Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1589 / 2024    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1589/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. - Τ. Τ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Κουνέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Πετράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και της Μ. Κ. του Π., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1044/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3732/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 27-7-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7478/933/29-9-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 3732/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της ανωτέρω προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 29-5-2020), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 3732/2020, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 26-9-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 95269/4416/15-10-2018) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι ο Χ. Κ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... I.X.Ε. αυτοκίνητο, της ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", από υπαιτιότητά του, συγκρούσθηκε με την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο ίδιος (ενάγων), κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που έγινε υπό τις συνθήκες που περιγράφονται ειδικότερα στο δικόγραφό της, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να υποστεί σωματικές βλάβες. Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε, μετά από νόμιμη τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει, για θετική ζημία του και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνολικό ποσό 266.527,33 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 1044/2019 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει στον ενάγοντα, για τις παραπάνω αιτίες, συνολικό ποσό 23.936,16 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της τελευταίας αυτής οριστικής αποφάσεως ο δεύτερος ενάγων και η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, τις από 30-5-2019 και 14-10-2019 εφέσεις αντίστοιχα. Το τελευταίο Δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 3732/2020, τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε αυτές ως τυπικώς και κατ' ουσίαν βάσιμες, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, υπ' αριθμ. 1044/2019, οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διακράτησε και ερεύνησε την ως άνω αγωγή και αφού δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αναγνώρισε ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει στον ενάγοντα, για τις ανωτέρω αιτίες, συνολικό ποσό 18.982,14 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1232/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1095/2024, Α.Π. 1094/2024, Α.Π. 1092/2024, Α.Π. 1091/2024). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 1239/2024, Α.Π. 1234/2024). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1239/2024, Α.Π. 1234/2024). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1239/2024, Α.Π. 1234/2024, Α.Π. 1232/2024, Α.Π. 1231/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1096/2024). Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1239/2024, Α.Π. 1234/2024, Α.Π. 1232/2024, Α.Π. 1231/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1096/2024).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρον 330 του Α.Κ., υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο, που επιβάλλεται από τις καταστάσεις. Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1089/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1085/2024). Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές. Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός μεν, ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικώς την έννοια του πταίσματος, αφετέρου δε, ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, κατά πόσον, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1089/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 1065/2024). Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1091/2024). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1089/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1085/2024). Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.O.K. (Ν. 2696/1999) δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1089/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 1065/2024). Μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ. στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1089/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 331/2024, Α.Π. 110/2024, Α.Π. 1218/2023). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2.696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών..." (Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1089/2024). Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2.696/1999, "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές ..." (Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1089/2024), ενώ, κατά το άρθρο 21 παρ. 1 και 2 του Κ.Ο.Κ.: "1. Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύ8υνση και την ταχύτητά τους. 2. Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης, αν δε αυτοί δεν λειτουργούν, υποχρεούται να δώσει τα ακόλουθα σήματα με το χέρι: α) Έκταση του βραχίονα για στροφή προς την κατεύθυνση αυτού. β) Κάμψη του βραχίονα προς τα πάνω για στροφή προς την αντίθετη πλευρά αυτού. γ) Κάμψη του βραχίονα προς τα κάτω, για τον ελιγμό στάθμευσης" (Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1065/2024, Α.Π. 331/2024, Α.Π. 979/2022).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 3732/2020 προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώραν το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 11-8-2018 και περί ώρα 16.00, ο δεύτερος των εναγόντων, οδηγώντας τη με αρ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας, και χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδήγησής της, κινείτο με ταχύτητα περί τα 40 χλμ/ώρα επί της οδού ..., στο ..., με κατεύθυνση από ... Η οδός αυτή είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, διαχωριστική νησίδα ανάμεσα στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας και πλάτος οδοστρώματος κατεύθυνσης προς Χίο τα 4,10 μ. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ο Χ. Κ., βρισκόταν εντός του με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ασφαλισμένου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, το οποίο ήταν σταθμευμένο στο δεξί πεζοδρόμιο της οδού ... στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Χίο. Πρόθεση του οδηγού αυτού ήταν να εξέλθει του χώρου στάθμευσης και με ελιγμό προς τα αριστερά να εισέλθει στο ρεύμα της ως άνω οδού που οδηγεί, στη Χίο. Όπισθεν του αυτοκινήτου αυτού ήταν σταθμευμένο το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ, αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο Κ. Ο., ο οποίος επίσης είχε πρόθεση να αποσταθμεύσει και να εισέλθει στο ρεύμα της οδού που οδηγεί στη Χίο. Έτσι, αφού αυτός αποστάθμευσε πρώτος, εισήλθε στο ρεύμα της οδού προς Χίο, ευθυγραμμίστηκε επ' αυτού και κινούμενος με χαμηλή ταχύτητα, ανέμενε την είσοδο του αυτοκινήτου του Χ. Κ. στο ρεύμα της οδού προς Χίο, παραχωρώντας προτεραιότητα στον οδηγό αυτόν. Όταν δε ο δεύτερος των εναγόντων έφτασε στο ύψος του αριθ.... της ανωτέρω οδού, πλησίον της βιβλιοθήκης της ..., επειδή το προπορευόμενο αυτού όχημα του Κ. Ο., κινείτο με χαμηλή ταχύτητα και σταδιακά επιβράδυνε αυτή, προκειμένου να αναμείνει την έξοδο από το χώρο στάθμευσης του αυτοκινήτου του Χ. Κ., ο ανωτέρω επιχείρησε να προσπεράσει αυτό από αριστερά, ενεργοποιοώντας τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης και επιταχύνοντας την ταχύτητά του, χωρίς, όμως, να έχει προβεί σε έλεγχο, ώστε να διαπιστώσει ότι ο χώρος επί του οδοστρώματος, όπου επρόκειτο να κινηθεί, ήταν εντελώς ελεύθερος από άλλα οχήματα. Καθόν χρόνο, όμως, ο δεύτερος ενάγων είχε προσπεράσει το έμπροσθεν αυτού όχημα, κινούμενος πλάι της διαχωριστικής νησίδας, ο Χ. Κ., εξερχόμενος της θέσης στάθμευσης, εισήλθε αιφνίδια επί του οδοστρώματος της οδού ..., καταλαμβάνοντας λοξώς κάθετα τα 2/3 του οδοστρώματος, φράσσοντας με την κίνησή του αυτή την πορεία της μοτοσικλέτας σε κοντινή απόσταση από αυτήν, με αποτέλεσμα ο ενάγων να μην μπορέσει να ελαττώσει την ταχύτητά του (περί τα 50 χλμ/ώρα) και να ακινητοποιήσει την μοτοσικλέτα και να συγκρουστούν τα δύο οχήματα πλαγιομετωπικά, αφού η μοτοσυκλέττα επέπεσε επί της εμπρόσθιας αριστερής πόρτας του οχήματος του Χ. Κ., ο οδηγός της μοτοσικλέτας εκτινάχθηκε από αυτήν, επέπεσε στο οδόστρωμα τραυματισμένος, ενώ τα δύο οχήματα υπέστησαν υλικές ζημιές το μεν αυτοκίνητο στην αριστερή μπροστινή πόρτα και η μοτοσικλέτα περιμετρικά. Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε ότι για την ένδικη σύγκρουση υπάρχει συγκλίνουσα συνυπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων. Ειδικότερα ο οδηγός Χ. Κ., ευθύνεται για το ένδικο ατύχημα κατά ποσοστό 60%, διότι δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια που θα κατέβαλε κάθε μέσος συνετός οδηγός υπό ανάλογες περιστάσεις, δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, δεν ασκούσε τον απαραίτητο έλεγχο και εποπτεία του οχήματος του, καθότι δεν βεβαιώθηκε πριν εξέλθει από την θέση στάθμευσης και επιχειρήσει αριστερό ελιγμό ότι ηδύνατο να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των υπολοίπων χρηστών της οδού, με αποτέλεσμα να εξέλθει απρόσεκτα από τη θέση στάθμευσης που βρισκόταν και να αποκλείσει την κανονική πορεία της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο β' ενάγων προκαλώντας την σύγκρουση των οχημάτων ... Εφόσον δε είχε διενεργήσει έλεγχο στα κινούμενα όπισθεν αυτού οχήματα και δεν αρκούταν στο ότι ο Κ. Ο. είχε μειώσει την ταχύτητά του, για να του επιτρέψει να εισέλθει στο οδόστρωμα, θα είχε αντιληφθεί την μοτοσικλέτα του δευτέρου ενάγοντα να προσπερνά το αυτοκίνητο του Κ. Ο. και θα ανέμενε την ολοκλήρωση της προσπέρασης, την ελευθέρωση της οδού από το όχημα αυτό και, στη συνέχεια, θα όφειλε να εξέλθει του χώρου στάθμευσής του. Από την άλλη πλευρά, ο δεύτερος ενάγων, οδηγός της μοτοσικλέτας, από αμέλειά του, ήτοι από έλλειψη της προσήκουσας σε κάθε συνετό οδηγό προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, δεν ασκούσε την εποπτεία της μοτοσικλέτας που οδηγούσε και με απειρία οφειλόμενη στην έλλειψη της απαιτούμενης άδειας ικανότητας οδήγησης αλλά και στο ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ανήλικος (γεννηθείς την 8-11-2000) επιχείρησε προσπέραση του προπορευόμενου οχήματος σε οδό με μία μόνο λωρίδα κυκλοφορίας, πλάτους μόλις 4,10 μ, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει τούτο, χωρίς κίνδυνο ή παρακώληση της κυκλοφορίας των λοιπών χρηστών της οδού, με αποτέλεσμα, όταν παρενεβλήθη αιφνίδια ο Χ. Κ. στην πορεία του να μη μπορέσει να ακινητοποιήσει τη μοτοσικλέτα του ή να εκτελέσει κάποιον αποφευκτικό ελιγμό, και να ανατραπεί, κατόπιν προηγουμένης σύγκρουσης με το όχημα του ανωτέρω, μαζί της στο οδόστρωμα και να προκληθεί έτσι το τροχαίο ως άνω ατύχημα ..., συμβάλλοντας αιτιωδώς με την ως άνω αμελή συμπεριφορά του (προσπέραση χωρίς προηγούμενο έλεγχο της κυκλοφορίας των έμπροσθεν αυτού κινουμένων οχημάτων). Το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ως άνω δεύτερου ενάγοντα ανέρχεται σε 40%. Όσον αφορά την ταχύτητα με την οποία κινείτο ο ανωτέρω οδηγός, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν άνω του επιτρεπομένου ορίου των 50 χλμ/ ώρα, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, όπως περί τούτου σαφώς κατέθεσαν οι εξετασθέντες κατά την προανάκριση μάρτυρες Ε. Π. και Η. Κ. (αυτόπτες κατά την ως άνω έκθεση αυτοψίας) ότι δηλαδή ο δεύτερος ενάγων δεν κινείτο με αυξημένη ταχύτητα. Τέλος, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ασφαλισμένος σε αυτήν οδηγός δεν εισήλθε κάθετα στο οδόστρωμα, αλλά με μικρή αριστερή κλίση είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθώς στην περίπτωση αυτή δεν θα είχε συναντηθεί με τον δεύτερο ενάγοντα που κινείτο στην αριστερή πλευρά του ρεύματος κυκλοφορίας περί το 1 μέτρο από τη διαχωριστική νησίδα. Εξάλλου, το γεγονός ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα περί το 1 μέτρο από την διαχωριστική νησίδα και ότι η μηχανή επέπεσε πλαγιομετωπικά στην αριστερή πόρτα του αυτοκινήτου, αυτή του οδηγού, αποδεικνύει τη διαγωνίως κάθετη θέση του αυτοκινήτου στο οδόστρωμα κατά τη στιγμή της σύγκρουσης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικώς και κατ' ουσίαν τις εφέσεις των διαδίκων, εξαφάνισε τηνπρωτόδικη υπ' αριθμ. 1044/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν η από 26-9-2018 αγωγή του αναιρεσείοντος, διακράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της αγωγής, δεχόμενο συντρέχουσα υπαιτιότητα των οδηγών των δύο οχημάτων στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, κατά ποσοστό 60% του ασφαλισμένου της αναιρεσίβλητης και κατά ποσοστό 40% του αναιρεσείοντος, και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή του τελευταίου. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 του Α.Κ., 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 και 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 21 παρ. 1 και 2 του Ν. 2696/1999, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και δη, ότι η πρόκληση της ενδίκου συγκρούσεως των οχημάτων οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα των δύο οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και στην, κατά τα ως άνω, αμελή οδηγική συμπεριφορά αυτών, οι οποίοι, οδηγώντας τα προαναφερθέντα οχήματά τους, χωρίς να έχουν τεταμένη την προσοχή τους στην οδήγηση και χωρίς να ασκούν τον πλήρη έλεγχο αυτών, ώστε να μπορούν, ανά πάσα στιγμή να εκτελούν τους απαιτούμενους χειρισμούς, καθόσον ο μεν οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου εισήλθε στο οδόστρωμα της οδού ..., στο ρεύμα προς την πόλη της Χίου, ενώ ήταν σταθμευμένος στα δεξιά του ανωτέρω ρεύματος, δεν βεβαιώθηκε πριν εξέλθει από την θέση σταθμεύσεως και επιχειρήσει αριστερό ελιγμό ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των υπολοίπων χρηστών της οδού, με αποτέλεσμα να εξέλθει χωρίς προηγούμενο έλεγχο των κινουμένων οχημάτων επί της οδού και να παρεμβληθεί στην πορεία της μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο αναιρεσείων, ο δε τελευταίος επιχείρησε υπέρβαση του προπορευόμενου αυτού οχήματος σε οδό με μία μόνο λωρίδα κυκλοφορίας, πλάτους μόλις 4,10 μ, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει τούτο, χωρίς κίνδυνο ή παρακώληση της κυκλοφορίας των λοιπών χρηστών της οδού, με αποτέλεσμα, όταν το Ι.Χ.Ε. παρεμβλήθηκε αιφνιδίως στην πορεία του, να μη μπορέσει να ακινητοποιήσει εγκαίρως την μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ή να εκτελέσει επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό, να επιπέσει επί του Ι.Χ.Ε. και να ανατραπεί βιαίως στο οδόστρωμα. Επομένως, με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 εδάφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της παραβάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 και 300 του Α.Κ. και των ως άνω διατάξεων του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη, την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 και 300 του Α.Κ. καθώς και των προαναφερθέντων κανόνων οδικής κυκλοφορίας του Κ.Ο.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί η συντρέχουσα υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, που επέδειξαν οι οδηγοί των οχημάτων αυτών στην πρόκληση της συγκρούσεως και του επελθόντος αποτελέσματος καθώς και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς αυτών και, κατ' επέκτασιν, στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος. Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξαν οι ανωτέρω δύο οδηγοί, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις από αυτούς των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή ότι ο μεν οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Χ. Κ., προτιθέμενος να εισέλθει στην οδό ..., στο ρεύμα προς την πόλη της Χίου, από χώρο όπου είχε σταθμεύσει, δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του αυτοκινήτου του, δεν έλαβε υπ' όψιν τις επικρατούσες συνθήκες επί της οδού, ούτε ήλεγξε την κυκλοφορία των ομορρόπως κινουμένων οχημάτων, με αποτέλεσμα, κατά την είσοδό του διαγωνίως στο ανωτέρω ρεύμα πορείας, να παρεμβληθεί στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, η οποία εκινείτο, όπισθεν αυτού, ο δε ενάγων και ήδη αναιρεσείων, οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή και δεν ρύθμισε αναλόγως την ταχύτητά του, με αποτέλεσμα, κατά την είσοδο του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του, να μην καταστεί δυνατόν να πεδήσει εγκαίρως την μοτοσυκλέτα του και να ασκήσει ολοκληρωμένο αποφευκτικό ελιγμό. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τα οποία ορθώς υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι: α) δεν μνημονεύει αν στο σημείο του ένδικου ατυχήματος η οδός ... είναι ευθεία ή αν σχηματίζεται στροφή, ποιες ήταν οι συνθήκες ορατότητας και ποιες οι συνθήκες κυκλοφορίας, β) δεν μνημονεύει αν ο Χ. Κ., πριν επιχειρήσει ελιγμό προς τα αριστερά της πορείας του, για να εισέλθει στο οδόστρωμα της επίδικης οδού, είχε καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για τον σκοπό αυτόν τον αριστερό δείκτη κατευθύνσεως, γ) δεν αναφέρει και δεν προσδιορίζει ποια ήταν, έστω κατά προσέγγιση, η απόσταση μεταξύ του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου και της κινουμένης όπισθεν του οχήματος του Κ. Ο. μοτοσικλέτας, όταν ο αναιρεσείων επιχείρησε υπέρβαση του προπορευόμενου αυτοκινήτου του Κ. Ο., δ) δεν αναφέρει και δεν προσδιορίζει σαφώς την θέση της μοτοσικλέτας επί του οδοστρώματος καθώς και πόση απόσταση απείχε από το Ι.Χ.Ε., την στιγμή, κατά την οποία αυτό, προερχόμενο από δεξιά του, εισήλθε στο οδόστρωμα της οδού και απέφραξε την πορεία του ως και ποιες ήταν οι καιρικές και οι κυκλοφοριακές συνθήκες κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ε) δεν αναφέρει και δεν προσδιορίζει από ποια απόσταση ο αναιρεσείων αντιλήφθηκε ή θα μπορούσε να αντιληφθεί τόσο το ίδιο το ζημιογόνο όχημα, όσο και την προς τα αριστερά αλλαγή της πορείας του σταθμευμένου στο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος Ι.Χ.Ε. και στ) δεν προσδιορίζει τον χρόνο, που μεσολάβησε καθώς και την ακριβή θέση της μοτοσικλέτας επί του οδοστρώματος, κατά την στιγμή που το Ι.Χ.Ε. εξήλθε από την θέση σταθμεύσεως και πραγματοποίησε την αλλαγή πορείας προς τα αριστερά, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα. Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αναιρεσείοντα, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψή του (αναιρεσείοντος), ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την συντρέχουσα υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων. Όσα αναφέρει ο αναιρεσείων παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων, εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκτίθενται αναλυτικώς οι επικρατούσες συνθήκες της οδού, η αρχική πορεία καθενός των οχημάτων και η θέση αυτών επί της οδού πριν από την σύγκρουση, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων και προσδιορίζεται η, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ακριβής θέση αυτών επί του οδοστρώματος καθώς και τα ευρήματα που οδήγησαν στον προσδιορισμό του σημείου συγκρούσεως εντός του ρεύματος πορείας, στο οποίο κινείτο η δίκυκλη μοτοσικλέτα και οι τελικές θέσεις των οχημάτων επί της οδού. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, εν μέρει ως αβάσιμος και εν μέρει ως απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ' όψιν, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ. Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1085/2024), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024). Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως. Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1068/2024). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η Αρχή της Αναλογικότητας, ως γενική νομική Αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1084/2024). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 1068/2024, Α.Π. 1060/2024). Εξάλλου, με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με την Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να την στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται, όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, έτσι, τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο Δικαστήριο, Δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Τέτοιες είναι, κατά το Ελληνικό Δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 του Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 40/1998, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1068/2024, Α.Π. 1060/2024).
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και υπό την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 περ. δ' του Συντάγματος, 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 932 του Α.Κ., ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, περ. α' και 19 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση (αληθώς εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) ότι το Εφετείο, κατ' ευθεία παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας και των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, επιδίκασε ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού του, το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο υπολείπεται δυσανάλογα του ποσού, που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος.
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρον 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικώς με την αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη ο αναιρεσείων συνεπεία του τραυματισμού του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος ενάγων, αμέσως μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε αρχικά στο Γενικό Νοσοκομείο Χίου "ΣΚΥΛΙΤΣΕΙΟ", όπου διαγνώσθηκε ότι είχε υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση με μικρές αιμορραγικές αλλοιώσεις στο μεσολόβιο, πνευμονοθώρακα αριστερά και δεξιά, κάταγμα της κορακοειδούς απόφυσης των πλευρών, κάκωση αριστερού νεφρού, οπισθοπεριτοναϊκή αιμορραγία δεξιά, κάταγμα στις ακανθώδους αποφύσεις των 05 και 04 σπονδύλων. Νοσηλεύθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας έως την 14-8-2018, πλην όμως λόγω του ότι η εικόνα των σωματικών βλαβών στην περιοχή του θώρακα και την κοιλία επιδεινώθηκε, μεταφέρθηκε στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "ΥΓΕΙΑ". Στο ανωτέρω ιδιωτικό θεραπευτήριο, ο δεύτερος ενάγων νοσηλεύθηκε έως την 31-8-2018. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα το ενδοκρανιακό αιμάτωμα αντιμετωπίστηκε με παρακολούθηση από νευροχειρουργική ομάδα. Ο αιμοπνευμοθώρακας αντιμετωπίστηκε με εισαγωγή σωλήνων παροχεύτευσης υπεζωκοτικής κοιλότητας και παρακολούθηση καθώς επίσης και με ενδοσκόπηση τραχείας και βρόγχων. Το οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα αντιμετωπίστηκε με παρακολούθηση από γενικό χειρουργό και πολλαπλές μεταγγίσεις αίματος. Για το κάταγμα της οσφυϊκής στήλης υπεβλήθη σε ανοικτή ανάταξη και οπίσθια σπονδυλοδεσία. Η κάκωση δεξιού ώμου (1ου βαθμού εξάρθρημα ακρωμιοκλειδική) αντιμετωπίστηκε συντηρητικά, ομοίως δε και η κάκωση ελκυσμού δεξιού βραχιόνιου πλέγματος και το κάταγμα βάσης εγγύς φάλαγγος αριστερού δείκτη. Στις 31-8-2018 υπεβλήθη σε καθαρισμό αριστερού ημιθωρακίου λόγω της συλλογής αίματος και συρραφή κατά στρώματα. Στις 10-9-2018, οι ιατροί του ιδιωτικού θεραπευτηρίου "ΥΓΕΙΑ" συνέστησαν στον ανωτέρω ασθενή νοσηλεία σε οργανωμένο κέντρο αποκατάστασης και αποθεραπείας ως εξωτερικός ασθενής για τρεις μήνες και στη συνέχεια ο ενάγων ακολούθησε πρόγραμμα φυσικοθεραπειών. Νεότερη ιατρική βεβαίωση - μεταγενέστερη του Σεπτεμβρίου του 2018 - από την οποία να προκύπτει η εξέλιξη της υγείας του δεύτερου ενάγοντα δεν προσκομίζεται, ώστε να κριθεί κατά πόσο βελτιώθηκε ή επιδεινώθηκε η κατάσταση της υγείας του. Τέλος, από το είδος του τραυματισμού του ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο κυρίως τραυματισμός του, λόγω του οποίου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι την 31-8-2018 και υποβλήθηκε εν γένει σε δαπάνες, έλαβε χώρα στο θώρακα και τη σπονδυλική στήλη του, ενώ ο τραυματισμός στο κεφάλι αντιμετωπίστηκε συντηρητικά... ο δεύτερος ενάγων δικαιούται να λάβει ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό του, το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, το βαθμό υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη οχήματος, τη συνυπαιτιότητα του δευτέρου ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, του είδους, της φύσης και της βαρύτητας των σωματικών βλαβών του ανωτέρω, τις ταλαιπωρίες στις οποίες υποβλήθηκε λόγω του τραυματισμού του, του σωματικού και ψυχικού πόνου που δοκίμασε, της ηλικίας του (17 ετών και 9 μηνών) κατά το χρόνο του ατυχήματος και της κοινωνικής και οικονομικής του κατάστασης...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία του τραυματισμού του το ποσό των 15.000 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος λόγω ηθικής βλάβης στο ανωτέρω ποσό, συνεκτιμώντας και το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του στην επέλευση της συγκρούσεως, δεν παραβίασε την Αρχή της Αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί Δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνει και, μάλιστα, καταφανώς, εκείνο που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε στην δίκη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-7-2020 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 3732/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα, παραβόλου.
Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ