Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1451 / 2024    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1451/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Δ. Κ. του Α., 2.Μ. Π. του Α., και 3.Σ. Σ. του Α. - Θ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρίνα Γκάτα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΠΟΝΤΙΩΝ ΝΗΣΩΝ", που εδρεύει στην Κέρκυρα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διάδοχος του καταργηθέντος "Δήμος Κέρκυρας", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο - Νικόλαο Δεσεγγρίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1751/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2384/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-10-2021 αίτησή τους και τους από 22-1-2024 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 του ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, το οποίο έχει ασκηθεί (άρθρο 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου πριν αρχίσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, αφού αυτός, και αν ακόμη είχε κληθεί και παρασταθεί, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί στην παραίτηση αυτή (ΑΠ 862/2021, ΑΠ 741/2020, ΑΠ 742/2017). Η νομότυπη, ως άνω, παραίτηση έχει ως συνέπεια η αναίρεση να θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης (ΑΠ 862/2021, ΑΠ 741/2020, ΑΠ 82/2020, ΑΠ 742/2017). Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται για συζήτηση η από 26 Οκτωβρίου 2021 και με αριθ. κατάθ.8382/1042/27-10-2021 αίτηση και οι από 22 Ιανουαρίου 2024 και με αριθ. κατάθ.17/25-1-2024 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 2384/6-5-2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με το δικόγραφο της ως άνω αναίρεσης που επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Κεντρικής Κέρκυρας και Διαποντίων Νήσων", ως καθολικού διαδόχου κατά τα άρθρα 154 παρ.ΙΑ.2 και 157 παρ.8 του Ν. 4600/2019 (ΦΕΚ Α 43/9-3-2019), του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Κέρκυρας", καθολικού διαδόχου του καταργηθέντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Κερκυραίων", σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 24 του Ν. 3852/2010 (ΦΕΚ Α 877-6-2010), (βλ. την από 11935Β/7-7-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Κέρκυρας Σ. Δ.), οι αναιρεσείοντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της προηγούμενης από αυτούς ασκηθείσας από 6-5-2021 και με αριθ. κατάθ, 2828/373/2021 αίτησης αναίρεσης, η οποία κατά τα προεκτεθέντα θεωρείται, ως μη ασκηθείσα. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ασκηθείσα από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες από 1-11-2013 με αριθ. κατάθ. 7822/24-11-2014 έφεση κατά της με αριθμό 1751/2012 οριστικής απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη λόγω παραγραφής, η από 5-5-2010 με αριθ.κατάθ. 113971/3485/2010 αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 27-10-2021 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, όπως αναφέρεται και στο αναιρετήριο και δεν αντιλέγει το αναιρεσίβλητο, η οποία δημοσιεύθηκε στις 6-5-2019, δεδομένου ότι, λόγω της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού από 13-3-2020 ως 31-5-2020 (άρθρο 74 παρ.1 εδ.α του ν. 4690/2020) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (άρθρο 83 του ν. 4790/2021 σε συνδυασμό με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 25 του ν. 4792/2021), δεν υπολογίζονται τα ως άνω χρονικά διαστήματα και για την καταχρηστική προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του ν. 4963/2022, απορριπτομένου ως αβάσιμου του περί εκπρόθεσμης άσκησης της αίτησης αναίρεσης ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου (άρθρα 495 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στις 25-1-2024 και επίδοση αυτών στις 26-1-2024 στο αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την με αριθ.2433Γ/26-1-2024. έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Κέρκυρας Ν. Μ.. Μ., ήτοι περισσότερες από τριάντα (30) ημέρες πριν από την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης αναφερόμενη δικάσιμο της 27ης-2-2024 [άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της παρ. 2 με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (Α 190)), ισχύοντος από 1.1.2022 και εφαρμοζομένου και σε εκκρεμείς υποθέσεις, κατά τα άρθρα 120 και 116 παρ.2 εδ.β, όπως το εδάφιο β συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ.2 του Ν.4912/2022] απορριπτομένου ως αβάσιμου του περί εκπρόθεσμης άσκησης των πρόσθετων λόγων ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί (άρθρα 577 παρ. 1 και 569 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και αφού συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συναφείας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανόμενων στα ως άνω δικόγραφα λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που δεν διαφοροποιείται με τη μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 140 παρ. 3 του Ν. 4270/2014, (με τον οποίο καταργήθηκε ο ν. 2362/1995) και που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 παρ. 1 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968, 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 και ισχύσαντος μέχρι την 31-12-2006, Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 29 παρ.2 του ν.3202/2009 (ως εκ του κρίσιμου εδώ χρόνου, γέννησης των ενδίκων αξιώσεων έως 31-1-2007) και 276 παρ.2 του ισχύοντος νέου Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το Ν.3463/2006 (για τις μισθολογικές αξιώσεις μηνός Ιανουαρίου 2007), ορίζεται ότι: "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της". Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιοσδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου κλπ, από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ. α' ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων και, ως εκ τούτου, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006, ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 1169/2021). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει, κατ' άρθρο 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ, για παρόμοιες αξιώσεις των εργατών και υπαλλήλων των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, δεν αντίκειται στην αρχή της (δικονομικής) ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου (ΑΕΔ 1/2012), ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος για το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακρόασης από τα δικαστήρια. Η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 α' της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα), ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας, τάσσονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αναγνωρίζεται η εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν με νόμο τη χρήση των αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον), αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής), αλλά όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη θέση τους σε ισχύ (βλ. ΑΕΔ 9/2009, ως προς την ερμηνεία της, παρομοίου περιεχομένου, διάταξης του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατ' αυτών). Ειδικότερα, ενόψει της ευρείας ευχέρειας που παρέχει η επιφύλαξη νόμου του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ο κοινός εθνικός νομοθέτης μπορεί να προβλέπει διαφορετικούς κανόνες για τις δίκες, στις οποίες διάδικος είναι και το Δημόσιο ή άλλος φορέας δημόσιας εξουσίας, εφόσον οι εισαγόμενες εξαιρέσεις από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Έτσι, στο πεδίο των δικών του Δημοσίου, με βάση την ίδια επιφύλαξη νόμου, ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να προβλέψει διαφορετική προθεσμία και αφετηρία παραγραφής διαφορετικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, εφόσον η προβλεπόμενη εκάστοτε προθεσμία δεν είναι υπέρμετρα σύντομη, ώστε να αναιρεί ή να παρεμποδίζει ουσιωδώς την αποτελεσματική άσκηση του προστατευόμενου δικαιώματος. Εξάλλου, η τακτικότητα στην καταβολή των κάθε είδους απολαβών των υπαλλήλων του Δημοσίου και η ευχερέστερη δικαστική διεκδίκησή τους διαφοροποιούν τις αξιώσεις αυτών για καθυστερούμενες αποδοχές σε σύγκριση με αξιώσεις άλλων δικαιούχων κατά του Δημοσίου, που δεν έχουν βέβαιο χρόνο γέννησης και εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, που καθιστούν δυσχερέστερη τη δικαστική διεκδίκησή τους, ώστε να δικαιολογείται η διαφοροποίηση στον χρόνο της παραγραφής καθώς η διαφορετική ρύθμιση αφορά σε ουσιωδώς διαφορετικές καταστάσεις και δεν δυσχεραίνει την άσκηση των σχετικών αξιώσεων.
Συνεπώς, η προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διετής παραγραφή από τη γέννηση της αξίωσης είναι επαρκής για τον μέσο επιμελή διάδικο, για τον οποίο είναι εξαρχής γνωστοί οι όροι παροχής των υπηρεσιών του στο Δημόσιο και δεν είναι επιβεβλημένη η προσφυγή σε εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες για την προστασία των συμφερόντων του, ενώ η εισαγόμενη απόκλιση από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετεί σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΟλΑΠ 9/2017, ΑΠ 1169/2021, ΑΠ 1241/2018), η συνδρομή των οποίων δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων, (ΟλΑΠ 3/2006, ΟλΑΠ 23/2004, ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 1169/2021, ΑΠ 1241/2018) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες ή οι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών, υπέρ των ΟΤΑ, επιβαρύνσεων (βλ. ΟλΑΠ 38/2005, ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 1169/2021). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 περ. α' και β' του νόμου 2362/1995, η παραγραφή διακόπτεται: "α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών και β)με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως των κατά του δημοσίου αξιώσεων, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας, για την πληρωμή της απαιτήσεως, αρχής. Αν η δημόσια αρχή δεν απαντήσει η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι (6) μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως...". Με βάση την τελευταία αυτή διάταξη, η ως άνω διετής παραγραφή μπορεί να διακοπεί και σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της αγωγής, με την υποβολή αίτησης προς την αρμοδία αρχή για πληρωμή της ιδίας με την αγωγή, κατά περιεχόμενο και αίτημα, απαίτησης (ΑΠ 879/2017), η οποία ουδόλως αποκλείεται να λάβει χώρα με επίδοση της σχετικής αίτησης με δικαστικό επιμελητή. (ΑΠ 1521/2023). Εάν λάβει χώρα υποβολή της ανωτέρω αίτησης και παραλείψει η διοίκηση να απαντήσει, νέα ισόχρονη παραγραφή αρχίζει από την επομένη της συμπλήρωσης εξαμήνου από την υποβολή της αίτησης. Συγκεκριμένα, για να διακοπεί η παραγραφή με την υποβαλλόμενη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτή η πληρωμή ορισμένης απαίτησης, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, απαιτείται όμως να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την "ταυτότητα" της συγκεκριμένης απαίτησης και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ. να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση (ΑΠ 1169/2021, ΑΠ 1241/2018, ΑΠ 1643/2017, ΑΠ 879/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 ΑΚ, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20.3.2013) και εφαρμόζεται εν προκειμένω λόγω του κρίσιμου για την ένδικη υπόθεση χρόνου: "Την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Από τη διάταξη αυτή, Η οποία έχει αντίστοιχο περιεχόμενο με τη διάταξη του άρθρου 93 περ.α του ν.2362/1995, συνάγεται ότι, αν η παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, δηλαδή ομοειδής με αυτή που διακόπηκε, αρχίζει σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως του είδους της, ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους, από την έγερση της αγωγής, διακόπτεται δε μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και αμέσως μετά την επιχείρηση αυτής αρχίζει ισόχρονη με την αρχική παραγραφή, η οποία μπορεί να συμπληρωθεί με την παρέλευση του χρόνου που ίσχυε γι' αυτήν, εφόσον δεν μεσολαβήσει κάποια νέα διαδικαστική ενέργεια ή άλλος λόγος διακοπής πριν από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης (ΟλΑΠ 7/2022). Σημειώνεται ότι η διάταξη του άρθρου 93 περ.α του ν.2362/1995 (και ήδη του άρθρου 143 περ.α του ν.4270/2014) κατισχύει, ως ειδική, της διάταξης του άρθρου 261 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 101 παρ.1 του ν.4139/2013 (ΑΠ 223, 224/2024). Επιπλέον, κατά το άρθρο 263 ΑΚ "κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σα να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ως επανέγερση της αγωγής νοείται η έγερση νέας αγωγής με τους ίδιους διαδίκους και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα της ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που ήταν εφαρμοστέα στην δίκη που επρόκειτο να γίνει με βάση την αγωγή από την οποία ο ενάγων παραιτήθηκε, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 1169/2021). Ταυτότητα δε της ιστορικής αιτίας υπάρχει και όταν το αίτημα της νέας αγωγής είναι ελαττωμένο σε σχέση με εκείνο της προγενέστερης αγωγής ή όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται αναγκαίες διαφοροποιήσεις, με τις οποίες συμπληρώνονται ασάφειες ή ελλείψεις, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 113/2019, ΑΠ 768/2016, ΑΠ 252/2016). Επομένως, εάν ο δικαιούχος επαναγείρει την αγωγή, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της παραίτησής του, η οποία (παραίτηση) μπορεί να γίνει και με το δικόγραφο της νέας αγωγής, εφόσον επιδοθεί στον αντίδικό του, η παραγραφή λογίζεται ότι έχει διακοπεί με την άσκηση της αρχικής αγωγής (ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 113/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020 ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 477/2022, ΑΠ 9/2022, ΑΠ 1575/2021 ,ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία". Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 9/2016, Ολ.ΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 53/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1388/2019). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 14/2022) όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, κατά νόμο, ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 1169/2021, ΑΠ 750/2020). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 1169/2021), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 1169/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008). Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 8/2016,ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 804/2022, ΑΠ 957/2020, ΑΠ 599/2020, ΑΠ 573/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Με την από 5-5-2010 ένδικη αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεταν ότι με διαδοχικές συμβάσεις, με έναρξη της πρώτης σύμβασης στις 12-2-2001 για τον πρώτο, στις 9η-3-2001 για τη δεύτερη και στις 1η--3-2001 για τον τρίτο και με τις επόμενες που ακολούθησαν χωρίς μεταξύ τους διακοπή κατά τα παρατιθέμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα και διήρκεσαν έως τις 31-1-2007 οι οποίες καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και των εναγομένων, ήτοι της πρώτης εναγομένης "Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ" μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Κερκυραίων", ήδη "Δήμου Κεντρικής Κέρκυρας και Διαποντίων Νήσων"-αναιρεσίβλητου, ως προεκτέθηκε, απασχολήθηκαν στη φύλαξη σχολικών κτιρίων του τελευταίου στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος απασχόλησης ανέργων για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας. Ότι την 1η-2-2007 οι ως άνω συμβάσεις τους μετατράπηκαν εξ αρχής σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου με την περιγραφόμενη στην αγωγή διαδικασία, διότι, αν και μέχρι τότε αναγράφονταν ως "συμφωνητικά συνεργασίας", ήταν εξ αρχής συμβάσεις εργασίας. Ότι κατά τη χρονική περίοδο από την πρόσληψη μέχρι τη μονιμοποίησή τους (δηλαδή από τις 12-2-2001, 9-3-2001 και 1-3-2001 αντίστοιχα για κάθε ενάγοντα μέχρι τις 31-1-2007), αυτοί εργάσθηκαν ως σχολικοί φύλακες σε καθημερινή βάση, αργίες και Σαββατοκύριακα σε τρεις βάρδιες συνολικής ημερήσιας διάρκειας οκτώ ωρών (7:00 -15:00, 15:00 -23:00 και 23:00 - 7:00) και για 22 ημέρες το μήνα, έναντι ημερήσιας αποζημίωσης 35,22 ευρώ το μήνα, τελώντας υπό τις οδηγίες, τις εντολές και την επίβλεψη των οργάνων του δεύτερου εναγομένου, καλύπτοντας, ως σχολικοί φύλακες, πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, πλην όμως, οι εναγόμενοι δεν τους κατέβαλαν τις νόμιμες αμοιβές τους για α)τις παράνομες υπερωρίες, τη νυκτερινή τους εργασία, την εργασία τους κατά τις Κυριακές και αργίες και την εργασία τους κατά τις νυκτερινές ώρες Κυριακών και αργιών, που πραγματοποίησαν σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην ένδικη αγωγή αναλυτικούς ανά μήνα πίνακες, τις οποίες (αμοιβές) υπολόγισαν με βάση το καταβληθέν σε αυτούς ημερομίσθιο των 35,22 ευρώ (και όχι το μεγαλύτερο ημερομίσθιο που καταβαλλόταν την αντίστοιχη χρονική περίοδο στο μόνιμο προσωπικό του εναγομένου Δήμου), β) τα έξοδα κίνησης, που καθόρισαν στο μηνιαίο ποσό των 117,38 ευρώ για το έτος 2001, στο μηνιαίο ποσό των 176 ευρώ για καθένα από τα έτη 2002, 2003 και 2004, στο μηνιαίο ποσό των 238 ευρώ για τη χρονική περίοδο από 1-1-2005 μέχρι 30-6-2005, στο ποσό των 270 ευρώ για τη χρονική περίοδο από 1-7-2005 μέχρι 30-6-2006 και στο ποσό των 325 ευρώ για τη χρονική περίοδο από 1-7-2006 μέχρι 31-1-2007, γ)το επίδομα γάμου που υπολόγισαν με βάση το καταβληθέν ημερομίσθιο των 35,22 ευρώ, δ)το επίδομα Πάσχα του έτους 2006, το οποίο υπολόγισαν με βάση επίσης το ως άνω καταβληθέν ημερομίσθιο. Ότι για τις παραπάνω αιτίες οφείλονται σ'αυτούς αμοιβές συνολικού ποσού 34.978,70 ευρώ για τον 1ο ενάγοντα, 35.375,96 ευρώ για τη 2η ενάγουσα και 38.941,19 ευρώ για τον 3ο ενάγοντα. Ακόμη επικαλέστηκαν οι ενάγοντες ότι έχουν διακόψει την παραγραφή των ως άνω αξιώσεών τους τόσο με την από 21-12-2007 και με αριθμό κατάθεσης 2783/2007 αγωγή τους εναντίον των εναγομένων, την οποία κατέθεσαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και επέδωσαν στους αντιδίκους τους και από το δικόγραφο της οποίας παραδεκτά παραιτήθηκαν με την κρινόμενη από 5-5-2010 αγωγή, όσο και με την από 27-12-2005 αίτηση διαμαρτυρίας τους, που νόμιμα κοινοποίησαν στο δεύτερο εναγόμενο στην ημερομηνία που παρέθεσαν. Με βάση το άνω ιστορικό, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος τους, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, κυρίως μεν με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους και με το ημερομίσθιο που είχε συμφωνηθεί και επικουρικά με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να καταβάλουν με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, στον κάθε ενάγοντα ποσό 20.000 ευρώ ή ποσοστό επί του όλου αιτήματος, στον 1ο ενάγοντα 42,84% στη 2η ενάγουσα 43,46%, στον 3° ενάγοντα 48,64% και, να αναγνωρισθεί ότι τους οφείλουν το υπόλοιπο ήτοι 14.988,70, 15.375,96 και 18,831,19 ευρώ αντίστοιχα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας με απόντα τον εναγόμενο Δήμο Κερκυραίων, με την υπ' αριθ. 1751/2012 οριστική του απόφαση, απέρριψε την αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, λόγω του ότι οι ασκούμενες με αυτήν αξιώσεις των εναγόντων, έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 Ν. 2362/1995, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αντένσταση διακοπής της παραγραφής που είχαν προτείνει οι ενάγοντες. Κατά της απόφασης αυτής οι τελευταίοι,άσκησαν την από 1-11-2013 έφεσή τους, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία το Μονομελές Εφετείο δέχτηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.. Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των με επίκληση προσκομιζομένων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει προγραμματικών συμβάσεων, που υπογράφηκαν μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του ΟΑΕΔ, της ΚΕΔΚΕ και της Ε.Ε.Τ. Α.Α. στο πλαίσιο εφαρμογής της ΥΑ 34100/8.12.1999 για την κατάρτιση προγράμματος προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, συνήψαν οι ενάγοντες συμφωνητικά συνεργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, τα οποία ανανεώνονταν διαδοχικά, αναλαμβάνοντας καθήκοντα σχολικών φυλάκων σε σχολικά συγκροτήματα του δευτέρου εναγομένου. Οι ενάγοντες παρείχαν ανελλιπώς τις υπηρεσίες τους, ως σχολικοί φύλακες στο δεύτερο εναγόμενο επί 22 ημέρες το μήνα και 8 ώρες ημερησίως, λαμβάνοντας ως αμοιβή το ποσό των 35,22 ευρώ. Οι ενάγοντες τελούσαν υπό τις εντολές και την εποπτεία των οργάνων του δευτέρου εναγομένου, στον οποίο πρόσφεραν πραγματικά τις υπηρεσίες τους καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας τους, απασχολούμενοι ανελλιπώς σε καθημερινή βάση. Η σχέση επομένως που συνέδεε τους παραπάνω διαδίκους ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας, αφού προέχων σκοπός των επίδικων συμβάσεων ήταν η παροχή εργασίας από τους ενάγοντες προς τον δεύτερο εναγόμενο Δήμο έναντι αμοιβής (μισθού) και υπόκειντο σε προσωπική εξάρτηση από αυτόν, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες, ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της, γεγονός που καθιστά τον δεύτερο εναγόμενο τον μοναδικό αντισυμβαλλόμενο των εναγόντων, τόσο κατά την κατάρτιση όσο και κατά τη λειτουργία των συμβάσεων εργασίας τους. Οι συμβάσεις των εναγόντων έχουν ήδη μετατραπεί σε αόριστης διάρκειας, με βάση το άρθρο 1 του π.δ. 164/2004 και κατόπιν σχετικής γνωμοδότησης από το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο και αποφάσεως της Ολομέλειας του ΑΣΕΠ, ενώ με τις υπ' αριθ. 2824, 2830, 2839/1.2.2007 αποφάσεις του Δημάρχου του δευτέρου εναγομένου κατετάγησαν σε συσταθείσες οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του κλάδου ΔΕ Σχολικών Φυλάκων. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στον δεύτερο εναγόμενο την 1.7.2010, ενώ είχε προηγηθεί η από 27.12.2005 αίτηση διαμαρτυρίας των εναγόντων προς το δεύτερο εναγόμενο, η οποία επιδόθηκε στις 3.5.2006 (βλ. 1753/3.5.2006 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κέρκυρας Β. Μ. ), καθώς και η από 21.12.2007 αγωγή των εναγόντων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε στους εναγομένους την 27.12.2007και η οποία ματαιώθηκε κατά τη δικάσιμο στις 16.2.2009. Επομένως οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων των αιτουμένων ετών, έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995, της οποίας χρονικό σημείο έναρξης είναι η γένεση κάθε αντίστοιχης αξίωσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγοντας και η εκκαλουμένη απόφαση ορθά εφάρμοσε το νόμο και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης των εκκαλούντων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με τον πρώτο από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, το Εφετείο δεχόμενο ότι οι διαλαμβανόμενες στην ένδικη, από 5-5-2010 αγωγή αξιώσεις τους κατά του δεύτερου εναγομένου "Δήμου Κερκυραίων" και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ-ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Κεντρικής Κέρκυρας και Διαποντίων Νήσων", που προέκυψαν από τις μεταξύ των ως άνω διαδίκων συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υπόκεινται σε διετή και όχι πενταετή παραγραφή παραβίασε τα άρθρα 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 και 28 του Συντάγματος, καθώς και το άρθρο 1 περ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ. Σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δεχόμενο ότι οι ένδικες απαιτήσεις των
ως άνω εναγόντων-αναιρεσειόντων κατά του δεύτερου εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου, αφορούν σε αμοιβές τους, που στηρίζονται στις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που είχαν συνάψει με αυτόν και ότι ως εκ του χρόνου γέννησής τους (12-2-2001, 9-3-2001 και 1-3-2001 αντίστοιχα για κάθε αναιρεσείοντα μέχρι 31-1-2007) υπόκεινται στη διετή παραγραφή που προβλέπεται στο άρθρο 90 παρ. 3 του ν.2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου των δαπανών του Κράτους" το οποίο ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο και το οποίο εφαρμόζεται και επί των Ο.Τ.Α. σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 παρ. 1 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 και ισχύσαντος μέχρι την 31-12-2006 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, και 276 παρ.2 του ισχύοντος Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Ν.3463/2006) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το ως άνω άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε το άρθρο 250 περ. 6 και 17 του ΑΚ και, δεν παραβίασε τα άρθρα 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 και 28 του Συντάγματος, καθώς και το άρθρο 1 περ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου τους, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθώς δεν έλαβε υπόψη του τους παραδεκτά καθ'υποφορά με την ένδικη αγωγή προταθέντες αυτοτελείς ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς τους περί διακοπής της παραγραφής των αγωγικών τους αξιώσεων κατά του εναγόμενου Δήμου από τη μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αρχικά με την κατάθεση στον αναιρεσίβλητο Δήμο της από 27-12-2005 αίτησης διαμαρτυρίας, που του επιδόθηκε στις 3-5-2006, όπως προκύπτει από την με αριθ. 1753/3-5-2006 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κέρκυρας Β. Μ. και εν συνεχεία με την από 21-12-2007 και με αριθ. κατάθ. 2783/2007 προγενέστερη της ένδικης -ομοίου ωστόσο με αυτή περιεχομένου- αγωγή τους κατά του αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που επιδόθηκε στους εναγομένους στις 27-12-2007, από την οποία αγωγή παραδεκτά παραιτήθηκαν με την ένδικη αγωγή. Τους ως άνω περί διακοπής της παραγραφής ισχυρισμούς τους (αντένσταση διακοπής της παραγραφής) είχαν παραδεκτά επανέφεραν στο Εφετείο με λόγους της από 1-11-2013 ασκηθείσας έφεσής τους. Από τις ήδη εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο έλαβε υπόψη του τους προταθέντες ως άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων καθόσον αναφέρονται στην απόφαση οι προαναφερόμενες ενέργειές τους για τη διακοπή της παραγραφής των διαλαμβανόμενων στην ένδικη, από 5-5-2010, αγωγή αξιώσεων και απάντησε απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους έφεσης ως κατ' ουσίαν αβάσιμους και την έφεση στο σύνολό της.
Συνεπώς δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8περ,β του άρθρου 559 ΚΠολΔ και είναι αβάσιμοι οι εξεταζόμενοι δεύτερος αναιρετικός λόγος και πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης. Με τους δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και με ανεπαρκείς αιτιολογίες παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 261, 263 του ΑΚ και 93 του ν.2362/1995 που ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω. Συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι το Μονομελές Εφετείο με τις παρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ δέχθηκε, ότι αποδείχθηκε η κατάθεση από τους ενάγοντες στον αναιρεσίβλητο Δήμο της από 27-12-2005 αίτησης διαμαρτυρίας, που του επιδόθηκε στις 3-5-2006 και η άσκηση από τους ίδιους της από 21-12-2007 και με αριθ. κατάθ. 2783/2007 προγενέστερης της ένδικης αγωγής τους κατά του αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που επιδόθηκε στους εναγομένους, δεν διέλαβε στην απόφαση επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες αναφορικά με τα εν λόγω διακοπτικά γεγονότα και την επίδρασή τους στην έκβαση της δίκης, αφού διέκοπταν την παραγραφή των ενδίκων αξιώσεών τους αλλά απέρριψε τους σχετικούς λόγους και δεν υπήγαγε τα πραγματικά αυτά περιστατικά που αναφέρει ότι αποδείχθηκαν στους ως άνω κανόνες δικαίου, που ήταν εφαρμοστέοι και διατύπωσε δυσμενές γι' αυτούς αποδεικτικό πόρισμα, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους της έφεσής τους ως κατ' ουσίαν αβάσιμους.
Προσέτι, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που αυτοί με επίκληση προσκόμισαν και τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αποδείκνυαν τα διακοπτικά της παραγραφής των αξιώσεών τους γεγονότα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 261, 263 ΑΚ και 93 του ν. 2362/1995. Συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα που προσκομίζονται και στην αναιρετική δίκη :1)No 13δ: την από 07/04/2010 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 687/2010 κλήση επαναπροσδιορισμού δικασίμου συζήτησης για την από 21/12/2007 και με αριθμό κατάθεσης 2783/2007 προγενέστερη αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία διεκδικούσαν, μεταξύ άλλων, με την ίδια ιστορική και νομική βάση και τις επίδικες αξιώσεις και την οποία νόμιμα και εμπρόθεσμα είχαν επιδώσει στο αναιρεσίβλητο στις 27η/12/2007, 2) No 13στ: την υπ' αριθ. 1569Α/16-04-2010 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Κέρκυρας Ν. I.. Ξ. της ανωτέρω κλήσης, 3) No 25: Το Πινάκιο Εγγραφής Πολιτικών Υποθέσεων του Ειρηνοδικείου Αθηνών (Διαδικασίας Εργατικών Διαφορών), της δικασίμου της 17ης/04/2008 σε επικυρωμένο αντίγραφο, οπότε και η από 21/12/2007 και με αριθμό κατάθεσης 2783/2007 προγενέστερη αγωγή αναβλήθηκε (για τη δικάσιμο της 16ης/02/2009 οπότε και ματαιώθηκε). Τα ως άνω έγγραφα αποδεικνύουν νομίμως και παραδεκτώς τους προβληθέντες ισχυρισμούς τους (περί μη παραγραφής των ένδικων αξιώσεών τους) που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι (κύριος και πρόσθετοι) είναι βάσιμοι καθόσον το Μονομελές Εφετείο υπέπεσε με την προσβαλλόμενη απόφαση στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α, 11γ και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Και τούτο διότι αν και αναφέρονται στις προεκτιθέμενες παραδοχές ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στον δεύτερο εναγόμενο την 1-7-2010, ενώ είχε προηγηθεί η από 27-12-2005 αίτηση διαμαρτυρίας των εναγόντων προς το δεύτερο εναγόμενο, η οποία επιδόθηκε στις 3-5-2006 καθώς και η από 21-12-2007 αγωγή των εναγόντων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε στους εναγομένους την 27-12-2007και η οποία ματαιώθηκε κατά τη δικάσιμο στις 16-2-2009, α)δεν υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που διακόπτουν την παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσειόντων σε βάρος του αναιρεσίβλητου Δήμου από τη μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας κατά τα οριζόμενα, όπως στις οικείες νομικές σκέψεις αναφέρεται, στις διατάξεις των άρθρων 261, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 101 παρ.1 του Ν.4139/2013 263 ΑΚ και 93 εδ. α και β του ν.2362/1995, οι οποίες ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες, β)ούτε συνεκτίμησε όπως από τις παραδοχές προκύπτει τα προαναφερόμενα έγγραφα που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, προς απόδειξη διακοπτικών γεγονότων όπως της κατάθεσης της από 07/04/2010 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 687/2010 κλήσης για περαιτέρω συζήτηση της προγενέστερης όμοιας με την ένδικη αγωγής, που διακόπτει την παραγραφή χωρίς ανάγκη επίδοσής της (ΑΠ 1670/2022) και της αναβολής και εγγραφής της υπόθεσης στο πινάκιο που επίσης διακόπτει την παραγραφή (ΑΠ 1285/2012) και γ) με παντελή έλλειψη αιτιολογιών απέρριψε τους σχετικούς με τη διακοπή της παραγραφής λόγους έφεσης των τότε εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμους, και δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις τους υπέκυψαν στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 του ν.2362/1995, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνονται αιτιολογίες αναφορικά με τα ως άνω διακοπτικά γεγονότα της παραγραφής ήτοι την επιδοθείσα στις 3-5-2006 από 27-12-2005 αίτηση διαμαρτυρίας, την από 21-12-2007 αγωγή και τις διαδικαστικές πράξεις (κλήση, αναβολή και εγγραφή στο πινάκιο) που ακολούθησαν έως την άσκηση της ένδικης αγωγής με την οποία οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από την προγενέστερη αγωγή και την επίδραση αυτών (διακοπτικών γεγονότων) στην έκβαση της δίκης, αν δηλαδή κάθε ενέργεια των διαδίκων ή του Δικαστηρίου διέκοπτε τη διετή παραγραφή που άρχιζε με κάθε νέο γεγονός ώστε να διατυπωθεί ασφαλές αποδεικτικό πόρισμα για το αν οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων ήταν ενεργές κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής, ή είχαν παραγραφεί. Κατόπιν αυτών οι προεκτεθέντες τρίτος αναιρετικός λόγος και δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι οι διαλαμβανόμενες στην ένδικη αγωγή αξιώσεις των εναγόντων-αναιρεσειόντων δεν έχουν παραγραφεί, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων λόγω της παραδοχής των ανωτέρω λόγων αναίρεσης πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη, από 26-10-2021 και με αριθ. κατάθ. 8382/1042/27-10-2021 αίτηση και οι από 22-1-2024 και με αριθ. κατάθ.17/25-1-2024 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της με αριθμό 2384/2019, απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Στη συνέχεια πρέπει να αναιρεθεί η ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αντένσταση της διακοπής της κατά το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διετούς παραγραφής, των αγωγικών αξιώσεων των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων σε βάρος του αναιρεσίβλητου Δήμου Κεντρικής Κέρκυρας και Διαποντίων Νήσων που αφορούν μισθολογικές αξιώσεις αυτών του διαστήματος από 4 Μαΐου 2004 έως 31 Ιανουαρίου 2007. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή από εκείνον που τη δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ - OTA Α βαθμού με την επωνυμία "Δήμος Κεντρικής Κέρκυρας και Διαποντίων Νήσων", που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων" σε συνδυασμό με το άρθρο 285 του ν.3852/2010, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 2384/2019, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα αναιρούμενο μέρος της, όπως αυτό περιγράφεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης, στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ - ΟΤΑ Α βαθμού με την επωνυμία "Δήμος Κεντρικής Κέρκυρας και Διαποντίων Νήσων" στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2024.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις
8 Οκτωβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ