Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1466 / 2024    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1466/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "AVINOIL ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πρόδρομο Αναστασιάδη που ανακάλεσε την από 4/1/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαγδαληνή Ιωαννίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6695/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 419/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/6/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 15.6.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 419/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 6695/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου την κύρια βάση της αγωγής, ενώ απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης. Αναφέρεται σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό, αποκλειστικά, δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 152/2022). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (Ολ.ΑΠ 1/2019, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 34/2023, ΑΠ 66/2023, ΑΠ 510/2021, ΑΠ 1255/2019). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο προέβη απαραδέκτως σε ουσιαστικό έλεγχο της υπ' αριθ. 45/30.6.2008 απόφασης του Δ.Σ. της Κολυμβητικής Ομοσπονδίας Ελλάδος (Κ.Ο.Ε.), δυνάμει της οποίας επιβλήθηκε στον αναιρεσίβλητο - αθλητή κολύμβησης ποινή διετούς αποκλεισμού από κάθε αγωνιστική δραστηριότητα, διότι, κατά τον διενεργηθέντα την 6.3.2008, εκτός αγώνων, συμπληρωματικό έλεγχο ντόπινγκ, βρέθηκε θετικός στη χρήση της απαγορευμένης ουσίας μεθυλτριενολόνη (methyltrienolone), ακολούθως όμως θεώρησε την απόφαση αυτή άκυρη και άνευ εννόμων συνεπειών, αποκρούοντας την εκτελεστότητά της, καταλήγοντας στο πόρισμα ότι ο αναιρεσίβλητος δεν πλούτισε αδικαιολόγητα και παράνομα, δεδομένου ότι δεν προέκυψε ότι έκανε χρήση απαγορευμένων ουσιών, ούτως ώστε να εκλείπει η αξία αυτού του ανταλλάγματος. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, συνεκτιμώντας την εν λόγω απόφαση με τα λοιπά προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, προέβη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του ΚΠολΔ, σε παρεμπίπτουσα και μόνο έρευνα της τηρηθείσας από τα αρμόδια όργανα διαδικασίας ελέγχου χρήσης απαγορευμένων ουσιών εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να εκφέρει κρίση ως προς την ακυρότητα ή εκτελεστότητα της άνω απόφασης του Δ.Σ. της Κολυμβητικής Ομοσπονδίας Ελλάδος (Κ.Ο.Ε.). Σε κάθε περίπτωση ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων εκτίμηση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος. Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα, τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 του ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς ν` απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιόν του (ΑΠ 883/2013). Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 361/2004, ΑΠ 455/1993). Η ανταπόδειξη δεν συνιστά κύρια απόδειξη και κατά συνέπεια δεν απαιτείται ν` αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυομένου με το δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονισθεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του περιστατικού. (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 445/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των προσκομισθέντων από αμφοτέρους τους διαδίκους δημοσίων εγγράφων του Εθνικού Συμβουλίου Καταπολέμησης Ντόπινγκ ( Ε.Σ.ΚΑ.Ν.). Ειδικότερα, αιτιάται ότι, ενώ από τα προσκομισθέντα δημόσια έγγραφα του Ε.Σ.ΚΑ.Ν. προκύπτει, κατά πλήρη απόδειξη, ότι ο αναιρεσίβλητος βρέθηκε θετικός στην χρήση απαγορευμένης ουσίας φαρμακοδιέγερσης, μετά από εξέταση και του δεύτερου δείγματος αυτού, εντούτοις το Εφετείο εκτίμησε ελεύθερα τα ως άνω προσκομισθέντα έγγραφα, που αποτελούν πλήρη απόδειξη της ως άνω διαπίστωσης και υπόκεινται σε αμφισβήτηση μόνο σε περίπτωση που το εργαστήριο που διενήργησε την εξέταση δεν προέβη στην ανάλυση με βάση τους κρατούντες και παραδεκτούς κανόνες της επιστήμης. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, δέχθηκε τα εξής : "Εξάλλου, σε έλεγχο ντόπινγκ που έλαβε χώρα την 6-3-2008 δια της μεθόδου της ουροληψίας στο Κολυμβητήριο του Γέρακα, εκτός αγώνων, από το Εθνικό Συμβούλιο Καταπολέμησης Ντόπινγκ (Ε.Σ.Κ.Α.Ν.) ελήφθησαν δύο δείγματα από τον αθλητή. Καταρχήν, την 1-4-2008, το πρώτο δείγμα του αθλητή βρέθηκε αρνητικό. Κατόπιν επανελέγχου του πρώτου ανοιχθέντος δείγματος, την 8-5-2008, και ελέγχου του δευτέρου δείγματος, χωρίς την παρουσία του αθλητή ή του νομίμου εκπροσώπου του, την 20-5-2008, τα δείγματα βρέθηκαν θετικά στην ουσία μεθυλτριενολόνη, που είναι αναβολικό στεροειδές. Για το γεγονός αυτό τιμωρήθηκε πειθαρχικά ο αθλητής με αποκλεισμό επί διετία από οποιαδήποτε οργάνωση. Όμως, για το ίδιο περιστατικό ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του αθλητή για το αδίκημα της χρησιμοποίησης από αθλητή χημικής ουσίας του απαγορεύεται από την ΚΥΑ του άρθρ. 128Γ του ν. 2725/1999. Το ποινικό Δικαστήριο αθώωσε αμετάκλητα τον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο με την υπ' αρ. 31.128/2010 απόφαση του Α' Αυτοφώρου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών από το άνω αδίκημα, που φερόταν ότι έλαβε χώρα την 6-3-2008, διότι κατά την κρίση του αμφέβαλε για την διαδικασία που τηρήθηκε για την εξέταση των δειγμάτων που ελήφθησαν από τον αθλητή, ο οποίος βρέθηκε αρνητικός σε ελέγχους ντόπινγκ σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, κατά την ίδια χρονική περίοδο. Πράγματι, το πρώτο δείγμα που είχε βρεθεί αρνητικό, την 1-4-2008, επανελέγχθηκε, την 8-5-2008, ενώ κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται, και το δεύτερο δείγμα ανοίχθηκε, την 20-5-2008, χωρίς την παρουσία του εφεσίβλητου, ενώ ο ίδιος είχε ζητήσει να παρίσταται. Οι παρατυπίες αυτές στη τηρηθείσα διαδικασία δημιουργούν αμφιβολίες για την αυθεντικότητα του αποτελέσματος δηλ. αν πράγματι ο αθλητής είχε κάνει χρήση απαγορευμένων χημικών ουσιών για να βελτιώσει την αγωνιστική του ικανότητα (βλ. και την ΥΑ 19514/2005, όπου δεν προβλέπεται επανέλεγχος δείγματος και το δεύτερο δείγμα ελέγχεται, όταν βρεθεί θετικό το πρώτο) και δεν οδηγούν στο βέβαιο πόρισμα ότι είχε γίνει χρήση τέτοιων ουσιών και ήταν πράγματι "θετικός"". Σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου διαπιστώθηκαν παρατυπίες στην τηρηθείσα διαδικασία ελέγχου ντόπινγκ και εξ αυτού του λόγου δημιουργήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας αμφιβολίες για την αυθεντικότητα του αποτελέσματος, αν πράγματι ο αναιρεσίβλητος αθλητής είχε κάνει χρήση απαγορευμένων χημικών ουσιών για να βελτιώσει την αγωνιστική του ικανότητα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί το δικαστήριο να οδηγηθεί στο βέβαιο πόρισμα ότι είχε γίνει χρήση τέτοιων ουσιών και ότι ήταν θετικός ο αναιρεσίβλητος, δηλαδή κλονίστηκε η πεποίθηση του δικαστηρίου για την αλήθεια του γεγονότος ότι ο αναιρεσίβλητος βρέθηκε θετικός στη χρήση απαγορευμένων ουσιών, το οποίο βεβαιώνεται στα ως άνω δημόσια έγγραφα, τα οποία, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αποτελούν μεν πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που τα έχει συντάξει, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 904 εδ. α` του Α.Κ., όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β` του ίδιου άρθρου, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Έτσι, η έννοια της γενικής απαίτησης ή ρήτρας από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, προκύπτει από τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 904 ΑΚ, ενώ στο δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου σημειώνονται ενδεικτικώς ορισμένες ειδικές από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απαιτήσεις, με τη μορφή παραλλαγών της άνω γενικής απαίτησης, οι οποίες δεν έχουν σημασία, παρά μόνο για τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων των άρθρων 905 έως 907 και 909, 911, 912 του Α.Κ. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας (επιβάρυνσης), έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Συνακόλουθα, βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή, για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου. Επιπλέον, πρέπει να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του εναγομένου και της ζημίας του ενάγοντος και να μην υφίσταται νόμιμη αιτία της περιουσιακής μετακίνησης. Στερείται δε νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ` εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ` αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού. (ΟλΑΠ 6/2020, ΑΠ 184/2023, ΑΠ 39/2022, ΑΠ 1438/2014). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν πλούτισε αδικαιολόγητα σε βάρος της περιουσίας της και απέρριψε την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εταιρεία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας, μεταξύ άλλων, την παραγωγή, αγορά, επεξεργασία και πώληση ακατέργαστου πετρελαίου, προϊόντων και παραγώγων αυτού. Ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος ήταν αθλητής κολύμβησης διαφόρων αθλητικών σωματείων στα αγωνίσματα των 200 μ. πεταλούδας ανδρών και 400 μ. μεικτής ατομικής ανδρών, ενώ ήταν μέλος και των Ελληνικών Εθνικών Ομάδων Ανδρών, λαμβάνοντας μέρος σε πολλούς πανελλήνιους και διεθνείς αγώνες και επιτυγχάνοντας σημαντικές διακρίσεις τόσο σε πανελλήνια πρωταθλήματα όσο και σε διεθνείς διοργανώσεις, μεταξύ των οποίων σε Ολυμπιακούς Αγώνες, σε Παγκόσμιους και Ευρωπαϊκούς αγώνες. Μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε το από 18-9-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό χορηγίας αθλητή με το συνοδεύον αυτό παράρτημα, με το οποίο η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο τα αναφερόμενα στο παράρτημα χρηματικά ποσά ως επιβράβευσή του για την περίπτωση επίτευξης διακρίσεων σε πανελλήνιους και διεθνείς αγώνες κατά την διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης (διαφοροποιούνταν τα ποσά ανάλογα με τη θέση που θα καταλάμβανε και τη διοργάνωση στην οποία θα συμμετείχε), ο τελευταίος δε, ανέλαβε την υποχρέωση να συμβάλει στη διαφημιστική προβολή των προϊόντων που παράγει και εμπορεύεται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, όπως προβλεπόταν από τη σύμβαση. Με τον όρο 4 παρ. 4 του άνω συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι αν ο αθλητής βρισκόταν θετικός σε έλεγχο ντόπινγκ, υποχρεούνταν να επιστρέψει ό,τι χρήματα έχει λάβει. Η εν λόγω σύμβαση χορηγίας συμφωνήθηκε ως παρεπόμενη και εξαρτώμενη της (μη επίδικης) από 09-04- 2006 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, που είχε συναφθεί μεταξύ της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας και της μη διαδίκου ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Δ. ΟΕ", ομόρρυθμο μέλος της οποίας τυγχάνει ο πατέρας του εναγόμενου και ήδη εφεσιβλήτου, στο πλαίσιο της οποίας η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία, που εκμεταλλευόταν πρατήριο υγρών καυσίμων, ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύεται όλα τα απαιτούμενα για την λειτουργία του πρατηρίου της καύσιμα αποκλειστικά από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εταιρεία, για το χρονικό διάστημα από 09-04-2006 έως 08- 04-2011. Η σύμβαση αυτή, όμως, δεν υποβλήθηκε προς έγκριση στην Κολυμβητική Ομοσπονδία Ελλάδος (Κ.Ο.Ε.), όπως προβλέπεται από το άρθρ. 33 παρ. 4 του ν. 2725/1999 και ως εκ τούτου τυγχάνει ανίσχυρη. Ο άνω αθλητής έλαβε ως χορηγίες από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα το συνολικό ποσό των 109.480 ευρώ, την 9-10-2007, για τις διακρίσεις του, όπως τα καταβληθέντα επιμέρους ποσά είχαν συμφωνηθεί, εμφανιζόταν δε με το λογότυπο και το σήμα της και συμμετείχε σε διάφορες εκδηλώσεις που οργανώνονταν από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, κατά τα έτη 2006 και 2007, τα ανωτέρω δε δεν αμφισβητούνται. Η σύμβαση αυτή, λοιπόν, λειτούργησε εν τοις πράγμασι και ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος συνέβαλε στην διαφημιστική προβολή της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας με τους καθορισθέντες σ' αυτή τρόπους και η εκείνη κατέβαλε στον τελευταίο τα συμφωνηθέντα ποσά κάθε φορά που καταλάμβανε σημαντικές θέσεις σε αγώνες. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα κατέβαλε στον αθλητή τα κάτωθι ποσά: τα ποσά των 17.000 ευρώ, 10.000 ευρώ, 12.000 ευρώ, 8.000 ευρώ, 15.000 ευρώ, 10.000 ευρώ, 4.000 ευρώ, 4.000 ευρώ, 4.000 ευρώ, 4.000 ευρώ και 4.000 ευρώ λόγω της κατάληψης από τον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο αντιστοίχως: της δεύτερης θέσης στο αγώνισμα των 200 μέτρων Πεταλούδας Ανδρών και της έκτης θέσης στο αγώνισμα των 400 μέτρων της Μεικτής Ατομικής Ανδρών, στα πλαίσια των Πανευρωπαϊκών Αγώνων, που πραγματοποιήθηκαν στην Ουγγαρία, κατά το χρονικό διάστημα από 26-07-2006 έως 06-08-2006, της τρίτης θέσης στο αγώνισμα των 400 μέτρων της Μεικτής Ατομικής Ανδρών και της πέμπτης θέσης στο αγώνισμα των 200 μέτρων Πεταλούδας Ανδρών, στα πλαίσια των Πανευρωπαϊκών Αγώνων, που έγιναν στο Ελσίνκι, κατά το χρονικό διάστημα από 07-12-2006 έως 10-12-2006, της έκτης θέσης στο αγώνισμα 400 μέτρων της Μεικτής Ατομικής Ανδρών και της έβδομης θέσης στο αγώνισμα των 200 μέτρων Πεταλούδας Ανδρών, στα πλαίσια του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος, που έλαβε χώρα στην Μελβούρνη από 25-03-2007 έως 01-04-2007, της πρώτης θέσης στο αγώνισμα των 400 μέτρων της Μεικτής Ατομικής Ανδρών, στο αγώνισμα των 200 μέτρων Πεταλούδας Ανδρών, στο αγώνισμα των 100 μέτρων Πεταλούδας Ανδρών και στο αγώνισμα των 200 μέτρων της Μεικτής Ατομικής Ανδρών, στα πλαίσια της διεθνούς συνάντησης "ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ GRAND PRIX", που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 11-05-2007 έως 13-05-2007 και τέλος της πρώτης θέσης στο αγώνισμα των 200 μέτρων Πεταλούδας Ανδρών, στα πλαίσια του Πανελλήνιου Πρωταθλήματος, που έγινε στην Τρίπολη από 04-08-2007 έως 06-08-2007, ήτοι κατέβαλε συνολικά (17.000 + 10.000 + 12.000 + 8.000 +15.000 + 10.000 + 4.000 + 4.000 + 4.000 + 4.000 + 4.000 =) 92.000 ευρώ και πλέον Φ.Π.Α. 19%, το ποσό των 109.480 ευρώ. Εξάλλου, σε έλεγχο ντόπινγκ που έλαβε χώρα την 6-3-2008 δια της μεθόδου της ουροληψίας στο Κολυμβητήριο του Γέρακα, εκτός αγώνων, από το Εθνικό Συμβούλιο Καταπολέμησης Ντόπινγκ (Ε.Σ.Κ.Α.Ν.) ελήφθησαν δύο δείγματα από τον αθλητή. Καταρχήν, την 1-4-2008, το πρώτο δείγμα του αθλητή βρέθηκε αρνητικό. Κατόπιν επανελέγχου του πρώτου ανοιχθέντος δείγματος, την 8-5- 2008, και ελέγχου του δευτέρου δείγματος, χωρίς την παρουσία του αθλητή ή του νομίμου εκπροσώπου του, την 20-5-2008, τα δείγματα βρέθηκαν θετικά στην ουσία μεθυλτριενολόνη, που είναι αναβολικό στεροειδές. Για το γεγονός αυτό τιμωρήθηκε πειθαρχικά ο αθλητής με αποκλεισμό επί διετία από οποιαδήποτε οργάνωση. Όμως, για το ίδιο περιστατικό ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του αθλητή για το αδίκημα της χρησιμοποίησης από αθλητή χημικής ουσίας του απαγορεύεται από την ΚΥΑ του άρθρ. 128Γ του ν. 2725/1999. Το ποινικό Δικαστήριο αθώωσε αμετάκλητα τον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο με την υπ' αρ. 31.128/2010 απόφαση του Α' Αυτοφώρου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών από το άνω αδίκημα, που φερόταν ότι έλαβε χώρα την 6-3-2008, διότι κατά την κρίση του αμφέβαλε για την διαδικασία που τηρήθηκε για την εξέταση των δειγμάτων που ελήφθησαν από τον αθλητή, ο οποίος βρέθηκε αρνητικός σε ελέγχους ντόπινγκ σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, κατά την ίδια χρονική περίοδο. Πράγματι, το πρώτο δείγμα που είχε βρεθεί αρνητικό, την 1-4-2008, επανελέγχθηκε, την 8-5-2008, ενώ κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται, και το δεύτερο δείγμα ανοίχθηκε, την 20-5- 2008, χωρίς την παρουσία του εφεσίβλητου, ενώ ο ίδιος είχε ζητήσει να παρίσταται. Οι παρατυπίες αυτές στη τηρηθείσα διαδικασία δημιουργούν αμφιβολίες για την αυθεντικότητα του αποτελέσματος δηλ. αν πράγματι ο αθλητής είχε κάνει χρήση απαγορευμένων χημικών ουσιών για να βελτιώσει την αγωνιστική του ικανότητα (βλ. και την ΥΑ 19514/2005, όπου δεν προβλέπεται επανέλεγχος δείγματος και το δεύτερο δείγμα ελέγχεται, όταν βρεθεί θετικό το πρώτο) και δεν οδηγούν στο βέβαιο πόρισμα ότι είχε γίνει χρήση τέτοιων ουσιών και ήταν πράγματι "θετικός". Εξάλλου, ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος έδωσε το συμφωνηθέν (ασώματο) αντάλλαγμα, κατά την λειτουργία της σχέσης μεταξύ των διαδίκων, που ήταν η καλή του φήμη, η οποία υφίστατο κατά τον χρόνο που έλαβε τις χορηγίες, αφού ήταν ένας προβεβλημένος αθλητής, και δεν πλούτισε αδικαιολόγητα και παράνομα, δεδομένου ότι δεν προέκυψε ότι αυτός έκανε χρήση απαγορευμένων ουσιών ούτως ώστε να εκλείπει η αξία αυτού του ανταλλάγματος, όπως αυτή είχε κοστολογηθεί ως ανωτέρω αναφέρεται. Μετά από την 9-10-2007, ο εφεσίβλητος δεν έλαβε καμία άλλη χορηγία από την εκκαλούσα. Δεν αποδείχθηκε, επίσης, ότι προκλήθηκε δυσφήμηση στην εκκαλούσα, από τη σύνδεση του ονόματός του με αυτή και, μάλιστα, του είχε δηλωθεί αρχικώς ότι δεν θα ζητηθούν πίσω τα χρήματα που είχε λάβει ως χορηγία". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν πλούτισε αδικαιολόγητα σε βάρος της περιουσίας της αναιρεσείουσας και, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατ' ουσίαν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη. Και τούτο διότι ο αναιρεσίβλητος δεν έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία της αναιρεσείουσας με το να εισπράξει από την τελευταία το ποσό των 109.480 ευρώ σε εκτέλεση της υφισταμένης μεταξύ τους συμφωνίας χορηγίας αθλητή, καθόσον ο αναιρεσίβλητος εμφανιζόταν με το λογότυπο και το σήμα της αναιρεσείουσας και συμμετείχε σε διάφορες εκδηλώσεις που οργανώνονταν απ' αυτήν κατά τα έτη 2006-2007, συμβάλλοντας στη διαφημιστική προβολή των προϊόντων της αναιρεσείουσας, κατά τους χρόνους δε που ο αναιρεσίβλητος έλαβε τις χορηγίες (2006 - 2007) είχε καλή φήμη, αφού ήταν ένας προβεβλημένος αθλητής κολύμβησης και δεν προέκυψε ότι το έτος 2008 έκανε χρήση απαγορευμένων ουσιών. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15.6.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 419/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ