ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1520/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1520/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1520/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1520 / 2024    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1520/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "CHINESE EMPORIUM - Τ. Γ. ΑΕΤΕ", που εδρεύει στα Καλύβια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Κιτσαρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕΓΑ" (πρώην "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕΓΑ"), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη που ανακάλεσε την από 5/1/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/6/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12490/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 892/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/7/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 892/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 12490/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσείουσας, για αξιώσεις της από σύμβαση ασφάλισης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 527 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, λόγω της κατάθεσης της ένδικης έφεσης μετά την 1-1-2016, ''είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται, όμως, αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής (527 ΚΠολΔ), ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του εφετείου είναι απαράδεκτη, αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες σ' αυτήν εξαιρέσεις, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που προβάλλονται για τη θεμελίωση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι, όμως, και εκείνοι που συνιστούν αιτιο-λογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΑΠ 1660/2022, ΑΠ 1453/2019, ΑΠ 714/2007). Ο διάδικος δε, που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τη συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων, οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους (ΑΠ 172/2023, ΑΠ 961/2019, ΑΠ 1097/2017, ΑΠ 1143/ 2015, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 9/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021, και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ. 2 εδ. β του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται, α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από τις στην άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν, η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυπεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη, είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται σε πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει τούτο από την προσβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 483/2022, ΑΠ 203/2022, ΑΠ 911/2019, ΑΠ 179/2019). Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 483/2022, ΑΠ 231/2020, ΑΠ 29/2019, ΑΠ 28/2019). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ειδικότερα δε, αν αφορά τη δημόσια τάξη, που μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την προϋπόθεση πρόσθετης επίκλησης ότι το πραγματικό υλικό στο οποίο στηρίζεται, υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ή ότι προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 649/2023, ΑΠ 483/2022, ΑΠ 447/2020, 493/2020, 201/2017). Στον περιορισμό αυτό υπόκειται και ο ισχυρισμός περί έλλειψης ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης, η οποία παρόλο που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και, συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση (ΑΠ 923/2023, ΑΠ 2067/2022, ΑΠ 248/2021, ΑΠ 63/2020, ΑΠ 630/2019, ΑΠ 843/2013, ΑΠ 772/2014). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2251/1994 ''περί προστασίας των καταναλωτών'', όπως ο νόμος αυτός ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007, και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (ΟλΑΠ 15/2007, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 387/ 2020, ΑΠ 368/2019), οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών), δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους. Επίσης, κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του ιδίου νόμου, γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης, από την οποία εξαρτάται. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των όρων των συναλλαγών (ΓΟΣ) αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, για την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης ενός δικαιώματος, με τα αναφερόμενα σε αυτή κριτήρια και πρέπει για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, να λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως, της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών (ΑΠ 168/2024, ΑΠ 687/2020, ΑΠ 763/2017). Από το συνδυασμό δε των παραπάνω διατάξεων των παρ. 1 και 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, σαφώς προκύπτει ότι η καταχρηστικότητα γενικού όρου συναλλαγών, που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις, δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, αφού προϋποθέτει ανυπαίτια άγνοια του καταναλωτή, ιδίως όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή του ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου του. Επίσης, όπως ήδη εκτέθηκε, ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου στη σύμβαση, κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη, εκτός των άλλων και το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Έτσι, η ανυπαίτια άγνοια του καταναλωτή, καθώς και οι ειδικές συνθήκες κατά τη σύναψη της σύμβασης, ανάγονται σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία ο καταναλωτής βαρύνεται να επικαλεσθεί, κατά τρόπο δικονομικά παραδεκτό και να αποδείξει (ΑΠ 441/2023).
Συνεπώς, στην περίπτωση, κατά την οποία η ασφαλιστική εταιρία προβάλλει κατά της αγωγής του ασφαλισμένου για επιδίκαση του ασφαλίσματος, ένσταση καταλυτική της αγωγής αυτής, με βάση κάποιο γενικό όρο του ασφαλιστηρίου, ο ενάγων ασφαλισμένος καταναλωτής, μπορεί να επικαλεστεί με αντένσταση την ακυρότητα του όρου αυτού, ως καταχρηστικού, αλλά βέβαια και για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Για το παραδεκτό της αντένστασης αυτής, από άποψη χρόνου προβολής της, τα συγκροτούντα την καταχρηστικότητα περιστατικά πρέπει να προβάλλονται, όπως και στην περίπτωση της ΑΚ 281, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, εκτός αν συντρέχει περίπτωση βραδείας προβολής κατά το άνω άρθρο 527 ΚΠολΔ. Σύμφωνα δε με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 527 εδ. 1 ΚΠολΔ, μπορεί κατ' εξαίρεση ο ενάγων να προβάλει παραδεκτά για πρώτη φορά στο Εφετείο την πιο πάνω καταλυτική της ένστασης του εναγομένου αντένσταση της καταχρηστικότητας του γενικού όρου, αλλά μόνο ως εφεσίβλητος και ως υπεράσπιση κατά της έφεσης της αντιδίκου του, ως εκκαλών δε, μόνο εφόσον συντρέχουν οι λοιπές εξαιρέσεις, που προβλέπονται στο ίδιο πιο πάνω άρθρο (ΑΠ 1336/2011, ΑΠ 115/2007). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κλπ) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1660/2022, ΑΠ 1383/ 2021), δηλαδή εκείνες οι οποίες είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 προβλεπόμενο λόγο (ΑΠ 811/2022, ΑΠ 925/2020, ΑΠ 245/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο τον ισχυρισμό της, περί ακυρότητας του όρου 11.8 της ασφαλιστικής σύμβασης, με βάση τον οποίο δεν είχε γεννηθεί η αξίωσή της για τη λήψη της ασφαλιστικής αποζημίωσης, ως αντίθετου στις διατάξεις του ν. 2251/1994, για την προστασία του καταναλωτή, τον οποίο επικαλέστηκε με την έφεσή της, κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, αν και ο ισχυρισμός αυτός, σχετιζόμενος με την ενεργητική νομιμοποίηση της ίδιας, αποτελεί δικονομικό ισχυρισμό, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και δεν υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ενώ με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια όπως παραπάνω πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο τον άνω ισχυρισμό της, περί ακυρότητας του όρου 11.8 της ασφαλιστικής σύμβασης, ως αντίθετου στις διατάξεις για την προστασία του καταναλωτή, τον οποίο επικαλέστηκε με την έφεσή της στο Εφετείο, αν και ο όρος αυτός, ως γενικός όρος συναλλαγών (ΓΟΣ) θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως και να κηρυχθεί ως καταχρηστικός. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα, άσκησε κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία, ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ, στη θέση της οποίας υπεισήλθε η ήδη αναιρεσίβλητη, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 7-6-2012 αγωγή της, με την οποία, αφού εξέθεσε ότι με σύμβαση ασφάλισης, που κατάρτισε η ίδια με την αναιρεσίβλητη, η τελευταία ασφάλισε έναντι του κινδύνου πυρκαγιάς ή τρομοκρατικών ενεργειών, την περιγραφόμενη στην αγωγή τετραόροφη οικοδομή, με δικαιούχο του ασφαλίσματος αυτόν που θα αποδείκνυε εμπράγματο δικαίωμα στο ακίνητο και ότι στις 15-11-2011 εκδηλώθηκε πυρκαγιά από εμπρησμό αγνώστου, με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιών στην ασφαλισμένη οικοδομή, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει στον ασφαλισμένο Π. Γ., άλλως στην ίδια, το ποσό των 200.369,94 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 12490/2019 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον αυτοτελή ισχυρισμό - ένσταση της αναιρεσίβλητης (εναγομένης) από τον με αριθμό 11.8 όρο της ασφαλιστικής σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο, "Το δικαίωμα του ασφαλισμένου/λήπτη της ασφάλισης, να ζητήσει το ασφάλισµα, δεν γεννάται και δεν τοκοφορεί παρά μόνον εφόσον και από την ημέρα κατά την οποία θα υποβάλει στον ασφαλιστή νόμιμα πιστοποιητικά που θα αποδεικνύουν είτε, ότι δεν υφίσταται εκκρεμής κατηγορία εναντίον του των προσώπων που αναφέρονται στην παρ. 11.7 του παρόντος άρθρου για εμπρησμό, σχετική προς τα ασφαλισμένα αντικείμενα, είτε ότι υπήρξε τέτοια κατηγορία, η οποία όμως έπαυσε να υπάρχει µε τελεσίδικη απαλλαγή του", απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της παραπάνω απόφασης, η εκκαλούσα - ενάγουσα (αναιρεσείουσα) άσκησε την από 21-11-2019 έφεσή της, ζητώντας να εξαφανιστεί η απόφαση αυτή και να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή της, επικαλούµενη για πρώτη φορά, με τους δύο πρώτους λόγους της έφεσής της, την ακυρότητα του άνω 11.8 όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, που επικαλέστηκε η εφεσίβλητη - εναγόµενη κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, για να στηρίξει την άνω ένστασή της, ως αντίθετου στις ημιαναγκαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 7 παρ. 7, 7 παρ. 6, 19 παρ. 5 και 33 παρ. 1 του Ασφαλιστικού Νόμου (2496/1997) και σ' αυτές του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, για την προστασία του καταναλωτή, με τις αιτιάσεις ότι με τον όρο αυτό περιορίζεται υπέρμετρα το δικαίωμα της προς είσπραξη του ασφαλίσματος και μετατίθεται το χρονικό σημείο γένεσης του δικαιώματός της αυτού και η τοκοφορία σε χρονικό σημείο κατά πολύ μεταγενέστερο από το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης. Από την προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση προκύπτει ότι τον προβληθέντα πράγματι για πρώτη φορά, με τους δύο πρώτους λόγους της έφεσης, ανωτέρω ισχυρισμό περί ακυρότητας του άνω όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, τον απέρριψε το Εφετείο με την ακόλουθη αιτιολογία: " ..... η εκκαλούσα - ενάγουσα (αναιρεσείουσα) µε τους δύο πρώτους λόγους της κρινόµενης έφεσης της προέβαλε ως αντένσταση, την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (ο οποίος έγινε δεκτός ως έγκυρος από την απόφαση του πρωτοβάθµιου Δικαστηρίου), επικαλούµενη ότι ο σχετικός όρος αντιβαίνει στις διατάξεις του ν. 2496/1997 (στον πρώτο λόγο της έφεσής της), καθώς και στις διατάξεις του ν. 2251/1994 (στον δεύτερο λόγο της έφεσης), προκειµένου να θεμελιώσει τον ισχυρισμό της ότι η αξίωση της για καταβολή του ασφαλίσματος έχει γεννηθεί και είναι δικαστικά επιδιώξιµη και να επιτύχει την απόρριψη, ως κατ' ουσίαν αβάσιµης της προβληθείσας από την εφεσίβλητη - εναγόµενη ένστασης της περί ελλείψεως της ενεργητικής νοµιµοποίησης της. Όμως, οι προαναφερόμενες αντενστάσεις - λόγοι έφεσης (υπό στοιχείο I και ΙI) της εκκαλούσας - ενάγουσας περί ακυρότητας του συγκεκριμένου όρου της ασφαλιστικής σύμβασης δεν προτάθηκαν από αυτήν προφορικά κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και δεν καταχωρήθηκαν, έστω συνοπτικά, στα οικεία πρακτικά. Κατά συνέπεια, οι πιο πάνω αντενστάσεις - λόγοι έφεσης της εκκαλούσας - ενάγουσας είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, ......... αφού δεν έχουν προταθεί προφορικά, ούτε καταχωρηθεί στα πρακτικά του πρωτοβάθµιου δικαστηρίου, ούτε έχουν υποβληθεί καθ' υποφορά µε το δικόγραφο της αγωγής και επομένως αυτοί προβλήθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου µε το δικόγραφο της ένδικης έφεσης της, µε τους πιο πάνω λόγους αυτής, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ. Εξάλλου, η εκκαλούσα - ενάγουσα ουδόλως επικαλέστηκε με το δικόγραφο της έφεσής της, όπως από το δικόγραφο αυτό προκύπτει, τη συνδροµή μίας εκ των αναφερόµενων στο άρθρο 527 ΚΠολΔ εξαιρετικών περιπτώσεων (ή και περισσότερων), για το κατ' εξαίρεση παραδεκτό των όψιμων προβληθέντων αυτών ισχυρισμών της, δηλαδή των αντενστάσεων ακυρότητας του επίμαχου όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας - ενάγουσας µε την προσθήκη αντίκρουση της, που υπέβαλε παραδεκτά επί των προβληθέντων από την εφεσίβλητη - εναγοµένη δια των εγγράφων προτάσεων της ισχυρισμών, ότι µε τους προαναφερόµενους λόγους έφεσης της δεν προβάλει για πρώτη φορά ένσταση ακυρότητας του σχετικού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά την παράβαση από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των επικαλούµενων από εκείνη αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του ν. 2496/1997 και ν. 2251/1994, τις οποίες όφειλε κατά τον ισχυρισμό της να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν αναιρεί την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου τούτου, επειδή, σύμφωνα µε όσα έχουν αναφερθεί στην παραπάνω νοµική σκέψη, ο χαρακτηρισμός διάταξης ως δηµόσιας τάξης μόνη συνέπεια έχει, ότι η εφαρµογή της δεν μπορεί να αποκλειστεί από την ιδιωτική βούληση (άρθρο 3 ΑΚ) και όχι ότι ο ισχυρισμός που στηρίζεται σ' αυτή μπορεί, χωρίς τους περιορισμούς των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, να προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτο τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, περί ακυρότητας του όρου 11.8 της ασφαλιστικής σύμβασης, με τον οποίο συνομολογήθηκε ότι, το δικαίωμα του ασφαλισμένου/λήπτη της ασφάλισης, να ζητήσει το ασφάλισµα, δεν γεννάται και δεν τοκοφορεί παρά μόνον εφόσον και από την ημέρα κατά την οποία θα υποβάλει στον ασφαλιστή νόμιμα πιστοποιητικά που θα αποδεικνύουν είτε, ότι δεν υφίσταται εκκρεμής κατηγορία εναντίον του ή των προσώπων που αναφέρονται στην παρ. 11.7 του παρόντος άρθρου για εμπρησμό, σχετικά προς τα ασφαλισμένα αντικείμενα, είτε ότι υπήρξε τέτοια κατηγορία, η οποία όμως έπαυσε να υπάρχει µε τελεσίδικη απαλλαγή του, επειδή δεν προτάθηκε στην πρωτόδικη δίκη και αυτή δεν επικαλείται ότι συνέτρεχε κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, που δικαιολογούν την βραδεία προβολή της. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και, κατά συνέπεια, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ. Και τούτο διότι, η καταχρηστικότητα των Γενικών Όρων Συναλλαγών, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως, η δε αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ισχυρισμό περί ακυρότητας του άνω όρου (11.8) της ασφαλιστικής σύμβασης, ως καταχρηστικού, λόγω αντίθεσής του στο δίκαιο προστασίας του καταναλωτή, που αποτελεί αντένσταση, στην καταλυτική ένσταση της αγωγής από την αναιρεσίβλητη, η οποία στηρίζεται στον άνω γενικό όρο του ασφαλιστηρίου, ουδόλως πρόβαλε πρωτοδίκως, ούτε και εισέφερε στο δικαστήριο της ουσίας εγκαίρως τα κρίσιμα πραγματικά δεδομένα που στοιχειοθετούν την καταχρηστικότητα του επίμαχου όρου, αλλά μόνο το πρώτον, με τους άνω λόγους της έφεσής της, χωρίς, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης, να επικαλεστεί λόγο που δικαιολογούσε τη βραδεία προβολή της. Επομένως, οι ως άνω αντίθετοι λόγοι του αναιρετηρίου, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος τους, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς τις προβαλλόμενες λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 527 ΚΠολΔ, με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην άνω διάταξη (527 ΚΠολΔ) και αντιφατικές αιτιολογίες είναι απαράδεκτοι, αφού οι παραπάνω λόγοι από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ιδρύονται μόνο αν πρόκειται για παράβαση κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι διατάξεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 1731/2022, ΑΠ 1272/2021, ΑΠ 718/2021, ΑΠ 724/2017). Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-7-2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 892/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή