεσείουσας - ενάγουσας σε βάρος των εντολέων αυτού (εναγομένου) περιέλαβε τους εξής πραγματικούς ισχυρισμούς για την ενάγουσα: 1) ότι χρησιμοποιούσε συστηματικά στο πλαίσιο της αντιδικίας της με τους πρώην εντολείς της (νυν εντολείς του εναγομένου) ψευδομάρτυρα, 2) ότι ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκε τις υποθέσεις των πρώην εντολέων της θεμελιώνουν την τέλεση από αυτήν της αξιόποινης πράξης της απιστίας δικηγόρου, 3) ότι διαβεβαίωνε ψευδώς τους πρώην εντολείς της ότι αναμενόταν η έκδοση αποφάσεων επί των αγωγών που είχε ασκήσει στο όνομά τους, 4) ότι αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα των πρώην εντολέων της για την παράδοση στον νέο πληρεξούσιο δικηγόρο τους των φακέλων των υποθέσεών τους και 5) ότι απέκρυψε από τους πρώην εντολείς της τη μη παραπομπή στο ακροατήριο του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου συγκεκριμένων προσώπων, οι οποίοι συνιστούν μεν προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας στην ειδικότερη έκφανση της τιμής και της υπόληψής της, καθώς η ενάγουσα εμφανίζεται ως μία δικηγόρος η οποία δεν τηρεί τις συμφωνίες της με τους εντολείς της, κωλυσιεργεί, ενεργεί σε βάρος των συμφερόντων τους και καταφεύγει στην υποστήριξη ψευδών ισχυρισμών με τη χρήση ψευδών αποδεικτικών μέσων, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί του εναγομένου απηχούν όσα του μεταφέρθηκαν από τους εντολείς του και αυτός δεν τελούσε σε γνώση της τυχόν αβασιμότητας αυτών, β) ότι η παράθεση των ισχυρισμών αυτών εκ μέρους του εναγομένου δεν έλαβε χώρα με σκοπό τη δυσφήμηση ή εξύβριση της ενάγουσας, καθώς εξυπηρετούσε αποκλειστικά το σκοπό των ένδικων προτάσεων, ο οποίος συνίστατο στην απόκρουση των αγωγών της ενάγουσας και στερείται του στοιχείου του παρανόμου χαρακτήρα, καθώς έλαβε χώρα στο πλαίσιο της άσκησης του νομίμου καθήκοντος του εναγομένου, το οποίο εδράζεται στην ιδιότητά του ως δικηγόρου και στην πληρεξουσιότητα που του χορηγήθηκε από τους εντολείς του και δεν υπερέβη το προσήκον μέτρο για την προάσπιση των συμφερόντων των εντολέων του. γ) Ότι ο εναγόμενος στα ως άνω δικόγραφά του περιέλαβε ακόμη και τους εξής ισχυρισμούς για την ενάγουσα: 1) ότι είναι πρόσωπο το οποίο διακρίνεται για το θράσος της, 2) ότι ψεύδεται χωρίς καμία συστολή, 3) ότι διαστρέφει το περιεχόμενο των αγωγών τις οποίες η ίδια συνέταξε για λογαριασμό των πρώην εντολέων της, προκειμένου να στηρίξει τις απαιτήσεις της σε βάρος αυτών, 4) ότι οι προτεινόμενοι από αυτήν ισχυρισμοί αποτελούν ψέματα, μυθεύματα και ευφάνταστα σενάρια και 5) ότι η επιδίωξη των επικαλούμενων από αυτήν απαιτήσεών της σε βάρος των πρώην εντολέων της έχει προσχηματικό χαρακτήρα και εντάσσεται στην προσπάθειά της να δικαιολογήσει την παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά της σε βάρος τους, οι οποίοι (ως άνω χαρακτηρισμοί) συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, δ) ότι με τους χαρακτηρισμούς αυτούς ο εναγόμενος δεν είχε σκοπό να δυσφημίσει και εξυβρίσει την ενάγουσα, καθώς ουδεμία προσωπική διαμάχη ή αντιδικία υφίστατο μεταξύ τους και η παράθεση αυτών των χαρακτηρισμών αποδίδεται στην υιοθέτηση στρεβλής δικηγορικής πρακτικής κατά τη σύνταξη των δικογράφων να απηχούν τα αισθήματα του διαδίκου έναντι του αντιδίκου του, από την οποία (ως άνω πρακτική) δεν αφίσταται ούτε η ίδια η ενάγουσα, καθώς και στα δικόγραφα αυτής διαπιστώνεται η χρήση ανάλογης φύσης χαρακτηρισμών και συνεπώς συντρέχει άρση του παρανόμου χαρακτήρα της πράξης του εναγομένου, η οποία εδράζεται στο γεγονός ότι η ίδια η ενάγουσα έθεσε σε διακινδύνευση τα επιμέρους αγαθά της τιμής και της υπόληψής της και επομένως η συμπεριφορά αυτού εμπίπτει στον κανόνα του άρθρου 367 παρ.1 γ' του Π.Κ. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά την προαναφερόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου και δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.Α.Π.3/1997, Α.Π.1/2019, Α.Π.33/2018). Το αν ενώπιον του δικαστηρίου είχε προταθεί ή όχι αυτοτελής ισχυρισμός, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, με την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, δηλαδή αγωγής, προτάσεων, έφεσης κ.λ.π. (Ολ.Α.Π.2/2001, Α.Π.179/2021, Α.Π.119/2008, Α.Π.378/2004). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ.2 εδ. β του ίδιου νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται σ' αυτό ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 267/2021, Α.Π.1851/2007).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π.1401/2008). Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει (Α.Π.267/2021, Α.Π. 781/2020, Α.Π.382/2020). Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνον από τον αριθμό 1 του εν λόγω άρθρου (Α.Π.1591/2023, Α.Π.274/2020, Α.Π.4/2020, Α.Π.259/ 2017). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά την ορθή νοηματική του εκτίμηση προβάλλει την από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι η συμπεριφορά του εναγομένου εμπίπτει στον κανόνα του άρθρου 367 παρ.1 γ' του Π.Κ., μη λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς της ότι η συμπεριφορά του αυτή έλαβε χώρα επί σκοπώ εξύβρισής της. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει στο αναιρετήριο ότι πρόβαλε πρωτοδίκως την από το άρθρο 367 παρ.2 του Π.Κ. αντένσταση και ότι την επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο με σχετικό λόγο της έφεσής της, ενώ δεν προσκομίζει και τις πρωτόδικες προτάσεις ώστε να μπορεί να ερευνηθεί αν προεβλήθη ή όχι τέτοια αντένσταση (Α.Π.89/2011), σε κάθε δε περίπτωση είναι απαράδεκτος, αφού ούτε από την προσκομιζόμενη έφεσή της και τις προσκομιζόμενες προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου προκύπτει νόμιμη προβολή εκ μέρους της τέτοιας αντένστασης. Τέλος, η προβαλλόμενη, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αιτίαση, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής της, που επανέφερε με σχετικό λόγο της έφεσής της, για άρση της ένδικης προσβολής εκ μέρους του αντιδίκου της, αλυσιτελώς προβάλλεται, ενόψει της προεκτεθείσας παραδοχής ότι συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση άρσης του παράνομου χαρακτήρα της πράξης του εναγομένου και ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14/9/2020 αίτηση της Α. Γ. του Ι. για αναίρεση της υπ` αριθ.1416/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο β' αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή