Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1521 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1521/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αθηναίων, οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α. Α' βαθμού), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ευκλείδου, η οποία ανακάλεσε την με ημερομηνία κατάθεσης 5-4-2023 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", ως ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4114/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3242/2021 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-10-2021 αίτησή του και τους από 17-2-2023 πρόσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 3242/2021 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμόν 4114/2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 14.6.2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκε και οι από 17.2.2023 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 24.2.2023 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 1.3.2023 (βλ. την 3886δ/1.3.2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Θ. Α.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις 24-4-2023, αφού αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 Κ. Πολ. Δ.). Επομένως η αναίρεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.).
Σύμφωνα με το άρθρο 94 του Συντάγματος, όπως αυτό ίσχυε πριν αναθεωρηθεί με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων "1. Η εκδίκασις των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει εις τα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Εκ των ως άνω διαφορών αι μη υπαχθείσαι εισέτι εις τα δικαστήρια ταύτα, δέον να υπαχθούν υποχρεωτικώς εις την δικαιοδοσίαν αυτών, εντός πέντε ετών από της ισχύος του παρόντος της προθεσμίας ταύτης δυναμένης να παρατείνεται δια νόμου. 2. Μέχρι της υπαγωγής εις τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και των λοιπών ουσιαστικών διοικητικών διαφορών, είτε εν τω συνόλω είτε κατά κατηγορίας, αύται εξακολουθούν να υπάγωνται εις τα πολιτικά δικαστήρια, πλην εκείνων δια τας οποίας ειδικοί νόμοι συνέστησαν ειδικά διοικητικά δικαστήρια, εις τα οποία τηρούνται αι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 4 του άρθρου 93. 3. Εις τα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται πάσαι αι ιδιωτικαί διαφοραί, ως και αι δια νόμου ανατιθέμεναι εις ταύτα υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας. 4. Εις τα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια δύναται να ανατεθή και πάσα άλλη υπό του νόμου οριζομένη διοικητικής φύσεως αρμοδιότης". Αντίστοιχα ο ΚΠολΔ ορίζει στο άρθρο 1 ότι "στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) Οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)...και δ) οι διοικητικές διαφορές που δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία διοικητικών δικαστηρίων" και στο άρθρο 2 ότι "τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου, επιτρέπεται όμως η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως", εφόσον βέβαια τα ζητήματα αυτά δεν καλύπτονται από δεδικασμένο (ΑΠ 1271/2019). Σε εκτέλεση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος εκδόθηκε ο ν. 1406/1983 "Ολοκλήρωση της δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κλπ", ο οποίος στα άρθρα 1, 9, 10 και 31 όρισε και τα ακόλουθα: "1. Υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σε αυτή. 2. Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά: α)... η) την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα. θ)..." (άρθρο 1), "1. Η εκδίκαση των διαφορών του άρθρου 1 από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια αρχίζει: α) για τις διοικητικές διαφορές των περιπτώσεων α, β, και γ της παραγράφου 2 του άρθρου 1, από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού. β) για τις διοικητικές διαφορές των περιπτώσεων δ, ε, στ και ζ από 11 Ιουνίου 1984 και γ) για τις λοιπές διοικητικές διαφορές από 11 Ιουνίου 1985. 2. Για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος, κατά τον οποίο εκδόθηκε η διοικητική πράξη ή συντελέστηκε η παράλειψη ή κατά τον οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. 3. Η προθεσμία του άρθρου 94 παράγραφος 1 του Συντάγματος, που παρατάθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 1366/1983 (ΦΕΚ 81) μέχρι την 31.12.83 παρατείνεται από την παραπάνω λήξη της έως την 11η Ιουνίου 1985" (άρθρο 9), "Διοικητικές πράξεις που εκδίδονται ή παραλείψεις που συντελούνται ή αξιώσεις που γεννιούνται και είναι δικαστικώς επιδιώξιμες μέχρι τις χρονολογίες, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του προηγουμένου άρθρου, εξακολουθούν να υπόκεινται στα ένδικα ή ενδικοφανή μέσα, που προβλέπονται από τις ισχύουσες, κατά το χρόνο της έκδοσης, συντέλεσης ή γέννησής τους, διατάξεις και εκδικάζονται από τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις αυτές αρμόδια δικαστήρια ή διοικητικά όργανα" (άρθρο 10) και "Καταργούνται οι διατάξεις: α) ...καθώς και κάθε άλλη διάταξη που δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του νόμου αυτού ή που αναφέρεται σε θέματα τα οποία ρυθμίζονται από αυτές" (άρθρο 31). Εξάλλου, στα άρθρα 104, 105 εδ. α' και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι "Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου, που ανάγονται σε έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα" (άρθρο 104), "Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος..."(άρθρο 105) και "Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους"(άρθρο 106). Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με τη διάταξη του άρθρου 71 του ΑΚ, προκύπτει ότι μπορεί να δημιουργηθεί ευθύνη του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) προς αποζημίωση κατά το άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ και από υλική πράξη οργάνου τους, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους(ΑΕΔ 5/1995, ΟλΑΠ3/1994), συνεπώς δε να δημιουργηθεί εντεύθεν διοικητική διαφορά, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, όταν η πράξη αυτή ενέχει άσκηση δημόσιας εξουσίας, είτε γιατί εντάσσεται σε έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, μεταξύ κράτους και πολίτη, την οποία πραγματώνει ή επ` ευκαιρία της οποίας τελείται, είτε γιατί συνιστά καθεαυτή δραστηριότητα, η οποία αναπτύσσεται υπό καθεστώς νομοθετικής υπεροχής έναντι των πολιτών, το οποίο αρμόζει αποκλειστικά στο κράτος ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ως φορείς δημόσιας εξουσίας. Αντίθετα δε, αν η υλική πράξη δεν συνδέεται αιτιωδώς με έννομη σχέση του δημοσίου δικαίου, μεταξύ κράτους και πολίτη, ούτε καλύπτεται καθεαυτή από εξαιρετική νομοθετική ρύθμιση, δημιουργική σχέσεως υπεροχής έναντι των πολιτών, αλλά με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας των ανωτέρω νομικών προσώπων, τότε η πηγάζουσα από αυτή ευθύνη προς αποζημίωση θεμελιώνεται αναγκαίως στις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και, συνεπώς, η διαφορά που ανακύπτει είναι ιδιωτική (ΟλΑΠ 3/1994, ΑΠ 1271/2019, ΑΠ 1175/2014, ΑΠ 599/2013, ΣτΕ 1033/2019, ΣτΕ 1159/2018). Στο πλαίσιο αυτό ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και κατ` επέκταση δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπάρχει όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (ΑΠ 1271/2019, ΣτΕ 1033/2019, ΣτΕ 1159/2018). Περαιτέρω, με την υπ' αρ. 2369/2007 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας παραπέμφθηκε στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο το ζήτημα της άρσης της αμφισβήτησης, ως προς την έννοια των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 9 παρ. 1 περ. γ' και 2 και 10 του ν. 1406/1983. Ειδικότερα, το Συμβούλιο της Επικρατείας με την ως άνω παραπεμπτική του απόφαση έκρινε ότι τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν αγωγών κατά του Δημοσίου περί ευθύνης αυτού σε αποζημίωση ένεκα παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί σ` αυτά, εφόσον οι σχετικές αξιώσεις γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες πριν από τις 11 Ιουνίου 1985, αφ` ότου, δηλαδή, τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια άρχισαν να έχουν δικαιοδοσία επί των διαφορών αυτών σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 περ. γ' του ν. 1406/1983. Επίσης έκρινε ότι υπάρχει η δικαιοδοσία αυτή των πολιτικών δικαστηρίων, μόνον εφόσον οι αξιώσεις προς λήψη αποζημίωσης εκτείνονται μέχρι τις 11 Ιουνίου 1985, ενώ, κατά το μέρος που οι αξιώσεις αυτές εκτείνονται μετά την ανωτέρω ημερομηνία, δικαιοδοσία να επιλύσουν τις διαφορές, που ανάγονται στην περίοδο αυτή, έχουν τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Η παραπομπή έγινε γιατί ο Άρειος Πάγος, με την υπ' αριθ. 1700/1999 απόφασή του, έκρινε ότι η διοικητική διαφορά ουσίας, που ανακύπτει από παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου, γενεσιουργό υποχρεώσεως προς αποζημίωση, κατά τους όρους του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, εξακολουθεί να υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αν η πράξη αυτή εκδόθηκε ή η παράλειψη συντελέστηκε πριν από τις 11 Ιουνίου 1985 και, επίσης, αν από την αδικοπραξία δημιουργήθηκε παρατεταμένη ζημιογόνος κατάσταση, γιατί χρόνος γεννήσεως της αξιώσεως προς αποζημίωση είναι ο χρόνος τελέσεως της αδικοπραξίας, η οποία, και όταν ακόμη δημιουργεί διαρκή ζημιογόνο κατάσταση, είναι έννομη σχέση στιγμιαία, που ολοκληρώνεται με την τέλεση της, έκτοτε δε μπορεί να επιδικασθεί και το σύνολο της αποζημιώσεως είτε έχει επέλθει η ζημία, είτε είναι μέλλουσα, εφόσον μπορεί να προσδιορισθεί. Έτσι, ο Άρειος Πάγος με την ανωτέρω απόφαση του εδέχθη, αντιθέτως από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ότι στις ως άνω περιπτώσεις η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων εξακολουθεί συντρέχουσα και για αξιώσεις προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., οι οποίες εκτείνονται και μετά την 11 Ιουνίου 1985. Ενόψει των ως άνω αντίθετων αποφάσεων, και μετά την παραπομπή της υπόθεσης σε αυτό, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 31/2008 απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν αγωγών κατά του Δημοσίου περί ευθύνης αυτού σε αποζημίωση από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, εφόσον οι σχετικές αξιώσεις γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες πριν από την 11η Ιουνίου 1985 και ότι η δικαιοδοσία αυτή των πολιτικών δικαστηρίων εξακολουθεί να υπάρχει και στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες οι συνέπειες των ανωτέρω παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου εκτείνονται και μετά την ημερομηνία αυτή, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές αξιώσεις είναι, είτε πριν, είτε μετά την ως άνω ημερομηνία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, προσδιορίσιμες. Αντιθέτως, εάν οι αξιώσεις αυτές γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες μετά την 11η Ιουνίου 1985, η επίλυση των σχετικών διαφορών ανήκει στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Από το περιεχόμενο αυτό της ανωτέρω υπ' αρ. 31/2008 απόφασης προκύπτει ότι το ΑΕΔ έκρινε δεσμευτικά και έναντι πάντων, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 345/1976 "Περί κυρώσεως του Κώδικος περί του κατά το άρθρον 100 του Συντάγματος Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου", περί της έννοιας των ανωτέρω μεταβατικών διατάξεων των άρθρων 9 παρ. 1 γ' και 2 και 10 ν. 1406/1983, για τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες τα πολιτικά ή τα διοικητικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν αγωγών κατά του Δημοσίου (συνεπώς και κατά των λοιπών ΝΠΔΔ, που αναφέρονται στο άρθρο 106 ΕισΝ ΑΚ), περί ευθύνης αυτών σε αποζημίωση από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων τους κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί και, ειδικότερα, στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες οι συνέπειες των ανωτέρω παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου εκτείνονται και μετά τις 11-6-1985, κρίνοντας ότι δικαιοδοσία έχουν τα πολιτικά δικαστήρια με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές αξιώσεις είναι, είτε πριν, είτε μετά την ως άνω ημερομηνία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, προσδιορίσιμες, χωρίς βέβαια να αποφανθεί και για το πότε οι συγκεκριμένες αξιώσεις, που πηγάζουν από τις ανωτέρω παράνομες πράξεις ή παραλείψεις, είναι προσδιορίσιμες (ΑΠ 847/2019). Εξάλλου, προσδιορίσιμες κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι και οι αξιώσεις εκείνες, οι οποίες γεννήθηκαν από παράνομη πράξη, τελεσθείσα πριν τις 11-6-1985, αρμοδίων οργάνων Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), που στο πλαίσιο ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης κηρυχθείσας νομίμως, προβαίνουν παρανόμως, πριν την συντέλεση της απαλλοτρίωσης, στην κατάληψη του ρυμοτομούμενου ιδιωτικού ακινήτου και, ακολούθως, παρά την αντίδραση του ιδιοκτήτη του ακινήτου, χωρίς να ολοκληρώνουν τη διαδικασία απαλλοτρίωσης, παραλείπουν, αντίθετα στην καλή πίστη και συνεπώς παράνομα, την άρση της κατάληψης, με την απόδοση του ακινήτου στον ιδιοκτήτη του, και οι οποίες (αξιώσεις) αφορούν αποζημίωση του ιδιοκτήτη του ακινήτου για την στέρηση αυτού, που άρχισε πριν τις 11-6-1985 και συνεχίζεται και μετά την ημερομηνία αυτή.
Συνεπώς δικαιοδοσία να δικάσουν και τις διαφορές αυτές έχουν τα πολιτικά και όχι τα διοικητικά δικαστήρια, αφού πρόκειται για παράνομη πράξη τελεσθείσα πριν τις 11-6-1985, από την οποία δημιουργήθηκε παρατεταμένη ζημιογόνος κατάσταση, οι συνέπειες της οποίας εκτείνονται και μετά την ημερομηνία αυτή, και για αξιώσεις του ιδιοκτήτη προς αποκατάσταση της ζημίας του, απορρέουσες και μετά την 11-6-1985 από την παρατεταμένη αυτή κατάσταση, δηλαδή την προεκτεθείσα παράνομη κατάληψη του ακινήτου και την εν συνεχεία διαρκή παράνομη παράλειψη άρσης της κατάληψης αυτής, οι οποίες ήσαν, κατά τα ανωτέρω, προσδιορίσιμες (πρβλ για το συναφές ζήτημα της παράνομης παράλειψης ολοκλήρωσης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ΣτΕ 907/2022, ΣτΕ 2299/2010). Είναι διαφορετικό το ζήτημα της παραγραφής των πιο πάνω αξιώσεων του ζημιωθέντος προς αποζημίωση για τη ζημία που υφίσταται από την διατήρηση της καταστάσεως αυτής και την παράλειψη του δράστη να ενεργήσει προς άρση της, η οποία παραγραφή, στην περίπτωση αυτή, δεν αρχίζει από το χρόνο που αυτός έλαβε γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς του δράστη με την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση, αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά σημεία που εξακολουθεί να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να προκαλεί ζημία σε άλλον (ΑΠ 1605/2014). Τέλος, η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1271/2019), ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει εσφαλμένα την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια τής παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ781/2019, ΑΠ 741/2017). Στην περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, που στηρίζονται αντιστοίχως στην επίκληση της πλημμέλειας της ευθείας και της εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο, την περί δικαιοδοσίας κρίση του, έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο, ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1313/2021, ΑΠ 1529/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, του δικογράφου της από 14.6.2006 αγωγής της, εξέθεσε με αυτήν, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: Ότι ήταν καθολική διάδοχος - δια συγχωνεύσεως και απορροφήσεως - της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...". Ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ... νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π.-Μ. περιήλθε στην ως άνω εταιρεία κατά πλήρη κυριότητα το λεπτομερώς περιγραφόμενο κατά θέση, έκταση και όρια ακίνητο (οικόπεδο), επιφάνειας 2.071,75 τ.μ., κείμενο στην Αθήνα, στη θέση "..." ή "..." των Κάτω Πατησίων και επί των οδών .... Ότι το ανωτέρω οικόπεδο κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο υπέρ του εναγόμενου (αναιρεσείοντος) δυνάμει του από 14.09.1981 διατάγματος περί τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αθηναίων, κατόπιν δε αιτήσεως της ενάγουσας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6577/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης επί του απαλλοτριωθέντος στο ποσό των 125.000 δρχ. ανά τ.μ. Ότι το εναγόμενο δεν προέβη σε παρακατάθεση του καθορισθέντος ποσού αποζημίωσης εντός ενάμιση έτους από τη δημοσίευση της παραπάνω απόφασης, με αποτέλεσμα να ανακληθεί αυτοδίκαια η απαλλοτρίωση. Ότι στις 28.2.1982 διεπιστώθη ότι το εναγόμενο προέβη παρανόμως στην κατεδάφιση του κατασκευασθέντος από την προκάτοχο της ενάγουσας μαντρότοιχου επί της οδού ... και την απομάκρυνση της επ'αυτού (μαντρότοιχου) μεταλλικής θύρας εισόδου. Ότι κατά της παράνομης αυτής πράξεως η ενάγουσα άσκησε αγωγή προστασίας της νομής της επί επιδίκου και ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 8572/1987 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 10789/89 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, δικαιώθηκε. Ότι το εναγόμενο εξακολουθεί από το έτος 1982 και εντεύθεν να κάνει παρανόμως χρήση του ακινήτου, χωρίς να έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα. Ότι εξαιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της καταλήψεως του επιδίκου από το εναγόμενο η ενάγουσα υπέστη ζημία, που αντιστοιχεί στα απολεσθέντα εισοδήματα που θα αποκόμιζε με την ελεύθερη διάθεση του ακινήτου. Ότι αν το ακίνητο δεν ήταν δεσμευμένο θα μπορούσε η ενάγουσα να το εκμισθώνει σε τρίτους ως υπαίθριο χώρο στάθμευσης οχημάτων, με εκτιμώμενη μηνιαία μισθωτική αξία για το έτος 2005 στο ποσό των 9.891,92 ευρώ και για το έτος 2006 στο ποσό των 10.248,05 ευρώ, το οποίο αποτελεί το βάσιμα προσδοκώμενο κέρδος που απώλεσε, αν δεν επισυνέβαινε το ζημιογόνο γεγονός. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, ζήτησε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το εναγόμενο ως αποζημίωση (διαφυγόν κέρδος): α) για το χρονικό διάστημα από 01.03.2005 έως 31.12.2005 (10 μήνες) ποσό (9.891,92 Χ 10 μήνες=) 98.919,20 ευρώ, β) για το χρονικό διάστημα από 01.01.2006 έως 31.05.2006 (5 μήνες) ποσό (10.248,05 Χ 5 μήνες=) 51.240,15 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από 01.03.2005 έως 31.05.2006 το ποσό των 150.159,35 ευρώ, που αντιστοιχεί στον πορισμό του κέρδους που ματαιώθηκε εξαιτίας του ζημιογόνου γεγονότος της αυθαίρετης δέσμευσης (κατάληψης) του ακινήτου, νομιμοτόκως για κάθε επιμέρους ποσό από τη λήξη εκάστου μηνός, άλλως για το συνολικό ποσό από την επίδοση της αγωγής, μέχρι εξοφλήσεως. Επικουρικώς ζήτησε η ενάγουσα το ίδιο ως άνω ποσό των 150.159,35 ευρώ κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (904 επ. ΑΚ), καθώς το εναγόμενο αποκόμισε ως ωφέλεια από την παράνομη χρήση του ακινήτου σε βάρος της περιουσίας και με βλάβη της ενάγουσας, ήτοι κατά το ποσό που θα αναγκαζόταν να καταβάλει το εναγόμενο στην ενάγουσα ή σε τρίτο για τη μίσθωση του επίδικου ή άλλου όμοιου ακινήτου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 4114/2015 οριστική του απόφαση, με την οποία, απέρριψε τον ισχυρισμό περί ελλείψεως δικαιοδοσίας, που προέβαλε ο εναγόμενος, επικαλούμενος ότι η κρινόμενη διαφορά ως ανήκουσα στο δημόσιο δίκαιο υπάγεται στα διοικητικά δικαστήρια ουσίας, και ακολούθως, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια και επικουρική), την έκανε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά την κυρία βάση της, υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 150.159,35 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Τον ανωτέρω ισχυρισμό περί ελλείψεως δικαιοδοσίας επανέφερε στο Εφετείο ο εναγόμενος με σχετικό λόγο εφέσεως, τον οποίο όμως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αγωγή κατάγεται σε δίκη κατά την κυρία βάση της η διάγνωση διαφοράς που δημιουργείται από την υλική πράξη παράνομης δέσμευσης (κατάληψης) από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. (ΟΤΑ α' βαθμού) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ" του επιδίκου ακινήτου, ιδιοκτησίας ήδη της ενάγουσας, τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και την αποκατάσταση του διαφυγόντος κέρδους αυτής, ήτοι του πορισμού του κέρδους που ματαιώθηκε εξαιτίας του ως άνω ζημιογόνου γεγονότος της αυθαίρετης κατάληψης του επιδίκου και κατά την επικουρική της βάση ο εξαιτίας της παράνομης αυτής πράξης πορισμός ωφέλειας σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της ενάγουσας και όχι η διάγνωση διαφοράς δημοσίου δικαίου που να αφορά την άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης λόγω παρελεύσεως του εύλογου χρόνου παρακατάθεσης της αποζημίωσης. Με την κρινόμενη αγωγή εισάγεται, λοιπόν, διαφορά, που, αφενός μεν, είναι από τη φύση της ιδιωτικού δικαίου ως απορρέουσα από την προσβολή άσκησης του δικαιώματος της νομής από την εφεσίβλητη επί του επιδίκου ακινήτου, εξαιτίας της αυθαίρετης κατάληψης και διαχείρισης του από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. (ΟΤΑ α' βαθμού) με την επωνυμία "Δήμος Αθηναίων", ήτοι αφορά την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του εναγόμενου, αφού η επικαλούμενη στο δικόγραφο της αγωγής παράνομη πράξη του δεν έγινε κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που του έχει ανατεθεί εν τη έννοια του άρθρου 105 σε συνδυασμό με το άρθρο 106 ΕισΝΑΚ, η οποία εκδηλώνεται κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη με τη χρήση ειδικής κατά το νόμο υπερέχουσας θέσης αυτού έναντι της ενάγουσας, τραπεζικής ανώνυμης εταιρείας. Εξάλλου, το γεγονός ότι το καταληφθέν ακίνητο διατέθηκε από το εκκαλούν (Ν.Π.Δ.Δ.) σε κοινή χρήση δεν επιδρά στη φύση της διαφοράς ως ιδιωτικού δικαίου, όπως αντιθέτως διατείνεται το εκκαλούν με την έφεση του.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του ήχθη κατ' αποτέλεσμα σε όμοια με το παρόν Δικαστήριο κρίση, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της ότι η κρινόμενη διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (και όχι διαφορά δημοσίου δικαίου, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων ουσίας), ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά και όλοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος - ασκούντος τους πρόσθετους λόγους έφεσης που προέβαλε πρωτοδίκως και επανεισάγει προς εξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με σχετικό λόγο της έφεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, ήτοι περί ελλείψεως δικαιοδοσίας του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προβάλλοντας τον ειδικότερο ισχυρισμό ότι η κρινόμενη διαφορά ως ανήκουσα στο δημόσιο δίκαιο υπάγεται στα διοικητικά δικαστήρια ουσίας, ελέγχονται αβάσιμα και κρίνονται απορριπτέα, πέραν του ότι το παρόν Δικαστήριο ερευνά την έλλειψη δικαιοδοσίας και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 4 εδ. α' πρώτη πρόταση ΚΠολΔ)".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, αφού, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ήτοι α) ότι η κατάληψη του επίδικου ακινήτου ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης και η αποβολή της τελευταίας από τη νομή της, έγινε παράνομα από τα αρμόδια όργανα του αναιρεσείοντος Δήμου, τον Οκτώβριο του 1982 και β) ότι έκτοτε συνεχώς και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, στις 14.6.2014, ο Δήμος συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο, παραλείποντας να ολοκληρώσει την απαλλοτρίωση, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών και όχι των διοικητικών δικαστηρίων για εκδίκαση της ένδικης αγωγής, με την οποία η αναιρεσείουσα ζητεί αποζημίωση για την ζημία, που υφίσταται από την παράνομη στέρηση του ακινήτου της και για το επίδικο, μετά την 11-6-1985, χρονικό διάστημα της αγωγής, και τούτο γιατί, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, η ένδικη αξίωση της αναιρεσείουσας για αποζημίωση κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.3.2005 έως 31.5.2006, επειδή στερήθηκε κατ' αυτό το δικαίωμα να εκμεταλλευτεί το ακίνητό της, απορρέει από τη ζημιογόνο κατάσταση, η οποία δημιουργήθηκε από την προγενέστερη της 11-6-1985 παράνομη κατάληψη του ακινήτου της και τη μετέπειτα επίσης παράνομη παράλειψη άρσης της κατάστασης αυτής, οι συνέπειες της οποίας εκτείνονται και για το μετά τις 11-6-1985 χρονικό διάστημα, και παράλληλα η αξίωση αυτή ήταν προσδιορίσιμη, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Κατόπιν αυτού, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 4 (και όχι από τους αριθ. 1 και 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης). Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 106/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη άρθρου 914 AK, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 1979/2017). Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Η παράλειψη από αμέλεια της τηρήσεως εκ μέρους προσώπου που ανήκει σε συγκεκριμένο επαγγελματικό κύκλο των κανόνων επιστήμης και τέχνης, που κατά κοινή αναγνώριση, είναι εφαρμοστέοι στον κύκλο αυτό, πληροί επίσης την προϋπόθεση του παρανόμου κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και οδηγεί, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, στη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης (ΑΠ 1521/2017). Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος, ήτοι περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης, η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης, και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 93/2016, ΑΠ 1513/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αγωγή, έχοντας το ως άνω αναλυτικώς εκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα, είναι πλήρως ορισμένη, διότι κατά το μέρος που αφορά την κύρια βάση της από την αδικοπραξία αναφέρονται σ' αυτή επαρκώς α) η ζημιογόνος συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ήτοι η κατάληψη από αυτόν του ακινήτου της κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, β) το παράνομο της καταλήψεως αυτής κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, καθόσον η απαλλοτρίωση είχε προ πολλού αρθεί, γ) η υπαιτιότητα (δόλος), δ) η ζημία (αποθετική), ήτοι το βάσιμα προσδοκώμενο κέρδος που απώλεσε, και ε) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου γεγονότος και ζημίας, ως προς δε την επικουρική της βάση, μνημονεύεται επαρκώς η ωφέλεια που απεκόμισε ο αναιρεσείων σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, ήτοι τα ωφελήματα που αυτός απεκόμισε από την αποκλειστική χρήση του επιδίκου, υπολογιζόμενα με βάση τη μισθωτική του αξία, συνεπεία της εξοικονόμησης της δαπάνης στην οποία θα υποβαλλόταν ο αναιρεσείων αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο εκτιμώντας κυριαρχικώς τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, έκρινε αυτήν ορισμένη, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα και συγκεκριμένα παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστες αμφότερες τις αγωγικές βάσεις, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1099 ΑΚ, αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (αρθρ.914 ΑΚ), δηλαδή σε πλήρες διαφέρον, το οποίο περιλαμβάνει τόσον τη θετική όσον και την αποθετική ζημία που υπέστη ο κύριος από την αφαίρεση και τη μη απόδοση σ' αυτόν της νομής του πράγματος (ΑΠ 448/2015).Για τη θεμελίωση της αγωγικής ευθύνης, που ερείδεται στην τελευταία διάταξη, απαιτείται η συνδρομή και της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εναγομένου νομέα. Κτήση δε της νομής με παράνομη πράξη αποτελεί κάθε ενέργεια εναντίον της θέλησης του κυρίου (άρθρ. 984 παρ.1 ΑΚ), με την οποία συντελείται η αφαίρεση της νομής του, ανεξάρτητα εάν ο αφαιρέσας τελεί ή όχι σε καλή πίστη και αν η ενέργεια, με την οποία συντελέστηκε η παράνομη κτήση, αποτελεί ή όχι αξιόποινη πράξη. Η άνω παράνομη πράξη μπορεί να αντιβαίνει και σε απαγορευτική διάταξη νόμου, όπως επί προσβολής του απόλυτου δικαιώματος της κυριότητας (άρθρο 1000 του ΑΚ). Δικαιούχος δε της αξίωσης είναι ο κύριος του πράγματος, κατά το χρόνο της παράνομης αφαίρεσης της νομής (ΑΠ 1228/2021, ΑΠ 666/2018, ΑΠ 822/2014, ΑΠ 599/2013). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι εκτός από την υπαιτιότητα και την παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση, έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανές και μπορούσαν αντικειμενικά να επιφέρουν, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η αποζημίωση δε που προβλέπεται από τα άρθρα 297 και 298 ΑΚ, παρεχόμενη από τον υπόχρεο σε χρήμα, περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία όσο και το διαφυγόν κέρδος που προσδοκάται με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 2201/2013, ΑΠ 1899/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγόμενη - εφεσίβλητη-καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης είναι καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", δια συγχωνεύσεως με απορρόφηση της τελευταίας ως άνω εταιρείας από την εφεσίβλητη δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Π.-Α., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο 4180 και με α.α. 383, η δε υπ' αρ. ... απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, με την οποία εγκρίθηκε η ως άνω συγχώνευση, καταχωρίστηκε την 02.10.1998 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών με αριθμό MAE ... και ανακοίνωση για την εν λόγω καταχώριση δημοσιεύτηκε στο υπ' αρ. 7797/02.10.1998 ΦΕΚ (τ. ΑΕ-ΕΠΕ). Δια του ίδιου ως άνω συμβολαίου μεταβιβάστηκε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, προς την εφεσίβλητη, μεταξύ άλλων, και το κάτωθι λεπτομερώς περιγραφόμενο ακίνητο, ήτοι ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, ευρισκόμενο στην περιφέρεια του Δήμου Αθηναίων, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης των Αθηνών, στη θέση "..." ή "..." των Κάτω Πατησίων και επί των οδών ..., έκτασης κατά τους τίτλους 2.025,00 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση 2.071,75 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Γ'-Δ-Ε-Α στο από Ιανουάριο του έτους 1974 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Π.. Το ακίνητο αυτό συνορεύει βόρεια σε πλευρά Β-Γ-Π μήκους 57,40 μ. με τις ιδιοκτησίες των Ε. Σ., Α. Κ., Α. Τ. και ..., ανατολικά σε πλευρά Γ'-Δ-Ε μήκους 38,00 μ. με τις ιδιοκτησίες των Κ., Μ., Ρ. και Α. Σ., νότια σε πρόσωπο Α-Ε μήκους 53,90 τ.μ. με την οδό ... και δυτικά σε πρόσωπο Α-Β, μήκους 36,25 μ. με την οδό .... Το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα στην δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης εταιρείας δια αγοράς, δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π. - Μ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο 2790, με α.α. 14. Ακολούθως, δυνάμει του από 14.09.1981 Προεδρικού Διατάγματος (ΦΕΚ Δ' 570/13.10.1981), εγκρίθηκε η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης των Αθηνών για το οικοδομικό τετράγωνο που περικλείεται από τις οδούς ..., Χαιρέτη, ... στην περιοχή "..." ή "..." Κάτω Πατησίων, δια του χαρακτηρισμού του εν λόγω οικοδομικού τετραγώνου ως κοινόχρηστου χώρου. Σε εφαρμογή του παραπάνω Προεδρικού Διατάγματος εκδόθηκε στη συνέχεια η υπ' αρ. 20/1990 πράξη αναλογισμού αποζημίωσης της αρμόδιας υπαλλήλου του τμήματος απαλλοτριώσεων της Νομαρχίας Αθηνών, που κυρώθηκε εν μέρει με την υπ' αρ. 7708/212/1994 απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αθηνών. Οι ρυμοτομούμενες εκτάσεις αποτυπώνονται σε πρόχειρο κτηματολογικό διάγραμμα συνταχθέν από την Ι. Λ., καθώς και στο συνοδεύον την υπ' αρ. 20/1990 πράξη αναλογισμού αποζημίωσης τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο τεχνικός υπάλληλος Ε. Α. και θεώρησε την 08.10.1990 ο Προϊστάμενος του Β' Τμήματος του Δήμου Αθηναίων Αντ. Δήμου. Μεταξύ δε των απαλλοτριωθέντων ακινήτων που ευρίσκονται στις ως άνω ρυμοτομούμενες εκτάσεις περιλαμβανόταν και το προπεριγραφεν ακίνητο της εφεσίβλητης. Όπως δε κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου από την υπ' αρ. 10789/1989 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, το εκκαλούν προέβη το μήνα Ιούλιο του έτους 1982, ήτοι προ οποιασδήποτε συντέλεσης της κατά τα ανωτέρω επιβληθείσας απαλλοτρίωσης, σε παράνομη κατάληψη του εν λόγω ακινήτου, καθαιρώντας μαντρότοιχο, μήκους 90 μέτρων και ύψους 2 μέτρων και την απομάκρυνση της ευρισκομένης στον μαντρότοιχο μεταλλικής θύρας, τον οποίο είχε ανεγείρει η δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, και στη συνέχεια διαμορφώνοντας το χώρο με δενδροφύτευση, τοποθέτηση πάγκων και κατασκευή παιδικής χαράς, με αποτέλεσμα να αποβάλει την ως άνω τραπεζική εταιρεία από τη νομή του ακινήτου. Για το λόγο αυτό η τελευταία άσκησε την από 01.06.1983 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 5904/1983 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 8572/1987 απόφαση, με την οποία την αναγνώρισε ως νομέα επί του επιδίκου ακινήτου, διατάσσοντας παράλληλα την απόδοση του από το εκκαλούν. Η ανωτέρω απόφαση επικυρώθηκε δε τελεσιδίκως ως προς τις παραπάνω διατάξεις της δια της υπ' αριθ. 10789/1989 προαναφερθείσας απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, κατόπιν άσκησης από το εκκαλούν της από 15.10.1988 και με αριθ. εκθ. καταθ. 13494/1988 εφέσεως του. Εν συνεχεία, η δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης δια της από 04.07.1997 και με αριθμό Β.Α.Β. 792/1997 αίτησης της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ζήτησε τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το ανωτέρω απαλλοτριούμενο ακίνητο και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 6577/1998 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δημοσιευθείσα την 08.07.1998, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης στο ποσό των 125.000 δρχ.(και ήδη 366,84 ευρώ) ανά τ.μ. Πλην όμως το εκκαλούν ουδόλως προέβη, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, εντός της προβλεπόμενης στα άρθρα 17 παρ. 4 του Συντάγματος και 11 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 "Περί Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων" (και ήδη άρθρου 11 παρ. 3 του "Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων "Κ.Α.Α.Α. - ν. 2882/2001) δεκαοκτάμηνης προθεσμίας σε καταβολή της καθορισθείσας αποζημίωσης, ούτε δημοσιεύτηκε αντιστοίχως εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας γνωστοποίηση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως για την παρακατάθεση της στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, κατ' αρθρ. 7 παρ. 1 εδ. δ' του Ν. 2882/2001), εφόσον υπόχρεο προς αποζημίωση ήταν το εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ., (ΟΤΑ α' βαθμού) με την επωνυμία "Δήμος Αθηναίων". Το ανωτέρω γεγονός συνομολογείται εξάλλου από το εκκαλούν και στο υπ' αρ. 128807/28.09.2004 έγγραφο - έκθεση απόψεων του Γενικού Γραμματέα του Τμήματος Απαλλοτριώσεων - Αγορών. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες διατάξεις, η ανωτέρω κηρυχθείσα απαλλοτρίωση είχε αρθεί αυτοδικαίως ήδη από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2000. Ωστόσο, η εφεσίβλητη υπέβαλε προς το εκκαλούν καθώς και προς τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών Πειραιώς και το ΥΠΕΧΩΔΕ την από 08.10.2002 αίτηση της, ζητώντας τη διοικητική βεβαίωση της αυτοδικαίως επελθούσας άρσης της απαλλοτρίωσης, πλην όμως η ανωτέρω αίτηση απορρίφθηκε σιωπηρώς με την παρέλευση άπρακτου τριμήνου από την υποβολή της. Κατόπιν αυτού η εφεσίβλητη κατέθεσε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών την από 28.01.2003 αίτηση της, διά της οποίας ζητούσε την ακύρωση της ως άνω σιωπηρής αρνητικής απάντησης της Διοίκησης. Επί της αιτήσεως της αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 5019/2005 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας ακυρώθηκε η προαναφερθείσα σιωπηρή αρνητική απάντηση της Διοίκησης επί της από 08.10.2002 αίτησης της εφεσίβλητης και αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου να προβεί σε βεβαίωση της αυτοδικαίως επελθούσας ανάκλησης της απαλλοτρίωσης. Σε συμμόρφωση προς την ανωτέρω απόφαση και κατόπιν της σχετικής από 20.02.2006 εισήγησης της Διεύθυνσης Σχεδίου Πόλεως το Δημοτικό Συμβούλιο του εκκαλούντος με την υπ' αριθ. 678/20.03.2006 πράξη του αποφάσισε την έγκριση της ανωτέρω εισήγησης περί τροποποίησης του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου Αθηνών δια άρσης και επανεπιβολής του από 14.09.1981 Προεδρικού Διατάγματος. Ακολούθως δε, δια της υπ' αρ. 7082/270/21.07.2006 αποφάσεως του Νομάρχη Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ' αρ. 740/07.09.2006 ΦΕΚ (τ. 4° Απαλλοτριώσεων), αποφασίστηκε η άρση και επανεπιβολή της απαλλοτρίωσης του χώρου στο Ο.Τ. 122 περ. 92 επί των οδών ... και ... (εντός του οποίου περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο) για κοινόχρηστο χώρο πρασίνου, η έναρξη δε ισχύος της ως άνω απόφασης έλαβε χώρα από τη δημοσίευση της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι κατά το χρονικό διάστημα για το οποίο ζητείται με την υπό κρίση αγωγή αποζημίωση από την εφεσίβλητη λόγω παράνομης κατάληψης του ακινήτου της, ήτοι από 01.03.2005 έως 31.05.2006, δεν υφίστατο καθεστώς συντελεσμένης απαλλοτρίωσης επί του ακινήτου, καθόσον, κατά τα προδιαλαμβανόμενα, αυτή είχε ανακληθεί αυτοδικαίως ήδη από τον Ιανουάριο του έτους 2000, ενώ επανεπιβλήθηκε διά της δημοσιεύσεως της σχετικής απόφασης του Νομάρχη Αθηνών στο ΦΕΚ τον Σεπτέμβριο του έτους 2006. Επομένως, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα το εκκαλούν παρανόμως και υπαιτίως κατείχε το προπεριγραφέν ακίνητο της εφεσίβλητης, έχοντας προβεί σε κατάληψη του και μετατροπή του σε χώρο πρασίνου, παιδικής χαράς και αθλοπαιδιών, χωρίς ουδέποτε να έχει προβεί από τον μήνα Ιούλιο του έτους 1982 και εντεύθεν σε απόδοση του προς την εφεσίβλητη, αποστερώντας με τον τρόπο αυτό από την τελευταία την χρήση και κάρπωση του. Ωστόσο, το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν-ασκούν τους πρόσθετους λόγους έφεσης προέβαλε πρωτοδίκως την ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης ως προς αμφότερες τις νομικές της βάσεις (κύρια και επικουρική), την οποία επαναφέρει προς εξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με σχετικό παράπονο που περιέχεται στους πρόσθετους λόγους έφεσης, επικαλούμενο τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ και ειδικότερα ότι από τη συντελεσθείσα στις 28-10-1982 γνώση εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης της αυθαίρετης κατάληψης του επίδικου ακινήτου μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 23-6-2006 έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν της πενταετίας και κατά συνέπεια η ένδικη αξίωση (ως προς αμφότερες τις νομικές της βάσεις) έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή. ... Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδείχθηκε, η ένδικη αδικοπραξία που τέλεσε το εναγόμενο-εκκαλούν-ασκούν τους πρόσθετους λόγους έφεσης σε βάρος της ενάγουσας-εφεσίβλητης-καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης δεν έλαβε χώρα άπαξ, επομένως δεν ολοκληρώθηκε κατά το έτος 1982, και η απαίτηση της εφεσίβλητης, η οποία έχει βάση συνεχιζόμενης αδικοπραξίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί γεννηθείσα από της καταλήψεως του ακινήτου από το εκκαλούν, το οποίο παραλείπει προς άρση της αδικοπραξίας, για ολόκληρο τον εφεξής χρόνο, ο οποίος και δεν μπορεί να υπολογισθεί εκ των προτέρων, αλλά αναγεννάται εξακολουθητικώς, εφόσον συνεχίζεται η παράνομη και αυθαίρετη κατάληψη του η δε παραγραφή αρχίζει από της τελευταίας ημέρας.
Συνεπώς, η εκ του άρθρου 937 ΑΚ κατά ανωτέρω αναφερθέντα καθοριζομένη πενταετής παραγραφή δεν αρχίζει ως προς όλη τη ζημία από τότε που επήλθαν οι πρώτες επιζήμιες συνέπειες, αλλά ως προς τις ζημίες που πραγματοποιήθηκαν μεταγενεστέρως αρχίζει χωριστή παραγραφή με αφετηρία όχι προγενέστερη του χρόνου της επέλευσης τους, και ειδικότερα από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο εμπίπτουν τα εν λόγω χρονικά σημεία, τα οποία συνεχίζονται, εν προκειμένω, τουλάχιστον μέχρι το Μάιο του έτους 2006, ενώ η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε κατά τα προαναφερθέντα στις 23-6-2006, ήτοι πριν από την παρέλευση της ως άνω πενταετούς προθεσμίας της παραγραφής, απορριπτόμενων συνεπώς ως αβάσιμων της σχετικής ένστασης και του συναπτόμενου με αυτήν σχετικού λόγου που περιέχεται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων έφεσης... Συγκεκριμένα, το εναγόμενο-εκκαλούν απέδειξε μεν ότι είχε καταλάβει το ακίνητο από το έτος 1982, προβαίνοντας σε πλήρη διαμόρφωση του ως χώρου πλατείας και πάρκου, συνεπώς αυτό βρισκόταν συνεχώς και αδιαλείπτως στην κατοχή του, γεγονός εξάλλου που συνομολογεί και η ίδια η ενάγουσα-εφεσίβλητη καθ' υποφοράν ήδη στο δικόγραφο της αγωγής. Πλην όμως ουδόλως αποδείχθηκε η συνδρομή του πνευματικού στοιχείου της διανοίας κυρίου (animus domini), ώστε να θεωρηθεί ότι το εκκαλούν είχε σε όλη της την έκταση τη νομή του εν λόγω ακινήτου. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν κατείχε κατά τον ανωτέρω χρόνο το ακίνητο για τη επίτευξη των σκοπών της κηρυχθείσας απαλλοτρίωσης του, ενώ η εφεσίβλητη ασκούσε κατά το ίδιο ως άνω διάστημα πλήρως τα δικαιώματα που πηγάζουν εκ της νομής και κυριότητας της επί αυτού, καθώς, εντός της προαναφερόμενης χρονικής περιόδου είχε ήδη υποβάλει: α) την από 01.11.1982 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για προσωρινή ρύθμιση κατάστασης ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, β) την από 01.06.1983 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 5904/1983 αγωγή αποβολής από τη νομή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γ) την από 04.07.1997 και με αριθμό Β.ΑΒ.792/1997 αίτηση της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως ιδιοκτήτριας απαλλοτριούμενου ακινήτου, για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας απαλλοτρίωσης. Ακόμα όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι το εναγόμενο ενεργούσε επί του ακινήτου κυριαρχικές πράξεις (δενδροφύτευσης, πλακόστρωσης, καλλωπισμού, συντήρησης, καθαριότητας κ.λπ.), δια των οποίων εκδηλωνόταν η πρόθεση του να το εξουσιάζει απεριόριστα, αποκλειστικά και με διάρκεια - ήτοι με τέτοιο τρόπο που θα προσιδίαζε σε κύριο αυτού, ώστε να δύνανται να χαρακτηριστούν οι ενέργειες του ως πράξεις νομής - εντούτοις το ίδιο προέβαινε, καθ' όλο το εξεταζόμενο χρονικό διάστημα, δια εγγράφων και δικογράφων του, σε κατά τακτά διαστήματα δηλώσεις αναγνώρισης της εφεσίβλητης και της δικαιοπαρόχου αυτής ως αληθών κυρίων του ακινήτου και, κατά συνέπεια, ως νομέων αυτού, με αποτέλεσμα να επέρχεται διακοπή της χρησικτησίας του εκκαλούντος επί του ακινήτου, κατ' άρθρο 1048 ΑΚ, καθόσον το τελευταίο αποστερούταν δια των δηλώσεων του αυτών του πνευματικού στοιχείου (animus domini) της νομής. Συγκεκριμένα το εναγόμενο, ήδη από την υπ' αρ. πρωτ. 5807/08.06.1982 επιστολή του που απηύθυνε προς τη δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης τραπεζική εταιρεία, αναγνώριζε την τελευταία ως ιδιοκτήτρια αυτού - περιγράφοντας το χαρακτηριστικά ως "άχτιστο χώρο 2.000 μ2 που ανήκει στην Κτηματική Τράπεζα" - και παράλληλα, ενημερώνοντας την τελευταία για την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου που είχε λάβει χώρα, την καλούσε να ρυθμίσει τις μεταξύ τους οικονομικές υποχρεώσεις επί τη βάσει συμβολικού τιμήματος που προτίθετο να καταβάλει το εκκαλούν. Την ως άνω επιστολή, με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, επικαλέσθηκε το εκκαλούν μεταγενέστερα, κατά το έτος 1990, σε ανύποπτο χρόνο, στο πλαίσιο της από 12.06.1990 ασκηθείσας αναίρεσης του ενώπιον του Αρείου Πάγου και ως βάση υποστήριξης των αναιρετικών του λόγων, ισχυριζόμενο εν προκειμένω ότι είχε στην κατοχή του το επίδικο ακίνητο "με την πλήρη έγκριση, συναίνεση και γνώση" του τότε Διοικητή και νομίμου εκπροσώπου της δικαιοπαρόχου της εφεσίβλητης και ειδικότερα "δυνάμει εννόμου σχέσεως και δη συμφωνίας" του τότε Δημάρχου (του εκκαλούντος) και του τότε νομίμου εκπροσώπου (της δικαιοπαρόχου της εφεσίβλητης), προβαίνοντας συνεπώς, με τον τρόπο αυτό, σε ρητή αναγνώριση της κυριότητας και - συνακόλουθα - της νομής της δικαιοπαρόχου εταιρείας της εφεσίβλητης επί του ακινήτου, καθώς αποδέχθηκε ότι το ίδιο το εκκαλούν είχε μόνο κατοχή επί του ακινήτου και μάλιστα δυνάμει συγκεκριμένης συμφωνίας - έγκρισης με την ιδιοκτήτρια αυτού. Εν συνεχεία, δεκαέξι (16) περίπου χρόνια μετά, ήτοι κατά το έτος 2006, το εκκαλούν προέβη εκ νέου, διά εγγράφων του, σε αναγνώριση ετέρου προσώπου - και όχι του ιδίου - ως κυρίου του ακινήτου, ήτοι της εφεσίβλητης. Συγκεκριμένα: α) δια του υπ' αρ. 15021/08.02.2006 εγγράφου της Διεύθυνσης Δημοτικής Περιουσίας αυτού γνωστοποίησε την πρόβλεψη στον προϋπολογισμό του έτους 2006 Κ.Α. 7121 Φ.10 Απαλλοτριώσεις κτιρίων-εγκαταστάσεων, κτιρίων-τεχνικών έργων του Δήμου, πίστωσης αποζημίωσης για το χώρο του επιδίκου ποσού 1.044.910,00, αποδεχόμενο συνεπώς ότι κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο δεν διέθετε την κυριότητα αυτού και β) δια της από 20.02.2006 εισηγήσεως του προϊσταμένου της Διεύθυνσης Σχεδίου Πόλεως αυτού, η οποία (εισήγηση) εγκρίθηκε μάλιστα, ως προαναφέρθηκε, με την υπ' αρ. 678/20.03.2006 πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου του εκκαλούντος, έκανε σαφή μνεία του επιδίκου ακινήτου, αποκαλώντας το ρητώς ως ιδιοκτησία της εφεσίβλητης. Τέλος, στο πλαίσιο της πρωτοδίκως ανοιγείσας δίκης για την κρινόμενη υπόθεση, το εκκαλούν προσκόμισε επιμέλεια του ακόμη την από 22.09.2014 έκθεση της προστηθείσας αυτού μηχανικού Α.-Ρ. Κ., η οποία τιτλοφορείται "Υπόθεση ιδιοκτησίας Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε", προβαίνοντας για μια ακόμη φορά σε ρητή αναγνώριση της κυριότητας της εφεσίβλητης επί της επίδικης έκτασης. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από την εφεσίβλητη το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με ημερομηνία 21-2-2019 και ΜΙ 2-2020 αναρτητέες αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων, οι οποίες προσάγονται παραδεκτά το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εφόσον αφορούν έγγραφα που εκδόθηκαν μεταγενέστερα της συζήτησης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (βλ. άρθρο 529 ΚΠολΔ) αποδεικνύεται ότι αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία η απευθείας εξαγορά του επιδίκου αντί τιμήματος 1.326.500 ευρώ και η κατά πλειοψηφία καταβολή αποζημιώσεως για την αγορά του επιδίκου αντί τιμήματος 1.326.500 ευρώ αντιστοίχως. Αντιθέτως, όπως προελέχθη, τόσο η εφεσίβλητη, όσο και η δικαιοπάροχος αυτής τραπεζική εταιρεία είχαν από το χρονικό σημείο της κατάληψης του ακινήτου από το εναγόμενο, ήτοι από το έτος 1982 και εντεύθεν, επιδιώξει πλήρως την ικανοποίηση των αξιώσεων τους ως προς την επίδικη εδαφική έκταση, ασκώντας κατά τα έτη 1982, 1983 και 1997 τα προαναφερόμενα ένδικα βοηθήματα της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων προσωρινής ρύθμισης κατάστασης (νομής), της αγωγής αποβολής από τη νομή και της αιτήσεως προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση. Το γεγονός δε ότι η ενάγουσα-εφεσίβλητη δεν προέβη επί δεκαετίες σε εκτέλεση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης, με την οποία αναγνωρίστηκε η νομή της επί του επιδίκου ακινήτου και διετάχθη η απόδοση του σε αυτήν δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή ως προς το πνευματικό στοιχείο της νομής, δεδομένου ότι με την απόφαση αυτή διεγνώσθη αυθεντικά υπέρ της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης το επίδικο δικαίωμα. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - που επαναφέρει με σχετικό λόγο του ως άνω δικογράφου πρόσθετων λόγων έφεσης - περί ιδίας κυριότητας επί της επίδικης έκτασης λόγω συμπλήρωσης χρονικού διαστήματος πλέον των είκοσι (20) ετών, κατά το οποίο το εκκαλούν κατείχε το ακίνητο, ασκώντας επ' αυτού κυριαρχικές πράξεις νομής διάνοια κυρίου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από τη με ημερομηνία 20.12.2011 τεχνική έκθεση που συνέταξε ο μηχανικός Α. Ρ. για την Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της εφεσίβλητης, η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου ως αστικού (οικοπέδου) υπολογίζεται βάσει εκτίμησης του έτους 2002 με τη μέθοδο της βέλτιστης αξιοποίησης, ήτοι της κατασκευής προς πώληση με συντελεστή δόμησης 3,00 στο ποσό των 2.200.000,00 ευρώ, επομένως, εφόσον τα αστικά ακίνητα, με βάση τους δείκτες της εφορίας, έχουν ετήσια απόδοση 5% επί της αξίας τους, η μηνιαία μισθωτική αξία του συγκεκριμένου ακινήτου υπολογίζεται στο ποσό των 9.100,00 Ευρώ περίπου (2.200.000,00 ευρώ Χ 5 % : 12 μήνες = 9.166,67 ευρώ). Αντιστοίχως, στην ίδια ως άνω έκθεση εκτιμάται πως το επίδικο ακίνητο θα μπορούσε να εκμισθωθεί σε τρίτους ως υπαίθριος χώρος στάθμευσης 104 θέσεων (20 τ.μ. ανά θέση), καθόσον η περιοχή στην οποία βρίσκεται είναι πυκνοδομημένη, με παλαιές πολυκατοικίες, χωρίς χώρους στάθμευσης. Με βάση έρευνα αγοράς στην ευρύτερη περιοχή, η αξία μηνιαίου μισθώματος ανά όχημα προσδιορίζεται βάσει εκτίμησης του έτους 2002 στο ποσό των 130,00 ευρώ ανά θέση στάθμευσης, συνεπώς τα μηνιαία έσοδα υπολογίζονται στο ποσό των 13.000,00 ευρώ περίπου (104 θέσεις Χ 130,00 ευρώ = 13.520,00 ευρώ), το οποίο (ποσό εσόδων) εκτιμάται ότι προσαυξάνεται περαιτέρω κατά περίπου 40% λόγω των κερδών από τις ωριαίες σταθμεύσεις που θα προσδοκούσε η εφεσίβλητη με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων (βάσιμα προσδοκώμενο) από μια τέτοιου είδους επιχείρηση, με αποτέλεσμα το τελικό ποσό των διαφυγόντων εσόδων αυτής να ανέρχεται στο ποσό των 19.000,00 ευρώ περίπου (13.000,00 ευρώ + 40% = 18.200,00 ευρώ). Αφαιρουμένων δε από το ως άνω ποσό εσόδων των αποδοχών των υπαλλήλων της εν λόγω επιχείρησης, ύψους 2.500,00 ευρώ περίπου, τα διαφυγόντα καθαρά έσοδα της ως άνω επιχείρησης υπολογίζονται στο ποσό των 16.500,00 ευρώ (19.000,00 ευρώ - 2.500,00 ευρώ = 16.500,00 ευρώ), εκ του οποίου (ποσού καθαρών κερδών) ο εκμισθωτής καρπώνεται περίπου ποσοστό 55% εξ αυτών, δηλαδή περίπου ποσό 9.000,00 ευρώ μηνιαίως (16.500,00 ευρώ Χ 55% = 9.075,00 ευρώ). Εκ των ανωτέρω εκτιμήσεων και των σχετικών υπολογισμών της αξίας του επιδίκου ακινήτου (με βάση τόσο την εκτιμώμενη αγοραία αξία του, όσο και τα προσδοκώμενα έσοδα που θα αποκόμιζε ως επιχείρηση), ο συντάκτης της εν λόγω έκθεσης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το μηνιαίο μίσθωμα για το επίδικο ακίνητο εκτιμάται για το έτος 2002 στο ποσό των 9.000,00 ευρώ περίπου, παραμένοντας σταθερό λόγω της ομαλοποιημένης μισθωτικής αξίας κατά τα επόμενα χρόνια μέχρι και το έτος 2008, με μικρή ετήσια ανοδική τάση, με βάση τον πληθωρισμό. Στο ίδιο συμπέρασμα, ως προς τη μισθωτική αξία του εν λόγω ακινήτου κατά το έτος 2002 είχε καταλήξει εξάλλου και ο μηχανικός Α. Β. στην παλαιότερη από 20.06.2002 εκτιμητική έκθεση του προς τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της εφεσίβλητης, θεωρώντας ότι το ως άνω μηνιαίο ποσό των 9.000,00 ευρώ αντικατοπτρίζει την τάξη μεγέθους μιας ρεαλιστικής διαπραγμάτευσης βάσης μίσθωσης και έχει υπολογισθεί με αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης των δεδομένων του προς εκτίμηση ακινήτου και της αγοράς. Σύμφωνα δε με τις προσκομισθείσες επιμέλεια της εφεσίβλητης από 10.01.2003, 09.01.2004, 12.01.2005 και 11.06.2006 ανακοινώσεις της Γενικής Γραμματείας Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος, ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) παρουσίασε α) κατά τη δωδεκάμηνη περίοδο Ιανουαρίου 2002 - Δεκεμβρίου 2002 αύξηση (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή) κατά 3,4 %, β) κατά τη δωδεκάμηνη περίοδο Ιανουαρίου 2003 -Δεκεμβρίου 2003 αύξηση (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή) κατά 3,1%, γ) κατά τη δωδεκάμηνη περίοδο Ιανουαρίου 2004 - Δεκεμβρίου 2004 αύξηση (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή) κατά 3,1% και δ) κατά τη δωδεκάμηνη περίοδο Ιανουαρίου 2005 - Δεκεμβρίου 2005 αύξηση (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή) κατά 3,6%. Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας ως βάση εκκίνησης την υπολογισθείσα μισθωτική αξία του ακινήτου κατά το έτος 2002 στο ποσό των 9.000,00 ευρώ, το ποσό του μηνιαίου μισθώματος θα πρέπει να υπολογίζεται με βάση τη μεταβολή του ΔΤΚ που παρουσιάζεται στο τέλος εκάστου προηγούμενου έτους: α) προσαυξημένο κατά 3,4 % για το μισθωτικό έτος 2003, ήτοι στο ποσό των 9.306,00 Ευρώ (9.000,00 ευρώ + 3,4% = 9.306,00 ευρώ), β) προσαυξημένο επιπλέον κατά 3,1 % για το μισθωτικό έτος 2004, ήτοι στο ποσό των 9.594,49 Ευρώ (9.306,00 ευρώ + 3,1% = 9.594,49 ευρώ), γ) προσαυξημένο επιπλέον κατά 3,1 % για το μισθωτικό έτος 2005, ήτοι στο ποσό των 9.891,92 Ευρώ (9.594,42 ευρώ + 3,1% = 9.891,92 ευρώ) και δ) προσαυξημένο επιπλέον κατά 3,6 % για το μισθωτικό έτος 2006, ήτοι στο ποσό των 10.248,05 Ευρώ (9.891,92 ευρώ + 3,6% = 10.248,05 ευρώ). Επομένως για το χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητείται δια της υπό κρίση αγωγής από την εφεσίβλητης αποζημίωση χρήσης, ήτοι από 01.03.2005 έως 31.05.2006, το ποσό αυτής διαμορφώνεται ως εξής: α) για το χρονικό διάστημα από 01.03.2005 έως 31.12.2005 (10 μήνες) ποσό (9.891,92 ευρώ Χ 10 μήνες=) 98.919,20 ευρώ, β) για το χρονικό διάστημα από 01.01.2006 έως 31.05.2006 (5 μήνες) ποσό (10.248,05 ευρώ Χ 5 μήνες=) 51.240,15 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από 01.03.2005 έως 31.05.2006 ποσό 150.159,35 ευρώ - ως προς το οποίο μάλιστα δεν διατυπώνεται κανένα ειδικό παράπονο από το εκκαλούν-ασκούν τους πρόσθετους λόγους έφεσης - το οποίο θα πρέπει να επιδικασθεί στην εφεσίβλητη ως αποζημίωση λόγω της αποστέρησης του ακινήτου της παρανόμως και με υπαιτιότητα του εκκαλούντος κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, καθώς το ως άνω ποσό θα αποκόμιζε αυτή με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αν δεν επισυνέβαινε το ζημιογόνο γεγονός και είχε την χρήση και την κάρπωση αυτού και μπορούσε να το εκμεταλλευτεί κατά τον προσήκοντα τρόπο, ήτοι με την εκμίσθωση. Δεν εκτιμάται εξάλλου βάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου-εκκαλούντος-ασκούντος τους πρόσθετους λόγους έφεσης που επαναφέρει προς εξέταση με σχετικό λόγο έφεσης ότι δηλαδή η εφεσίβλητη δεν θα είχε τη δυνατότητα να κάνει οποιαδήποτε νόμιμη χρήση επί του επίδικου ακινήτου που θα της απέφερε νόμιμη πρόσοδο, λόγω του ότι αυτό ήταν και εξακολουθεί να είναι πολεοδομικά δεσμευμένο. Ειδικότερα, όπως προελέχθη, η κηρυχθείσα δια του από 14.09.1981 Προεδρικού Διατάγματος αναγκαστική απαλλοτρίωση είχε ήδη αρθεί αυτοδικαίως κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, επομένως σύμφωνα και με τα όσα διαλαμβάνονται στη νομική σκέψη που παρατίθεται στην αρχή της παρούσας το επίδικο ακίνητο είχε αποβάλει το χαρακτήρα του ως ρυμοτομούμενο. Κατά συνέπεια, για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα αποτελούσε υποχρέωση της διοίκησης, εν προκειμένω του εκκαλούντος, να άρει το συγκεκριμένο ρυμοτομικό βάρος του χαρακτηρισμού του ακινήτου ως κοινόχρηστου χώρου πρασίνου, ενέργεια στην οποία υποχρεώθηκε εξάλλου αυτό δυνάμει της υπ' αρ. 5019/2005 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκ του αποτελέσματος συνεπώς ουδόλως αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη δεν θα ήταν σε θέση να προβεί στην έκδοση άδειας μετατροπής του επίδικου ακινήτου σε υπαίθριο χώρο στάθμευσης, καθόσον το εκκαλούν με σειρά παραλείψεων του, οι οποίες συνδέονται αιτιωδώς με την παράνομη πράξη της κατάληψης του επίδικου ακινήτου και με τη ζημία που προκλήθηκε, εξακολουθούσε να το διατηρεί παρανόμως στην κατοχή του και αρνείτο αδικαιολόγητα να στέρξει εκουσίως στην άρση της παράνομης κατάστασης που αυτό το ίδιο είχε δημιουργήσει, παραλείποντας να το αποδώσει στην αληθή νομέα και κυρία αυτού, εφεσίβλητη. Επομένως, ο ειδικότερος ισχυρισμός του εναγόμενου που επαναλαμβάνει στο εφετήριο, ότι δηλαδή η ενάγουσα δε θα είχε τη δυνατότητα έκδοσης άδειας για τη μετατροπή του επιδίκου σε υπαίθριο χώρο στάθμευσης, διότι ήταν πολεοδομικά δεσμευμένο, ελέγχεται αβάσιμος και κρίνεται απορριπτέος." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η κύρια βάση της αγωγής και είχε υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 150.159,35 ευρώ ως αποζημίωση λόγω της αποστέρησης της χρήσεως του ακινήτου της παρανόμως και με υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος για το χρονικό διάστημα από 1.3.2005 ως 31.5.2006. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1099, 914, 934, 938, 297, 298 ΑΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν στην προκειμένη, καθόσον με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: α) το αναιρεσείον κατά μήνα Ιούλιο του 1982, προ οιασδήποτε συντελέσεως απαλλοτριώσεως προέβη σε παράνομη κατάληψη του επίδικου ακινήτου, καθαιρώντας μαντρότοιχο μήκους 90 μέτρων και ύψους 2 μέτρων και απομακρύνοντας την ευρισκόμενη στον μαντρότοιχο μεταλλική θύρα διαμορφώνοντας τον χώρο με δενδροφύτευση, τοποθέτηση πάγκων και κατασκευή παιδικής χαράς με αποτέλεσμα να αποβάλει την αναιρεσίβλητη από τη νομή της, β) μετά την επιβολή της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως και τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως το αναιρεσείον δεν κατέβαλε την ορισθείσα αποζημίωση, με αποτέλεσμα η κηρυχθείσα απαλλοτρίωση να αρθεί αυτοδικαίως από τον Ιανουάριο του 2000, γ) με την υπ' αριθ. 7082/270/21.7.2006 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Δ' 740/7.9.2006, αποφασίστηκε η άρση και επανεπιβολή της απαλλοτριώσεως του οικοδομικού τετραγώνου στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο με έναρξη ισχύος από τη δημοσίευση στο προαναφερόμενο ΦΕΚ, δ) κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1.3.2005 έως 31.5.2006 δεν υφίστατο καθεστώς απαλλοτριώσεως επί του ακινήτου και το αναιρεσείον, το οποίο είχε κατά τα προαναφερόμενα προβεί στην παράνομη κατάληψη αυτού, παρέλειψε υπαιτίως να άρει την παράνομη και επιζήμια κατάληψη του ακινήτου, ε) η μισθωτική αξία του επιδίκου ακινήτου κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1.3.2005 έως 31.5.2006 ανερχόταν σε ποσό 9.891,92 ευρώ μηνιαίως για τους μήνες από 1.3.2005 ως 31.12.2005 και σε ποσό 10.248,05 ευρώ μηνιαίως για τους μήνες από 1.1.2006 ως 31.5.2006 και συνολικά για όλο το ανωτέρω διάστημα σε 150.159,35 ευρώ, στ) το ανωτέρω ποσό αποτελεί τη ζημία της αναιρεσίβλητης από την αποστέρηση της ιδιοκτησίας της κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα και το οποίο θα αποκόμιζε με βεβαιότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αν δεν συνέβαινε το ζημιογόνο γεγονός και μπορούσε να το εκμεταλλευτεί κατά τον προσήκοντα τρόπο, ήτοι εκμισθώνοντάς το, ζ) ότι το επίδικο ακίνητο κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα δεν ήταν πολεοδομικά δεσμευμένο και μπορούσε η αναιρεσίβλητη να το εκμισθώσει ως υπαίθριο χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτων έχοντας τη δυνατότητα να ζητήσει σχετική άδεια από τις αρμόδιες αρχές. Επομένως, ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, ότι: α) το αναιρεσείον κατέχει μεν το επίδικο ακίνητο από το έτος 1982, πλην όμως δεν είχε την διάνοια κυρίου όλο αυτό το χρονικό διάστημα κι έτσι η υπέρ την εικοσαετία κατοχή δεν προσέδωσε στο αναιρεσείον και την κυριότητα, γ) η αναιρεσίβλητη καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα ασκούσε πλήρως τα δικαιώματά της που πηγάζουν από τη νομή και την κυριότητα του ακινήτου (και συγκεκριμένα άσκησε την από 01.11.1982 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για προσωρινή ρύθμιση κατάστασης ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και στην συνέχεια την από 01.06.1983 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 5904/1983 αγωγή αποβολής από τη νομή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ακολούθως υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 04.07.1997 αίτηση της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως ιδιοκτήτριας απαλλοτριούμενου ακινήτου, για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας απαλλοτρίωσης), δ) το αναιρεσείον προέβαινε, καθ' όλο το εξεταζόμενο χρονικό διάστημα, δια εγγράφων και δικογράφων του, σε κατά τακτά διαστήματα δηλώσεις αναγνώρισης της αναιρεσίβλητης και της δικαιοπαρόχου αυτής ως αληθών κυρίων του ακινήτου και, κατά συνέπεια, ως νομέων αυτού, καθόσον το τελευταίο αποστερούταν δια των δηλώσεων του αυτών του πνευματικού στοιχείου (animus domini) της νομής, ε) η μισθωτική αξία του επιδίκου ακινήτου κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1.3.2005 έως 31.5.2006 ανερχόταν σε ποσό 9.891,92 ευρώ μηνιαίως για τους μήνες από 1.3.2005 ως 31.12.2005 και σε ποσό 10.248,05 ευρώ μηνιαίως για τους μήνες από 1.1.2006 ως 31.5.2006 και συνολικά για όλο το ανωτέρω διάστημα σε 150.159,35 ευρώ, στ) το ανωτέρω ποσό αποτελεί τη ζημία της αναιρεσίβλητης από την αποστέρηση της ιδιοκτησίας της κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα και το οποίο θα αποκόμιζε με βεβαιότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αν δεν συνέβαινε το ζημιογόνο γεγονός και μπορούσε να το εκμεταλλευτεί κατά τον προσήκοντα τρόπο, ήτοι εκμισθώνοντάς το. Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος, και ο πέμπτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π.22/2005, Ολ.Α.Π.25/ 2003, Α.Π.757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π.50/2020, Α.Π.1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ1142/2019). Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Ο εκ του ως άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όχι μόνο αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991) αλλά και όταν το δικαστήριο, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης του (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1108/2020) αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 667/2018). Τέλος, για το ορισμένο του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται τα συγκροτούντα τον συγκεκριμένο υπό κρίση ισχυρισμό πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά προβλήθηκαν και να καθορίζεται ο νομότυπος τρόπος προβολής τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και της επαναφοράς τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (ΑΠ 555/2017, ΑΠ 275/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του ότι το αγωγικό δικαίωμα είχε υποκύψει στην εικοσαετή παραγραφή ενόψει του ότι ο αναιρεσείων κατέχει το ακίνητο από τις 14.2.1982 άλλως από τις 28.10.1982 και ότι εξαιτίας της παρόδου χρονικού διαστήματος υπέρ την εικοσαετία το επίδικο ακίνητο έχει περιέλθει κατά κυριότητα στον αναιρεσείοντα με έκτακτη χρησικτησία. Ωστόσο, το αναιρεσείον δεν επικαλείται τον τρόπο προβολής των ισχυρισμών αυτών ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεδομένου ότι η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και επομένως, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος είναι αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος. Περαιτέρω, το αναιρεσείον, με το δεύτερο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος, της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό περί υπάρξεως δεδικασμένου αναφορικά με τον χαρακτήρα της ένδικης διαφοράς ως διαφοράς διοικητικής φύσεως και όχι ιδιωτικής. Ωστόσο, από το σύνολο των παραδοχών του Εφετείου, όπως αυτές αναλυτικά περιγράφονται ανωτέρω, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό αφού δέχθηκε τα ακριβώς αντίθετα, ότι δηλαδή πρόκειται περί διαφοράς ιδιωτικού δικαίου για την εκδίκαση της οποίας έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009). Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού. δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου, και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019). Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 1080/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του την από 15.3.2017 τεχνική έκθεση της μηχανικού Α. - Ρ. Κ. με τέσσερις φωτογραφίες που την συνοδεύουν, την οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις ενώπιον του πιο πάνω Δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφενός διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προσκομίζει το συγκεκριμένο έγγραφο και αφετέρου διότι από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, δηλαδή την προαναφερόμενη τεχνική έκθεση της μηχανικού Α. - Ρ. Κ. με τις συνοδεύουσες αυτήν τέσσερις φωτογραφίες. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον ίδιο αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις υπ' αριθμόν 6087/2020 και 6088/2020 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών τις οποίες προσκόμισε σε σχέδιο καθόσον δεν είχαν θεωρηθεί κατά το χρόνο υποβολής της προσθήκης και αντίκρουσης ενώπιον του Εφετείου. Ωστόσο, το αναιρεσείον δεν προσκομίζει τα έγγραφα αυτά και επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.), μειωμένων όμως κατά την διάταξη του άρθρου 281 παρ.2 Ν.3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", όπως αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.10.2021 αίτηση και τους από 17.2.2023 πρόσθετους λόγους του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Δήμος Αθηναίων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3242/2021 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ