Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1606 / 2024    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1606/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ά. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Ζαρναβέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ...2013, όπως αυτή διορθώθηκε στο ορθό ...2013, με την ...2014, οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ...2016 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από ...2017 αίτησή του.
Εκδόθηκε η ...2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Εκδόθηκε η ...2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από ...2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από ...2021 (αριθμ. έκθ. κατ. ...2021) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό ......2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 666,667, 670 έως 676 και 681Α ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 43...2015, που ισχύει από 1-1-2016), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (...2020), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι παριστάμενοι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 43...2015 και ισχύει από 1-1-2016), (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από ...2011 (και με αριθμό κατάθεσης ...2012) ένδικη κύρια αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, απευθυνόμενη κατά του Χ. Α.. Κ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) και του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", ήδη αναιρεσείοντος, ισχυρίσθηκε ότι κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη στις ...1994 στην επαρχιακή οδό Αγρινίου-Εμπεσσού, από αμελή συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου κατά την οδήγηση της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, στην οποία ο ίδιος επέβαινε ως συνεπιβάτης, τραυματίστηκε σοβαρά, με αποτέλεσμα να παραμείνει για όλη του τη ζωή ανάπηρος, κλινήρης και ασθενής αναπηρικού αμαξιδίου. Ότι η ανωτέρω ζημιογόνος δίκυκλη μοτοσικλέτα, ήταν ασφαλισμένη για τις προς τρίτους προξενούμενες ζημίες, αρχικά στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." και στη συνέχεια στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", στη θέση της οποίας, λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της, υπεισήλθε το δεύτερο εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο. Ότι αρχικά (ο ενάγων) άσκησε την από ...1996 αγωγή αποζημιώσεως, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, μεταξύ των άλλων, 6.090.000 δραχμές, για απώλεια εισοδημάτων από 1-1-1997 έως ...2011, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό ...1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και του επιδίκασε διαφυγόντα κέρδη από 1-1-1997 έως ...2011 και στη συνέχεια κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", εκδόθηκε η με αριθμό ...1999 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία επιδίκασε διαφυγόντα κέρδη για το ίδιο χρονικό διάστημα (1-1-1997 έως ...2011). Ο ενάγων με την από ...2011 ένδικη αγωγή ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν το συνολικό ποσό των 361.280 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη από 1-1-2012 έως ...2031, αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμου και δαπάνες για την καθημερινή του φροντίδα και διαβίωση. Ακολούθως, στο ίδιο δικόγραφο εξέθεσε ότι, λόγω αδράνειας του πρώτου των εναγομένων και επειδή η ευθεία αγωγή του κατά του δευτέρου των εναγομένων, Επικουρικού Κεφαλαίου, έχει υποπέσει στη διετή άλλως πενταετή παραγραφή, ασκεί εναντίον αυτού πλαγιαστικά την αξίωση του ασφαλισμένου του και ζητεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο τα ποσά, που θα επιδικασθούν με την παραδοχή της κύριας αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό ...2013 (όπως αυτή διορθώθηκε στον ορθό αριθμό ...2013), απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και μετά από έφεση του δευτέρου των εναγομένων, Επικουρικού Κεφαλαίου, εκδόθηκε η με αριθμό ...2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που την απέρριψε ως προς το Επικουρικό Κεφάλαιο, λόγω παραγραφής, δεχθείσα ότι έχει παρέλθει διετία από τον χρόνο του επίδικου ατυχήματος μέχρι την άσκησή της και δεν υπήρξε επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής σε εικοσαετία. Μετά από αίτηση αναίρεσης που άσκησε ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, ο Άρειος Πάγος με την με αριθμό ...2019 απόφασή του αναίρεσε την παραπάνω απόφαση, διότι, ενώ, όπως προεκτέθηκε, ο ενάγων είχε σωρεύσει στο αγωγικό δικόγραφο επικουρικώς και πλαγιαστική αγωγή, αιτούμενος σε περίπτωση απορρίψεως της κύριας αγωγής του, ως παραγεγραμμένης, να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο στον πρώτο συνεναχθέντα το ποσό που θα υποχρεούτο να καταβάλει στον ενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητο, δεν αποφάνθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επί της εν λόγω πλαγιαστικής αγωγής, καίτοι έπρεπε να την ερευνήσει, αφού πληρώθηκε η αίρεση υπό την οποία αυτή είχε ασκηθεί, ήτοι η απόρριψη της κύριας αγωγής, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Μετά την αναίρεση, κατά το προαναφερόμενο μέρος, της με αριθμό ...2016 απόφασης, το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, δικάζοντας, ως δικαστήριο παραπομπής, αντιμωλία των διαδίκων, την από ...2014 (και με αριθμό κατάθεσης ...2014) έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Επικουρικού κεφαλαίου, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν αυτήν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη με αριθμό ...2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, μόνο ως προς το εναγόμενο- εκκαλούν Επικουρικό Κεφάλαιο, χωρίς να θίξει τις λοιπές διατάξεις της, κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ' ουσίαν, απέρριψε την ευθεία αγωγή ως προς το Επικουρικό Κεφάλαιο, δέχθηκε εν μέρει την πλαγιαστική αγωγή κατά του τελευταίου και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτού να καταβάλει στον ευθέως πρώτο εναγόμενο το ποσό των 255.920 ευρώ, καταβαλλόμενο σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις ποσού 1.066,33 ευρώ εκάστη, την πρώτη ημέρα εκάστου ημερολογιακού μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως ...2031, με το νόμιμο τόκο από της καταβολής του ποσού στον ενάγοντα.
Σύμφωνα με το άρθρο 72 ΚΠολΔ "Υποκατάσταση στην άσκηση δικαστικής προστασίας - Πλαγιαστική αγωγή). Οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους, εφόσον εκείνος δεν το ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του". Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο αντισυμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 του ίδιου πιο πάνω νόμου, η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες, που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το Ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης") η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Κατά τη ρητή δε διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του π.δ.237/1986, το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής, ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 201 του ΑΚ, προκύπτει ότι η αξίωση του ασφαλισμένου ή λήπτη της ασφάλισης κατά του ασφαλιστή, από τη μεταξύ τους σύμβαση ασφάλισης, έχει ως αντικείμενο την καταβολή στον ασφαλισμένο κάθε ποσού, που υποχρεούται ή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο, με τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα, μέσα στα όρια του ασφαλιστικού ποσού. Η αξίωση αυτή γεννιέται από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, που συμπίπτει με την επίδοση στον ασφαλισμένο από τον ζημιωθέντα τρίτο της περί αποζημιώσεως αγωγής και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης για το ποσό που θα επιδικασθεί με την επί της αγωγής αυτής απόφαση, πλέον τόκων από την επίδοσή της και δικαστικών εξόδων (ΑΠ 965/2015, πρβλ. επίσης ΑΠ 441/2010). Περαιτέρω, από τη προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, προϋπόθεση για την άσκηση πλαγιαστικής αγωγής είναι ο ενάγων να είναι δανειστής του φορέα του ασκούμενου υπέρ αυτού δικαιώματος, να έχει δηλαδή συγκεκριμένη απαίτηση κατ' αυτού, ο δε τελευταίος (οφειλέτης) να έχει κατά του τρίτου (εναγομένου διά της πλαγιαστικής αγωγής) κάποιο δικαίωμα, το δικαίωμα να έχει περιουσιακή αξία και να μην είναι προσωποπαγές και η αδράνεια του οφειλέτη, συνιστάμενη στην παράλειψη (αμέλεια και αδιαφορία) αυτού να προβεί στην καταδίωξη του δικού του οφειλέτη, η οποία και δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του ενάγοντος δανειστή προς άσκηση της αγωγής του οφειλέτη του κατά του τρίτου (ΑΠ 106/2014, πρβλ. επίσης ΑΠ 1322/2013, ΑΠ 499/2011). Προϋπόθεση, επομένως, άσκησης της πλαγιαστικής αγωγής είναι α) η ύπαρξη κεκτημένου και απαιτητού δικαιώματος του οφειλέτη του ενάγοντος δανειστή κατά του εναγομένου τρίτου που ασκείται με την αγωγή, β) η αδράνεια του οφειλέτη προς ενάσκηση του δικαιώματος αυτού, η οποία μπορεί να είναι αποτέλεσμα ηθελημένης παράλειψης ή αμελούς συμπεριφοράς ή οποιουδήποτε άλλου υπαίτιου ή αναίτιου λόγου. Η δυνατότητα ικανοποίησης του δανειστή από το δικαίωμα του οφειλέτη, όπως και η αδράνεια του οφειλέτη προς ενάσκηση του δικαιώματός του αποτελούν στοιχεία για τη δικαιολόγηση του εννόμου συμφέροντος στην άσκηση της σχετικής πλαγιαστικής αγωγής, που βέβαια πρέπει πάντοτε να έχει την απαιτούμενη πληρότητα του περιεχομένου της για να μην απορρίπτεται, ως αόριστη (ΑΠ 1807/2017, ΑΠ 4...2008, ΑΠ 398/2007). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 4 και 19 παρ. 4 του Ν. 489/1976, όπως κωδικοποιήθηκε με το π. δ. 237/1986, προκύπτει, ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο αποτελεί οργανισμό που προεχόντως ιδρύθηκε από το νόμο για χάρη του ζημιωθέντος τρίτου στις προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις, στις οποίες οι αξιώσεις του παθόντος δεν είναι αρκούντως εξασφαλισμένες στην ικανοποίησή τους κατά του υπόχρεου ή υπεύθυνου για το ατύχημα. Αυτό καταφαίνεται από το μηχανισμό της υποκατάστασης που καθιερώνεται με την παράγραφο 4 του άρθρου 19 του Ν. 489/1976, μέσω του οποίου το Επικουρικό Κεφάλαιο μετακυλίει την υποχρέωση για αποζημίωση στον υπόχρεο για το ατύχημα. Κατ' εξαίρεση όμως τέτοια δυνατότητα δεν ισχύει όταν το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν πράγματι ασφαλισμένο, αλλά ο ασφαλιστής πτώχευσε, ή η σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης. Στην ειδική αυτή περίπτωση, αν το Επικουρικό Κεφάλαιο ικανοποιήσει τον παθόντα δεν έχει δικαίωμα υποκατάστασης κατά του ασφαλισμένου κυρίου, κατόχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Αντίθετα, αν ο παθών από το ατύχημα τρίτος επιδιώξει και επιτύχει ικανοποίησή του από τον κύριο του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ο τελευταίος μπορεί να αναζητήσει το καταβληθέν στον τρίτο ποσό από το Επικουρικό Κεφάλαιο, όπως θα μπορούσε να πράξει το ίδιο, υλοποιώντας με τον τρόπο αυτό την αξίωση ελευθέρωσης κατά του ασφαλιστή του. Παρέπεται απ' αυτά ότι: α) ο ασφαλισμένος, όταν ενάγεται από τον ζημιωθέντα τρίτο, ως υπόχρεος σε αποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα, έχει δικαίωμα να ασκήσει προσεπίκληση, ενωμένη με αγωγή, κατά το Επικουρικού Κεφαλαίου, που υποχρεούται να του παράσχει ασφαλιστική κάλυψη, δηλαδή να του καταβάλει όσα εκείνο υποχρεωθεί να πληρώσει στο ζημιωθέντα τρίτο και β) ο παθών τρίτος, όταν η ίδια (ευθεία) αξίωσή του κατά του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 10 παρ. 1 Ν. 489/1976) έχει υποπέσει σε παραγραφή (άρθρο 10 παρ. 2 του ίδιου νόμου), μπορεί να ασκήσει κατ' αυτού πλαγιαστικά την αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση ασφάλισης, καθόσον η αξίωση αυτή υπόκειται σε μεγαλύτερη παραγραφή (άρθρα 195 ΕμπΝ και 10 Ν. 2496/1997 από 17-11-1997). Μάλιστα, νομολογιακά γίνεται δεκτή η δυνατότητα σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο, τόσο της ευθείας αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το χρονικό σημείο επίδοσης της αγωγής στον υπόχρεο ασφαλισμένο. Αρκεί η επίδοση του δικογράφου της αγωγής στον ασφαλισμένο να έχει γίνει κατά το χρόνο εκδίκασης των αγωγών στο δικαστήριο. Δεν αποκλείεται ο παθών τρίτος μερικές φορές να ασκεί κατά του ασφαλιστή κύρια την ευθεία αξίωσή του και επικουρικά την πλαγιαστική αγωγή για την περίπτωση που ο εναγόμενος ασφαλιστής προτείνει και αποδείξει στην ουσία την ένσταση της παραγραφής του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976. Ο ενάγων (παθών τρίτος) δανειστής, ζητώντας πλαγιαστικά έννομη προστασία νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος. Αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής είναι η καταδίκη του εναγομένου (ασφαλιστή) να καταβάλει στο δικαιούχο ασφαλισμένο (οφειλέτη του ενάγοντος και δανειστή του εναγομένου). Η δυνατότητα ικανοποίησης του δανειστή από το δικαίωμα του οφειλέτη, όπως και η αδράνεια του οφειλέτη προς ενάσκηση του δικαιώματός του αποτελούν στοιχεία για τη δικαιολόγηση εννόμου συμφέροντος στην άσκηση της σχετικής πλαγιαστικής αγωγής, που βέβαια πρέπει πάντοτε να έχει την απαιτούμενη πληρότητα του περιεχομένου της για να μην απορρίπτεται ως αόριστη (ΑΠ 398/2007). Ο ασκών την προβλεπόμενη από το άρθρο 72 ΚΠολΔ πλαγιαστική αγωγή δανειστής, ασκεί, κατά του τρίτου οφειλέτη του οφειλέτη του, τα δικαιώματα του τελευταίου, με το περιεχόμενο και τις προϋποθέσεις που ο οφειλέτης του μπορεί να τα ασκήσει κατά του δικού του οφειλέτη και, επομένως, ο τελευταίος, μπορεί να αντιτάξει κατά του ασκούντος την πλαγιαστική αγωγή (δανειστή του δικού του δανειστή) και όλους τους καταλυτικούς ισχυρισμούς που αυτός μπορεί να προτείνει κατά του άμεσου δανειστή του και άμεσου οφειλέτη του ασκούντος την πλαγιαστική αγωγή (ΑΠ 1090/2022, ΑΠ 84/2019). Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν και κατά τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση. Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή)[ ΑΠ 60/2017]. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, ό από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 481/2012, ΑΠ 538/ 2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας ότι ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, δικαιούται να απαιτήσει από το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, Επικουρικό Κεφάλαιο, να καταβάλει στον ασφαλισμένο του το ποσό των 225.920 ευρώ, το οποίο υποχρεώθηκε ο τελευταίος να καταβάλει σ' αυτόν (ενάγοντα) με την με αριθμό ...2013 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που κατέστη τελεσίδικη, χωρίς να δεχθεί το Εφετείο ότι το ποσό αυτό των 225.920 ευρώ είναι μέσα στα όρια του ασφαλιστικού ποσού, απαραίτητη (ως ισχυρίζεται) προϋπόθεση για την άσκηση πλαγιαστικής αγωγής, αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από ότι ο νόμος απαιτεί ως προς τη νομική έννοια του δικαιώματος του ασφαλισμένου και εσφαλμένα έκρινε νόμιμη την πλαγιαστική αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη νομική βασιμότητα της πλαγιαστικής αγωγής, η απαίτηση του πλαγιαστικώς ενάγοντος να είναι μέσα στα όρια του ασφαλιστικού ποσού στην περίπτωση που η πλαγιαστικά εναγόμενη είναι ασφαλιστική εταιρεία ή όπως εν προκειμένω το Επικουρικό Κεφάλαιο, που υπεισήλθε στη θέση της ασφαλιστικής εταιρείας, ως ειδικός διάδοχος αυτής, λόγω ανακλήσεως της άδειάς της. Ο ισχυρισμός περί περιορισμού της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου μέχρι του ασφαλιστικού ποσού, αποτελεί ένσταση (ΑΠ 1090/2022, ΑΠ 421/2019), καταλυτική του δικαιώματος του πλαγιαστικώς ενάγοντος (δανειστή του δικού του δανειστή), την οποία μπορεί να προτείνει κατά του τελευταίου (άρθο 262 ΚΠολΔ), όπως και κάθε ισχυρισμό, καταλυτικό ή διακωλυτικό, τον οποίο μπορεί να προτείνει κατά του άμεσου δανειστή του και άμεσου οφειλέτη του ασκούντος την πλαγιαστική αγωγή (ΑΠ 1090/2022). Επίσης, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια ως άνω πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμό 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ, καθώς έκρινε νόμιμη την ως άνω πλαγιαστική αγωγή, ενώ έπρεπε να την απορρίψει, διότι η αξίωση του ζημιωθέντος ενάγοντος κατά του ασφαλισμένου του είχε αποσβεσθεί λόγω παραγραφής. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι, επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η πλαγιαστική αγωγή ασκείται από τον παθόντα τρίτο σε αυτοκινητικό ατύχημα, όταν η ευθεία αξίωσή του κατά του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση έχει υποπέσει σε παραγραφή και έχει ως βάση τη σύμβαση ασφάλισης, ο δε παθών, ως δανειστής του υπόχρεου σε αποζημίωση και ασφαλισμένου, ασκεί τα δικαιώματα που ο τελευταίος αντλεί κατά του ασφαλιστή του από τη σύμβαση ασφάλισης σε περίπτωση επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, όταν αδρανεί στην άσκησή τους. Παρέπεται, ότι εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμω βάσιμο αυτής, το Δικαστήριο δεν όφειλε να ερευνήσει αν έχει αποσβεσθεί λόγω παραγραφής η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλισμένου. Κατόπιν τούτων, το Εφετείο, κρίνοντας νόμιμη την υπό κρίση πλαγιαστική αγωγή, δεν έσφαλε και δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", όπως κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986, "ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος". Η παράγραφος 2 του άρθρου 6 του ίδιου νόμου ορίζει τις περιπτώσεις της ασφαλιστικής αυτής κάλυψης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έναντι τρίτων αστική ευθύνη λόγω θανάτωσης ή σωματικής βλάβης, ζημιών σε πράγματα και χρηματικής ικανοποίησης λόγω θανάτωσης ή σωματικής βλάβης, ενώ κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, το ασφαλιστικό ποσό είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό που καθορίζεται κάθε φορά αρμοδίως για κάθε είδος κινδύνου που υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση. Επίσης κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 10 του ίδιου νόμου, "σε περίπτωση που έχουν ζημιωθεί περισσότερα πρόσωπα, όταν το σύνολο των αποζημιώσεων που πρέπει να καταβληθούν από τον υπαίτιο υπερβαίνει το ασφαλιστικό ποσό, το δικαίωμα καθενός από αυτούς κατά του ασφαλιστή περιορίζεται σύμμετρα, μέχρι τη συμπλήρωση του όλου ασφαλιστικού ποσού. Αν ο ασφαλιστής, ο οποίος αγνοεί την ύπαρξη ή το μέγεθος άλλων απαιτήσεων, ή μετά από δικαστική απόφαση, κατέβαλε σε κάποιο από τα πρόσωπα αυτά ποσό ανώτερο από το μερίδιο που αναλογεί σ' αυτόν, ο ασφαλιστής υποχρεούται έναντι των λοιπών ζημιωθέντων μόνο μέχρι τη συμπλήρωση του ασφαλιστικού ποσού. Τα πρόσωπα αυτά έχουν δικαίωμα αναγωγής κατ' αυτού που αποζημιώθηκε καθ' υπέρβαση". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο ασφαλιστής ευθύνεται έναντι του ζημιωθέντος από τη λειτουργία του ασφαλισμένου αυτοκινήτου με βάση την ασφαλιστική σύμβαση μέχρι του ασφαλιστικού ποσού και σε περίπτωση, κατά την οποία τα ζημιωθέντα πρόσωπα είναι περισσότερα, η ευθύνη του δεν δύναται να υπερβεί τα εις το ασφαλιστήριο αναφερόμενα ποσά ως προς όλους τους ζημιωθέντες και για κάθε ασφαλισμένο κίνδυνο, σε περίπτωση δε καταβολής κάποιου ποσού προς ζημιωθέντα, η καταβολή αυτή καταλογίζεται στο ασφαλιστικό ποσό, το σύνολο του οποίου ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει στους παθόντες από το ίδιο ατύχημα (ΑΠ 421/2019, ΑΠ 972/2017, ΑΠ 916/2009). Για τον υπολογισμό του ύψους των απαιτήσεων στις σχέσεις μεταξύ ζημιωθέντων τρίτων και ασφαλιστή δεν περιλαμβάνονται οι τόκοι και τα δικαστικά έξοδα (ΑΠ 1217/2011). Αν ο ζημιωθείς αξιώνει από τον ασφαλιστή μεγαλύτερο ποσό από αυτό της ασφαλιστικής κάλυψης, νόμιμα ο τελευταίος προτείνει κατ' εκείνου την ένσταση περιορισμού της ευθύνης του μέχρι το ασφαλιστικό ποσό. Για να είναι ορισμένος ο από την προαναφερόμενη διάταξη ισχυρισμός της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας περί μειώσεως της απαίτησης για την οποία έχει εναχθεί από το αυτοκινητιστικό ατύχημα, πρέπει να αναφέρεται ότι, πλην της ένδικης απαίτησης, υφίστανται και απαιτήσεις εκ του ατυχήματος τούτου και άλλων κατονομαζομένων προσώπων, από την άθροιση των οποίων, συνυπολογιζόμενης και της ένδικης απαίτησης, καλύπτεται το ασφαλιστικό ποσό. Επίσης, πρέπει να προσδιορίζεται κάθε μία από τις απαιτήσεις αυτές τόσο κατά το μέγεθος όσο και κατά τη φύση της. Η διάταξη του άρθρου 262 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και για την ένσταση αυτή. Για να ληφθεί υπόψη πρέπει να προβληθεί κατά τρόπο ορισμένο με τις έγγραφες προτάσεις ή να δηλωθεί προφορικά στο ακροατήριο και να καταχωριστεί στα πρακτικά στην περίπτωση που δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση εγγράφων προτάσεων. Καταρχήν είναι απαράδεκτη η μεταγενέστερη προβολή της είτε στη δεύτερη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, είτε στο Εφετείο. Εξαίρεση ισχύει, αν συντρέχει ένας λόγος από το άρθρο 527 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη τον περιορισμό ευθύνης του ασφαλιστή. Ο ποσοτικός περιορισμός ευθύνης εξετάζεται χωριστά για κάθε κατηγορία ασφαλιζομένων κινδύνων (θανάτωση - σωματικές κακώσεις αφενός και υλικές ζημίες αφετέρου). Δεν επιτρέπεται συνυπολογισμός και των δύο κατηγοριών ασφαλιζόμενων κινδύνων για να κριθεί αν υπάρχει ή όχι υπέρβαση του κατώτατου ασφαλιστικού ποσού (ΑΠ 421/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 49/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 536/2019). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 1401/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο και με το τρίτο σκέλος αυτού, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 559 αριθμ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αιτιάται ότι δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανεφερθέντα με τον τρίτο λόγο της έφεσής του ενώπιον του Εφετείου αυτοτελή ισχυρισμό του περί περιορισμού της ευθύνης του μέχρι του υπολοίπου ασφαλιστικού ποσού των 48.928,02 ευρώ, για σωματικές βλάβες, καθώς κατά το χρόνο του ατυχήματος (...1994) το ασφαλιστικό ποσό για σωματικές βλάβες, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. Κ3/3104/20-5-94 Απόφαση Υπουργού Ανάπτυξης, ήταν 70.000.000 δραχμές ή 205.429,20 ευρώ, ποσό στο οποίο περιορίζεται η ευθύνη της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία ασφάλιζε το ζημιογόνο όχημα, αλλά και του ίδιου ως ειδικού διαδόχου αυτής, και έχει ήδη επιδικασθεί στον ενάγοντα, κατόπιν άσκησης της προγενέστερης από ...1996 αγωγής του, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, της υπ' αριθμ. ...1999 απόφασης του Εφετείου Πατρών και της ...2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου περί μεταρρύθμισης των ανωτέρω αποφάσεων, το συνολικό ποσό των 156.501,18 ευρώ και, ως εκ τούτου απομένει υπόλοιπο ασφαλιστικό ποσό 48.928,02 ευρώ. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά την εκδίκαση ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου στις ...2013 της από ...2011 (αριθμ. κατάθεσης ...2012) αγωγής του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου, με την ειδική διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητα (άρθρο 681 Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 43...2015, με έναρξη ισχύος 1-1-2016), το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, προφορικά με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης (...2013) προέβαλε επί λέξει "ένσταση περιορισμού της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου", στις κατατεθείσες δε στο ακροατήριο προτάσεις του (άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε), ανέφερε "...υποβάλλουμε την ένστασιν περιορισμού των αξιώσεων του αντιδίκου μας μέχρι του ποσού της υποχρεώσεώς μας ασφαλιστικής καλύψεως για σωματικές βλάβες κατά τον χρόνο επελεύσεως του ατυχήματος στις οποίες θα πρέπει να υπολογισθούν και τα ποσά τα οποία έλαβεν ο αντίδικος κατά το χρονικόν διάστημα από εγέρσεως της πρώτης αγωγής του από ...1997 υπ' αριθμ. κατ. ...1996 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και τα επιδικασθέντα και καταβληθέντα δυνάμει των προσαγομένων υπ' αριθμ. ...1997 και ...2006 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου ως και της υπ' αριθμ. ...1999 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών". Την ένσταση αυτή το αναιρεσείον επανέφερε με τον τρίτο λόγο της έφεσης του στο Εφετείο, αναφέροντας όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν. Έτσι, όμως, όπως διατυπώθηκε και υποβλήθηκε ο προαναφερόμενος ισχυρισμός (ένσταση) του εναγομένου - αναιρεσείοντος, πρωτοδίκως, είναι αόριστος, αφού δεν περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν, ήτοι το μέγεθος και τη φύση των απαιτήσεων του δικαιούχου αποζημίωσης ενάγοντος από το ένδικο ατύχημα, τα ποσά που έχουν καταβληθεί στον ενάγοντα για κάθε κατηγορία ασφαλιζόμενου κινδύνου, υλικών ζημιών και σωματικών βλαβών, το ασφαλιστικό όριο σωματικών βλαβών που καλύπτει τις παραπάνω απαιτήσεις και αν το συνολικό ποσό που έχει καταβληθεί καλύπτει και κατά ποιο μέρος το ασφαλιστικό ποσό, ώστε η ευθύνη του ενισταμένου-εναγομένου να μην υπερβεί το ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση του καταβληθέντος στον ενάγοντα ποσού.
Συνεπώς, ο ανωτέρω ισχυρισμός, ο οποίος αορίστως προβλήθηκε πρωτοδίκως, θεωρείται ότι προτείνεται για πρώτη φορά στο Εφετείο και άρα υπόκειται στον κανόνα απαγόρευσης του άρθρου 527 του ΚΠολΔ και εν προκειμένω, μη συντρέχοντος κάποιου λόγου εξαίρεσης από τους αναφερόμενους στο ίδιο άρθρο (527 ΚΠολΔ), του οποίου, σε κάθε περίπτωση, δεν γίνεται επίκληση, είναι απαράδεκτη η προβολή του (ΑΠ 2/2001). Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε (σιγή) την ανωτέρω ένσταση δεν έσφαλε και ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά(ΑΠ 1046/2019). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β` του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 § 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη), να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 1351/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 604/2015, ΑΠ 641/2011). Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 706/2016). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1184/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 22/2005, ΑΠ 798/2010). Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ` ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 424/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 393/2018, ΑΠ 58/2008). Στην προκειμένη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, δικάζοντας την από ...2014 (αριθμ. κατάθεσης ...2014) έφεση του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό ...2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, ως Δικαστήριο παραπομπής, μετά την αναίρεση με την με αριθμό ...2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, της υπ' αριθμ. ...2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, κατά τη διάταξη αυτής που δεν απεφάνθη ως προς τη σωρευθείσα επικουρικώς με το αγωγικό δικόγραφο πλαγιαστική αγωγή, με την προσβαλλόμενη απόφαση (...2020) δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού και από όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. ...1997 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθ. ...1999 απόφαση του Εφετείου Πατρών, για το τροχαίο ατύχημα που συνέβη στο .... της εθνικής οδού Αγρίνιου - Εμπεσσού στις ...1994, κατά το οποίο ο πρώτος των εναγομένων (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) οδηγούσε την υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, η οποία ήταν ασφαλισμένη κατά το χρόνο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος για τις ζημίες που προξενούνταν σε τρίτους στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", της οποίας η άδεια ανακλήθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την επέλευση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος έως την άσκηση της ένδικης αγωγής, και στης οποίας το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων υπεισήλθε αυτοδίκαια το δεύτερο εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο, έχοντας συνεπιβάτη τον ενάγοντα, κρίθηκε υπαίτιος ο πρώτος των εναγομένων για τον τραυματισμό του ενάγοντα κατά ποσοστό 80% και ο ίδιος ο ενάγων κατά ποσοστό 20%, για το λόγο ότι κατά τη στιγμή της σύγκρουσης δεν φορούσε προστατευτικό κράνος και του επιδικάστηκε μηνιαία αποζημίωση ύψους 497,14 ευρώ για τα απολεσθέντα εισοδήματά του και τις μελλοντικές του δαπάνες για το χρονικό διάστημα από ...1997 έως ...2011. Ακολούθως με την υπ' αριθ. ...2013 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αναγνωρίστηκε υποχρέωση των αυτών εναγόμενων να καταβάλλουν ο καθένας στον ίδιο ενάγοντα για εισοδήματα που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε από την εργασία του αν δεν είχε μεσολαβήσει το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ο τραυματισμός του, το χρονικό διάστημα από ...2012 έως ...2031, το συνολικό ποσό των 255.920 ευρώ με τον νόμιμο τόκο, καταβαλλόμενο σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις ποσού 1.066,33 ευρώ εκάστη, ενώ με την υπ' αριθ. ...2016 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, κατόπιν εφέσεως του εναγόμενου Επικουρικού Κεφαλαίου, απορρίφθηκε η κρινόμενη αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, λόγω παραγραφής της αξίωσης μόνο ως προς το εναγόμενο-εκκαλούν, γεγονός το οποίο κρίθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. ...2019 απόφαση του Δ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Όλα τ' ανωτέρω δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο ασφαλισμένος του ζημιογόνου οχήματος Χ. Κ., στον οποίο επιδόθηκε η υπό κρίση αγωγή στις ...2012, αδρανεί έκτοτε και αρνείται να επιδιώξει την εξόφληση της ως άνω οφειλής προς τον ενάγοντα. Επομένως ο ενάγων δικαιούται να απαιτήσει από το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο, ως ειδικό και καθολικό διάδοχο βάσει νόμου, της αρχικώς εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, μετά την ανάκληση της αδείας λειτουργίας της, η κατά του οποίου αξίωσή του από την ασφαλιστική σύμβαση έχει παραγραφεί, να καταβάλει στον ασφαλισμένο του το ποσό των 255.920 ευρώ, το οποίο υποχρεώθηκε ο τελευταίος να καταβάλει σ' αυτόν (ενάγοντα) με την υπ' αριθ. ...2013 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που κατέστη τελεσίδικη. Τέλος η ένσταση παραγραφής της πλαγιαστικής αγωγής, την οποία προβάλλει με τις προτάσεις του το εκκαλούν, πρέπει ν' απορριφθεί ως μη νόμιμη, αφού η ένσταση αυτή στην κατ' έφεση δίκη, μπορεί να προβληθεί μόνο με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο και όχι απλά με τις προτάσεις. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η πλαγιαστική αγωγή και να αναγνωριστεί ότι το πλαγιαστικώς εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. και δεύτερο των εναγόμενων, είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στον ευθέως πρώτο εναγόμενο το ανωτέρω ποσό των 255.920 ευρώ, καταβαλλόμενο σέ ισόποσες μηνιαίες δόσεις ποσού 1.066,33 ευρώ εκάστη, την πρώτη ημέρα εκάστου ημερολογιακού μήνα για το χρονικό διάστημα από ...2012 έως ...2031, με το νόμιμο τόκο από της καταβολής του ποσού στον ενάγοντα...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την πλαγιαστική αγωγή κατά του δευτέρου εναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου, ήδη αναιρεσείοντος, και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτού να καταβάλει στον ευθέως πρώτο εναγόμενο το ποσό των 255.920 ευρώ, καταβαλλόμενο σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις ποσού 1.066,33 ευρώ εκάστη, την πρώτη ημέρα εκάστου ημερολογιακού μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως ...2031, με το νόμιμο τόκο από της καταβολής του ποσού στον ενάγοντα. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και με το πέμπτο σκέλος αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, διότι δεν αναφέρει ποιες είναι οι ζημιές που υπέστη ο αναιρεσίβλητος από το τροχαίο ατύχημα, ποιο είναι το ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε ζημία και ποιο ποσό επιδικάζει η προσβαλλόμενη απόφαση ως αποζημίωση για κάθε ζημία του αναιρεσίβλητου, αφού με την αγωγή του ζητούσε αποζημίωση για απώλεια εσόδων από τρεις εργασίες, αποζημίωση για αποκλειστική νοσοκόμα, αποζημίωση για αγορά ειδικών πανών και καθετήρα, ώστε να κριθεί αν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα και της ζημίας που δέχθηκε ότι αυτός υπέστη. Ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, διότι το ως άνω δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του τραυματισμού του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου, από το ένδικο ατύχημα και της ζημίας που δέχθηκε ότι αυτός υπέστη, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Συγκεκριμένα, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του: α) ότι για το ένδικο ατύχημα που συνέβη στις ...1994, κατά το οποίο ο πρώτος των εναγομένων, Χ. Κ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), οδηγούσε την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, η οποία ήταν ασφαλισμένη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", της οποίας η άδεια ανακλήθηκε και στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτής υπεισήλθε το ήδη αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο, έχοντας συνεπιβάτη τον ενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητο, με την υπ' αριθμ. ...1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. ...1999 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κρίθηκε υπαίτιος ο πρώτος των εναγομένων για τον τραυματισμό του ενάγοντος κατά ποσοστό 80% και ο ίδιος ο ενάγων κατά ποσοστό 20%, για το λόγο ότι κατά τη στιγμή της σύγκρουσης δεν φορούσε προστατευτικό κράνος και του επιδικάστηκε μηνιαία αποζημίωση ύψους 497,14 ευρώ για τα απολεσθέντα εισοδήματα και τις μελλοντικές του δαπάνες για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως ...2011, β) ότι με την υπ' αριθμ. ...2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, αναγνωρίστηκε υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα για εισοδήματα που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε από την εργασία του, αν δεν είχε μεσολαβήσει το ένδικο ατύχημα και ο τραυματισμός του, το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως ...2031, το συνολικό ποσό των 255.920 ευρώ, καταβαλλόμενο σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις ποσού 1.066,33 ευρώ εκάστη, ενώ με την υπ' αριθμ. ...2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου (Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος), κατόπιν εφέσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου, απορρίφθηκε η κρινόμενη αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, λόγω παραγραφής, μόνο ως προς το εναγόμενο- εκκαλούν (Επικουρικό Κεφάλαιο), όπως κρίθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. ...2019 απόφαση του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και γ) ότι ο ασφαλισμένος του ζημιογόνου οχήματος Χ. Κ., στον οποίο επιδόθηκε η κρινόμενη αγωγή στις ...2012, αδρανεί έκτοτε και αρνείται να επιδιώξει την εξόφληση της ως άνω οφειλής προς τον ενάγοντα. Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από το αναιρεσείον πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβάσεως των διατάξεων των άρθρων 297,298 και 914 ΑΚ και παραθέσεως ανεπαρκών αιτιολογιών και πρέπει ο σχετικός αναιρετικός λόγος να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο και με το τέταρτο σκέλος αυτού, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέστηκε, τόσο πρωτοδίκως όσο και στην κατ' έφεση δίκη, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το πλαγιαστικώς εναγόμενο-αναιρεσείον οφείλει να καταβάλει στον ευθέως πρώτο εναγόμενο (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) το ποσό των 255.920 ευρώ, χωρίς να περιορίσει την ευθύνη του στο υπόλοιπο ασφαλιστικό ποσό των 48.928,02 ευρώ, κρίση στην οποία θα άγετο σε περίπτωση που τα είχε λάβει υπόψη. Ειδικότερα, αιτιάται ότι δεν έλαβε υπόψη του: α) το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, της ασφαλιστικής εταιρείας "... ... το οποίο ασφάλιζε την υπ' αριθμ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του Χ. Κ., μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των 70.000.000 δραχμών (205.429,20 ευρώ) για σωματικές βλάβες, για το χρονικό διάστημα από 12-7-1994 έως 12-7-1995 και β) τις δικαστικές αποφάσεις ...1997 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, ...1999 του Εφετείου Πατρών και ...2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της, τόσο το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, παραθέτοντας στο σκεπτικό της ότι η υπ' αριθμ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ήταν ασφαλισμένη στην ασφαλιστική εταιρεία "..." (μέλος της οποίας προ του ατυχήματος έγινε η "... "), όσο και τις δικαστικές αποφάσεις, αναφέροντας επί λέξει "... με την υπ' αριθμ. ...1997 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. ...1999 απόφαση του Εφετείου Πατρών...", ενώ από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ιδιαιτέρως δε από τις σκέψεις και τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τον προδιαληφθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο εκ του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση (ΑΠ 559/2020), άρα και της υπ' αριθμ. ...2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Ιουνίου 2021 και με αριθμό κατάθεσης ...2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό ...2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου, ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕYΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ