ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1468/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1468/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1468/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1468 / 2024    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1468/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου - Δημοτικής Επιχείρησης Κοινωφελούς Χαρακτήρος με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΒΟΛΟΥ" και τον διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β." που εδρεύει στον Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ - ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΝΕΑΣ ΑΓΧΙΑΛΟΥ Ν. ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ" και τον διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Υ.Α.Ν.Α.", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τριαντάφυλλο Εμμανουηλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Συμπράξεως Γραφείων Μελετών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κυριακόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου.
Εκδόθηκε η 119/2017 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το αναιρεσείον με την από 10/3/2020 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1043/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό αυτής. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το αναιρεσείον με την από 11/7/2023 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την από 11-7-2023 κλήση του αναιρεσείοντος νόμιμα φέρεται για περαιτέρω συζήτηση η ένδικη, από 10-3-2020, αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ'αριθμ.119/2017 ερήμην εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, μετά την έκδοση της υπ'αριθμ.1043/2022 μη οριστικής αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου να προσκομισθούν τα αποδεικνύοντα την τελεσιδικία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έγγραφα. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης Συμπράξεως Γραφείων Μελετών κατά του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος και αναγνωρίσθηκε α) η ακυρότητα της υπ'αριθμ.52/30-4-2009 αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου της αναφερόμενης δημοτικής επιχειρήσεως υδρεύσεως και αποχετεύσεως, καθολικός διάδοχος της οποίας είναι το αναιρεσείον και της σιωπηρής απορρίψεως, της προσφυγής της αναιρεσίβλητης και β) η υποχρέωση του εναγομένου-αναιρεσείοντος να καταβάλει στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη το ποσό των 411.785,15 ευρώ ως αποζημίωση από ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία της αδικοπραξίας. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των διαδικαστικών εγγράφων, για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. με 553 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, το οποίο, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στη δικάσιμο της 24-1-2017 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στις 30-8-2017, ενώ επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 20-2-2020,όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση επί αντιγράφου αυτής της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Λάρισας Μ.-Δ. Π., ήτοι μετά τη συμπλήρωση, στις 1-9-2019, της διετίας από τη δημοσίευσή της, οπότε το άνω εναγόμενο δεν είχε πλέον δικαίωμα να ασκήσει κατ'αυτής έφεση, είχε όμως δικαίωμα ν' ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας. Τέτοια, όμως, ανακοπή, όπως συνομολογεί το αναιρεσείον με το αναιρετήριο, αλλά προκύπτει και από το υπ'αριθμ.πρωτ.... πιστοποιητικό της Γραμματέως του πολιτικού τμήματος του Πρωτοδικείου Βόλου, που προσκομίζει και επικαλείται, δεν άσκησε εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε ημερών από την επίδοσή της, αλλά προέβη στις 4-6-2020 στην άσκηση την κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, όπως προκύπτει από την κάτω από αυτήν πράξη του Γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, δηλαδή μετά την πάροδο της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, η οποία συμπληρώθηκε στις 6-3-2020 και άρχισε να τρέχει η προθεσμία των τριάντα ημερών για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την άνω ημερομηνία, λόγω αναστολής των προθεσμιών μέχρι την 31-5-2020 εξ αιτίας της πανδημίας COVID-19, βάσει της παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104), οπότε κατά την άνω κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 4-6-2020 η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε καταστεί τελεσίδικη. Συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, και εφόσον περαιτέρω έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).
2. Οι διατάξεις των ν. 2522/1997 (ΦΕΚ Α' 178/08-09-1997) και ν.2854/2000 (ΦΕΚ Α' 243/07-11-2000), οι οποίοι ίσχυαν κατά τον κρίσιμο, παρακάτω αναφερόμενο, χρόνο, στόχευαν στην άµεση προσαρµογή της ελληνικής νοµοθεσίας προς τις διατάξεις των δικονοµικών οδηγιών 89/665/ΕΟΚ (του Σ της 21-12-89, EEL 395 της 30-12-89, σελ. 33) και 92/13/ΕΟΚ (του Σ της 25-02-92 ΕΕL 76 της 23-03-1992, σελ. 14) αντίστοιχα και ρύθμιζαν τη διαδικασία που προηγείται της σύναψης δηµοσίων συµβάσεων δηµοσίων έργων, προµηθειών και υπηρεσιών, εφαρμόζονταν δε εφόσον οι προσυµβατικές διαφορές αφορούσαν συµβάσεις που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρµογής των ουσιαστικών κοινοτικών οδηγιών περί δηµοσίων συµβάσεων, ήτοι για µεν το ν. 2522/1997 στο πεδίο εφαρµογής των οδηγιών 93/37/ΕΟΚ (για τις συµβάσεις δηµοσίων έργων), 93/36/EOK (για τις συµβάσεις προµηθειών) και 92/50/ΕΟΚ (για τις συµβάσεις υπηρεσιών). Στις δηµόσιες συµβάσεις στις οποίες χρησιµοποιείται η διαδικασία του διαγωνισµού, το στάδιο των διαπραγµατεύσεων καλύπτει τη συναλλακτική επαφή, που αρχίζει µε την έκδοση της διακήρυξης, εκτείνεται σε όλες τις φάσεις διεξαγωγής του διαγωνισµού και λήγει µε τη σύναψη της σύµβασης. Η προσυµβατική σχέση εµπιστοσύνης θεµελιώνεται ήδη µε την έκδοση της διακηρύξεως, εποµένως σ' αυτή τη φάση είναι δυνατό να προκύψει σχετική ευθύνη εκ των διαπραγµατεύσεων σε βάρος της αναθέτουσας αρχής. ?ς αναθέτουσα αρχή ορίζεται κατά οµοιόµορφο τρόπο (άρθρο 2 παρ. 9 π.δ. 60/2007, άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α' π.δ. 59/2007) το κράτος, οι αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης (στο π.δ. 59/2007 αρχές, τοπικές ή περιφερειακές), οι οργανισµοί δηµοσίου δικαίου και οι ενώσεις µίας ή περισσότερων από αυτές τις αρχές ή ενός ή περισσότερων από αυτούς τους οργανισµούς δηµοσίου δικαίου, είτε περιλαµβάνονται είτε όχι στο δηµόσιο τοµέα, όπως αυτός οριοθετείται κάθε φορά και ως αναθέτων φορέας (άρθρο 3 παρ. 2 π.δ. 59/2007), αναθέτουσα αρχή ή δηµόσια επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητες κοινής ωφέλειας (όπως ορίζονται στα άρθρα 4-8 π.δ. 59/2007) ή αν δεν είναι αναθέτουσα αρχή ή δηµόσια επιχείρηση, ασκεί, µεταξύ των δραστηριοτήτων του µία ή περισσότερες από τις παραπάνω δραστηριότητες και απολαύει ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώµατα χορηγούµενα από αρµόδια αρχή.Επομένως,οι συμβάσεις που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής των ανωτέρω νόμων ήταν 1)αυτές που ο προκηρύσσων το διαγωνισµό ήταν "αναθέτουσα αρχή" ή "αναθέτων φορέας" µε την έννοια που προσδίδονταν στον εν λόγω όρο από τις ως άνω ουσιαστικές οδηγίες και τις πράξεις µετεγγραφής τους στο εσωτερικό δίκαιο 2) δημόσιες συµβάσεις κατά την έννοια των οδηγιών 93/36,93/37,93/50 (ακολούθως 2004/18) και 93/38 (ακολούθως 2004/17),σύμφωνα με τις οποίες "Οι "δημόσιες συμβάσεις" είναι συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας οι οποίες συνάπτονται γραπτώς μεταξύ ενός ή περισσοτέρων οικονομικών φορέων και μιας ή περισσοτέρων αναθετουσών αρχών και έχουν ως αντικείμενο την εκτέλεση έργων, την προμήθεια προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας" και "Ως "συμβάσεις προμηθειών, έργων και υπηρεσιών", νοούνται συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας που συνάπτονται γραπτώς μεταξύ ενός ή περισσότερων από τους αναθέτοντες φορείς, οι οποίοι ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 και ενός ή περισσοτέρων εργοληπτών, προμηθευτών ή παρόχων υπηρεσιών", αντίστοιχα.... και έχουν ως αντικείμενο: α) στην περίπτωση των συμβάσεων προμηθειών, την αγορά, την χρηματοδοτική μίσθωση, την μίσθωση ή την μίσθωση-πώληση, με ή χωρίς δικαίωμα αγοράς, προϊόντων-β) στην περίπτωση των συμβάσεων έργων, είτε την εκτέλεση, είτε τόσο την εκτέλεση όσο και τον σχεδιασμό, είτε την πραγματοποίηση, με οιοδήποτε μέσον, κτιριακών έργων ή έργων πολιτικού μηχανικού που αναφέρονται στο παράρτημα ΧΙ. Οι συμβάσεις αυτές μπορεί, εξάλλου, να περιλαμβάνουν τις προμήθειες και τις υπηρεσίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεσή τους-γ) στην περίπτωση των συμβάσεων υπηρεσιών, κάθε άλλο αντικείμενο που δεν αναφέρεται στα στοιχεία α) και β) ενώ εξαιρούνται:....", "Ως "συμβάσεις έργων", νοούνται συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο είτε την εκτέλεση είτε συγχρόνως τη μελέτη και την εκτέλεση εργασιών που αφορούν μία από τις αναφερόμενες στο παράρτημα Χ
ΙΙ δραστηριότητες ή ενός έργου είτε ακόμη την πραγματοποίηση, με οποιαδήποτε μέσα, ενός έργου το οποίο ανταποκρίνεται στις επακριβώς οριζόμενες από τον αναθέτοντα φορέα ανάγκες. Ως "έργο", νοείται το αποτέλεσμα ενός συνόλου οικοδομικών εργασιών ή εργασιών πολιτικού μηχανικού που προορίζεται να πληροί αυτό καθαυτό μια οικονομική ή τεχνική λειτουργία. γ) Ως "συμβάσεις προμηθειών", νοούνται συμβάσεις πλην αυτών του στοιχείου β), οι οποίες έχουν ως αντικείμενο την αγορά, την χρηματοδοτική μίσθωση, την μίσθωση ή την μίσθωση-πώληση, με ή χωρίς δικαίωμα αγοράς, προϊόντων.Σύμβαση, η οποία έχει ως αντικείμενο την προμήθεια προϊόντων και καλύπτει, παρεμπιπτόντως, εργασίες τοποθέτησης και εγκατάστασης, θεωρείται ως "σύμβαση προμηθειών".δ) Ως "συμβάσεις υπηρεσιών", νοούνται συμβάσεις πλην των συμβάσεων έργων ή προμηθειών, που έχουν ως αντικείμενο την παροχή των υπηρεσιών, οι οποίες αναφέρονται στο παράρτημα XVΙI. Σύμβαση, η οποία έχει ως αντικείμενο ταυτοχρόνως προϊόντα και υπηρεσίες κατά την έννοια του παραρτήματος XVΙI, θεωρείται ως "σύμβαση υπηρεσιών", εφόσον η αξία των συγκεκριμένων υπηρεσιών υπερβαίνει την αξία των προϊόντων που περιλαμβάνονται στη σύμβαση". Δηλαδή, η έννοια της δημόσιας συμβάσεως, του δηµοσίου έργου και αυτή της προµήθειας και της υπηρεσίας, παραµένουν κοινοτικές και δεν πρέπει να αναζητούνται στην αντίστοιχη Ελληνική νοµοθεσία και ειδικότερα στο "βασικό νόµο" των δηµοσίων έργων, το ν. 1418/1984,αλλά στις οδηγίες 93/36,93/37,93/50 και 93/38/ΕΟΚ και τα διατάγµατα, που τις µετέφεραν στο εσωτερικό δίκαιο,αν και οι δύο ορισµοί συµπίπτουν στα βασικά τους χαρακτηριστικά, έτσι ώστε να µπορεί να συναχθεί το συµπέρασµα ότι ένα έργο που χαρακτηρίζονται ως δηµόσιο κατά τις διατάξεις του ν. 1418/1984 θα έχει, κατά κανόνα τουλάχιστον, την ιδιότητα αυτή σύµφωνα µε τον ορισµό της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ. Περαιτέρω, ο ν.2522/1997 και ο ν.2854/2000 κατά παραπομπή, θέσπιζαν ένα τρίπτυχο δικαστικής προστασίας, που περιελάμβανε διατάξεις και για τα τρία είδη ένδικων βοηθημάτων που προέβλεπαν οι αντίστοιχες οδηγίες και που σύμφωνα με το ελληνικό σύστημα δικονομικού δικαίου, έχουν ως εξής: α)αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, β)αίτηση ακυρώσεως (ενώπιον του ΣτΕ) ή αγωγή για αναγνώριση της ακυρότητας (ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων),γ)αγωγή αποζημιώσεως. Ένα από τα βασικά σηµεία, στα οποία διαφοροποιείται ο ν. 2854/2000 από το ν. 2522/1997 ως προς την επιδίκαση αποζηµιώσεως, είναι ότι δεν θέτει ως προαπαιτούµενό της την προηγούµενη δικαστική ακύρωση ή αναγνώριση της ακυρότητας της παράνοµης πράξεως ή παραλείψεως της αναθέτουσας αρχής. Αυτό συνάγεται από το άρ. 2 §2 ν. 2854/2000, το οποίο παραπέµπει ως προς την αξίωση αποζηµιώσεως στις σχετικές ρυθµίσεις του άρ. 5 §1 και §2 εδ. β' , όχι, όµως, και στο εδάφιο α' αυτού, που προβλέπει τη σχετική προϋπόθεση.Ταυτοχρόνως, διατηρήθηκε η δυνατότητα προσφυγής στη δικαιοσύνη για την ακύρωση ή την αναγνώριση της ακυρότητας της παράνοµης πράξεως ή παραλείψεως της αναθέτουσας αρχής , ενώ για την εξασφάλιση οικονοµίας της δίκης διατηρήθηκε και η δυνατότητα σωρεύσεως της αγωγής αναγνωρίσεως της ακυρότητας µε την αγωγή αποζηµιώσεως .Υπό το καθεστώς του νόμου 2522/1997 (και του ν.2854/2000 κατά παραπομπή) οριζόταν στο άρθ.2 παρ.2 αυτού ότι "η δικαιοδοσία, η αρμοδιότητα και η διαδικασία εκδικάσεως των σχετικών διαφορών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, ρυθμίζονται κατά τις ισχύουσες διατάξεις". Έτσι, σύμφωνα με τη ρητή αυτή διάταξη και σε συνδυασμό με την σχετική εισηγητική έκθεση του νόμου, τα πολιτικά δικαστήρια ήταν αρμόδια για την εκδίκαση όλων των διαφορών (και των αγωγών αποζημιώσεως) στα πλαίσια του προσυμβατικού ή συμβατικού σταδίου της συμβάσεως(δημόσιας),εφόσον επρόκειτο για ιδιωτικού δικαίου συμβάσεις. Επομένως, όταν η αναθέτουσα αρχή ή φορέας τυγχάνει νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, η αγωγή αποζημιώσεως ασκείται, υπό το προαναφερόμενο νομοθετικό καθεστώς, ενώπιον των αρμόδιων πολιτικών πρωτοδικείων κατά την τακτική διαδικασία. Η καθ'ύλην αρμοδιότητα ρυθμίζεται από τα άρθρα 14,16 και 18 του ΚΠολΔ, ενώ η κατά τόπο αρμοδιότητα από τα άρθρα 22(γενική δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου) και 33 (δωσιδικία της δικαιοπραξίας, η οποία ισχύει και επί διαφορών για το αρνητικό διαφέρον και για το πταίσμα κατά τις διαπραγματεύσεις). Το 2007 η οδηγία 89/665/ΕΟΚ αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2007/66/ΕΚ, η οποία ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με το ν.3886/2010 (ΦΕΚ Α' 173/30.09.2010), ο οποίος κατήργησε στο σύνολό του τους παλαιότερους προαναφερθέντες νόμους 2522/1997 και 2854/2000. Ο νόμος αυτός(3886/2010-ΦΕΚ Α' 173/30.09.2010), άρχισε να ισχύει από την δημοσίευσή του και να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που η βλαπτική πράξη ή παράλειψη της αναθέτουσας αρχής εκδηλώθηκε μετά την έναρξη ισχύος του (άρθρο 11 παρ.2). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1 και 4 του ν.3886/2010: "1.Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση όλων των διαφορών του νόμου αυτού είναι το Διοικητικό Εφετείο της έδρας της αναθέτουσας αρχής, με τριμελή σύνθεση, το οποίο αποφαίνεται αμετακλήτως. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος νόμου, για την εκδίκαση των διαφορών αυτών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ 8 Α')"... "4.Οι διαφορές του άρθρου 9 εξακολουθούν να εκδικάζονται από τα δικαστήρια που είναι αρμόδια κατά τις γενικές διατάξεις", συνεπώς και υπό την ισχύ του εν λόγω νόμου εξακολουθούσαν να εκδικάζονται από τα πολιτικά δικαστήρια αγωγές αποζημιώσεως κατά αναθετουσών αρχών που αποτελούσαν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, ενώ σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 11 του ίδιου νόμου: "1.Οι διατάξεις για τη δικαιοδοσία και την καθ' ύλη αρμοδιότητα των δικαστηρίων αρχίζουν να εφαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου 2011.2.Οι διατάξεις του παρόντος διέπουν τις διαφορές που αναφύονται από πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες εκδίδονται ή συντελούνται μετά την έναρξη ισχύος του". Σημειώνεται ότι οι διατάξεις του ν. 3886/2010 καταργήθηκαν με το άρθρο 377 παρ.1 περ.27 του Ν.4412/2016 (ΦΕΚ 147/Α/8-8-2016) με την επιφύλαξη της παρ. 11 του άρθρου 379 του Ν.4412/2016, όπου ορίζεται ότι : "11.Η ισχύς της περίπτ. 27, της παραγράφου 1 του άρθρου 377 αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2017". Ακολούθως η περ.27 του άρθρου 377 παρ.1 του Ν. Ν.4412/2016,αντικαταστάθηκε με το άρθρ.87 παρ.3 του Ν.4478/2017 (ΦΕΚ Α'91/23-6-2017) και το άρθρ.43 παρ.4 του Ν.4487/2017 (ΦΕΚ Α' 116/9-8-2017) και ορίστηκε ότι η ισχύς της περίπτ. 27, της παραγράφου 1 του άρθρου 377 αρχίζει για τις δημόσιες συμβάσεις γενικών υπηρεσιών και τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών, μετά την 26η Ιουνίου 2017. Τέλος, στο άρθρο 379 του Ν.4412/2016 προστέθηκε, με το άρθρο 28 Ν.4491/2017(ΦΕΚ Α 152/13.10.2017), παρ.14, σύμφωνα με την οποία "Προσφυγές ή αγωγές, που έχουν κατατεθεί μέχρι την 1.11.2017, δικάζονται από το Δικαστήριο, στο οποίο έχουν κατατεθεί. Εξαιρετικά, όσες από αυτές εκκρεμούν στο πολιτικό Πενταμελές Εφετείο αλλά δεν είναι εγγεγραμμένες στο πινάκιο γιατί έχει ματαιωθεί η συζήτησή τους, όταν επαναφερθούν για συζήτηση, θα εισαχθούν στο πολιτικό Τριμελές Εφετείο". Εξ απόψεως διαχρονικού δικαίου, οι ρυθμίσεις αυτές του Ν.4412/2016 εφαρμόζονται μόνο για όσες αγωγές κατατίθενται μετά την 26.6.2017, χωρίς να καταλαμβάνουν τις ήδη εκκρεμείς κατά την 26.6.2017 αγωγές. Άλλωστε, η αρμοδιότητα και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου κρίνεται σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο κατά το χρόνο καταθέσεως της αγωγής, εφόσον επακολουθήσει και επίδοση αυτής. Εάν, λοιπόν, κατά το χρόνο καταθέσεως της αγωγής το δικαστήριο είχε δικαιοδοσία και ήταν αρμόδιο, τότε διατηρεί την αρμοδιότητά του σε όλη τη διάρκεια της δίκης, ενώ οποιαδήποτε μεταβολή της αρμοδιότητας λόγω μεταγενέστερης νομοθετικής μεταβολής ουδεμία επιρροή ασκεί. Εξάλλου, ανάλογη ρύθμιση συναντάται και στα άρθρα 10, 45 και 221 ΚΠολΔ, από τα οποία προκύπτει ότι η κατάθεση της αγωγής αποτελεί το κρίσιμο χρονικό σημείο για το αμετάβλητο της αρμοδιότητας. Επίσης, σύμφωνα με τη διαχρονικού δικαίου ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 ΕισΝΚΠολΔ, οι δίκες που είναι εκκρεμείς ενώπιον των δικαστηρίων κατά την έναρξη ισχύος του νεότερου νόμου, που επιφέρει αλλαγές στην καθ' ύλην αρμοδιότητα αυτών, συνεχίζονται ενώπιον των ίδιων δικαστηρίων όπου εκκρεμούν, υπό την προϋπόθεση ότι τα δικαστήρια αυτά είναι καθ' ύλην αρμόδια με τον παλαιότερο νόμο, εκτός αν υπάρχει αντίθετη πρόβλεψη στο νόμο. Η ανωτέρω ρύθμιση απορρέει από την προαναφερθείσα γενική αρχή του δικονομικού δικαίου περί μη αναδρομικότητας των διατάξεων περί αρμοδιότητας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ` ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε, ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη του άρθρου 47, σύμφωνα προς την οποία δεν υπόκεινται σε προσβολή με ένδικο μέσο απόφαση πρωτοδικείου, πολυμελούς ή μονομελούς, για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, και απόφαση πολυμελούς πρωτοδικείου, για υπόθεση της αρμοδιότητας του μονομελούς ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46 (ΑΠ 585/2010). 3. Με το πρώτο λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε επί της ουσίας τη διαφορά και δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος, εσφαλμένως δέχτηκε, μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, ότι ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση, καθόσον επρόκειτο για διαφορά από την εκτέλεση δημοσίου έργου κατά την έννοια του ν.1418/1984 και με τα άρθρα 13 του Ν. 1418/1984 και 77 του Ν. 3669/2008,που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, καθιερώθηκε εξαιρετική αρμοδιότητα του εφετείου υπό πενταμελή σύνθεση και ειδική διαδικασία για την επίλυση των διαφορών από τη σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου, που εκτελείται από τους αναφερόμενους στο άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2190/1994 φορείς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το αναιρεσείον και ως εκ τούτου καθ'ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση αυτής ήταν το πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελούνταν το έργο, ήτοι αρχικά το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, και ακολούθως το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, βάσει του άρθρου 175 του Ν.4412/2016 σε συνδυασμό με το άρθρο 26 του Ν.4491/2017. 4.
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης υπ'αριθ.καταθ.500/16-12-2011 αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε τα εξής: Με Προκήρυξή του Προέδρου του Δ.Σ. της Δ,Ε.Υ.Α. Ν. Αγχιάλου που εγκρίθηκε με την υπ'αριθμ. πρωτ. 67/2008 Απόφαση του Δ.Σ. της Δ.Ε.Υ.Α. Ν. Αγχιάλου προκηρύχθηκε δημόσιος διαγωνισμός με ανοικτή διαδικασία, με σκοπό την επιλογή αναδόχου για την εκπόνηση της μελέτης: "Κατασκευή δικτύου αποχέτευσης και βιολογικού καθαρισμού Νέας Αγχιάλου, Ν. Μαγνησίας", προεκτιμώμενης αμοιβής 401.785,1 5 €, στον οποίο συμμετείχε, και η ίδια, υποβάλλοντας πλήρη φάκελο συμμετοχής στον οποίο συμπεριλαμβανόταν, μεταξύ άλλων, και κλειστός φάκελος της Τεχνικής Προσφοράς της. Ότι η οικεία Επιτροπή Διαγωνισμού, αφού μετά την ολοκλήρωση των φακέλων των δικαιολογητικών συμμετοχής είχε κρίνει παραδεκτές τις υποψηφιότητες 6 συμμετεχόντων, μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας Συμπράξεως Γραφείων Μελετών, προχώρησε στον έλεγχο και την αξιολόγηση τωv φακέλων των Τεχνικών Προσφορών των συμμετεχόντων, που συνέχισαν στη διαδικασία και σχετικά εκδόθηκε το Πρακτικό
ΙΙ της Επιτροπής Διαγωνισμού, με το οποίο οριζόταν ότι η εν λόγω Επιτροπή "... προχώρησε στην αξιολόγηση των τεχνικών προσφορών των εταιρειών, που συνεχίζουν σε αυτό το στάδιο του διαγωνισμού ..." και καταγράφονται οι επωνυμίες των εν λόγω συμμετεχόντων και στη συνέχεια ότι αυτή "...κατέληξε στην παρακάτω βαθμολογία", χωρίς καμία περαιτέρω αναφορά. Ότι κατά του προαναφερόμενου αρχικού Πρακτικού II η ενάγουσα άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα την υπ'αριθμ. 314/22-4-2009 ένστασή της ενώπιον της Δ.Ε.Υ.Α.Ν.Α και το Δ.Σ. της Δ.Ε.Υ.Α. Ν. Αγχιάλου κατά την υπ'αριθμ. 7/2009 Συνεδρίαση αυτού (Θέμα Γ) επιλήφθηκε των υποβληθεισών ενστάσεων και εξέδωσε την υπ'αριθμ. 52/30-4-2009 απόφασή του. Ότι, περαιτέρω, κατά της υπ' αριθμ. 52/30-4-2009 Απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης - Αποχέτευσης Νέας Αγχιάλου, με την οποία (α) αποδέχθηκε στο σύνολό της την από 28-4-2009 Γνώμη της Επιτροπής Διαγωνισμού, (β) δέχθηκε τις ενστάσεις των συμπράξεων κατά του Πρακτικού II του διαγωνισμού "ΜΕΛΕΤΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΔΙΚΤΥΟΥ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΒΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΥ ΝΕΑΣ ΑΓΧΙΑΛΟΥ Ν. ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ", κατά το μέρος που αφορούν την αιτιολόγηση του Πρακτικού II και απέρριψε τις ενστάσεις κατά τα λοιπά μέρη, (γ) ενέκρινε το Πρακτικό
ΙΙ του διαγωνισμού, όπως διαμορφώθηκε εκ νέου από την Επιτροπή Διαγωνισμού, και (δ) οριστικοποίησε τις βαθμολογίες των τεχνικών προσφορών, η ενάγουσα άσκησε την υπ' αριθμ. πρωτ. 383/18-5-2009 Προσφυγή της, κατ' άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 2522/1997, η οποία απορρίφθηκε σιωπηρώς και ο επίμαχος διαγωνισμός συνεχίστηκε και κατέληξε στην κατακύρωσή του σε άλλη συνυποψήφια σύμπραξη γραφείων μελετών, η δε καταρτισθείσα σύμβαση εκτελείται κανονικά, ενώ παράλληλα με την υπ' αριθ. 255/2011 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Βόλου (ΦΕΚ Β' 1265/16.6.2011) η Δ.Ε.Υ.Α. Ν. Αγχιάλου συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την εναγομένη "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Μείζονος Περιοχής Βόλου", η οποία υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συγχωνευθείσας Δ.Ε.Υ.Α. Ν. Αγχιάλου. Ότι, περαιτέρω, η υπ' αριθμ. 52/30-4-2009 Απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης - Αποχέτευσης Νέας Αγχιάλου και η σιωπηρή απόρριψη της υπ' αριθμ. πρωτ. 383/18-5-2009 Προσφυγής της είναι μη νόμιμες και ακυρωτέες, διότι το Δ.Σ της Δ.Ε.Υ.Α.Ν.Α. προέβη σε έκδοση νέου Πρακτικού
ΙΙ χωρίς να έχει αρμοδιότητα, σε κάθε περίπτωση και εντελώς επικουρικά, εφόσον ήθελε κριθεί ότι με τον παραπάνω τρόπο νομότυπα συνετάγη "νέο Πρακτικό II" από την Επιτροπή Διαγωνισμού, η προκύπτουσα από αυτό βαθμολόγηση των Τεχνικών Προσφορών και η οριστικοποίησή της στερούνται νόμιμης αιτιολογίας, δεν ακολουθήθηκε η νόμιμη διαδικασία και η βαθμολόγηση είναι κατάδηλα αναντίστοιχη προς το περιεχόμενο τον Φακέλων των Τεχνικών Προσφορών των διαγωνιζομένων και τέλος ουδέποτε η ενάγουσα κλήθηκε και έλαβε γνώση περί δημόσιας συνεδριάσεως στην οποία θα ανοίγονταν οι φάκελοι των Τεχνικών Προσφορών, όπως οι ανωτέρω λόγοι περιγράφονται ειδικότερα στην αγωγή. Ότι η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της αναθέτουσας αρχής έχει ως αποτέλεσμα την επέλευση ζημίας στην ενάγουσα, συνιστάμενη στα απωλεσθέντα εισοδήματα που αποτελούν το αντικείμενο της Προκήρυξης του επίμαχου διαγωνισμού, όπως θα τα εισέπραττε εάν, δίχως τις παράνομες ενέργειες της τελευταίας (αναθέτουσας αρχής), προκρινόταν στον επίμαχο διαγωνισμό, ποσού 401.785,15
€, όπως αναλυτικότερα το συνολικό αυτό ποσό επιμερίζεται στην αγωγή, ενώ υπέστη και ηθική βλάβη από τη δημιουργία κλίματος δυσπιστίας προς την επιχειρηματική δραστηριότητα και ικανότητα των μελών της και τον κλονισμό της εμπιστοσύνης του κοινού και των αναθετουσών αρχών, που ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε:1.να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της 52/30-4-2009 αποφάσεως του ΔΣ της ΔΕΥΑ Αγχιάλου και της σιωπηρής απορρίψεως της προσφυγής της και 2.να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει, προς πλήρη αποκατάσταση της ζημίας της, η οποία ταυτίζεται με την προεκτιμώμενη αμοιβή του επίμαχου διαγωνισμού, ως αποζημίωση, το ποσό των 401.785,15 ευρώ και 3. να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστησαν τα μέλη της Σύμπραξης εξαιτίας της παράνομης συμπεριφοράς της αναθέτουσας αρχής. Με την αγωγή αυτή,η οποία ασκήθηκε με την επίδοσή της στις 21.12.2011, εισήχθη προς εκδίκαση διαφορά αναφυόμενη κατά τη διαδικασία που προηγείται της συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, η οποία, δοθέντος ότι πρόκειται για σύμβαση υπηρεσιών με αναθέτοντα φορέα δημοτική επιχείρηση, ήτοι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με δραστηριότητα σχετική με την παραγωγή και διανομή ύδατος στους δημότες καθώς και τη λειτουργία δικτύων αποχετεύσεως και μονάδων επεξεργασίας λυμάτων και ύψος του προϋπολογισμού της υπό ανάθεση συμβάσεως άνω των 400.000 ευρώ, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των προαναφερόμενων οδηγιών 93/38/ΕΟΚ, 2004/17/ΕΚ και των διατάξεων με τις οποίες οι εν λόγω οδηγίες μεταφέρθηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη (π.δ. 57/2000, π.δ.22/2002, π.δ.59/2007) και διέπονταν κατά τον κρίσιμο χρόνο (2009) από τις διατάξεις του ν.2854/2000, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν.2522/1997, στον οποίο παραπέμπει ο ν.2854/2000 (άρθ.2 παρ.2), καθόσον ο ν.3886/2010, ο οποίος ίσχυε κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, δεν καταλαμβάνει και την επίδικη διαφορά, η οποία δημιουργήθηκε από πράξεις ή παραλείψεις που συντελέστηκαν πριν την 1η Ιανουαρίου 2011, αλλά και πριν την έναρξη ισχύος του (30-9-2010), σε κάθε περίπτωση, με βάση το άρθρο 4 του νόμου αυτού, οι αγωγές αποζημιώσεως κατά αναθετουσών αρχών ή φορέων που αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, όπως η ένδικη, εξακολουθούν να εκδικάζονται από τα αρμόδια κατά τις γενικές διατάξεις πολιτικά δικαστήρια. Επομένως, ενόψει του ότι ο αναθέτων φορέας (δημοτική επιχείρηση υδρεύσεως και αποχετεύσεως) τυγχάνει νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (βλ. άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 1069/1980, Α' 191/23.8.1980, ως ίσχυε), η ένδικη αγωγή αποζημιώσεως παραδεκτώς ασκήθηκε, υπό το προαναφερόμενο νομοθετικό καθεστώς, βάσει του άρθ.2 παρ.2 του ν.2522/1997,σε συνδυασμό με άρθ.2 παρ.2 του Ν.2854/2000, ενώπιον του καθ'ύλην (και κατά τόπο) αρμοδίου, και λόγω ποσού αλλά και λόγω σωρεύσεως αιτήματος ακυρώσεως, Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου κατά την τακτική διαδικασία. Κατ' ακολουθίαν, ορθώς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου έκρινε ότι η επίδικη διαφορά υπάγονταν στην αρμοδιότητά του. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
5.Με το άρθρο 5 του ν.2522/1997 και το άρθ.2 παρ.2 του ν.2854/2000, που παρέπεμπε στις διατάξεις του αρθ.5 παρ.1 και 2 εδ.β'του ν.2522/1997, ρυθμίζονταν η προσυμβατική ευθύνη της αναθέτουσας αρχής στο πλαίσιο των διαφορών που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής των ανωτέρω νομοθετημάτων κατ'επιταγή του άρθ.2 παρ.1 της Οδηγίας 89/665 ΕΟΚ και του αρθ.2 παρ.1 εδ.δ'της Οδηγίας 92/13 αντίστοιχα. Ειδικότερα, η διάταξη της παρ. 1 εδ. α' του άρθρου 5 του ν. 2522/1997 όριζε ότι: "Ο ενδιαφερόµενος ο οποίος αποκλείσθηκε από τη συµµετοχή ή την ανάθεση δηµόσιου έργου, προµήθειας ή υπηρεσίας, κατά παράβαση κανόνα του κοινοτικού ή του εσωτερικού δικαίου, δικαιούται να αξιώσει από την αναθέτουσα αρχή αποζηµίωση, κατ' εφαρµογή των διατάξεων των άρθρων 197 και 198 Α.Κ. Κάθε διάταξη που αποκλείει ή περιορίζει την αξίωση αυτή δεν εφαρµόζεται". Η ευθύνη προς αποζηµίωση, δηµιουργείται ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλη προγενέστερη ενοχή, είναι δηλαδή πρωτογενής, "εξωσυµβατική", και πηγάζει απευθείας από τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2522/1997. Ειδικότερα, είναι προσυµβατική, από διαπραγµατεύσεις, σύµφωνα και µε την Εισηγητική Έκθεση του ν. 2522/1997, όπου σχετικά µε το άρθρο 5 αναφέρει ότι "προσδιορίζεται η φύση και η έκταση της αποζηµίωσης που συνίσταται στην ευθύνη από τις διαπραγµατεύσεις (άρθρα 197 και 198 ΑΚ) εξαιτίας του παράνοµου αποκλεισµού από τη συµµετοχή ή την ανάθεση δηµόσιου έργου κλπ",αλλά και την Εισηγητική Έκθεση του ν. 2854/2000,όπου αναφέρεται ότι ο ενδιαφερόµενος δεν υποχρεούται να αποδείξει υπαιτιότητα του αναθέτοντος φορέα. Η δε παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2854/2000 ("Ο ενδιαφερόµενος, όταν υποβάλλει αίτηση αποζηµίωσης για δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για την προετοιµασία της προσφοράς ή τη συµµετοχή σε διαδικασία σύναψης σύµβασης, υποχρεούται να αποδείξει, εκτός από τις δαπάνες, µόνο την παράβαση της κοινοτικής νοµοθεσίας σχετικής µε τη σύναψη συµβάσεων ή των εθνικών κανόνων εφαρµογής της και ότι είχε όντως πιθανότητα ανάληψης της σύµβασης, την οποία πιθανότητα όµως έχασε, λόγω της παράβασης αυτής"),εξειδικεύει απλώς µία µορφή αποζηµιώσεως, την απόδοση δαπανών, χωρίς να περιορίζει τη γενική αξίωση αποζηµιώσεως για κάθε ζηµία στο προσυµβατικό στάδιο που στηρίζεται στις παρ.1 και 2 του ίδιου άρθρου. Επομένως, εφόσον οι υπό σύναψη συµβάσεις εµπίπτουν στο πεδίο εφαρµογής ενός εκ των ανωτέρω νοµοθετηµάτων, οι διατάξεις των άρθ. 197-198 ΑΚ εφαρµόζονται µόνο και στο µέτρο που παραπέµπει σ' αυτές το άρ. 5 § 1 εδ. α' ν. 2522 / 1997 in fin, δηλαδή, για τον προσδιορισµό των εννόµων συνεπειών (αρνητικού διαφέροντος). Η απαίτηση, κατά συνέπεια, εν προκειµένω, συνδροµής του στοιχείου της υπαιτιότητας για τη θεµελίωση της προσυµβατικής ευθύνης της αναθέτουσας αρχής θα απέκλειε την αποκατάσταση της επενεχθείσας ζηµίας και θα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση µε τις δικαιοπολιτικές επιδιώξεις των ν. 2522/1997 και 2854/2000 και των δικονοµικών οδηγιών ( βλ. προοίµια των Οδηγιών 89/665 και 92/13 ΕΟΚ). Η έκταση της ευθύνης από διαπραγµατεύσεις συνίσταται κατ' αρχήν στην υποχρέωση αποκαταστάσεως του λεγόµενου διαφέροντος εµπιστοσύνης ή αρνητικού της συµβάσεως διαφέροντος.Στις εξεταζόµενες περιπτώσεις αποζηµίωσης του ν. 2522/1997 (και του ν. 2854/2000) το ποιόν του αρνητικού διαφέροντος είναι ότι θα αποκατασταθεί η ζηµία που υπέστη ο ενδιαφερόµενος από την παράνοµη διάψευση της εµπιστοσύνης του ότι ο διαγωνισµός θα πραγµατοποιούνταν σύµφωνα µε το νόµο και τη διακήρυξη (ή ακόµα ότι η διακήρυξη θα είναι σύννοµη) αν δεν εµφιλοχωρούσε η παρανοµία της αναθέτουσας αρχής ή του αναθέτοντος φορέα, η ζηµία δηλαδή που θα µπορούσε να είχε αποφευχθεί αν ο ενδιαφερόµενος τηρούσε αρνητική στάση ως προς τη συµµετοχή στο διαγωνισµό (άρνηση γεγονότος). Με άλλα λόγια, δικαιούται, κατ' αρχήν, ό,τι θα είχε αν δεν συµµετείχε στο διαγωνισµό και όχι ό,τι θα είχε αν καταρτιζόταν η σύµβαση για την οποία γίνονταν οι διαπραγµατεύσεις, αφού ο ζηµιώσας δεν είχε υποχρέωση να την καταρτίσει. Η αποζηµίωση του άρθρου 5 του ν. 2522/1997 πρέπει να είναι πλήρης και να περιλαµβάνει κατά τους γενικούς κανόνες (άρθρο 298 ΑΚ) τόσο τη θετική (damnum emergens) όσο και την αποθετική ζηµία (ή διαφυγόν κέρδος, lucrum cessans). Περιλαµβάνονται δηλαδή τα έξοδα στα οποία η ενδιαφερόµενη επιχείρηση υποβλήθηκε για την προετοιµασία της να συµµετάσχει στο διαγωνισµό, όπως λ.χ. έξοδα προς σύνταξη σχεδίων και µελετών του διαγωνισµού, δαπάνες για πληρωµή τεχνικών, νοµικών και οικονοµικών συµβούλων για τη συγκεκριµένη υποψηφιότητα, έξοδα µετάβασης στον τόπο διεξαγωγής του διαγωνισµού κλπ. Δεν δικαιούται όµως και δαπάνες που έγιναν για να επιτευχθεί η διεξαγωγή των διαπραγµατεύσεων, αφού αυτές έγιναν πριν αρχίσει το στάδιο των διαπραγµατεύσεων στον συγκεκριµένο διαγωνισµό όπως λ.χ. τακτικά έξοδα της επιχείρησης, µισθώµατα γραφείων, µισθοί υπαλλήλων κλπ που ούτως ή άλλως η επιχείρηση καταβάλλει για τη λειτουργία της. Επίσης αποκαθίστανται οι ζηµίες που αποδεικνύονται από την απόκρουση, λόγω της µετά βεβαιότητας αναµενόµενης ανάθεσης στον ενδιαφερόµενο της επίµαχης συµβάσεως,άλλης επικερδούς για τον ενδιαφερόµενο ευκαιρίας, από την οποία θα αποκέρδαινε ορισµένο ποσό και απώλεσε τούτο λόγω της συµµετοχής του στον προσβαλλόµενο διαγωνισµό.Δηλαδή περιλαµβάνεται στην αποζηµίωση το διαφυγόν κέρδος, όχι όµως εκείνο που θα προερχόταν από τη σύµβαση αν καταρτιζόταν, αλλά εκείνο που θα προερχόταν από άλλη σύµβαση που αποδεικνύεται ότι θα είχε καταρτίσει ο συναλλασσόµενος, αν δεν υπολόγιζε στη σύµβαση που µαταιώθηκε (πρβλ.ΟλΑΠ 37/2005,ΑΠ 347/2018,ΑΠ 606/2015,ΑΠ 334/2015,ΑΠ 878/2011,ΑΠ 1955/2009,ΑΠ 1734/2009,ΑΠ 197/2007,ΑΠ 1678/2001,ΑΠ 1346/2000).Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η αποζηµίωση, αφού καλύψει κατ' αρχήν το διαφέρον εµπιστοσύνης, µπορεί στη συγκεκριµένη περίπτωση να είναι µεγαλύτερη από το θετικό διαφέρον ή διαφέρον εκπληρώσεως (αν π.χ. η άλλη σύµβαση, τη σύναψη της οποίας απέρριψε ο ζηµιωθείς λόγω της συµµετοχής του στο διαγωνισµό, ήταν επικερδέστερη από την υπό διαπραγµατεύσεις), δεδοµένου ότι ο νόµος δεν θέτει εδώ σχετικό περιορισµό, όπως κάνει σε άλλες περιπτώσεις (π.χ. στις ΑΚ 145 παρ.1 και 231 παρ.2). Ο ενδιαφερόµενος δεν µπορεί να ζητήσει αποζηµίωση για το διαφυγόν κέρδος που θα αποκέρδαινε αν η σύµβαση ανατίθετο σ' αυτόν (οιονεί θετικό διαφέρον) (ΣτΕ 1516/2005,3761/2004, 3211/2004, 665/2003, 3233/1998, 670/1997). Εξάλλου, αν ο κοινοτικός νοµοθέτης επιθυµούσε να θεσπίσει συγκεκριµένη και δη αυξηµένη έκταση αποζηµιώσεως, θα το εξέφραζε ρητά, άρα και κατά τη µεταφορά των κοινοτικών Οδηγιών από τον εθνικό νοµοθέτη, η έκταση της αποζηµιώσεως παραµένει όση και κατά την ερµηνεία των ΑΚ 197- 198.Η μη ανάθεση σε συμμετάσχοντα σε διαγωνισμό του Δημοσίου για την εκτέλεση δημοσίου έργου, έστω και κατά παράβαση διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, δεν μπορεί να δικαιολογήσει αξίωση του αποκλεισθέντος για πλήρη αποζημίωση, περιλαμβάνουσα και το διαφυγόν κέρδος, ήτοι το κέρδος που θα αποκόμιζε ο αποκλεισθείς από τη μη καταρτισθείσα σύμβαση ούτε βάσει των διατάξεων των άρθρων 6 και 13 της ΕΣΔΑ. Παράλληλα, εφαρµόζονται οι διατάξεις περί αδικοπραξιών στη βάση της συρροής προσυµβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης και µπορεί να ζητηθεί ικανοποίηση της ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 ΑΚ, το οποίο εφαρµόζεται και επί αντικειµενικής ευθύνης. Τούτο διότι ως αδικοπραξία στην ΑΚ 932 νοείται όχι µόνο η κατ' ΑΚ 914, δηλ. η υπαίτια παράνοµη πράξη, αλλά και η απλώς παράνοµη πράξη, εφόσον δηµιουργεί κατά νόµο υποχρέωση αποζηµιώσεως, δηλ. και οι περιπτώσεις της αντικειµενικής ευθύνης, καθώς και η κατ' ΑΚ 281 κατάχρηση δικαιώµατος. Περιπτώσεις δε αντικειµενικής ευθύνης ή/και καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώµατος εµφανίζονται κατά τις διαπραγµατεύσεις στις δηµόσιες συµβάσεις, ενόψει του ότι είναι αντικειµενική η ευθύνη του άρθρου 5 του ν. 2522/1997. Εξάλλου, τα ν.π.ι.δ. όταν ενεργούν διαγωνισµούς για την ανάθεση δηµοσίας συµβάσεως είναι υποχρεωµένα από το κοινοτικό και εσωτερικό δίκαιο να ακολουθήσουν την ίδια διαδικασία µε τα ν.π.δ.δ. Οι αναθέτουσες αρχές αντιµετωπίζονται ενιαία ως προς την ευθύνη τηρήσεως των διατάξεων των δηµοσίων διαγωνισµών και βεβαίως ως προς την ευθύνη έναντι των διαγωνιζοµένων αν παραβούν τα νόµιµα. Επομένως, µπορεί να ζητηθεί ικανοποίηση της ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ,ανεξαρτήτως του εάν υπάρχει και ευθύνη από το άρθρο 919 ΑΚ, όταν δηλαδή η αναθέτουσα αρχή, µε πρόθεση, ζηµιώσει τον ενδιαφερόµενο κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, και ιδιαίτερα όταν προβεί στην δόλια παροχή εσφαλµένων πληροφοριών ή συµβουλών ή στην αποσιώπηση ουσιωδών πληροφοριών ή στην παράλειψη ενηµέρωσης για επικείµενο κίνδυνο, εφόσον ο αποσιωπήσας ή παραλείψας είχε την υποχρέωση να παράσχει πληροφορίες ή να ενηµερώσει τον ζηµιωθέντα (ΟλΑΠ 10/1991). Τέλος, υπό το καθεστώς των ν.2522/1997 και 2854/2000, ως προς την περιουσιακή ζημία, η αποζημίωση που παρέχεται στον ζημιωθέντα λόγω αδικοπραξίας ταυτίζεται ποσοτικά με αυτήν των άρθρων 197, 198, 297, 298 ΑΚ, συνιστάμενη στο αρνητικό διαφέρον, δηλαδή τόσο επί αδικοπραξιών όσο και επί προσυμβατικού πταίσματος ιδρύεται εξωσυμβατική, πρωτογενής, εκ του νόμου ευθύνη, η οποία θεμελιώνει ενοχή προς αποζημίωση, συνιστάμενη στην αποκατάσταση του αρνητικού διαφέροντος, δοθέντος ότι δεν υφίσταται διαφέρον εκπληρώσεως, καθώς τα μέρη δεν συνδέονται με προγενέστερη, συμβατική ή προσυμβατική σχέση. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν, ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 11/2018).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ενστάσεων των διαδίκων, σύμφωνα με την κυριαρχική εκτίμηση των δικογράφων τους από το δικαστήριο αυτό, δηλαδή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφασή του ως ιστορικό αίτημα της αγωγής ή των ενστάσεων (Ολ ΑΠ 2/2013, 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ`ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1340/2022, ΑΠ 671/2022, ΑΠ 24/2015).
6. Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 197, 198, 297, 298, 914 και 919 του ΑΚ, διότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, α)ενώ δέχτηκε ότι το αναιρεσείον υπέχει ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη πλήρες διαφέρον (αποζημίωση), παρόλο που κατά την αγωγή, αλλά και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεν έχει συναφθεί σύμβαση, αντί να επιδικάσει μόνο το αρνητικό διαφέρον, και β) δέχθηκε ότι η αθέτηση των όρων της προκηρύξεως του διαγωνισμού συνιστά και αδικοπραξία και ότι η ανάθεση του έργου σε άλλον διαγωνιζόμενο συνιστά συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη. Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αγωγή, με βάση το περιεχόμενο και αιτήματα που προαναφέρονται, βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.2 του ν.2854/2000 και 5 παρ.1 του ν.2522/1997, 197 και 198, 297, 298, 914 του ΑΚ, αφού πρόκειται για διαφορά αναφυόμενη κατά τη διαδικασία που προηγείται της συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, με αναθέτοντα φορέα δημοτική επιχείρηση, με δραστηριότητα σχετική με την παραγωγή και διανομή ύδατος στους δημότες καθώς και τη λειτουργία δικτύων αποχετεύσεως και μονάδων επεξεργασίας λυμάτων. Με βάση τις ως άνω διατάξεις η αναιρεσίβλητη δεν µπορεί να ζητήσει ως αποζηµίωση το διαφυγόν κέρδος, δηλ. το κέρδος που θα αποκέρδαινε αν η σύµβαση ανατίθετο σ' αυτήν, αλλά τη ζηµία που υπέστη από την παράνοµη διάψευση της εµπιστοσύνης της ότι ο διαγωνισµός θα πραγµατοποιούνταν σύµφωνα µε το νόµο και τη διακήρυξη (ή ακόµα ότι η διακήρυξη θα είναι σύννοµη) αν δεν εµφιλοχωρούσε η παρανοµία του αναθέτοντος φορέα, η ζηµία δηλαδή που θα µπορούσε να είχε αποφευχθεί αν η αναιρεσίβλητη τηρούσε αρνητική στάση ως προς τη συµµετοχή στο διαγωνισµό (αρνητικό διαφέρον).Δηλαδή, η αναιρεσίβλητη δικαιούνταν, κατ' αρχήν, ό,τι θα είχε αν δεν συµµετείχε στο διαγωνισµό και όχι ό,τι θα είχε αν καταρτιζόταν η σύµβαση για την οποία γίνονταν οι διαπραγµατεύσεις, αφού ο ζηµιώσας δεν είχε υποχρέωση να την καταρτίσει.
Συνεπώς η αγωγή, ως προς το κονδύλιο των 401.785,15 ευρώ, το οποίο κατά τα εκτιθέμενα σ'αυτήν συνιστά την οικονομική ζημία της αναιρεσίβλητης και ταυτίζεται με την προεκτιμώμενη αμοιβή της από τον επίμαχο διαγωνισμό, είναι μη νόμιμη, διότι κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν συνιστά ζημία την οποία υπέστη η αναιρεσίβλητη λόγω διαψεύσεως της εμπιστοσύνης της αναφορικά με την κατάρτιση της συμβάσεως, την οποία θα είχε αποφύγει αν, τηρώντας αρνητική στάση, δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις (αρνητικό διαφέρον), αλλά ζημία από τη μη εκπλήρωση της συμβάσεως, η οποία, δεν καλύπτεται από τις παραπάνω διατάξεις. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή, αναφορικά με το ως άνω κονδύλιο ποσού 401.785,15 ευρώ, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 5 του ν.2522/1997, 197, 198, 281, 297, 298, 914 του ΑΚ, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατά το μέρος που μ' αυτόν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 919 του ΑΚ, είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, από την παραδεκτή επισκόπησή της, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν εφάρμοσε την εν λόγω διάταξη. Επίσης,ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που μ' αυτόν πλήττεται η προσβαλλόμενη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, για το λόγο ότι η αθέτηση όρων της προκηρύξεως και του διαγωνισμού δεν συνιστά αδικοπραξία, είναι αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η παράβαση των οικείων κανόνων του κοινοτικού και εσωτερικού δικαίου από αναθέτουσα αρχή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου(κοινωφελή επιχείρηση), συνιστά αδικοπραξία.
7. Ένα από τα βασικά σηµεία, στα οποία διαφοροποιείται ο ν. 2854/2000 από το ν. 2522/1997 ως προς την επιδίκαση αποζηµιώσεως, είναι ότι δεν θέτει ως προαπαιτούµενό της την προηγούµενη δικαστική ακύρωση ή αναγνώριση της ακυρότητας της παράνοµης πράξεως ή παραλείψεως της αναθέτουσας αρχής. Αυτό συνάγεται από το άρ. 2 παρ.2 ν. 2854/2000, το οποίο παραπέµπει ως προς την αξίωση αποζηµιώσεως στις σχετικές ρυθµίσεις του άρ. 5 παρ.1 και παρ. 2 εδ. β' , όχι, όµως, και στο εδάφιο α' αυτού, που προβλέπει τη σχετική προϋπόθεση . Η αποσυνάρτηση της αγωγής αποζηµιώσεως από την αγωγή αναγνωρίσεως της ακυρότητας στα πλαίσια του νόµου αυτού έχει, δε, ως περαιτέρω συνέπεια, ότι η ευδοκίµηση της αποζηµιωτικής αγωγής δηµιουργεί δεδικασµένο κατ' άρθ. 331 ΚΠολΔ. ως προς το παρεµπιπτόντως κριθέν ζήτηµα της ζηµιογόνου πράξεως ή παραλείψεως της αναθέτουσας αρχής, που δεσµεύει τη δικαιοδοτική κρίση σε ενδεχόµενη µελλοντική δίκη για την αναγνώριση της ακυρότητας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ.2 του ν.2522/1997,στο οποίο παραπέμπει ο ν.2854/2000(άρθ.2 παρ.2), αν το δικαστήριο ακυρώσει ή αναγνωρίσει την ακυρότητα πράξεως ή παραλείψεως της αναθέτουσας αρχής μετά τη σύναψη της σχετικής συμβάσεως, η τελευταία δεν θίγεται, εκτός αν πριν από τη σύναψη αυτής είχε ανασταλεί η διαδικασία κατακυρώσεως του διαγωνισμού με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων ή προσωρινή διαταγή, οπότε στην περίπτωση αυτή ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο επόμενο άρθρο (πρβλ.και ΑΠ 1727/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσεως, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψη τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης. Ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενο της και η οποία έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Αντίθετα, δεν νοείται, ούτε παρέχεται τέτοια εξουσία απλώς για αναγνώριση πραγματικών περιστατικών ή για αναγνώριση προϋποθέσεων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων (ΟλΑΠ 18/2005). Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσεως και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, η μη απόδειξη των οποίων συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, η δε απόκρουση της νομιμοποιήσεως ή της συνδρομής εννόμου συμφέροντος από τον εναγόμενο αποτελεί άρνηση, και όχι ένσταση. Εξάλλου, ως έννομο συμφέρον νοείται κάθε υλικό ή ηθικό όφελος, που αναγνωρίζει ο νόμος υπέρ αυτού που ζητεί δικαστική προστασία, εφόσον επιπλέον είναι άμεσο και παρόν. Άμεσο έννομο συμφέρον υπάρχει όταν από την ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσεως (άκυρη δικαιοπραξία κλπ.) προκαλείται αβεβαιότητα ως προ ορισμένη έννομη σχέση του ενάγοντος με τρίτο πρόσωπο και συνακόλουθος κίνδυνος για τα συμφέροντα αυτού (άμεσος και επικείμενος ή και εξαρτώμενος από πρόσθετα μελλοντικά περιστατικά), για την αποτροπή του οποίου ζητείται, ως πρόσφορη και αναγκαία δικαιοδοτική πράξη, η έκδοση δικαστικής αποφάσεως. Ενώ παρόν είναι το έννομο συμφέρον όταν αφορά έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες, και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες. Οι εν λόγω διαδικαστικές προϋποθέσεις, της νομιμοποιήσεως των διαδίκων και της συνδρομής εννόμου συμφέροντος, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας, η δε παραβίαση τους εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αρ. 1 του άρθρου 559,και όχι στον αναιρετικό λόγο με αρ. 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 772/2014). 8. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο ως νόμω και ουσία βάσιμο το αίτημα της αγωγής για ακύρωση των αποφάσεων του Δ.Σ. της αναθέτουσας αρχής, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, καθόσον το αίτημα αυτό ήταν απορριπτέο ελλείψει εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, διότι είχε ήδη συναφθεί η σύμβαση αναθέσεως του έργου σε άλλον εργολάβο. Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε και διέλαβε στην αγωγή της τα περιστατικά που ήταν κατά νόμο αναγκαία για τη θεμελίωση της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης των διαδίκων και της συνδρομής αμέσου εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπό της, ως νομιμοποιητικού στοιχείου για την άσκηση της ένδικης αγωγής κατά του εναγομένου-αναιρεσείοντος, ως προς το αίτημα της αναγνωρίσεως της ακυρότητας των αποφάσεών του. Ειδικότερα η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε ότι συμμετείχε στον επίδικο διαγωνισμό και ότι η υπ'αριθμ.52/30-4-2009 απόφαση του ΔΣ της αναθέτουσας αρχής και η σιωπηρή απόρριψη απ'αυτή της υπ'αριθμ.πρωτ.383/18-5-2009 προσφυγής της, σχετικά με τον επίδικο διαγωνισμό, έγιναν κατά παράβαση του κοινοτικού και εθνικού δικαίου και είναι άκυρες, η αναγνώριση δε της ακυρότητάς τους είναι απαραίτητη προκειμένου να της επιδικασθεί η αιτούμενη αποζημίωση των 401.785,15 ευρώ. Υπό τα ως εκτιθέμενα στην αγωγή, δικαιολογείται το έννομο συμφέρον της ενάγουσας να ζητήσει την παροχή έννομης προστασίας, με την άσκηση της εν λόγω αγωγής, για την αναγνώριση της ακυρότητας των αποφάσεων του εναγομένου, ανεξαρτήτως του ότι ο ν.2854/2000 δεν θέτει ως προαπαιτούµενό της την προηγούµενη δικαστική ακύρωση ή αναγνώριση της ακυρότητας της παράνοµης πράξεως ή παραλείψεως της αναθέτουσας αρχής, η οποία (ακυρότητα), σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ερευνάται παρεμπιπτόντως από το δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής αποζημιώσεως, η οποία δεν επηρεάζεται από το γεγονός της συνάψεως της συμβάσεως αναθέσεως του έργου σε άλλον εργολάβο.
Συνεπώς το Δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο την αγωγή ως προς το ως άνω αίτημα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, την οποία δεν παραβίασε και ο τρίτος αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος.
9. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 62 Κ.Πολ.Δ "όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, μπορούν να είναι διάδικοι". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 64 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, οι πιο πάνω ενώσεις προσώπων και οι εταιρείες χωρίς νομική προσωπικότητα, παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα, στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεων τους. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προς αυτήν του άρθρου 951 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι, όταν πρόκειται για ένωση προσώπων του άρθρου 62 παρ. 2, η αναγκαστική εκτέλεση (για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων), γίνεται στην κοινή περιουσία τους, προκύπτει ότι οι εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, όπως είναι και οι ενώσεις νομικών ή και φυσικών προσώπων με πρόθεση εταιρικής συνεργασίας και ενέργεια εμπορικών πράξεων με εταιρικό σκοπό, μολονότι δεν είναι αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μπορούν, κατ' εξαίρεση του κανόνα της πρώτης παραγράφου του άρθρου 62 ΚΠολΔ, που υπαγορεύτηκε από την ανάγκη της δικονομικής διευκολύνσεως των συναλλασσομένων με την ένωση τρίτων, να είναι διάδικοι και να παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα που κατά το καταστατικό τις αντιπροσωπεύουν ή που διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους. Εφόσον δε απονεμήθηκε από το νομοθέτη στις εν λόγω εταιρείες και ενώσεις προσώπων η ικανότητα να είναι διάδικοι, είναι αυτονόητο ότι αυτές είναι και φορείς των κατ' ιδίαν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μελών τους, και κατ' επέκταση νομιμοποιούνται να ενάγουν και να ενάγονται ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών, χωρίς να είναι αναγκαία η αναγραφή στην αγωγή των ονομάτων των φυσικών προσώπων που απαρτίζουν τη σωματειακή ή την εταιρική ένωση, αλλά αρκεί η μνεία της επωνυμίας των ενώσεων αυτών (ΑΠ 626/2016, ΑΠ 595/2010). Η άποψη ότι οι ανωτέρω ενώσεις και εταιρείες είναι μόνο υποκείμενα της διαδικασίας, ενώ υποκείμενα της έννομης σχέσεως της δίκης και της επίδικης έννομης σχέσεως είναι τα κατ' ιδίαν μέλη αυτών, είναι αντίθετη προς το γράμμα και το πνεύμα των ανωτέρω διατάξεων, επιπλέον δε διασπά χωρίς λόγο την καθιερωμένη τυπική έννοια του διαδίκου και εισάγει την έννοια του υποκειμένου της διαδικασίας ως έννοιας διάφορης του υποκειμένου της έννομης σχέσεως της δίκης ενώ αυτά, εφόσον ως διαδικασία νοείται το σύνολο των διαδοχικών διαδικαστικών πράξεων δια των οποίων αρχίζει, εξελίσσεται και περατούται η έννομη σχέση της δίκης, δεν μπορεί παρά να ταυτίζονται και, τέλος, καθιερώνει διάκριση μεταξύ κανόνων που ρυθμίζουν την έννομη σχέση της δίκης και κανόνων που ρυθμίζουν τη διαδικασία, η οποία, όμως, δεν απορρέει από καμία διάταξη του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 14/2007, ΟλΣτΕ 606/2008). Παράλληλα όμως προς την ένωση, ικανότητα διαδίκου έχουν και τα κατ` ιδίαν μέλη της ένωσης, τα οποία μπορούν να ενάγουν και να εναχθούν (ΑΠ 932/2019, ΑΠ 693/2001). Εξάλλου, ο ν.3316/2005 (ΦΕΚ 42/Α/22.2.2005) "Ανάθεση και εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων εκπόνησης μελετών και παροχής συναφών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, όριζε τα εξής: "1. Για την εφαρμογή του νόμου αυτού, οι παρακάτω όροι έχουν τις αντίστοιχες έννοιες:... 2. α) "Μελέτη" είναι το αποτέλεσμα συστηματικής και αναλυτικής επιστημονικής και τεχνικής εργασίας και έρευνας σε συγκεκριμένο απλό ή σύνθετο γνωστικό αντικείμενο, που αποβλέπει ιδίως στην παραγωγή τεχνικού έργου ή στην επέμβαση σε τεχνικό έργο ή αφορά στο σχεδιασμό και την απεικόνιση τεχνικού έργου ή παραγωγικής διαδικασίας ή σε μεθόδους ανάπτυξης και σχεδιασμού του ευρύτερου χώρου. Η μελέτη έχει την έκταση και το βάθος που απαιτείται με τη σύμβαση, απεικονίζεται δε και παραδίδεται στην αναθέτουσα Αρχή με συγκεκριμένη συμφωνημένη μορφή.... 15. "Μελετητής ή πάροχος υπηρεσιών" είναι το φυσικό πρόσωπο που έχει την απαιτούμενη επιστημονική γνώση και το αναγνωρισμένο από το δίκαιο της επαγγελματικής του έδρας δικαίωμα να εκπονεί μελέτες ή αντίστοιχα να παρέχει υπηρεσίες των παραγράφων 1 έως 4....16. "Εταιρεία" ή "γραφείο μελετών" και "εταιρεία" ή "γραφείο παροχών υπηρεσιών" είναι η επαγγελματική μονάδα που έχει νομική προσωπικότητα με εταιρική μορφή, διαθέτει κατάλληλη επιστημονική και λοιπή στελέχωση και έχει το αναγνωρισμένο από το δίκαιο της έδρας της δικαίωμα να εκπονεί μελέτες ή αντίστοιχα να παρέχει υπηρεσίες των παραγράφων 1 έως 4....20. "Σύμπραξη" είναι η ομάδα φυσικών ή νομικών προσώπων που δεν έχει νομική προσωπικότητα και συμμετέχει στη διαδικασία ανάθεσης και εκτέλεσης των συμβάσεων των παραγράφων 1 έως 4.21. "Εκπρόσωπος της σύμπραξης" είναι το φυσικό πρόσωπο που ορίζεται με κοινή δήλωση των μελών της και έχει την ευθύνη της εκπροσώπησης και του διοικητικού και τεχνικού συντονισμού των μελών για την παραγωγή σύνθετης μελέτης ή υπηρεσίας". Από τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν και ιδίως εκείνες, με τις οποίες καθορίσθηκε η έννοια των "Συμπραττόντων γραφείων" ως συνεργαζομένων γραφείων μελετών, τα οποία ως "ενιαία μονάς" από κοινού αναλαμβάνουν και εκπονούν μελέτες με κατανομή της αμοιβής μεταξύ των συμπραττόντων και ορισμό νομίμου εκπροσώπου έναντι της αναθέτουσας αρχής, καθίσταται σαφές ότι τα "Συμπράττοντα γραφεία" εμπίπτουν στην κατά το άρθρο 62 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτεθείσα έννοια των εχόντων ικανότητα διαδίκου προσώπων, σε κάθε περίπτωση, ως ενώσεων προσώπων που αναγνωρίζονται από την έννομη τάξη και επιδιώκουν κοινό σκοπό, προέχον στοιχείο του οποίου είναι η ανάληψη και εκπόνηση μελετών δημόσιων έργων στα πλαίσια της κατά τα άνω κοινής επιχειρηματικής συνεργασίας, χωρίς να είναι σωματεία (ΑΠ 626/2016,ΣτΕ 18/1983). Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, αποκαθίσταται η μη περιουσιακή ζημία, ήτοι η μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται το πρόσωπο από την προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του (ζωής, υγείας, ελευθερίας, τιμής κλπ) και συγκεκριμένα των αγαθών που απορρέουν από τη σωματική, ψυχική ή κοινωνική ατομικότητα του προσώπου. Δικαιούχοι χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να είναι και νομικά πρόσωπα, γιατί και αυτά είναι φορείς εννόμων αγαθών. Έτσι, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον. Αντίθετα, συλλογικά μορφώματα, μεταξύ των οποίων και οι ως άνω ενώσεις, δεν υφίστανται ηθική βλάβη, διότι στερούνται συναισθηματικού κόσμου και δεν μπορεί να γίνει λόγος για ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό τους κόσμο (πρβλ.ΑΠ 932/2019). Στις περιπτώσεις όμως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης νομικού προσώπου, αυτό απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλείται και, στη συνέχεια, να αποδεικνύει, πέραν των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του είδους της προσβολής, της βαρύτητας και της έκτασης της βλάβης, του πταίσματος του υπαιτίου και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, και την παράνομη προσβολή της πίστης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος ή των λοιπών αναγνωριζόμενων σ` αυτό άυλων αγαθών, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 876/2022, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 1048/2020, ΑΠ 704/2017, ΑΠ 382/2011, πρβλ. ΟλΑΠ 2/2008). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής δικονομικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών, και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000). Ειδικότερα ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι εκτίθενται με επάρκεια ή παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 9/2020, ΑΠ 1033/2019, ΑΠ 443/2011). 10.Με το τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, (και όχι από τον αριθ.1) συνιστάμενη στο ότι το Δικαστήριο της ουσίας, επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης χωρίς να εκτίθεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής ότι αυτή υπέστη προσβολή της επωνυμίας, της φήμης, της εμπορικής πίστεως και του εμπορικού της μέλλοντος. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα ως προς το ζήτημα της ηθικής βλάβης της ιστορούσε τα εξής: "Εξαιτίας της παράνομης συμπεριφοράς της αναθέτουσας αρχής, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την παράνομη κατακύρωση του επίμαχου διαγωνισμού σε άλλη, συνυποψήφια σύμπραξη γραφείων μελετών, αντί της δικής μας, υποστήκαμε και τεράστια ηθική βλάβη, δεδομένου ότι η εναγομένη, με την λήψη και τη γνωστοποίηση των σχετικών αποφάσεών της, αλλά και με την πρόοδο του διαγωνισμού και την κατακύρωση αυτού στην άλλη υποψήφια εταιρία, υποστήριξε ευθέως και δυσφημιστικά σε ευρύτατο κύκλο προσώπων ότι η εταιρία μας δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την ανάληψη του συγκεκριμένου έργου, παρά το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τα ως άνω περιγραφόμενα στην πραγματικότητα η σύμπραξή μας υπέβαλε την πιο συμφέρουσα οικονομικά και την πληρέστερη τεχνικά προσφορά σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες, ήτοι σε σχέση με αυτήν που συγκέντρωσε την υψηλότερη βαθμολογία. Όλα αυτά τα γεγονότα, και ιδίως η κατακύρωση της σύμβασης για την εκπόνηση της μελέτης για την "Κατασκευή δικτύου αποχέτευσης και βιολογικού καθαρισμού Νέας Αγχιάλου Ν.Μαγνησίας" σε συνυποψήφια σύμπραξη γραφείων μελετών, καθώς και η γνωστοποίηση των γεγονότων αυτών σε ευρύτατο κύκλο πελατών, συνεργατών και συναδέλφων μας συνετέλεσαν προφανώς στη δημιουργία κλίματος δυσπιστίας προς την επιχειρηματική δραστηριότητα και την ικανότητα των μελών της σύμπραξής μας, στον κλονισμό της εμπιστοσύνης του κοινού και των αναθετουσών αρχών, δημοσίων και ιδιωτικών, προς τα μέλη της σύμπραξής μας, και κατ'επέκταση στην απώλεια της πολύ καλής επαγγελματικής εικόνας που έχουμε δημιουργήσει στο χώρο της δραστηριοποίησής μας. Ενόψει των ανωτέρω αναφερομένων, την συνεκτίμηση της βλάβης που επήλθε στην εικόνα της εταιρείας μας, τον τρόπο προσβολής, τον βαθμό υπαιτιότητας, τη διάρκεια των επιβλαβών αποτελεσμάτων και τη φήμη και αξιοπιστία των μελών της σύμπραξής μας πριν την εκδήλωση των παρανόμων πράξεων της εναγομένης, πρέπει η εναγομένη να υποχρεωθεί να μας καταβάλει χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη λόγω της δυσφήμησης της εταιρείας μας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, το ποσό των 100.000 ευρώ, ποσό εύλογο και αναλογούν στην ισχυρή προσβολή που υποστήκαμε". Με το ως άνω περιεχόμενο η αγωγή, ως προς το αίτημα αυτής περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, είναι αόριστη, αφού δεν εκτίθενται σ'αυτήν όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη στήριξη του σχετικού αιτήματος. Ειδικότερα, εφόσον μόνον ως προς τα κατ'ιδίαν πρόσωπα νομικά και φυσικά μπορούσε να ασκηθεί η ένδικη αξίωση για την επικαλούμενη ηθική βλάβη, αφού η σύμπραξη γραφείων μελετών στερείται νομικής προσωπικότητας, έπρεπε για το ορισμένο αυτής και τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος να προσδιορίζεται ότι με την αδικοπραξία προσβλήθηκε α)η εμπορική πίστη, η επαγγελματική υπόληψη και γενικά το εμπορικό μέλλον καθενός των επιμέρους νομικών προσώπων που απαρτίζουν την σύμπραξη και β)η επαγγελματική τιμή και υπόληψη καθενός των απαρτιζόντων τη σύμπραξη φυσικών προσώπων. Επομένως με το να κρίνει το Δικαστήριο της ουσίας την αγωγή ορισμένη, ως προς το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, και ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος.
11.Κατόπιν αυτών, παρελκούσης της έρευνας του πέμπτου λόγου αναιρέσεως ,με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω κριθέντων ως βασίμων δευτέρου και τετάρτου λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της. Στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον ο Άρειος Πάγος κρίνει δεσμευτικά για το δικαστήριο της παραπομπής ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη, ως προς το κονδύλιο της θετικής ζημίας και αόριστη ως προς το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδικάσεως της υποθέσεως. Γι'αυτό πρέπει κατ'εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ, η υπόθεση να κρατηθεί και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να απορριφθεί η αγωγή της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμηνεύτου των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (άρθ. 179β, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ` αυτήν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ'αριθμ.119/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου.
-Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
-Απορρίπτει την από 12-12-2011 αγωγή.
-Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
-Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2024 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή